Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας (part 2 of 2)
Ο επόμενος διάλογος, ο Μένων, αναφέρεται εις το παλαιόν ζήτημα «ει διδακτόν η αρετή» και φέρει ακόμη το πένθος του θανάτου του Σωκράτους, εισάγων τον Άνυτον και πικρώς μνημονεύων τον υιόν του (βλ. ανωτ. σελ. 183). Επικρατεί δ' όμως καθαρά θεωρία, ιδίως η θεωρία των Ιδεών, ήδη φανερά και εν τω Φαίδωνι. Ο Λύσις είναι διάλογος περί φιλίας, ουχί σημαντικός. Ο Πλάτων ηδύνατο να πραγματευθή το θέμα τούτο μόνον υπό το όνομα του «έρωτος», τούτο δε πράττει διά δύο διαλόγων, οι οποίοι διακρίνονται και μεταξύ των Πλατωνικών έργων διά το εξαίρετον αληθώς κάλλος. Ο Φαίδρος εγράφη αργότερα, το δε Συμπόσιον αποτελεί την λήξιν της προκειμένης περιόδου. Εάν εξεφέρετο η γνώμη ότι το Συμπόσιον είναι το ύψιστον έργον της δημιουργικής πεζογραφίας πάντων των αιώνων, τέλειον εις δύναμιν, καλλονήν και αλήθειαν φαντασίας, θα ήτο δύσκολον κανείς να διαφωνήση· ουδέ είν' εύκολον ν' αντικρούση τις τον μεταφυσικόν, τον θεωρούντα τούτο ως τον βαθύτατον λεχθέντα ποτέ λόγον περί της φύσεως του έρωτος· αλλ' όμως και το Συμπόσιον όπως όλον σχεδόν το έργον του Πλάτωνος, δεν τέρπει εκείνους, όσοι δεν έμαθον οπωσδήποτε «Hellenisch zu empfinden». Περί της συνθέσεως αυτού θα σημειώσωμεν μόνον, ότι είναι η τελευταία ηχώ της καταδίκης του Σωκράτους. Η έμπνευσις του Χαρμίδου επανέρχεται ισχυροτέρα· εις την λάμψιν του Συμποσίου φθάνομεν μόνον αφού περάσωμεν το κενόν πολλών θανάτων, αφού λησμονήσωμεν πολλά γεγονότα και ίδωμεν δι' οφθαλμών ανθρώπου, εις τον οποίον τα εγκόσμια εφαίνοντο αλλόκοτα· των προσώπων άλλα μεν μας είναι τόσον άγνωστα, όσον προηγουμένως ο Καλλικλής· των δε άλλων ο μεν Αγάθων, ο νικήσας ποιητής, το είδωλον των Αθηνών, ο οποίος παραθέτει το συμπόσιον εορτάζων την πρώτην τραγικήν του νίκην, είχεν αποθάνει προ πολλού, μελαγχολικός και σχεδόν εξόριστος, εν Μακεδονία· ο δε Φαίδρος είχεν αφήσει την φιλοσοφίαν προ πολλού· ο Σωκράτης είχε θανατωθή ως εγκληματίας· ο Αλκιβιάδης είχε φονευθή υπό βαρβάρων δολοφόνων. Ο δε Αριστοφάνης υπήρξε κατά την γνώμην του Πλάτωνος είς των χειρίστων κατηγόρων του Σωκράτους. Αλλά τιμά τας Αθήνας του Περικλέους, τας οποίας ο Πλάτων ηγάπα να δυσφημή, το γεγονός, ότι πάντοτε επανήρχετο εις αυτάς, όπως επανεύρη τας ιδανικάς του συνομιλίας και αναμνήσεις. Το Συμπόσιον φαίνεται ως θέα τις εκ των εν τω Φαίδρω περιγραφομένων, ών αναμιμνήσκεται η ψυχή, «θει δε ποθούσα» να τας επανίδη. Επαναβλέπομεν αυτό διά του Απολλοδώρου εκείνου, του οποίου οι λυγμοί διέκοψαν τας εν τω Φαίδωνι αποδείξεις. Ενταύθα φιλικώς αποκαλείται «μανικός»· είναι άνθρωπος μονήρης, αγριαίνων εναντίον πάντων πλην του Σωκράτους. Εκείνος είναι ο διηγούμενος εις τον Γλαύκωνα, τον αδελφόν του Πλάτωνος, την ιστορίαν του συμποσίου· αλλ' ουδ' αυτός παρευρίσκετο τότε· συνέβη πολύ προ αυτού, καθώς και προ του Γλαύκωνος· αλλ' είχεν ακούσει αυτήν παρά του Αριστοδήμου ανθρώπου «μικρού και ανυποδήτου», ο οποίος είχε παρευρεθή μετά του Σωκράτους. Τοιουτοτρόπως δι' εμμέσων αναμνήσεων φθάνομεν εις το συμπόσιον. Ακούομεν ήδη τους διαφόρους λόγους περί της αρχής και της σημασίας του έρωτος, τέλος δε τον λόγον, τον οποίον ήκουσεν ο Σωκράτης παρά της Μαντινικής σοφής Διοτίμας. Κατ' αυτήν ο Έρως είναι υιός της Πενίας και του Πόρου· σκοπός δε του Έρωτος είναι όχι η Καλλονή, αλλ' η Αθανασία· αλλ' όμως ο Έρως μόνον εν τω καλώ διαχέεται και γεννά. Ο εραστής αρχίζει ν' αγαπά έν σώμα καλόν κατόπιν αισθάνεται «το επί πάσι τοις σώμασι κάλλος»· μετά ταύτα θεωρεί ανώτερον «το πολύ πέλαγος του καλού» {the great ocean of the beautiful}, εν ώ ευρίσκει την αληθινήν ζωήν του. Το πάθος του αρχικού γηίνου αυτού έρωτος ουδόλως φθίνει· αντέχει αυξανόμενον μέχρι τέλους, ότ' «εξαίφνης κατόψεταί τι θαυμαστόν την φύσιν καλόν . . . πρώτον μεν αεί όν και ούτε γιγνόμενον ούτε απολλύμενον, ούτε αυξανόμενον ούτε φθίνον, έπειτα όν τη μεν καλόν, τη δ' αισχρόν, ουδέ τοτέ μεν, τοτέ δ' ου . . . ουδ' αυ φαντασθήσεται αυτώ το καλόν οίον πρόσωπόν τι ουδέ χείρες ουδέ άλλο ουδέν ων σώμα μετέχει, ουδέ τις λόγος, ουδέ τις επιστήμη, ουδέ που όν εν ετέρω τινί, οίον εν ζώω ή εν γη ή εν ουρανώ ή εν τω άλλω, αλλ' αυτό καθ' αυτό μεθ' αυτού μονοειδές αεί όν . . Όταν δη τις εκείνο το καλόν άρχηται καθοράν, σχεδόν αν τι άπτοιτο του τέλους» { it is not like any face or hands or bodily thing; it is not word nor thought; it is not in something else, neither living thing, nor earth nor heaven ; only by itself in its own way in one form it for ever Is } του βίου. Ειπόντος ταύτα του Σωκράτους, εξαίφνης η αύλειος θύρα κρούεται και εισέρχεται ο Αλκιβιάδης φέρων στέφανον κισσού και ίων και πολλάς ταινίας επί της κεφαλής· περιγράφεται η κατάκλισις αυτού εις το συμπόσιον και έπεται ο λόγος του ο εις έπαινον του Σωκράτους, του ανδρείου, του θαυμασίου, του αγνού. Κατόπιν — ακούομεν — επέρχεται ισχυροτέρος θόρυβος περισσοτέρων αγνώστων κωμαστών· ήδη οι πλείστοι των φιλοξενηθέντων είχον απέλθει· ο Αριστόδημος, ο αναμένων τον Σωκράτη, τέλος εκοιμήθη· ότε δ' εξύπνησε «προς ημέραν ήδη, αλεκτρυόνων οδόντων», είδε «τους μεν άλλους καθεύδοντας, Αγάθωνα δε και Αριστοφάνη και Σωκράτη έτι μόνους» συζητούντας. Ο Αριστόδημος υπονυστάζων δεν ηδύνατο να παρακολουθήση τα λοιπά· ενεθυμείτο μόνον ότι ελέγετο «του αυτού ανδρός είναι κωμωδίαν και τραγωδίαν επίστασθαι ποιείν»
Περί τους χρόνους εκείνους νέαι επιδράσεις ανέπτυσσον την φιλοσοφίαν του Πλάτωνος. Μετά τον θάνατον του διδασκάλου του απεσύρθη μετ' άλλων Σωκρατικών εις τα Μέγαρα, όπου η ολόψυχος προστασία του Ευκλείδου αφήκεν εις το πνεύμα του Πλάτωνος σπέρματα ισοβίου σεβασμού και φιλίας προς την άγονον διαλεκτικήν της Μεγαρικής σχολής. Ο Γοργίας π. χ δυσκόλως ηδύνατο να γραφή εν Αθήναις. Λέγεται δ' ότι τότε ο Πλάτων εταξείδευσεν εις την Αίγυπτον και την Κυρήνην. Αλλά φαίνεται ότι επανήλθεν εις την πατρίδα προ του 388 π. Χ., ότ' επεχείρησε την πρώτην του μοιραίαν αποδημίαν εις την Σικελίαν. Τότε το πλείστον της νήσου εκυβερνάτο δεσποτικώς υπό του Διονυσίου του α', του οποίου ο γαμβρός ο Δίων ήτο θερμός του Πλάτωνος θαυμαστής· λοιπόν αφ' ενός μεν ο φίλος εκείνος, αφ' ετέρου δ' αι Πυθαγορικαί σχολαί και προς τούτοις η επιθυμία να ίδη το περίφημον ηφαίστειον προσείλκυσαν τον Πλάτωνα εις τας Συρακούσας· ίσως δ' εφαντάζετο και ότι πάσα αυλή τυράννου ήτο τόσον κατάλληλος διαμονή φιλοσόφου, όσον και αι δημοκρατούμεναι Αθήναι. Αλλ' ήτο περισσότερον υιός του καιρού του και της πατρίδος του παρ' όσον επίστευεν. Διότι δεν ηδύνατο ν' αφήση το αθηναϊκόν προνόμιον της παρρησίας και μετεχειρίζετο αυτό ως Αθηναίος περί των πολιτικών πραγμάτων. Ο γέρων τύραννος εδέσμευσεν αυτόν, και τον εχάρισε — τούτο έλεγεν η φήμη — εις τον εκεί Σπαρτιάτην πρεσβευτήν, ο οποίος τον επώλησεν ως δούλον εν Αιγίνη. Εκεί κάποιος Αννίκερις Κυρηναίος — πιθανώς οπαδός του Αριστίππου, — αγοράσας ηλευθέρωσεν αυτόν και δεν εδέχθη αμοιβήν παρά των φίλων του Πλάτωνος· ούτοι δε, επειδή οι έρανοι είχον ήδη συλλεχθή, εχρησιμοποίησαν το χρήμα όπως αγοράσωσι χάριν του φιλοσόφου οικίαν και κήπον ίνα διδάσκη εκεί, δηλαδή πλησίον του γυμνασίου του αφιερωμένου εις τον ήρωα Ακάδημον, είκοσι περίπου λεπτά της ώρας έξω των Αθηνών (278). Τούτο συνέβη κατά τα 387, δηλαδή δύο τουλάχιστον έτη πριν να γραφή το Συμπόσιον. Αλλά πάσα λεπτομέρεια της ιστορίας ταύτης έχει και διάφορον έκδοσιν, η δε παλαιοτάτη μαρτυρία, η Ζ' επιστολή, ουδέν άλλο διηγείται ή ότι πράγματι η εκεί διαμονή δεν υπήρξεν ευάρεστος.
Η ίδρυσις της σχολής εκείνης επανέφερε την συνήθειαν των παλαιοτέρων φιλοσόφων. Η Ακαδήμεια τεχνικώς ήτο θίασος, ήτοι θρησκευτικόν σωματείον προς λατρείαν των Μουσών, έχον αρχάς, καταστατικόν και ακίνητον περιουσίαν· ο προϊστάμενος εξελέγετο, εδιδάσκοντο δε μαθηματικά, αστρονομία, και άλλαι φυσικαί γνώσεις, προσέτι δε φιλοσοφία. Οι διδάσκοντες κατέκλυζαν την μετρίαν οικίαν του Σχολάρχου, την βιβλιοθήκην, τον κήπον και το δημόσιον γυμνάσιον, μόνον δε βραδύτερον απέκτησαν ανάλογον οίκημα. Ηκροώντο δε και γυναίκες· το ίδρυμα διετηρήθη, κατά δε την γενέθλιον του Πλάτωνος ημέραν έθυον εις αυτόν ως ήρωα ιδρυτήν, ενώ συνέβαινον πλείσται μεταβολαί τάσεων και θεωριών, μέχρις ού εδημεύθη και κατηργήθη υπό του Ιουστινιανού ως έρεισμα της ειδωλολατρείας. Η περίοδος της ιδρύσεως της Ακαδημείας ήτο γονιμωτάτη. Ολίγον μετά τον θάνατον του Σωκράτους ο Αντισθένης είχεν αρχίσει να διδάσκη εν Κυνοσάργει, τω γυμνασίω των νόθων. Μετά τον Αντισθένη περί τα 390 π. Χ. ο Ισοκράτης εδίδασκε σύστημα γενικών γνώσεων. Η δ' επομένη γενεά είδε την ίδρυσιν των σχολών του Λυκείου ή Περιπάτου υπό του Αριστοτέλους, της Στοάς υπό του Ζήνωνος και του Κήπου υπό του Επικούρου.
Οποιονδήποτε και αν ήτο το έτος της ιδρύσεως της Ακαδημείας, μετά το Συμπόσιον φαίνεται εξ εσωτερικών τεκμηρίων ότι υπήρξε σπουδαίον διάλειμμα εις την συγγραφικήν του Πλάτωνος εργασίαν. Οι δύο επόμενοι διάλογοι, ο Παρμενίδης και ο Θεαίτητος, φέρουσι την σφραγίδα του ανεγνωρισμένου φιλοσοφικού «Σχολάρχου». Ο Παρμενίδης περιέχει άμεικτον μεταφυσικήν, ήτοι κριτικήν έρευναν πρώτον μεν των υπό του Πλάτωνος καλουμένων «ιδεών», άς ημείς λέγομεν «γενικάς αντιλήψεις», δεύτερον δε του απολύτου όντος του Παρμενίδου· αι περί της γνησιότητος του διαλόγου τούτου συζητήσεις προέρχονται απλώς εκ της δυσκολίας, την οποίαν ευρίσκουσιν οι κριτικοί εις συναρμογήν αυτού προς οιανδήποτε σταθεράν θεωρίαν της Πλατωνικής φιλοσοφίας· είναι αδύνατον ο γράψας τον Παρμενίδην να επρέσβευε την άκαμπτον εκείνην «θεωρίαν των ιδεών», την οποίαν ο Αριστοτέλης εδίδαξεν ημάς να θεωρώμεν ως Πλατωνικήν. Ο Θεαίτητος έχει δραματικήν εισαγωγήν. Ο Ευκλείδης επανέρχεται μόλις εκ του Πειραιώς, όπου συνήντησε τον Θεαίτητον, ασθενή και πληγωμένον, φερόμενον εκ Κορίνθου από του στρατοπέδου, ευρίσκων δε ήδη τον Τερψίωνα, αναφέρει τον παλαιόν του Θεαιτήτου προς τον Σωκράτη διάλογον. Αλλ' η εισαγωγή είναι τι εξωτερικόν, αυτός δε ο διάλογος αναφέρεται αυστηρώς εις την θεωρίαν της γνώσεως. Ο Πλάτων παρατηρεί ότι επίτηδες παρέλειψε τα οχληρά «και εγώ έφην» ή «συνέφη», δηλαδή αφήρεσε την σκηνογραφίαν και το περιβάλλον και αφήκε γυμνοτέραν την σκέψιν.
Ο επόμενος διάλογος της περιόδου ταύτης είναι ο Φαίδρος· τα τεκμήρια είναι τόσον πειστικά, όσον δύνανται να είναι τοιαύτα τεκμήρια. Οι τεχνικοί δηλαδή όροι, τους οποίους έκοψεν ο Πλάτων, οι προς αποφυγήν της χασμωδίας τρόποι, η μικρά επιτήδευσις, η διαφαινομένη επί του μεταγενεστέρου αυτού ύφους, είναι ψηλαφηταί και εν τω Φαίδρω. Εκ των γενομένων πινάκων του λεκτικού κωλυόμεθα να θέσωμεν αυτόν ενωρίτερον του 375. Εξ άλλου δ' όμως όχι μόνον αφήνει την εντύπωσιν νεότητος, αλλ' έχει και φανεράν τινα σχέσιν προς τον κατά των σοφιστών λόγον του Ισοκράτους, ο οποίος εγράφη περί τα 390, κατά το άνοιγμα της Σχολής του. Των δύο τούτων έργων δεν δυνάμεθα να είπωμεν ποίον ήτο η πρόκλησις, και ποίον η απάντησις· εριστικά συγγράμματα κατά τους αρχαίους χρόνους εξηκολούθουν μέχρις ού εκάστη μερίς επίστευεν ότι είχεν απαντήσει αρκετά. Αλλ' ο τόνος αμοιβαίας επικρίσεως είναι φανερός, περί δε το τέλος του Φαίδρου υπάρχει κάποιον εξάγγελμα προς τον Ισοκράτη εκ μέρους του Σωκράτους· «Νέος έτι, ω Φαίδρε, Ισοκράτης» — νέος εννοείται κατά την φανταστικήν χρονολογίαν του διαλόγου — «δοκεί μοι αμείνων ή κατά τους περί Λυσίαν είναι λόγους . . . φύσει γαρ ένεστί τις φιλοσοφία τη του ανδρός διανοία· ταύτα δη ουν εγώ . . . . Ισοκράτει εξαγγέλλω». { ' Isocrates is young yet' —that is, of course, at the imaginary date of the conversation—' and is too fine material to be a mere orator ; if he will turn to philosophy, he has the genius for it.' " Take that message from me, Phαedrus, to Isocrates whom I love." }. Αλλ' εάν αυτή είναι πολεμική, βεβαίως δεν είναι ζωηρά· είναι ο τόνος του παλαιού φίλου, ρίπτοντος εις την λήθην τα περασμένα και δεχομένου να σεβασθή πάσαν διαφοράν γνώμης· είναι δε πιθανόν ότι έχομεν δευτέραν έκδοσιν του Φαίδρου. Η πρώτη θα ήτο ίσως αφορμή της οργής του Ισοκράτους· ο σωζόμενος Φαίδρος εξεδόθη δεκαπέντε έτη κατόπιν, απαντά δε ησύχως εις πολλά σημεία επικριθέντα και καταλήγει προτείνων τον ψηλαφητόν τούτον κλάδον της ελαίας.
Κατά τα έτη εκείνα ο Πλάτων ειργάζετο εις το επιπονώτατον των έργων του, την Πολιτείαν· ως εισαγωγήν προέταξε κατά το παλαιόν εύθυμον ύφος μικρόν «περί δικαιοσύνης» διάλογον μεταξύ Σωκράτους και Θρασυμάχου. Τούτο είναι το Α' βιβλίον της Πολιτείας· το λοιπόν μέρος είναι, καθόσον εξάγεται εκ της γλώσσης, ομοιόμορφον, αι δε ποικίλαι θεωρίαι περί διαιρέσεως του μακρού έργου εις διάφορα «στρώματα» μέχρι της σήμερον απέτυχον· το κύριον θέμα του μεγάλου τούτου συνόλου είναι τι εστι «δικαιοσύνη» και αν υπάρχη λόγος να είναι κανείς δίκαιος μάλλον ή άδικος. Τούτο άγει εις την συζήτησιν και ανίδρυσιν δικαίας πολιτείας· όχι καθώς θα ενόμιζεν ο νεώτερος αναγνώστης, διότι η δικαιοσύνη είναι σχέσις μεταξύ ενός ανθρώπου και άλλου — ο Πλάτων εμφαντικώς ισχυρίζεται ότι υπάρχει κάτι εντός του χαρακτήρος εκάστου προσώπου — αλλά διότι είν' ευκολώτερον να ίδωμεν τα πράγματα κατ' ευρυτέραν κλίμακα. Δεν θα επιχειρήσωμεν όμως εδώ οιανδήποτε ανάλυσιν του αριστουργήματος τούτου της παρατηρήσεως, της αποδείξεως, της ειρωνείας, της φαντασίας και της ευφραδείας. Διότι εάν ελέγομεν ότι περιέχει τον «κομμουνισμόν», την εξίσωσιν των φύλων, την κατάργησιν του γάμου, την κατάλυσιν του εμπορίου, την αφιέρωσιν όλων των πόρων του κράτους εις την παίδευσιν, εν παρόδω δε και ασθενώς την κατάργησιν της δουλείας και προσέτι μικράν τυραννίαν ασκουμένην υπό θείου και φρονίμου ανδρός — τοιαύτη περιγραφή θα εφαίνετο ως γελοιογραφία. Η έννοια της Πολιτείας δύναται να κατανοηθή μόνον εξ αυτής ταύτης και μόνον διά πολλής σπουδής του ελληνικού πνεύματος ή δι' άλλης δυνάμεως ευαισθήτου φαντασίας. Επιπόλαιος ανάγνωσις αυτής είναι τόσον αδύνατος, όσον είναι δυνατή περί άλλων μεγάλων αρχαίων έργων.
Πάντα τα διανοητικά και λεκτικά προτερήματα του Πλάτωνος φθάνουσιν εις το έπακρον εν τη Πολιτεία, αλλά και πολλά των χαρακτηριστικών των πρεσβυτικών του χρόνων αρχίζουσιν ήδη να διαφαίνωνται· πρώτον και κύριον ο προς την πολιτικήν ζήλος· ο πόθος καλυτέρου τινός και ευπειθεστέρου Διονυσίου· η αυξανομένη αδημονία του φιλοσόφου ποιητού κατά της ποιήσεως, της σειρήνος, η οποία τον κρατεί μακράν της αληθείας. Ο Πλάτων ομιλεί περί της ποιήσεως καθώς ο Ράσκιν περί της λογοτεχνικής μορφής· «δεικνύω προς τους ανθρώπους απλώς το καθήκον των και αυτοί αποκρίνονται ότι το ύφος μου είν' ωραίον». Κατά τον Πλάτωνα η ποίησις είναι καθαυτό απάτη· δεν είναι αλήθεια, ουδέ καν σκιά αυτής, αλλά «τρίτη από της αληθείας, ειδώλου δημιουργός»· και όμως ημπορεί να μεθύση τους ανθρώπους εξ ηδονής! Πρέπει λοιπόν να εξορισθή τελείως εκ της δικαίας πόλεως. Ο Αριστοτέλης και όσοι εξ ημών δεν κινδυνεύομεν εκ πληθώρας της φαντασίας, όσοι δεν εσπαταλήσαμεν έτη περιπαθώς εργαζόμενοι χάριν του ιδανικού της αληθείας, της οποίας η ποίησις μας προσφέρει μόνον απλούν είδωλον, θλιβόμεθα δικαίως διά την υπό του Πλάτωνος υποτίμησιν αυτής. Τινές δε προσπαθούσι να δικαιολογήσωσιν αυτόν λέγοντες ότι ομιλών περί ποιήσεως είχεν υπ' όψιν τον Χαιρήμονα και τους παίδας του Καρκίνου. Αλλ' όχι· την αληθινήν ποίησιν, τον Όμηρον, τον Αισχύλον και εαυτόν πολεμεί ο Πλάτων· και θα ήτο ανακόλουθος προς την φιλοσοφίαν του, εάν έπραττε διαφόρως. Διότι εστήριξε τον βίον του εις την αρχήν, ότι αυστηρά διανόησις δύναται να σώση τους ανθρώπους, ότι η αλήθεια και το αγαθόν εν τέλει συναντώνται κάπου· ενόει να εργασθή προς τούτον τον σκοπόν πάση θυσία· και αν η ποίησις ήτο εμπόδιον, ν' απορρίψη και την ποίησιν. Και μετά την Πολιτείαν η ποίησις σχεδόν εκλείπει· ο Σοφιστής, ο Πολιτικός, οι Νόμοι δεν έχουσι παρά ολίγην, και αυτοί οι μύθοι γίνονται πλέον αφηρημένοι και διδακτικοί, πλην ίσως του μύθου της Ατλαντίδος εν τω Κριτία.
Περίεργον είναι ότι ο Πλάτων δεν περιλαμβάνει και τους μύθους εις την καταδίκην της ποιήσεως, αρχικώς δε και τους εδικαιολόγει. Εν τω Φαίδωνι θείον ενύπνιον προσέτασσεν επανειλημμένως προ του θανάτου του τον Σωκράτη λέγον «μουσικήν ποίει και εργάζου»· εν δε τη Απολογία, ο χρησμός των Δελφών ωνόμαζε τον Σωκράτη σοφώτατον των ανθρώπων, διότι ούτος ανεγνώριζε την άγνοιάν του. Και το ενύπνιον και ο χρησμός είναι προδήλως πλάσματα· είναι τρόποι διά των οποίων ο Πλάτων ισχυρίζετο ότι το θείον ανεγνώρισε τον διττόν αυτού Σωκράτη, τον διαλεκτικόν και τον μυθολόγον.
Πρεσβύτης ήδη ο Πλάτων, εστράφη σπουδαίως εις την πολιτικήν· τότε ανεπτύσσετο νεωτέρα γενεά φιλοσόφων, οι μέλλοντες Κυνικοί, Στωικοί και Επικούρειοι, οι όλως αποστρέφοντες το πρόσωπον από των πολιτικών και αφωσιωμένοι εις την ψυχήν των. Άλλοτε ο Πλάτων ήτο έτοιμος να κηρύξη και αυτός παρόμοιον δόγμα· ήρχισε την ζωήν αντιδρών κατά της μεγάλης πολιτικής γενεάς. Και όμως ήτο τέκνον των Περικλείων Αθηνών, η δ' εσκεμμένη αδιαφορία των ιδρυομένων σχολών θα τον ετάραξεν ως παράλειψις καθήκοντος. Τα τρία τέταρτα των κατόπιν συγγραφών του έχουσι θέμα την πολιτικήν και ο πόθος του εξωτερικού του βίου ήτο ο προσηλυτισμός του β' Διονυσίου. Την σκέψιν ταύτην οριστικώς εκφράζει κατά πρώτον διά του «μεγίστου κύματος» το οποίον θα καταστήση δυνατήν την Πολιτείαν διά της αξιώσεως όπως «_ή φιλόσοφοι βασιλεύσωσιν εν ταις πόλεσιν ή βασιλής . . φιλοσοφήσωσιν _» η δ' επιμονή του ότι ο τυραννικός είναι άθλιος, ίσως ήτο συμβουλή προς τον Διονύσιον. Επί είκοσι περίπου έτη ο μέγας γέρων έθαλπε την ελπίδα ότι θ' ανεδείκνυε φιλόσοφον βασιλέα τον διεφθαρμένον εκείνον dilettante. Τοιουτοτρόπως το πνεύμα της αυταπάτης, όπερ είχεν αποδιώξει εντελώς εκ των συγγραφών του, επανήρχετο σφοδρότερον εις τον πραγματικόν του βίον.
Ο Δίων εκάλεσε τον Πλάτωνα δευτέραν φοράν εις την Σικελίαν κατά τα 367 αμέσως μετά την ανάρρησιν Διονυσίου του β' και εκείνος μετέβη εκείσε. Το αποτέλεσμα ήτο στιγμιαία έκρηξις φιλοσοφικού ενθουσιασμού εν τη αυλή των Συρακουσών· ο άνεμος ήτο πνιγηρός ένεκα της άμμου, την οποίαν οι γεωμέτραι μετεχειρίζοντο εις τα διαγράμματά των. Κατόπιν επήλθε ψυχρότης, φιλονικία, η εξορία του Δίωνος και η δυσάρεστος του Πλάτωνος επιστροφή. Αλλά νεαρός ηγεμών δύναται να μεταμεληθή και αν ήκουσε κακούς συμβούλους, δύναται κατόπιν να εννοήση την πλάνην του και να διορθωθή. Ο Πλάτων λοιπόν, λαβών δευτέραν πρόσκλησιν, απεφάσισεν
όφρ' έτι την ολοήν αναμετρήσαιμι Χάρυβδιν
{ yet again to fathom deadly Charybdis }
καθώς Ομηρικώς λέγει η Ζ' επιστολή. Αλλ' απέτυχε να συμφιλιώση τον τύραννον προς τον Δίωνα και διέφυγε σώος μόνον διά της βοηθείας των εν Τάραντι Πυθαγορείων. Ο Δίων κατέφυγεν εις αφιλοσοφήτους μεθόδους· εξεθρόνισε τον Διονύσιον τω 357 και εδολοφονήθη τω 354. Εν τω Δ' βιβλίω των Νόμων ηδύνατο ακόμη ο Πλάτων να γράφη (σ. 709 κεξ.) «τυραννουμένην μοι δότε πόλιν· τύραννος δ' έστω νέος και μνήμων και ευμαθής και ανδρείος και μεγαλοπρεπής φύσει» { Give me a tyrant-governed city to form our community from; let the tyrant be young, docile, brave, temperate, and so far fortunate as to have at his side a true thinker and lawgiver } και ευτυχής όπως εύρη «νομοθέτην άξιον επαίνου». Τούτο κείται ακριβώς εν τω μέσω του μακρού έργου· οι Νόμοι θα εγράφοντο επί έτη πολλά, καθόσον υπάρχει αισθητή διαφορά ύφους μετά το Δ' βιβλίον. Το δεύτερον ήμισυ του έργου δεν εμφαίνει πλέον καμμίαν του Πλάτωνος ελπίδα περί βασιλείου εν τω κόσμω τούτω, ίσως δε πρέπει να σχετίσωμεν και το μελαγχολικόν εκείνο χωρίον, όπου δέχεται το δόγμα το οποίον προ δέκα ετών θα επολέμει ολοψύχως, ότι δηλαδή η ψυχή είναι «και των κακών» αιτία (σ. 896). Τα λοιπά έργα της τελευταίας περιόδου είναι καθαρώς φιλοσοφικά. Ο Σοφιστής και ο Πολιτικός είναι συνέχεια του Θεαιτήτου· ακολουθούσιν εν τη μεθόδω την άχαριν «διχοτομίαν» του Παρμενίδου. Ο Σοφιστής είναι απόδειξις της αληθείας του «μη όντος», της χώρας, όπου δύναται να υπάρχη ο Σοφιστής, όστις πράγματι δεν είναι ό,τι επαγγέλλεται ότι είναι. Ο Φίληβος, ζήτησις περί του αγαθού — ότι τούτο δεν είναι ούτε γνώσις ούτε ηδονή, αλλά σχετίζεται μάλλον προς την γνώσιν — είναι αξιοσημείωτος, διότι διεξάγεται άνευ χρήσεως της καλουμένης θεωρίας των ιδεών· βάσις αυτής είναι η ένωσις του πεπερασμένου και του αιωνίου, της πληθύος και του ενός. Εκ των γλωσσικών τεκμηρίων εξάγεται ότι εγράφη καθ' όν χρόνον και το πρώτον ήμισυ των Νόμων.
Ο Τίμαιος, διάλογος περί της δημιουργίας του κόσμου, και ο Κριτίας περί της δημιουργίας της ανθρωπίνης κοινωνίας, είναι σύγχρονοι του δευτέρου μέρους των Νόμων. Ο Τίμαιος είναι ή η κενωτάτη ή η ήκιστα εννοηθείσα θεωρία του Πλάτωνος· είναι απόπειρα συγκροτήσεως του φυσικού κόσμου εξ αφηρημένων γεωμετρικών στοιχείων αντί των ατόμων του Δημοκρίτου. Ο δε Κριτίας, ο οποίος είναι ατελής, ιστορεί την δόξαν και την πτώσιν της νήσου Ατλαντίδος, η οποία ήτο ιδανικός τύπος υλικής δυνάμεως και πλούτου, πολλάς έχων ομοιοτήτας προς τας Αθήνας. Εις την σειράν ταύτην επρόκειτο να ταχθή και άλλος διάλογος, ο Ερμοκράτης, αλλ' αυτός δεν εγράφη. Ο Πλάτων απέθανεν, αφήσας ασυμπληρώτους τους Νόμους και τον Κριτίαν διακοπτόμενον εις την λέξιν «είπεν» (279).
Ο Πλάτων απέτυχεν εις τους κυρίους αγώνας της ζωής του. Ελατρεύθη αληθώς υπό μεγάλου μέρους του ελληνικού κόσμου· το μεγαλείον του κατενοήθη όχι μόνον υπό φιλοσόφων, αλλά και υπό ηγεμόνων και πολιτικών. Οι Κυρηναϊκοί πιθανώς εβαρύνοντο το ύψος του· οι δε Κυνικοί ίσως τον εμίσουν ως ψευδή Σωκρατικόν, ως φιλόσοφον των πλουσίων, ανέτως φιλοσοφούντα εν τω κήπω του αντί να συγκατοική μετά των αποκλήρων και να κραυγάζη εντός των οδών κατά της αμαρτίας. Αλλά περί το τέλος της ζωής του ήτο σχεδόν υπέρτερος ελέγχων. Και αυτοί οι κοσμικοί υπήρξαν ήπιοι προς αυτόν (280)· αι δε συκοφαντίαι της επομένης γενεάς ήσαν απλή αντίδρασις προς τας προηγουμένας υπερβολάς του θαυμασμού. Χαρακτηριστική της κοινής περί αυτού αντιλήψεως είναι η φήμη ότι ήτο υιός του Απόλλωνος και η περικόσμησις αυτού δι' Απολλωνείων μύθων· τον δε προς αυτόν σεβασμόν των φιλοσόφων αποδεικνύει ο βωμός, όν έστησεν εις αυτόν ο Αριστοτέλης, ο ούτε αισθηματικός, ούτε τυφλωμένος μαθητής.
Αλλ' ο κόσμος δεν επορεύθη όπως ήθελεν ο Πλάτων· οι εγκωμιασταί του δεν τον ήκουσαν και οι λατρευταί του τον αντέκρουσαν. Ηρεύνησεν ελπίζων να εύρη μίαν κλείδα του κόσμου τούτου, μίαν αρχήν, την οποίαν θα ηδύνατο να εφαρμόζη εις τους διανοητικούς τύπους, καθώς εις τους μαθηματικούς. Η γνώσις της αρχής εκείνης θα έκαμνε τους ηγεμόνας των Νόμων και της Πολιτείας αναμαρτήτους και δεσποτικούς. Αλλ' αυτός ο Πλάτων ενόησεν ότι δεν την είχεν εύρει. Το μέλλον ανήκεν εις τους έχοντας περισσότερον θάρρος και ολιγωτέραν αυτοκριτικήν. Ο Δημόκριτος ηδύνατο να συστηματοποιή την επιστήμην και να σχηματίζη καθωρισμένον υλιστικόν δόγμα. Ο Αντισθένης ηδύνατο να εξευτελίζη τα παν, τέχνην, μάθησιν, αυτήν την τιμήν άνευ δισταγμού. Εκείνοι ήσαν ιδρυταί των μεγάλων συστηματικών σχολών. Αλλ' ο Πλατωνισμός δεν είχε μορφήν ιδίαν. Ο μεν Σπεύσιππος, ο ανεψιός και διάδοχος του Πλάτωνος, ελάτρευεν απλώς τον θείον του και εθεώρει πάσαν κατά μέρος γνώσιν ως αδύνατον προ της γνώσεως του παντός. Ο δε Αριστοτέλης ανέπτυξεν ιδικόν του σύστημα, πρακτικόν, βαθύ, εγκυκλοπαιδεικόν, αλλ' όλως ίδιον και ουδαμώς Πλατωνικόν. Ο δε Ηρακλείδης κατέστρεψε το δημιουργικόν και μυστικόν πνεύμα του διδασκάλου και υπήρξε τρόπον τινά μομφή προς την μνήμην του.
Αλλ' ακριβώς αυτό το ασυμπλήρωτον των στοχασμών του Πλάτωνος κατέστησεν αυτόν αθάνατον. Ο Πλάτων δεν μας παρέχει σύστημα, αλλά πνεύμα, το οποίον ουδεμία ανακάλυψις δύναται να σκιάση. Λάθος είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ονειροπόλον· κατά βάθος ήτο οξύς και πολλάκις είρων. Αλλ' ανυψώνεται υπεράνω της ιδίας του ειρωνείας και εξαιρουμένης της περιόδου του Γοργίου, ατενίζει πάντοτε μάλλον προς την ωραιότητα των πραγμάτων, όπου την ευρίσκει, ή προς το κακόν. Λάθος επίσης είναι να θεωρώμεν αυτόν ως ιδανικόν Απολλώνειον ήρωα, ακτινοβόλον και γαλήνιον ή να εκλαμβάνωμεν αυτόν ως όμοιον προς την θριαμβευτικήν εκείνην κεφαλήν του Ινδικού Βάκχου. Ήτο γνωστός διά την κυρτότητα και το πλατύ του μέτωπον· αι δ' επιστολαί πολλάς αναφέρουσιν ασθενείας του. Ο δε όλος τόνος του Πλάτωνος προς την τότε γενεάν ομοιάζει το ύφος του Καρλάιλ ή του Ράσκιν. Είναι πάντως ο μέγιστος καλλιτέχνης της ελληνικής, ίσως δε και πάσης άλλης παντός χρόνου πεζογραφίας. Οι αρχαίοι κριτικοί, υπεραγαπώντες την ρητορείαν, θεωρούσιν ίσον, ή και ανώτερον αυτού, τον Δημοσθένη. Ο δε Διονύσιος λαμβάνει τον χλιαρόν εν τω Μενεξένω λόγον, όπως παραβάλη αυτόν προς τον Περί του στεφάνου! Αλλ' ο κύκλος του Πλάτωνος είν' ευρύτερος· έχει περισσοτέραν αβρότητα και βάθος, και ευρύτερον ορίζοντα φαντασίας ή ο πολιτικός και ο ρήτωρ. Αναγινώσκοντες αυτόν, αισθανόμεθα παρά πάσαν την μακρολογίαν και παραδοξολογίαν, όπου τον εξωθεί η κράσις του, ότι ευρισκόμεθα ενώπιον διανοίας ικανής εις πάσαν λεπτολογίαν και εις πάσαν έξαρσιν και πτήσιν. Τα κατ' αυτού λεγόμενα είναι ανεμώδη· του Πλάτωνος ο προορισμός ήτο να φιλοσοφή (281) και να γράφη, εξετέλεσε δε και τα δύο ταύτα μετά της αυτής επιμονής και της αυτής επιτυχίας. Ολίγη αφορμή εδόθη εις αυτόν προς δράσιν κατά την κοινήν της λέξεως εκδοχήν· ότε δε τον εκάλεσεν ο Δίων, εδέχθη την πρόσκλησιν μετά τυφλού ενθουσιασμού. Αλλ' εάν η ζωή των ανθρώπων δύναται να εκτιμηθή κατά το τι σκέπτονται και εις τι αφοσιούνται, ο Πλάτων πρέπει να ταχθή μεταξύ των αγίων της ανθρωπίνης ιστορίας. Όλη του η ύπαρξις ήτο «εν τω καλώ»^ περί ουδενός δε ίσως άλλου θνητού δυνάμεθα να είμεθα τόσον βέβαιοι ότι απέβλεψε πάντοτε εις κάτι υπέρτερον οιασδήποτε κοσμικής επιτυχίας και ότι ήθελεν αδιστάκτως θυσιάσει την ζωήν χάριν εκείνου (282).
IE'
ΞΕΝΟΦΩΝ
ΓΡΥΛΛΟΥ, ΕΡΧΙΕΥΣ (434-354)
Μεταξύ των πλησιεστέρων εταίρων του Σωκράτους ήσαν και δύο ιππείς, όχι πολύ διαφόρου ηλικίας· και οι δύο είχον αριστοκρατικάς και αντιθέτους του δήμου παραδόσεις, αι οποίαι παρεκώλυον πάσαν πολιτικήν των φιλοδοξίαν, αλλ' ουδέτερος αυτών ηγάπα να είναι μόνον λογογράφος. Και ο μεν Πλάτων έμεινεν εν Αθήναις, σπουδάζων μουσικήν, μαθηματικά, ρητορικήν και φιλοσοφίαν, γράφων και καίων διθυράμβους και σχεδιάζων ευριπιδείους τραγωδίας. Ο δε ΞΕΝΟΦΩΝ έφυγε διά να ζητήση τύχην έξω της Ελλάδος.
Ελέγετο ότι ο Σωκράτης, απαντήσας πρώτην Φοράν παιδίον τον Ξενοφώντα, τον εσταμάτησε διά της ράβδου του και τον ηρώτησεν αποτόμως πού εγίνοντο διάφορα πράγματα. Ο μικρός ήξευρε και απεκρίθη προσηνώς· αλλ' ο Σωκράτης επροχώρησε· Και «πού καλοί, καγαθοί γίνονται άνθρωποι;» (283) Το παιδίον εστάθη ενεόν. «Λοιπόν ακολούθει με», του είπεν ο φιλόσοφος. Ο λόγος είναι ben trovato. Ο Ξενοφών ουδέποτε ήτο φιλόσοφος, αλλ' ήτο τύπος καλού καγαθού· δηλαδή νους τετράγωνος, ευσεβής· κυνηγός και στρατιώτης· καλός οικογενειάρχης ουδέποτ' έχων θεωρητικάς τάσεις ουδέ διάθεσιν να επικρίνη την κοινήν περί θεών ή νόμων δόξαν, αλλ' έτοιμος να κηρύσση και να φιλοσοφή ησύχως περί πάντων των ολιγώτερον επικινδύνων ζητημάτων.
Λέγεται ότι υπήρξε λίαν εύμορφος, ήτο δε και ριψοκίνδυνος. Βοιωτός φίλος του, ο Πρόξενος, είχε μισθωθή υπό του σατράπου Κύρου, αδελφού του μεγάλου βασιλέως, όπως οδηγήση Έλληνας μισθοφόρους εις τα ενδότερα της Κιλικίας. Ο σκοπός της εκστρατείας δεν είχε διακοινωθή, αλλ' ο μισθός ήτο καλός και υπήρχε πιθανότης πολλών περιπετειών. Ο Πρόξενος προέτεινε να συμπαραλάβη τον Ξενοφώντα. Εκείνος απέστεργε ν' αναλάβη υπηρεσίαν υπό τον Κύρον, τον μόλις προ ολίγου εχθρόν της πατρίδος του, έλαβεν όμως συστατικά προς αυτόν και ηκολούΘησεν ως ανεξάρτητος ιππεύς. Το τέλος της ιστορίας εκείνης είναι πασίγνωστον. Τα στρατεύματα ανέβαινον αδιακόπως, απορούντα και φοβούμενα διά τον αληθινόν της πορείας των σκοπόν. Τέλος δεν ηδύνατο ν' αποκρυφθή ότι «ο στόλος ην επί βασιλέα». Τότε τινές έφυγον, αλλ' οι πλείστοι αισθανόμενοι ότι ήσαν υπόχρεοι, εβάδισαν προς τα εμπρός. Ενίκησαν τον βασιλέα παρά τα Κούναξα· αλλ' ο Κύρος εφονεύθη. Οι Έλληνες Βαθμηδόν απεμονώθησαν και περιεκυκλώθησαν. Οι πέντε στρατηγοί των, εν οίς ο ευγενής του Ξενοφώντος φίλος, ο Πρόξενος, ο Σπαρτιάτης Κλέαρχος, ο Θεσσαλός Μένων, κληθέντες υπό του Τισσαφέρνους εις σύσκεψιν, συνελήφθησαν και αναχθέντες εις τον βασιλέα, απεκεφαλίσθησαν. Οι στρατιώται έμειναν άνευ αρχηγών εν τω μέσω χώρας εχθρικής, πλέον ή χίλια μίλια μακράν ελληνικής γης. Τότε τους έσωσεν ο Ξενοφών^ την ακόλουθον νύκτα του φόνου των στρατηγών εκάλεσε τους υπολειπομένους αρχηγούς, καθήρεσε τον μόνον δειλόν αξιωματικόν, ο οποίος συνεβούλευσεν υποταγήν, άνθρωπον κατά το ήμισυ Λυδόν, φορούντα ενώτια· προέτεινε την εκλογήν νέων στρατηγών, εν οίς ήτο και αυτός, διηύθυνε την κάθοδον, τας μάχας και την πορείαν προς τα ανεξερεύνητα όρη του Βορρά. Ολίγαι ημέραι ή νύκτες επέρασαν άνευ κινδύνων μέχρι της αξιομνημονεύτου 27 του Ιανουαρίου του 400 π. Χ., ότε κατά πρώτον είδον την θάλασσαν πλησίον της Σινώπης {ο μεταφραστής διορθώνει εδώ την Σινώπη σε Τραπεζούντα}. Αλλ' ο νους του Ξενοφώντος δεν ησύχασε μέχρις ού παρέδωκε τον στρατόν του εις τον Σπαρτιάτην αρμοστήν Θίβρωνα κατά Μάρτιον του 399 π. Χ.
Τούτο ήτο λαμπρόν ανδραγάθημα. Βεβαίως αι δυσκολίαι δεν ήσαν τόσον μεγάλαι όσον εφαίνοντο· η πορεία εκείνη ήτο η πρώτη προς την Ευρώπην ένδειξις της εσωτερικής ασθενείας των ασιατικών κρατών, ήτις απεδείχθη γυμνή υπό του Αλεξάνδρου, του Πομπηίου, του Λουκούλλου και των διαφόρων κατακτητών της Ινδικής. Αλλά το αισιοδόξον θάρρος του Ξενοφώντος, το σχετικώς ανώτερόν του πνεύμα και η παιδεία του, η διαφανής τιμιότης του, η θεοσέβειά του, συνδυαζόμεναι προς πολλήν ικανότητα εις διοίκησιν ανδρών και αληθινήν στρατιωτικήν ευφυίαν προς απόκρουσιν απροόπτων κινδύνων, τον ανέδειξαν ικανόν προς εκτέλεσιν κατορθώματος, όπου πολλοί εμπειρότεροί του στρατηγοί ίσως ήθελον αποτύχει. Αλλά δεν ήτο τέλειος condottiere. Διότι οι μύριοί του, όσον και αν υπερηφανεύετο κατόπιν ο Ξενοφών διά τα ανδραγαθήματά των, θα περιελάμβανον και πολλούς εκ των χειροτέρων της Ελλάδος τυχοδιωκτών· ο δε Ξενοφών, καθώς ο Πρόξενος, τους μετεχειρίζετο ως ευγενείς ανθρώπους. Μόνον ο γέρων Κλέαρχος, ο έχων την μάστιγα εις τας χείρας και την ύβριν εις τα χείλη, ο διαρκώς συνωφρυωμένος, πλην οσάκις εγίνοντο συμπλοκαί, ήτο ο άνθρωπος ο δυνάμενος να τους δαμάζη.
Διά τον Ξενοφώντα η ανάβασις υπήρξε δόξα, αλλά και faux pas. Eκέρδισε δηλαδή ρωμαντικήν φήμην, αλλ' έχασε το επάγγελμά του. Ενεθυμείτο ότι ο Σωκράτης ουδέποτε επεδοκίμασε την εκστρατείαν· ότι ο Δελφικός θεός δεν είχεν ερωτηθή καταλλήλως· και παρηγορείτο σκεπτόμενος ότι ο οικογενειακός μάντις του προείπεν ότι αν ήτο τολμηρότερος, θα ήτο ευτυχέστερος. Η εκστρατεία του αφήκε το συναίσθημα, το οποίον σχεδόν ομολογεί, ότι ήτο αρχικός ανήρ, δηλαδή γεννημένος διά να άρχη. Έγραψε μακρόν μυθιστόρημα, την Κύρου παιδείαν, περί του αρχικού ανδρός, όπου ελαφρόν υπόστρωμα της ιστορίας του μεγάλου Κύρου καλύπτεται διά χαρακτηριστικών του νεωτέρου Κύρου και ιδανικών αυτού του Ξενοφώντος. Αλλά τούτο συνέγραψε κατόπιν. Τότε πλέον ή άπαξ ωνειρεύετο να ιδρύση αποικίαν εν Ασία και να γίνη φιλοσοφικός και στρατιωτικός αυτής ηγεμών. Ει δε μη, να έχη έν ή δύο φρούρια παρά τον Ελλήσποντον και να ενεργή ως ανεξάρτητος Έλλην κατά των βαρβάρων. Αλλά τούτο δεν επεθύμησε κανείς άλλος, ο δε Ξενοφών δεν ήθελε να καιροσκοπή ή να διαβάλλη. Λοιπόν εδίσταζε. Δεν ηδύνατο να επιστρέψη εις τας Αθήνας, όπου οι συμπολίται του τότε κατεγίνοντο να θανατώσωσι τον διδάσκαλόν του και πιθανώς θα τον υπεδέχοντο διά κατηγορίας προδοσίας. Εκτός τούτου εκεί δεν υπήρχον περιπέτειαι· περιπετείας πλείστας είχεν η Ασία. Αλλ' εν τω μεταξύ ο περιπλανώμενος ιππότης της Ελλάδος είχε την θέσιν οπλαρχηγού οδηγούντος περίπου οκτώ χιλιάδας οπλοφόρων σχεδόν ανυποτάκτων. Τινές αυτών, όπως ανεκάλυψε, διεπραγματεύοντο την τιμήν της δολοφονίας του προς τον αρμοστήν Θίβρωνα, οποίος φυσικά δεν ήθελε να έχη πλησίον του ανεξάρτητον Αθηναίον κάτοχον τόσου ατάκτου στρατού. Ο φύσει «αρχικός ανήρ» θα ηδύνατο ίσως να πράξη άλλως. Αλλ' ο Ξενοφών παρέδωκε τον στρατόν του και ανέλαβεν υπηρεσίαν υπό τους Σπαρτιάτας, συμμάχους τότε των Αθηνών, εναντίον της Περσίας.
Βεβαίως ήτο βαρεία εργασία να μεταβαίνη από αρμοστού εις αρμοστήν και να μη καταλαμβάνη καμμίαν ισχυράν θέσιν. Εν τούτοις ενυμφεύθη καλήν γυναίκα, την Φιλησίαν, είχε καλούς φίλους εν Χερσονήσω και εδοκίμασε να παραιτηθή. Τέλος κατά τα 396 ήλθεν άλλος στρατηγός, ο βασιλεύς Αγησίλαος, έχων εντολήν ν' αναλάβη δραστηριώτερον πόλεμον κατά του Αρταξέρξου. Τότε ο Ξενοφών ετάχθη εις το επιτελείον του και έγινε στενός του Αγησιλάου φίλος. Αλλ' η τύχη ήτο κακή. Κατά τα 395 αι Αθήναι συνεμάχησαν μετά του Αρταξέρξου, κατά δε το επόμενον έτος η πόλις εκήρυξε πόλεμον κατά της Σπάρτης και κατεδίκασε τον Ξενοφώντα διά «λακωνισμόν», κατηγορίαν ίσην προς τον άλλοτε «μηδισμόν», συνεπάγουσαν εξορίαν και δήμευσιν της ουσίας. Εάν ο Ξενοφών προηγουμένως εδίσταζεν, ήδη δεν ηδύνατο να εκλέξη, εισήλθεν εις την υπηρεσίαν της Σπάρτης, επέστρεψεν εις την Ελλάδα μετά του Αγησιλάου και ήτο μετ' αυτού, ίσως ουχί μαχόμενος, κατά τα 394, ότ' εκείνος ενίκησε τους συμμαχήσαντας Αθηναίους και Θηβαίους εν Κορωνεία.
Ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 41 ετών, αλλ' η στρατιωτική ζωή του είχε λήξει. Οι Σπαρτιάται του έδωκαν κτήμα εν Σκιλλούντι παρά την Ήλιδα και ίσως μετεχειρίσθησαν αυτόν ως πράκτορα. Επέρασε τα κατόπιν 20 έτη ιδιωτεύων καθώς ανεπτυγμένος χωροδεσπότης· δηλαδή έγραφεν αρκετά, εκυνήγει συχνά και ανέτρεψε τους δύο λαμπρούς υιούς, του τον Γρύλλον και τον Διόδωρον — τους Διοσκούρους, ως εκαλούντο — ώστε να ομοιάσωσι προς τον πατέρα των, ως τύποι του τότε ιπποτισμού. Ο κύριος σκοπός της έπειτα ζωής του Ξενοφώντος ήτο πιθανώς να επιτύχη την άρσιν της εξορίας του, ώστε οι υιοί του να μη μείνωσιν απάτριδες. Τέλος δε κατώρθωσε τούτο· ότε αι Αθήναι ανενέωσαν την προς την Σπάρτην συμμαχίαν, ο λακωνίζων δεν ήτο πλέον προδότης και οι δύο υιοί του κατετάχθησαν εις το παλαιόν του τάγμα. Ότε δε ο Γρύλλος έπεσεν εν Μαντινεία, πλείστοι συνέθεσαν επιγράμματα και επιταφίους εις τιμήν του· τότε ο Ξενοφών δεν ανήκε πλέον εις την σπαρτιατικήν υπηρεσίαν. Εξεδιώχθη εκ Σκιλλούντος υπό ανταρσίας των Ηλείων κατά τα 370 και φυγών επέρασε το υπόλοιπον της ζωής του εν Κορίνθω, ήτις ήτο ουδετέρα.
Των συγγραφικών προϊόντων της εν Σκιλλούντι διαμονής σπουδαιότατον βεβαίως και άριστον κατά το ύφος είναι η Ανάβασις. Φαίνεται δε και έν των παλαιοτάτων, καίτοι χωρία τινά — καθώς το Ε' 3, 9, όπου αναφέρει την εν Σκιλλούντι διατριβήν του διά παρατατικών — προσετέθησαν κατόπιν. Αυτοβιογραφίαι ήσαν τότε σχεδόν άγνωστοι· αλλά την δημοσίευσιν της Αναβάσεως επέβαλλον εις τον Ξενοφώντα αι εν Αθήναις περί της δράσεώς του διαδόσεις, ιδίως δε η ήδη δημοσιευθείσα υπό του Σοφαινέτου του Στυμφαλίου εξιστόρησις της εκστρατείας. Αναγινώσκομεν εν τη Αναβάσει ότι ο Σοφαίνετος ήτο ο πρεσβύτατος των στρατηγών· ότι κάποτε είχεν σχεδόν αρνηθή να υπακούση εις την διαταγήν του Ξενοφώντος όπως περάση επικίνδυνον νάπος· ότι είνε προστιμηθή δέκα μνας διά παράλειψιν καθήκοντος. Ταύτα λέγει περί αυτού ο Ξενοφών, αναμφιβόλως δε η περί Ξενοφώντος διήγησις εκείνου έχρηζεν απαντήσεως. Αλλά διατί ο Ξενοφών εδημοσίευσε το βιβλίον ψευδωνύμως και αναφέρει αυτό εν τοις Ελληνικοίς ως έργον Θεμιστογένους του Συρακοσίου; Βεβαίως δεν επειράτο σπουδαίως ν' αποκρυφθή. Το όλον ύφος αποδεικνύει ότι ο αναφερόμενος τριτοπροσώπως Ξενοφών ο Αθηναίος είναι ο πραγματικός του βιβλίου συγγραφεύς. Η εξήγησις είναι αυτονόητος· ότι δηλαδή η ψευδωνυμία ήτο προφύλαξις από δυνατής συκοφαντίας, υπαγορευομένη υπό της νομικής καταστάσεως του Ξενοφώντος, ο οποίος ήτο άτιμος, δηλαδή εκτός του νόμου· ήτο λοιπόν απηγορευμένον εις αυτόν το εν τη Αττική «λέγειν και πράττειν» κατά την νομικήν έννοιαν των λέξεων. Αφού δε δεν ηδύνατο να έχη κτήματα, ποία τάχα ήτο η θέσις βιβλίου, όπερ έγραψεν άνθρωπος τοιούτος; Υπέκειτο άρα γε εις καύσιν, καθώς τα έργα του Πρωταγόρου; Ή ο βιβλιοπώλης υπέκειτο εις καταδίωξιν; Πιθανώτατα λοιπόν ήτο φρόνιμον χάριν του νομικού τύπου να εκδοθή το βιβλίον υπό ασφαλέστερον όνομα.
Το ύφος της Αναβάσεως δεν είναι πολύ έντεχνον και η διήγησις είναι κάποτε άτονος, ενώ τα γεγονότα είναι ζωηρότατα. Και όμως εν τω συνόλω αισθανόμεθα μετά του Γίββωνος ότι «το τερπνόν τούτο έργον είναι πρωτότυπον και αυθεντικόν», τούτο δε αποτελεί ανεκτίμητον χάριν. Πλείσται λεπτομέρειαι είναι ζωνταναί· π.χ. οι Μοσσύνοικοι επιδεικνύουσι τα σιτευτά των παιδία «τεθραμμένα καρύοις φθοις» εις τους θαυμάζοντας Έλληνας, οι παρά την Τραπεζούντα αγώνες δρόμου [Δ' 8,26] γίνονται από λόφου «καλλίστου τρέχειν όπου αν τις βούληται»· οι Θυνοί καλούσιν ονομαστί τον Ξενοφώντα να εξέλθη εκ του οικήματος και ν' αποθάνη γενναίως παρά να μένη εντός και να κατακαή· υπάρχουσι δ' εκατοντάδες τοιούτων χωρίων. Εννοείται ότι ο Ξενοφών σφάλλεται κάποτε εις τας αποστάσεις και τας λεπτομερείας και η ρωμαντική τάσις, την οποίαν ευρίσκομεν εις την Κύρου παιδείαν, έχει ελαφράν αλλ' ορατήν επίδρασιν και εις την Ανάβασιν. Αι δε διακοσμητικαί προσλαλιαί είναι πενιχραί και όχι πειστικαί. Και όμως εν τω συνόλω είναι δροσερόν και χαριτωμένον έργον, όπου ο συγγραφεύς επιτυγχάνει τουλάχιστον να μη παραλύη διεγερτικωτάτην ιστορίαν.
Τα λοιπά του έργα θα διέλθωμεν ακροθιγώς. Ότε ο Σωκράτης κατηγορήθη και παρεξηγήθη, ότε ο Πλάτων και οι άλλοι Σωκρατικοί υπερήσπισαν τον διδάσκαλον, ησθάνθη και ο Ξενοφών υποχρέωσιν να γράψη τα Απομνημονεύματά του. Η αξιόλογος μνήμη του τον εβοήθησε πολύ, ώστε απεικόνισε τοιούτον Σωκράτη, οποίον θ' ανεγνώριζεν ως αληθή και μέτριος άνθρωπος σύγχρονός του. Ο Πλάτων, εξημμένος υπό των ιδίων του θεωριών, αναποφεύκτως μετέβαλε τον Σωκράτη. Αλλά του Ξενοφώντος αι ιδέαι ήσαν μικρότεραι και ευπειθέστεραι. Ο Ξενοφών δεν παρεμόρφωνεν εκτός οσάκις παρενόει. Εις τας κατόπιν εκδόσεις των Απομνημονευμάτων παρενέβαλε λεπτομερή αντίκρουσιν των κατά της μνήμης του Σωκράτους κατηγοριών του «κατηγόρου», ως ονομάζει τον Πολυκράτη, εκεί δε φαίνεται ότι αφήκε την φαντασίαν του μάλλον ελευθέραν. Αφού δε ο Πλάτων έγραψε την Απολογίαν, ο Ξενοφών ηύρε μερικά κενά· εζήτησε και εδημοσίευσε μικρόν ιδικόν του σημείωμα, την Απολογίαν. Αφού πάλιν ο Πλάτων έγραψε το Συμπόσιον, ο Ξενοφών δεν έμεινεν εντελώς ευχαριστημένος εκ της φανταστικής εντυπώσεως του αριστουργήματος εκείνου· διώρθωσε λοιπόν αυτό, γράψας ιδικόν του Συμπόσιον, επίσης φανταστικόν — διότι ήτο παιδίον ότε συνέβη το υποτιθέμενον συμπόσιον — αλλά πολύ ακριβέστερον, έργον διασκεδαστικόν και διά την αρχαιομάθειαν άξιον πολλού λόγου.
Άλλο παράρτημα των Σωκρατικών συγγραμμάτων του Ξενοφώντος, ο Οικονομικός, όπου ο Σωκράτης δίδει συμβουλάς περί διοικήσεως οίκου και των καθηκόντων ανδρός και γυναικός, κινεί κάπως ιδιαιτέρως την συμπάθειαν των νεωτέρων. Η σύζυγος είναι χαριτωμένη, καθώς αι ηρωίδες του Θακεραίη, αλλά περισσότερον δεκτική μορφώσεως, και ο μικρός διάλογος, λαμβανόμενος ομού μετά των αντιστοίχων μερών των Απομνημονευμάτων και της Κύρου παιδείας, αποτελεί το μόνον σχεδόν κατά την περίοδον ταύτην παράδειγμα της αττικής αντιλήψεως περί του ιδεώδους τύπου της συνήθους γυναικός και των συνήθων ευτυχών γάμων. Ο σοφιστής Αντιφών, ο οποίος εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι έγραψε κατά το αυτό πνεύμα, πραγματικώς είναι φιλοσοφικώτερος.
Ο Ιέρων είναι διάλογος περί των τέρψεων του άρχοντος μεταξύ του τυράννου Ιέρωνος και του ποιητού Σιμωνίδου. Ο δε Αγησίλαος είν' εγκώμιον του Ξενοφώντος προς τον βασιλικόν του φίλον, κατεσκευασμένον κυρίως εξ αποσπασμάτων των Ελληνικών και δεικνύον Ισοκρατικήν τινα επιμέλειαν περί το ύφος.
Το μακρότατον του Ξενοφώντος έργον, τα Ελληνικά, διαιρείται εις δύο μέρη διακρινόμενα και κατά τον χρόνον και κατά το ύφος. Το Α' και Β' βιβλίον είναι προφανώς συνέχεια του Θουκυδίδου μέχρι τέλους του πελοποννησιακού πολέμου. Τα δε λοιπά βιβλία περιέχουσι τα χρονικά της Ελλάδος μέχρι της μάχης της Μαντινείας, καταλήγουσι δε διά της φράσεως «εμοί μεν δη μέχρι τούτου γραφέσθω· τα δε μετά ταύτα ίσως άλλω μελήσει». { So far I have written ; what came after will perhaps be another's study } Το πρώτον μέρος, αν και πολύ κατώτερον του Θουκυδίδου κατά την ακρίβειαν, την αντίληψιν, την ενότητα και το ύφος, είν' αισθητώς υπέρτερον του υπολοίπου έργου. Τα Ελληνικά, καίτοι πολλάκις λαμπρά και σαφή κατά τας λεπτομερείας, ως ιστορία είναι ασθενής. Έξω της ιδίας του παρατηρήσεως, ο Ξενοφών είναι λίαν αδύνατος. Η χρονολογία είναι σφαλερά· η σειρά των γεγονότων ακατάληπτος· του δε Επαμεινώνδου ουδεμία υπάρχει εκτίμησις. Όταν δε αναλογισθώμεν ότι η πενιχρά αύτη ιστορία είν' έργον ανδρός ικανού, πολλήν έχοντος πείραν και εξαιρετικάς ευκολίας προς συλλογήν πληροφοριών, τότ' εκτιμώμεν ακριβέστερον την έκτακτον ιδιοφυίαν του Θουκυδίδου.
Έχομεν μίαν πραγματείαν περί της Λακεδαιμονίων πολιτείας, δοκίμιον Περί προσόδων ήτοι των οικονομικών των Αθηνών, τον Ιππαρχικόν, λόγον προς διδασκαλίαν ιππάρχων, τον περί Ιππικής προς διδασκαλίαν ιδιωτών ιππέων, και τον Κυνηγετικόν. Το έργον τούτο υποπτεύεται ένεκα του ύφους, αλλά δυνατόν να είναι νεανικόν. Του δε Περί προσόδων η γνησιότης εξαρτάται κατά μέρος από χρονολογικών ζητημάτων, αλύτων εισέτι· είναι βιβλίον περίεργον και φαίνεται ότι εγράφη προς υποστήριξιν της ειρηνικής πολιτικής του Ευβούλου. Τα δε περί ιππικής δύο εγχειρίδια δεν εμπνέουσιν υψηλήν ιδέαν περί της στρατιωτικής πειθαρχίας των Ελλήνων και είναι ολιγώτερον συστηματικά παρά το Τακτικόν υπόμνημα περί του πώς χρη πολιορκουμένους αντέχειν του συγχρόνου του Αρκάδος ΑΙΝΕΙΟΥ ΤΟΥ ΤΑΚΤΙΚΟΥ (284)
Η δε Κύρου παιδεία δεν είναι ιστορικόν μυθιστόρημα· εάν ήτο τοιούτο, ο Ξενοφών θα ήτο είς των μεγάλων εισηγητών φιλολογικού είδους· είναι πραγματεία περί του ιδεώδους κυβερνήτου και της αρίστης κυβερνήσεως εις σχήμα ιστορίας του μεγάλου Κύρου, όπου η αλήθεια υποτάσσεται εις την διδαχήν. Ο Ξενοφών πιθανώς έλαβε το είδος τούτο παρά του Προδίκου, προτιμήσας αυτό αντί του συνήθους Σωκρατικού φανταστικού διαλόγου. Η Κύρου παιδεία εθαυμάσθη μεγάλως κατά τους αρχαίους χρόνους και τον ιη' αιώνα· το ύφος είν' εντελέστερον παντός άλλου έργου του Ξενοφώντος. Το Ανατολικόν χρώμα διατηρείται καλώς· τα επεισόδια περιέχουσι πολλά τραγικά μέρη, τα οποία δεν εμποιούσι πολλήν εντύπωσιν διά μόνον τον λόγον ότι η νεωτέρα καλαισθησία θέλει περισσοτέραν επεξεργασίαν ή όσην έστεργεν ο Ξενονοφών. Το δε πολιτικόν ιδανικόν, το οποίον αποτελεί τον κύριον του βιβλίου σκοπόν, διαγράφει νόστιμα ο Croiset ως «Βερσαλλίας του ιδ' Λουδοβίκου, διωρθωμένας υπό του Φενελώνος». Εάν πιστεύσωμεν την μαρτυρίαν του Λατίνου γραμματικού Αύλου Γελλίου, η Κύρου Παιδεία ήτο προωρισμένη ως αντίρροπον της Πολιτείας του Πλάτωνος!
Ο Ξενοφών ήτο ερασιτέχνης των γραμμάτων, όπως και του πολέμου και της φιλοσοφίας και της πολιτικής και των κυνηγίων. Ήτο δεκτικός πάσης επιδράσεως, η οποία δεν αντέκειτο προς την ηθικήν του. Το ύφος του είναι απλούν, αλλ' όχι πάντοτε· κάποτε κλίνει προς την καλλιέπειαν· το δ' εγκώμιον του Αγησιλάου δεν περιέχει χασμωδίας και μαρτυρεί την επίδρασιν του Ισοκράτους· αι δημηγορίαι των ιστοριών του και η όλη σύλληψις των Ελληνικών μηνύουσι την επίδρασιν του Θουκυδίδου. Αλλά το παράδειγμα του Πλάτωνος άγει τον Ξενοφώντα εις σύστημα μιμήσεως και διορθώσεως σχεδόν ανόητον. Και η γλώσσα του είν' επίσης δεκτική διαφόρων στοιχείων. Δεικνύει την διαλογικήν και δημοκρατικήν εκείνην έλλειψιν πάσης αποκλειστικότητος, η οποία ετάρασσε τον γράψαντα την Αθηναίων πολιτείαν Ολιγαρχικόν· περιέχει παλαιάς αγροτικάς λέξεις, ποιητικάς λέξεις, λέξεις της lingua franca των εν Ασία μισθοφόρων, και πιθανώς εμφαίνει και την μακράν εν ξέναις χώραις διαμονήν, αλλά διορισμούς δεν έχει. Εάν δε παρά πάντα ταύτα ο Ξενοφών κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους εθεωρήθη ως υπόδειγμα «αττικισμού», τούτο παρείχεν η αρχαϊκή του απλότης και ευκολία εις το γράφειν, inaffectata jucunditas αυτού. Είναι αττικός κατά τούτο, ότι ουδέν έχει παρένθυρσον { he has no bombast }, ουδέποτ' επιδιώκει να «κάμη εντύπωσιν», δύναται δε να ομιλή περί πολλών ζητημάτων, κινών το διαφέρον χωρίς να υψώνη στομφωδώς τον τόνον της φωνής του. (285)
ΙΣΤ'
ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πλείστοι ερασταί των ελληνικών γραμμάτων, όσον και αν εκτιμώσι την πρόδηλον αξίαν των Ελλήνων ποιητών και ιστοριογράφων, δυσκολεύονται να θαυμάσωσιν ή και ν' αναγνώσωσι τον Λυσίαν, τον Ισοκράτη και τον Ισαίον. Η τοιαύτη απαρέσκεια είναι κατά μέρος μεν εύλογος, διότι οι Έλληνες ρήτορες δεν απεκάλυψαν εις τον κόσμον τόσα, όσα οι Έλληνες ποιηταί. Εξ άλλου δ' όμως είν' αποτέλεσμα παρεξηγήσεως. Ημείς περιμένομεν να εύρωμεν ό,τι καλούμεν «ευγλωττίαν», ν' «απαγγείλωμεν», τους αρχαίους όπως τους νεωτέρους, τον Βούρκε (286) τον Γράτταν (287) και τον Βοσσουέτον, και κατόπιν ευρίσκομεν ότι, εκτός ολίγων εξαιρέσεων, τούτο δεν είναι δυνατόν. Και ο μεν Δημοσθένης είναι πράγματι δεινός, εάν δε μη ενθουσιάζη τους κοινούς νεωτέρους αναγνώστας, αιτία είναι μόνον ότι ο νεώτερος αγαπά περισσοτέραν λάμψιν και διάχυσιν και δεν δύναται ως ο αρχαίος ν' αρπάση αμέσως τα κύρια του λόγου σημεία. Αλλά τους παλαιοτέρους αττικούς ρήτορας βέβαιον είναι ότι οι πλείστοι κλείουσιν όλως ψυχροί, απορούντες διά ποίαν τέχνην ή χάριν εσώθησαν επί δύο χιλιετηρίδας ο Κατά των σιτοπωλών λόγος του Λυσίου ή ο Περί του Κλεωνύμου κλήρου του Ισαίου.
Η αλήθεια είναι ότι αποβλέπομεν προς τους συγγραφείς εκείνους ως «ρήτορας», πειθόμενοι εις την παράδοσιν. Η παράδοσις προέρχεται αφ' ενός μεν από των Ρωμαίων, οι οποίοι εστήριξαν όλην την αγωγήν εις την ρητορικήν, αφ' ετέρου ο εκ της προς το ύφος λατρείας των μεταγενεστέρων ελληνικών σχολών. Τύπος σχολικού κριτικού είναι Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς, διδάσκαλος της ρητορικής κατά τους χρόνους του Αυγούστου, έχων αρκετήν ευφυίαν και πολύν ενθουσιασμόν, αλλά μη προσέχων εις τίποτε άλλο παρά την τεχνικήν ρητορικήν. Ο Διονύσιος κρίνει πάντας, Θουκυδίδην τον ιστορικόν, Πλάτωνα τον φιλόσοφον, Ισοκράτη τον δημοσιολόγον, Ισαίον τον νομικόν, Λυσίαν τον δικηγόρον, πάντας από της αυτής απόψεως — απόψεως ανθρώπου, όστις κατέτριψεν όλην του την ζωήν εις την απουδήν και την διδασκαλίαν του ύφους, και έγραψεν είκοσι βιβλία ιστοριών αποβλέπων μόνον εις το ύφος. Εις την αντίληψιν του ύφους είναι πράγματι έξοχος. Βλέπει όσα δεν διακρίνομεν ημείς και αισθάνεται περισσότερον ημών. Ομιλεί με αληθινόν μίσος κατά του Ασιατικού ή ανθηρού ύφους, όπερ εξέβαλε το γνήσιον και απέριττον Αττικόν. Τοιουτοτρόπως η παράδοσις παρημέλησε τους ιστοριογράφους, τους κωμικούς, τους φιλοσόφους, τους επιστήμονας και εκολλήθη εις τους ανθρώπους τους γράψαντας λόγους, τούτους δε, οιοσδήποτε και αν ήτο ο σκοπός των ή το περιεχόμενον του έργου των, κρίνει πάντας ως ρήτορας τεχνικούς.
Δι' ημάς η σπουδαιότης των ρητόρων είναι τριττή· πρώτον δεικνύουσι τον βαθμιαίον σχηματισμόν κανονικής και σταθεράς πεζογραφίας. Οι πρώτοι τεχνίται του πεζού λόγου είχον υπερβολικά κοσμήματα· ο Γοργίας ήτο παραπολύ ποιητικός, ο Αντιφών βαρύς, ο Θουκυδίδης δύσκολος. ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ ο Χαλκηδόνιος απέφυγε πιθανώς την σειράν ταύτην των σφαλμάτων. Το ύφος του ήτο «μέσον» μεταξύ του πομπικού ύφους του Γοργίου και της οικειότητος του καθ' ημέραν λόγου. Αι κoμψαί και έρρυθμοι αυτού περίοδοι ήρεσκον εις τον Αριστοτέλη. Αλλ' ήτο δικηγόρος, όχι λογoγράφος. Το δε κατόπιν βήμα έκαμεν ο ΛΥΣΙΑΣ. O Λυσίας είχε μεγίστην πελατείαν ως συγγραφεύς λόγων επί της παλινορθωθείσης δημοκρατίας και χωρίς πολλής ρητορικής ή βαθείας γνώσεως των νόμων εφημίζετο ότι σχεδόν πάντοτε εκέρδιζε τας δίκας του. Το ύφος του είναι ύφος κοινού εξύπνου ανθρώπου, ο οποίος λέγει την υπόθεσίν του και αναπτύσσει τα επιχειρήματά του τόσον τιμίως, ώστε οι λόγοι του αντιδίκου να φαίνωνται τεχνητοί και απατηλοί. Εντός των ορίων τούτων ο Λυσίας έχει και τέλειον ύφος· αλλ' είναι και άνθρωπος ολίγης φαντασίας και γνωρίζων ότι αποτείνεται προς δικαστάς, δεν επιτηδεύει κανονικόν λογοτεχνικόν ύφος. Ο ΙΣΑΙΟΣ, βαθύς νομικός και δυνατός εις τα επιχειρήματα, έτι περισσότερον απέχει τοιούτου σκοπού. Ο ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ηυστόχησεν. Το ύφος της σχολής του — όπου ανεπτύσσοντο νέοι δυνατοί εις τα γράμματα, την φιλοσοφίαν, την ιστορίαν και δυνάμενοι να πραγματευθώσι μεγάλα ζητήματα υπό φιλελεύθερον, πανελλήνιον πνεύμα, — κατά μίαν μεν έποψιν αποτελεί την τελειοποίησιν της αρχαίας πεζογραφίας, κατ' άλλην δε την καταστροφήν εκείνου, όπερ ήτο χαρακτηριστικώτατα αττικόν ή ελληνικόν. Δηλαδή το ύφος του Ισοκράτους είναι λιτόν, ορθόν, εύφωνον, απρόσωπον, αλλ' είναι και το πρώτον ελληνικόν ύφος το δυνάμενον να θεωρηθή άσχημον. Διήρκεσεν από της ημέρας εκείνης μέχρι τούδε, και είναι η βάσις της λατινικής πεζογραφίας και των νεωτέρων. Εθυσίασε τα θέλγητρα της ελληνικής εκφράσεως, την ατομικότητα, την στενήν σχέσιν μεταξύ σκέψεως και γλώσσης, την φυσικότητα του πνεύματος, το οποίον βλέπει τα πράγματα γυμνά και εκφράζει πάντα στοχασμόν διά των κοινοτάτων όρων. Η ροπή του Ισοκράτους ήτο μεγίστη εις όλην την ιδίως λογοτεχνίαν· αλλ' η επιστημονική εργασία και η ζώσα ρητορική εβάδισαν τον δρόμον των, ολίγα διδαχθείσαι παρ' αυτού.
Δεύτερον, οι ρήτορες έχουσι μεγάλην ιστορικήν αξίαν. Πάντες ήσαν Αθηναίοι και πάντες ήκμαζον μεταξύ του 420 και 320 π. Χ. Αι άλλαι περίοδοι και αι άλλαι πόλεις είτ' εστερούντο της παιδείας και της ελευθερίας της αναγκαίας προς άνθησιν πολιτικής ρητορείας, είτε, καθώς συνέβη περί των Συρακουσών, παρημελήθησαν υπό της παραδόσεως. Οι αττικοί ρήτορες είναι η κυρία δι' ημάς πηγή του αττικού νόμου και μας εισάγουσιν εις τα δικαστήρια μεγάλης πόλεως, εις τους νομικούς, τους δικαστάς, τους απατεώνας και τους συκοφάντας, τους ζητούντας να κερδίσωσι πολιτικά κεφάλαια διά της καταμηνύσεως εντίμων πολιτών. Τα αθηναϊκά πινάκια ήσαν ολιγώτερον αηδή ή πολλά μεταγενέστερα ένεκα της ηπιότητος του νόμου και της σχετικής ελλείψεως μεγάλων κακουργημάτων. Το λυπηρότατον φαινόμενον είναι η βάσανος των δούλων μαρτύρων αλλά και επί τούτων η υπερβολική σκληρότης ήτο απηγορευμένη, και πάσα βλάβη δούλου, πρόσκαιρος ή μόνιμος, ετιμωρείτο διά χρηματικής ζημίας. Αλλ' η αθηναϊκή βάσανος θα εφαίνετο πιθανώς παιγνίδιον εις τους μαστιγωτάς της Ρώμης και της νεωτέρας Ευρώπης. Ευτυχώς δε και οι κύριοι των δούλων φαίνεται ότι συχνότερον ηρνούντο να επιτρέψωσι τοιαύτην εξέτασιν, έστω και προς ζημίαν της υποθέσεώς των. Πάντα τα επιχειρήματα σχετίζονται προς την αξίαν ή απαξίαν τοιαύτης μαρτυρίας και προς τους λόγους, διά τους οποίους ο κύριος επέτρεψεν αυτήν ή όχι. Ίσως δε το παραδοξότατον είναι ότι διάδικός τις ζητεί την βάσανον μιας δούλης, όπως υποδείξη ότι ο μη δεχόμενος αντίδικος έχει έρωτα προς αυτήν.
Αλλ' οι ρήτορες έχουσι και άλλην, σπουδαιοτέραν ταύτης σημασίαν. Αι πραγματικαί λέξεις του Δημοσθένους και αυτού του Ισοκράτους περί δεινής τινος περιστάσεως είναι πηγαί γνησιώτεραι πάσης λογοτεχνικής ιστοριογραφίας. Διότι δεικνύουσι ψηλαφητάς τας τότε μεθόδους, τας ιδέας, τας πολιτικάς και ηθικάς αρχάς της δ' εκατονταετηρίδος ή μάλλον θα δείξωσιν αυτάς, όταν μελετηθώσι κάλλιον και κατανοηθώσι. Οι ρήτορες ρίπτουσι φως εις την θρησκείαν, ως ο Λυσίας εν τω Υπέρ τον σηκού λόγω, όπου ο κατηγορούμενος απολογείται διά την εκ του αγρού του εκρίζωσιν ιεράς ελαίας, και ο Υπερείδης εν τω Υπέρ Ευξενίππου· όρος τι εν Ωρωπώ ελέγετο ανήκον εις τον Αμφιάραον, ο δ' Ευξένιππος προσετάχθη υπό του δήμου να εγκατακλιθή εις το ιερόν και να είπη το όνειρόν του· το όνειρόν του ήτο προς όφελος του θεού, ο δε Πολύευκτος έκαμε πρότασιν συμφώνως προς αυτό· αλλ' η εκκλησία του δήμου, παραβλέψασα το όνειρον, απεφάσισεν ότι η πρότασις ήτο παράνομος και εζημίωσε τον Πολύευκτον 25 δραχμάς. Εκείνος ουχί αδίκως οργισθείς, εστράφη κατά του Ευξενίππου και εισήγγειλεν αυτόν «λέγειν μη τα άριστα τω δήμω τω Αθηναίων».
Πολύ φως ρίπτεται και εις την πολιτικήν, ιδίως υπό του Λυσίου εις την πολιτικήν των φατριών μετά την μεταβολήν του 404. Ίνα λάβωμεν έν παράδειγμα, ο σύντομος Κατά των σιτοπωλών λόγος του διαφωτίζει ζωηρότατα την τότε οικονομικήν κατάστασιν και την πονηρίαν των εμπόρων εκείνων, [οίτινες ήσαν μέτοικοι]. Ο δημοκρατικός ηγέτης Άνυτος ήτο σιτοφύλαξ κατά το έτος 388. Διά να κράτηση δε χαμηλήν την τιμήν του σίτου, συνεβούλευσε τους σιτοπώλας, «μη αλλήλοις αντωνείσθαι», να μη διαγωνίζωνται προς αλλήλους αγοράζοντες. Εκείνοι ενωθέντες, ηγόρασαν το όλον. Αλλ' επειδή ο νόμος απηγόρευε ρητώς [μη «πλείω σίτον συμπρίασθαι πεντήκοντα φορμών», κατεμηνύθησαν εις την βουλήν, ήτις παρέπεμψε την υπόθεσιν εις την ηλιαίαν.] Οι σιτοπώλαι ήσαν πανίσχυροι· και βλέπομεν τον Λυσίαν τον μέγαν δημοκρατικόν ρήτορα αγωνιζόμενον να θυσιάση αυτούς και να προασπίση τον Άνυτον.
Εν τέλει, θα ήτο παράλογον ν' αρνηθώμεν ότι η ελληνική ρητορική δεν έχει μόνιμον κάλλος. Οι Φιλιππικοί, οι Ολυνθιακοί, ο Περί του στεφάνου έχουσι τον αέρα εκείνον του αιωνίου μεγαλείου, τον οποίον αποπνέουσι μόνον τα ύψιστα της φαντασίας έργα· Ο Υπερείδης, ο Αισχίνης, ο Ανδοκίδης έχουσιν ύφος διάφορον, αλλά πάντες καταλείπουσι δυνατήν εντύπωσιν. Και συνήθης δε λόγος του Λυσίου πρέπει να τύχη της προσοχής του κόσμου, ως υπόδειγμα του ύφους, της λέξεως εκείνης, ήν ο Διονύσιος ονομάζει «λιτήν και αφελή», δηλαδή έχουσαν πάσαν φράσιν σαφή, χωρίς πλατειασμόν, χωρίς υπερβολήν, χωρίς άλλον διάκοσμον εκτός της φυσικής χάριτος και της οξύτητος της γνησίως αττικής. Βεβαίως δεν είν' έργον τέχνης κατά την αυτήν έννοιαν όπως ποίημα του Σοφοκλέους. Η λογογραφία δ' όμως ήτο τέχνη κατά τούτο, ότι είχε κανόνας και σκοπόν, αλλ' ο σκοπός ήτο να πείση τους δικαστάς, όχι να δειχθή ωραία· ας μη πλανώμεθα εκ του Κικέρωνος και των μεταγενεστέρων περί ρητορικής τεχνοκριτών αυτοί λαλούσι τεχνικώς. Επαινούντες την φιλοπονίαν των μεγάλων, λέγουσιν ότι ο Ισοκράτης ειργάζετο δέκα έτη διά να συνθέση τον Πανηγυρικόν τούτο είνε μεν διδακτικόν, αλλά και αδύνατον ν' αληθεύη, διότι ο Πανηγυρικός αναφέρεται εις ωρισμένην πολιτικήν κατάστασιν, η οποία δεν διήρκεσε δέκα έτη.
Ο τόνος των ρητόρων τούτων διαφέρει εντελώς του τόνου των λοιπών, είτε των μεταγενεστέρων, ως του Διονυσίου, είτε των παλαιοτέρων, ως του Αλκιδάμαντος και του Γοργίου. Πλην του Ισοκράτους, όστις επανειλημμένως ομολογεί ότι είνε διδάσκαλος της ρητορικής και όχι ρήτωρ, ευρίσκομεν την αυτήν περί ρητορικής αρχήν κρατούσαν και τότε, όπως σήμερον, ότι δηλαδή αληθινός λόγος εθεωρείτο ο απαγγελλόμενος και ότι η προπαρεσκευασμένη ή επαγγελματική ρητορική κατεγελάτο· εάν ο Αισχίνης επανελάμβανεν ανόητον του Δημοσθένους φράσιν, έπραττεν όπως θα έπραττε και σημερινός πρακτικός πολιτικός. Εις τους νεωτέρους αναγνώστας φαίνονται τεχνητοί κυρίως οι εις την ευφωνίαν αναφερόμενοι κανόνες της αρχαίας πεζογραφίας. Η αρχαία λογοτεχνία εγράφετο διά ν' αναγνωσθή μεγαλοφώνως και η μεγαλόφωνος αυτή ανάγνωσις παρέχει την κλείδα των κανόνων του ρυθμού και της χασμωδίας, ερμηνεύει δε και πολλά του συστήματος της στίξεως, π. χ την στιγμήν, την σημαίνουσαν εγκαίρως ότι πλησιάζει το τέλος της φράσεως. Σήμερον ημείς ολίγον αισθανόμεθα τον ρυθμόν και ολιγώτερον την χασμωδίαν, ήτοι την άμεσον σύμπτωσιν δύο φωνηέντων, ενώ εξ άλλου κάλλιστα αισθανόμεθα την ομοιοκαταληξίαν. Απεναντίας δε οι Έλληνες δεν απέβλεπον μεν εις την ομοιοκαταληξίαν, αλλ' ησθάνοντο βαθυτάτα τον ρυθμόν και απεστρέφοντο την χασμωδίαν. Η χασμωδία απηγορεύετο απολύτως εν τη στιχουργία. Εν δε τη προσεκτική πεζογραφία απεφεύγετο κατά διαφόρους βαθμούς υπό των πλείστων συγγραφέων μετά τα 380 περίπου π. Χ. Την συνήθειαν ταύτην θεωρείται ότι εισήγαγεν ο Ισοκράτης, ηκολούθησαν δε πάντες οι ιστορικοί και οι φιλόσοφοι και οι λογοτέχναι, και αυτός ο Πλάτων και ο Ξενοφών κατά τους πρεσβυτικούς των χρόνους (288). Οι ρήτορες οι δημοσιεύοντες τα έργα των ησθάνθησαν υποχρέωσιν να φυλάξωσι την επικρατήσασαν συνήθειαν. Βεβαίως κατά τας πραγματικάς συζητήσεις της εκκλησίας τοιαύται λεπτολογίαι δυσκόλως ήσαν κατορθωταί ή αισθηταί, αλλά δημοσιευόμενος λόγος έπρεπε να είχε το τεχνικόν του κτένισμα. Αλλά γραπτός λόγος ήτο κάτι εξαιρετικόν. Οι συνήθεις ρήτορες, ο Καλλίστρατος, ο Θρασύβουλος, ο Λεωδάμας ηρκούντο απλώς εις το λέγειν. Και αυτός ο Δημοσθένης θα είπε δεκαπλάσια των όσα έχει γράψει.
Οι σωζόμενοι λόγοι είναι τριών ειδών. Πρώτον είναι οι λόγοι, τους οποίους έσωσαν οι αγοράσαντες αυτούς πελάται· τοιούτοι είναι οι επτά Υπέρ Απολλοδώρου λόγοι της Δημοσθενείου συλλογής, ο Υπέρ Λυκόφρονος και ο Κατ' Αθηνογένους λόγος του Υπερείδου και πλείστοι των κληρονομικών του Ισαίου. Ομοία είναι και η του Λυσίου Κατηγορία προς τους συνουσιαστάς κακολογιών, όπου ανώνυμός τις καταγγέλλει τον σύλλογον των φίλων — αποσύρεται της λέσχης του, όπως θα ελέγομεν ημείς — διά τον λόγον ότι τον εκακολογούσαν «και τους δοκούντας είναι φίλους αδικούντας» εύρισκε. Αναμφιβόλως θα υπήρχον και άλλαι εκδόσεις της υποθέσεως και ο λόγος της αντιγραφής και κυκλοφορίας του λόγου είναι φανερός [αλλ' η γνησιότης αμφισβητείται]. Και άλλο απόσπασμα του Λυσίου έχει την αυτήν περίπου αρχήν. Το β' μέρος του υπέρ Πολυστράτου λόγου (από της 11 § κεξ.) δεν είναι υπεράσπισις του Πολυστράτου, αλλ' ηθική ικανοποίησις αυτού του λέγοντος, του υιού του εναγομένου.
Κατόπιν έχομεν τα δημοσιεύματα αυτών των ρητόρων, ενίοτε μεν απλά γραπτά φυλλάδια, άλλοτε δε πραγματικούς λόγους, εκδιδομένους εις μόνιμον σχήμα, όπως αναγνωσθώσιν υπό περισσοτέρων. Ο Περί των μυστηρίων του Ανδοκίδου είναι υπεράσπισις του βίου του ρήτορος, άνευ της οποίας δεν θα ηδύνατο ίσως να ζήση εν Αθήναις. Τοιούτοι ήσαν και οι αντίπαλοι Περί του στεφάνου λόγοι. Ο Αισχίνης έχασε την δίκην και την υπόληψίν του· προς υπεράσπισίν του λοιπόν εδημοσίευσεν επιθεωρημένην και βελτιωμένην έκδοσιν του λόγου του, απαντών εις σημεία, τα οποία παρέδραμε κατά την πραγματικήν δίκην. Τούτο παρεκίνησε τον Δημοσθένην, όστις τότε δεν θα έγραφε πλέον, να επιθεωρήση και δημοσιεύση την απάντησίν του. Αλλά πλείστοι των πολιτικών λόγων, καθώς οι Ολυνθιακοί και οι Φιλιππικοί, φαίνονται ότι εδημοσιεύθησαν προς υπεράσπισιν ωρισμένης πολιτικής· είναι δε αξιοσημείωτον ότι εις την δημοσίευσιν κατέφευγον ιδίως οι αντιπολιτευόμενοι, δεν κατέβαινον δε εις αυτήν οι κατέχοντες την εξουσίαν.
Υπάρχουσι περιπτώσεις τινές, όπου σκοπός της δημοσιεύσεως ήτο καθαρώς λογοτεχνικός ή εκπαιδευτικός. Τα λεγόμενα λείψανα του Γοργίου, οι δύο λόγοι του Αλκιδάμαντος και δύο του Ισοκράτους είναι «καθαρά λογοτεχνία». Αι τετραλογίαι του Αντιφώντος είναι παιδευτικά γυμνάσματα έχοντα πολιτικόν σκοπόν. Οι μεγάλοι επιδεικτικοί λόγοι είναι άξιοι καλυτέρας επωνυμίας. Εκφράζουσι το τότε πανελληνικόν αίσθημα και δεν είναι πρακτικοί μόνον διά τον λόγον ότι το διεθνές δίκαιον δεν περιέχει εκτελεστικήν εξουσίαν. Ο Γοργίας διά του Ολυμπιακού του 408 προέτρεπεν εις ωρισμένην πανελληνικήν πολιτικήν εναντίον της Περσίας. Ο Λυσίας κατά τα 388 ανέμειξε τας Αθήνας εις γενναίαν μεν αλλ' αγρίαν προσβολήν κατά του Διονυσίου των Συρακουσών. Μετά δύο δε ολυμπιάδας ο Ισοκράτης έδωκεν εις το Πανελλήνιον το αριστούργημα της πολιτικής κριτικής, τον Πανηγυρικόν. Οι δ' επιτάφιοι οι λεγόμενοι κατ' έτος εις τους εν τω πολέμω πεσόντας ήσαν θρησκευτικοί λόγοι κάπως τυπικοί και σπανίως εδημοσιεύοντο. Το μόνον σωζόμενον γνήσιον παράδειγμα έχει πρακτικόν σκοπόν, την υπεράσπισίν της κατά τα 323 πολεμικής πολιτικής του Υπερείδου. Και αναμφιβόλως ο μη σωθείς Επιτάφιος του Δημοσθένους περιείχεν ομοίαν δικαιολογίαν περί της Χαιρωνείας.
Η δημοσίευσις λοιπόν λόγου τινός εξηρτάτο κυρίως εκ πρακτικών υπολογισμών, ελάχιστα δ' εκ της καλλιτεχνικής αξίας αυτού του λόγου. Η δε διατήρησις των δημοσιευθέντων ήτο κατά μέγα μέρος ζήτημα τύχης. Η πολλή ζήτησις και περισυλλογή βιβλίων δύναται να χρονολογηθή αδρομερώς από της ιδρύσεως της Αριστοτελικής Σχολής κατά τα 335 π. Χ. Οι Περιπατητικοί έδωσαν την αρχήν εις την Σχολήν της Αλεξανδρείας. Εκείνοι ανεζήτησαν άξια λόγου βιβλία, καθώς ηρεύνησαν ιστορικά και φυσικά γεγονότα, Όπως καταλέξωσι και μελετήσωσιν αυτά. Καίτοι δε ο Αριστοτέλης μικράν πιθανώς απέδιδε σημασίαν εις τα έργα του Δημοσθένους και του Υπερείδου ή και του Λυσίου, το παράδειγμα το οποίον είχε δώσει, εξησφάλισε κάπως την διατήρησιν παντός χειρογράφου κυκλοφορουμένου υπό γνωστόν όνομα. Αυτή η ιδέα των μεγάλων βιβλιοθηκών του επομένου αιώνος ουδέποτε θα εγεννάτο, αν μη υπήρχον ήδη μεγάλαι βιβλιοθήκαι και διαδεδομένος ζήλος προς συντήρησιν βιβλίων (289).
ΒΙΟΙ ΤΩΝ ΡΗΤΟΡΩΝ
Οι μέχρις Ισοκράτους
Κανών αγνώστου αρχής — όν έσωσε Καικίλιος ο Καλακτίνος, αλλ' ουχί και ο σύγχρονος αυτού Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς — καταλέγει δέκα κατ' εξοχήν Αττικούς ρήτορας· ήτοι Αντιφώντα, Ανδοκίδην, Λυσίαν, Ισοκράτην, Ισαίον, Λυκούργον, Αισχίνην, Υπερείδην, Δημοσθένη και Δείναρχον. Ο αυθαίρετος ούτος κατάλογος ώριζε τίνας ρήτορας έπρεπε ν' αναγινώσκωσιν οι μαθηταί των τότε Σχολών (του α' μ Χ. αιώνος) και, εννοείται, επέδρασεν εις την κατόπιν παράδοσιν. Πλην των εν αυτώ περιλαμβανομένων εσώθησαν μόνον έν σπουδαίον απόσπασμα του Αλκιδάμαντος Περί των τους γραπτούς λόγους γραφόντων ή Περί σοφιστών καί τινα ύποπτα παίγνια, Jeu d' esprit, Οδυσσεύς υπό του αυτού, Αίας και Οδυσσεύς υπό του κυνικού Αντισθένους, Ελένης εγκώμιον και Παλαμήδης υπό του Γοργίου. Τούτων η γνησιότης δεν είναι απίθανος, αλλ' έχουσι σχεδόν μόνον αρχαιολογικήν αξίαν. Ευτυχώς και άλλων ρητόρων εσώθησαν λόγοι, σφαλερώς αποδοθέντες εις τους δέκα. Ούτω π.χ. εν τη Δημοσθενείω συλλογή ο μεν Κατά Νεαίρας είν' έργον ευφυούς Αθηναίου, όστις είχεν ασφαλείς ειδήσεις, ο δε Περί Αλοννήσου είναι πιθανώς έργον του Ηγησίππου.
Περί του ΑΝΤΙΦΩΝΤΟΣ ολίγα είναι γνωστά πλην των υπό του Θουκυδίδου λεγομένων, άπερ εμνήσθημεν ανωτέρω. Ο Αντιφών ειργάσθη όλην του την ζωήν παρασκευάζων το πραξικόπημα του 411. Ειργάσθη εκθύμως υπέρ αυτού, και απέθανε χάριν αυτού, η δε περί τούτου απολογία του κατά τον Θουκυδίδην ήτο η αρίστη μέχρι του καιρού εκείνου. Του Αντιφώντος σώζονται τρεις πραγματικοί λόγοι και τέσσαρες τετραλογίαι. Αύται δε είναι ασκήσεις εις το λέγειν και δεικνύουσι τον αρχηγόν των πιεζομένων αριστοκρατικών γυμνάζοντα τους φίλους του εις τους δικανικούς αγώνας, καθ' ούς κατά τον Θουκυδίδην αυτός «πλείστα ωφέλει». Λαμβάνει μίαν φανταστικήν υπόθεσιν μετά των ολιγίστων δυνατών μαρτυριών και λεπτομερειών και παρέχει δύο σκελετούς λόγων διά την κατηγορίαν και δύο διά την υπεράσπισιν. Τα παίγνια ταύτα, αν λάβωμεν υπ' όψιν την δυσκολίαν του πράγματος, είν' εύμορφα. Τα επιχειρήματα κατ' ανάγκην δεν είναι αναντίλεκτα και πολλάκις είναι σοφιστικά, αλλά δεν ηδύναντο να είναι διαφορετικά, αφού πραγματική μαρτυρία ήτο εναντία των κανόνων. Ουδέ περιέχουσι λεπτά νομικά επιχειρήματα· διότι ο εν ταις τετραλογίαις υποτιθέμενος νόμος δεν είναι ο αττικός, αλλά σύστημά τι κοινής λογικής. Ίσως ο Αντιφών, όπως πολλοί του κόμματός του, προσεπάθει πράγματι να διδάξη περισσότερον τους αριστοκρατικούς των υπό τας Αθήνας πόλεων παρά τους συμπολίτας του. Οι δε πραγματικοί του λόγοι αναφέρονται και οι τρεις εις φονικάς δίκας· τούτων άριστος είναι ο υπέρ του Μυτιληναίου, του κατηγορουμένου ότι είχε φονεύσει τον συνταξειδιώτην του Ηρώδην. Ο πρώτος λόγος, η κατηγορία φαρμακείας κατά μητρυιάς πραγματεύεται υπόθεσιν τραγικωτάτην. Ο Φιλόνεως επρόκειτο να καταστήση δημοσίαν μίαν δούλην, η οποία τον ηγάπα· άλλη θέλουσα ν' απαλλαγή του ανδρός της, παρέπεισε την δούλην να ποτίση τους δύο άνδρας, δειπνούντας εντός καπηλείου του Πειραιώς, ποτόν, όπερ έλεγεν ερωτικόν φίλτρον· αλλά και οι δύο απέθανον. Η δούλη ομολογήσασα ετροχίσθη, τότε δ' εδικάζετο η αληθινή ένοχος, κατηγορουμένη υπό του προγόνου της (290).
Ο ΑΝΔΟΚΙΔΗΣ, υιός του Λεωγόρου, της οικογενείας των ιερών κηρύκων, παραδίδεται εις ημάς ως άνθρωπος δυνατός, επιχειρηματικός και παράφορος ένεκα των καταδιώξεων. Κατά τας φοβεράς ημέρας του δράματος των Ερμοκοπιδών (415) ο Ανδοκίδης ήτο μεταξύ των 300, τους οποίους κατηγόρησεν ο Διοκλείδης, και, αντιθέτως προς τους πλείστους, ήτο κατά τινα έποψιν αθώος του εγκλήματος. Τούτο ήτο απλώς έργον μερικών αθρήσκων νέων, εταίρων αυτού, οίτινες πιθανώς εύρισκον τους Ερμάς γελοίους και ασέμνους. Ο Ανδοκίδης, διά να σταματήση τον κοινόν πανικόν και να προλάβη πιθανήν καταδίκην αθώων, κατέδωκε τους δράστας υπό τον όρον ν' απολυθή αυτός· αλλά τούτο είναι διάβημα εξ εκείνων, τα οποία ουδέποτε συγχωρούνται τελείως. Αν και απελύθη, εξωρίσθη διά ειδικού ψηφίσματος αποκλείοντος της αγοράς και των ιερών «τους ασεβήσαντας και ομολογήσαντας». Τα επόμενα δώδεκα έτη επέρασεν εμπορευόμενος ριψοκίνδυνος και προσπαθών αδιακόπους να επανέλθη εις τας Αθήνας. Την πρώτην απόπειραν έκαμε κατά τα 411, αφού έλαβεν άδειαν υλοτομίας παρά του Αρχελάου του Μακεδόνος και επώλησεν άνευ κέρδους ξύλα χάριν του αθηναϊκού στόλου. Αλλ' εξωρίσθη και πάλιν αμέσως. Η δευτέρα επιστροφή ήτο η αφορμή του Περί της εαυτού καθόδου λόγου, συνέβη δε μετά τα 410, ότε προσεπάθησεν εκ Κύπρου να πέμψη σιταγωγά πλοία προς ανακούφισιν της εν Αθήναις σιτοδείας. Επανήλθε τέλος μετά του Θουκυδίδου και άλλων εξορίστων, πολιτικών και εγκληματιών, μετά την αμνηστίαν του 403. Τότ' εδαπάνησεν αφειδώς εις τα δημόσια και διέφυγε την καταδίωξιν μέχρι του 399, ότε μεταξύ άλλων ο διαβόητος Μέλητος κατηγόρησεν αυτόν επί ασεβεία, ανακινών το παλαιόν σκάνδαλον του 415 και προσάπτων εις αυτόν βεβήλωσιν των μυστηρίων. Ο Ανδοκίδης ηθωώθη. Ο λόγος του φέρει το όνομα της κατηγορίας, αλλ' ο κύριος του λέγοντος σκοπός είναι πράγματι να παραστήση όπως αυτός ήθελε την νεανικήν εκείνην πράξιν, διά την οποίαν επί τόσον καιρόν κατεδιώκετο. Ο τρίτος λόγος Περί της προς Λακεδαιμονίους ειρήνης (390) απέτυχε του σκοπού του και προφανώς εδημοσιεύθη κατόπιν προς δικαιολογίαν της ειρηνικής του ρήτορος πολιτικής (291).
Ο ΛΥΣΙΑΣ εγεννήθη πιθανώς περί τα 450, αλλά τα σωζόμενα έργα του αναφέρονται μόνον εις την από 403 μέχρι380 περίοδον. Ο Συρακόσιος πατήρ του Κέφαλος, γνωστός εις ημάς εκ της θελκτικής εικόνος της Πολιτείας του Πλάτωνος, προσεκλήθη εις τας Αθήνας υπό του Περικλέους, απέκτησε δε πολλάς οικίας και μέγα οπλοποιείον εν Πειραιεί. Δεκαπενταέτης ο Λυσίας απήλθεν εις Θουρίους, κατά δε τα 412 μετά την καταστροφήν της εις Σικελίαν εκστρατείας έπαθε πρώτην φοράν χάριν των Αθηνών. Εξωσθείς εκ της Ιταλίας, επανήλθεν εις τας Αθήνας και εξηκολούθησε το έργον του πατρός του μετά του αδελφού του Πολεμάρχου. Αλλ' έγραφε και λόγους προς τέρψιν και πιθανώς εδίδασκε ρητορικήν. Λέγεται δε ότι ως διδάσκαλος δεν επετύγχανεν όσον άλλοι και ο Ισοκράτης· τούτο δεν είναι άπορον, εάν ο Ερωτικός, ο αποδιδόμενος εις αυτόν υπό του Πλάτωνος εν τω Φαίδρω, ο σωζόμενος μεταξύ των έργων του Επιτάφιος είναι γνήσια δείγματα του επιδεικτικού του ύφους (292).
Τω 404 τα κατά τον Λυσίαν ήλλαξαν. Οι τριάκοντα τύραννοι επεδόθησαν εις την λήστευσιν των μετοίκων, ήτοι των πλουσίων ξένων. Τότε ο Λυσίας και ο αδελφός του συνελήφθησαν· και ο μεν Λυσίας διέφυγεν, ο δε Πολέμαρχος εθανατώθη· όση δε περιουσία των ευρέθη, εδημεύθη· αλλά προφανώς όχι όλη· διότι ο Λυσίας, ριφθείς μετά ζέσεως εις τον υπέρ των δημοκρατικών αγώνα, ηδυνήθη να χορηγήση 200 ασπίδας, 2000 δραχμάς και ισχυράν έμμεσον υποστήριξιν. Μετά την παλινόρθωσιν του Δήμου ο Λυσίας έγινε δεκτός ως πολίτης κατά πρότασιν αυτού του Θρασυβούλου. Τότε είπε την μόνην σωζομένην δημηγορίαν του, αντικρούων Φορμίσιόν τινα προτείναντα όπως η ψήφος περιορισθή εις τους έχοντας οικίαν ή αγρόν (293). Η πολιτική του Φορμισίου θα ήτο η του Θουκυδίδου, του Ισοκράτους, του Θηραμένους, και, εννοείται, η του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους. Αλλ' ο Λυσίας ήτο απροκάλυπτος οχλοκρατικός. Τότε δε ήτο και πτωχός και η εις τους πολίτας εγγραφή αυτού επολεμήθη ως παράνομος σχεδόν αμέσως, κατεψηφίσθη δε κατά πρότασιν του δημοκρατικού Αρχίνου, όστις συνεπολέμησε μετά του Θρασυβούλου, αλλ' ετάσσετο μετά των μετρίων. Ούτως ο Λυσίας απεκλείσθη από πάσης αμέσου πολιτικής φιλοδοξίας, αλλ' ανέκτησε την περιουσίαν του και έπραξεν αρκετά υπέρ του κόμματός του, αδιακόπως δικηγορών. Μετά την έξωσιν των τριάκοντα τυράννων κατά τα 403, ότε τα ποικίλα κόμματα δεν εγνώριζον καλώς τας δυνάμεις των και είχον αποκάμει εκ του αγώνος, εψηφίσθη αμνηστία, περιλαμβάνουσα πάντας πλην αυτών των τυράννων και επιτρέπουσα και εις αυτούς ή να φύγωσιν εκ της πόλεως ή να δικασθή έκαστος διά τας ατομικάς του πράξεις. Ότε οι άκροι δημοκρατικοί ενόησαν τας δυνάμεις των, μετεμελήθησαν διά την αμνηστίαν καί τινες των κυριωτέρων λόγων του Λυσίου είναι απόπειρα προς ματαίωσιν αυτής. Ούτως εν τω Κατά Ερατοσθένους, όστις ήτο είς των τριάκοντα, εζήτησε δε να δικασθή συμφώνως προς την αμνηστίαν, ήτοι μόνον δι' όσα αυτός είχε πράξει, ο Λυσίας επιμένει εις την αλληλεγγύην των τυράννων. Ο Ερατοσθένης είχεν αναμειχθή εις την σύλληψιν του Πολεμάρχου, αλλ' όχι και εις την θανάτωσιν αυτού· ουδέν δε άλλο υπήρχε κατ' αυτού και φαίνεται ότι ηθωώθη.
Ο δε Κατ' Αγοράτου λόγος υποστηρίζει κάτι περίεργον περί της αμνηστίας. Ο Αγόρατος ενήργει ως μηνυτής κατά τα 405 και 404 και ψευδώς ηξίωσεν αμοιβήν ως φονεύσας τον Φρύνιχον· τούτο λοιπόν αποδεικνύει, ισχυρίζεται ο Λυσίας, ότι υπήρξε δημοκρατικός· επειδή δε η αμνηστία εδόθη υπό του Δήμου προς τους ολιγαρχικούς, δεν εφαρμόζεται μεταξύ δύο δημοκρατικών. Κατά παρόμοιον κομματικόν τρόπον κατηγορεί ο Λυσίας τον ομώνυμον υιόν του Αλκιβιάδου. Όλον το έγκλημα του νέου ήτο, ότι [αδοκίμαστος] υπηρέτησεν εις το ιππικόν αντί του πεζικού, είναι δε δύσκολον να εύρη τις συγγνωστότερον αδίκημα. Αλλ' η μνήμη του πατρός επείραζε τους άκρους δημοκρατικούς· όθεν ο Λυσίας έγραψε δύο χωριστούς λόγους, πρώτον τον Κατά Αλκιβιάδου λιποταξίου, κατηγορών ότι ελιποτακτήσεν ο νέος, και δεύτερον τον Κατά Αλκιβιάδου αστρατείας, κατηγορών ότι δεν προσήλθεν εις την [πεζήν] στρατείαν! Μετά τους λόγους τούτους και τον Κατά σιτοπωλών και την εξαιρετικώς άδικον Κατ' Ευάνδρου κατηγορίαν είναι δύσκολον ν' αθετήσωμεν ως νόθα άλλα μέρη της Λυσιακής συλλογής λόγω «του συκοφαντικού των τόνου»!
Ο Λυσίας επαινείται ιδίως υπό των αρχαίων ότι ενεβάθυνεν εις τον χαρακτήρα εκάστου πελάτου και προσήρμοζε τον λόγον τοιουτοτρόπως, ώστε να φαίνεται φυσικός και όχι αγοραστός. Και είναι πιθανόν ότι η τοιαύτη συμπάθειά του ήτο μεγάλη, αλλ' ουχί απεριόριστος. Ούτως ο Λυσίας δεν ηδύνατο να φαντασθή τίμιον ολιγαρχικόν. Αναλαμβάνων να ομιλήση υπέρ ενός τοιούτου εν τω 25 λόγω, τον παριστάνει κυνικώς ομολογούντα ότι άλλοτε μεν ήτο ολιγαρχικός χάριν του συμφέροντός του, αλλ' ήδη είναι δημοκρατικός, χωρίς να παραβή τον νόμον!
Κάλλιστα γράφει υπέρ των πελατών, των ανηκόντων εις το μέτριον κόμμα, καθώς ήτο ο Μαντίθεος, ο οποίος είχεν ενοχλήσεις εκ μέρους των συκοφαντών, επίσης δε ωραιότατα κατά της μανίας της δημεύσεως των περιουσιών, η οποία εχαρακτήριζε τους χειρίστους αντιπροσώπους των άκρων (18, 19). Ο δε Υπέρ του αδυνάτου, ήτοι αναπήρου, του οποίου το δικαίωμα της συντάξεως διεφιλονικήθη, ευαρεστεί διά την υπέρ των απόρων συνηγορίαν. Φαίνεται δ' ότι ο άπορος δεν επλήρωσε διά τον λόγον· αλλά και αν επλήρωσε κανείς άλλος, η προσοχή του Λυσίου φανερώνει αληθινήν συμπάθειαν. Καθόλου δε, διεξερχόμενοι τους σωζομένους 34 πλήρεις οπωσδήποτε λόγους — οι αρχαίοι είχον 425, των οποίων 233 εθεωρούντο γνήσιοι! — και τα ουκ ολίγα αποσπάσματα, αναλογιζόμενοι δε ότι ο Λυσίας έγραφεν ως δικηγόρος συνεχώς επί 25 έτη, φρονούμεν ότι εξέρχεται αδιάπτωτος εκ της όλης δοκιμασίας. Αλλά δεν είναι παράδοξον ότι απήρεσκεν εις τον Πλάτωνα, αφού ήτο τύπος δεξιού πρακτικού ανθρώπου, ήτο άκρατος δημοκρατικός, και προ πάντων ελοιδόρησε σκαιώς τον Σωκρατικόν Αισχίνην (απόσπ. 1). Ο φιλόσοφος εκείνος εδοκίμασε να ζήση καθώς ο Σωκράτης άνευ χρημάτων, δεχόμενος διά τας ολίγας του ανάγκας μόνον τα εκούσια δώρα των φίλων και των μαθητών του. Δυστυχώς όμως έπεσεν εις ημέρας πονηράς· οι φίλοι του δεν εξετίμησαν το κήρυγμά του και οι γείτονές του ήλλαξαν οικίας, διά ν' αποφύγωσιν αυτόν· τέλος κατεδιώχθη διά τα χρέη του και κατήντησε να λάβη «Ερμαίου του μυροπώλου την γυναίκα, εβδομήκοντα έτη γεγονυίαν» {seventy years old} και να γίνη μυροπώλης αυτός! Ο λόγος θα ήρεσεν εις τους δικαστάς, αλλ' όχι και εις τον Πλάτωνα. Ακόμη οι ολιγώτερον ηδύνατο να του αρέση η θορυβώδης επιτυχία του Ολυμπιακού λόγου, ότε ο Λυσίας εξεδικήθη διά την υποδούλωσιν των Συρακουσών, καλέσας πάντας τους Έλληνας να εκστρατεύσωσι κατά του Διονυσίου — όπερ η Ελλάς ουδέποτε εσκέπτετο να κάμη — και προτρέψας το πλήθος να καύση και να συλήση τας σκηνάς της πρεσβείας του τυράννου, όπερ απεπειράθη πράγματι το πλήθος. Η πράξις αυτή θα κατεβίβασε την υπόληψιν των Αθηνών αλλ' είναι πολύτιμος δι' ημάς, επειδή αποκαλύπτει τον αληθινόν Λυσίαν, τον περιπίπτοντα εις εμπάθειαν και αδιακρισίαν κάτωθεν του μανδύου εκείνου της λεπτότητος και της ηρεμίας και της «αψόγου στάσεως», τον οποίον φορεί κατά τους λόγους (294).
Και ο ΙΣΑΙΟΣ, καθώς ο Λυσίας, ήτο ξένος, εκ Χαλκίδος, αλλ' αντιθέτως προς αυτόν, απεδέχθη ησύχως τον εκ της πολικής αποκλεισμόν του. Τούτου έχομεν δέκα πλήρεις λόγους και μεγάλα αποσπάσματα άλλων δύο. Πάντες είναι κληρονομικοί και δυνατοί· καίτοι αληθεύει η αρχαία κρίσις, ότι «Λυσίας μεν και υπέρ αδίκων έπειθε λέγων, Ισαίος δε και υπέρ αγαθών λέγων ύποπτος ην». Οι σωζόμενοί του λόγοι ανάγονται εις την από 390 μέχρι 340 π. Χ. περίοδον (295).
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΕΡΧΙΕΥΣ
(436-338 π. Χ.)
Η εκατονταετηρίς του βίου του Ισοκράτους εκτείνεται διά μέσου σπουδαιοτάτων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας από Περικλέους μέχρι Αλεξάνδρου. Ο Ισοκράτης ήτο υιός πλουσίου αυλοποιού και είχε τας ιδέας της ανεπτυγμένης μεσαίας τάξεως· εσχετίζετο στενώς προς τον Θηραμένη, τον μέγαν ρήτορα και ηγέτην των μετριοπαθών, και τον διάδοχον εκείνου Αρχίνον, τον αποκρούσαντα τον Λυσίαν· ηγάπα ενθουσιωδώς τα γράμματα· ήκουσε δε του Πρωταγόρου, του Προδίκου και του Σωκράτους· γέρων ήδη, ελάλει υπερηφάνως περί των μαθητικών του χρόνων και δύναται να λεχθή ότι επέρασεν όλην του την ζωήν εντός του σχολείου, ως μαθητής και ως διδάσκαλος. Ουδέποτε απέβλεψεν εις το πολιτικόν στάδιον, αι δε θεωρίαι του δεν ήσαν δημοτικαί. Ήτο εξαιρέτως ευσυνείδητος· η συστολή του και κατά το γήρας του διεσκέδαζε τους μαθητάς του· αλλ' όμως κατά το τέλος του πολέμου, αφού ο πατήρ του απέθανε, και καθώς οι πλείστοι, ευρέθη και αυτός άνευ χρημάτων, ηναγκάσθη να ζήση εκ της πνευματικής του εργασίας. Ευθύς ως επήλθεν ειρήνη και ηδύνατο ν' αφήση τας Αθήνας, απήλθεν εις την Θεσσαλίαν και εδιδάχθη παρά του μεγάλου Γοργίου, πράγμα τολμηρότατον, αφού ήτο άνθρωπος πτωχός — εάν δεχθώμεν τον περί της απληστίας των σοφιστών μύθον. Αλλά πιθανώτατα ο γέρων σοφιστής ήτο πρόθυμος να διδάξη μαθητήν επιμελή και αμισθί.
Επανήλθεν εις τας Αθήνας περί τα 400 π. Χ. ως συγγραφεύς λόγων και διδάσκαλος της ρητορικής. Το δεύτερον επάγγελμα δεν θα ήτο τότε προσοδοφόρον, αλλά το πρώτον ήτο. Κατά δε μαρτυρίαν του Αριστοτέλους (296) οι τότε βιβλιοπώλαι περιέφερον «δέσμας πάνυ πολλάς δικανικών λόγων Ισοκρατείων». Αλλά και αυτός ο Ισοκράτης θ' απεδοκίμαζε τα πρωτόλεια εκείνα. Σχολήν ρητορικής ίδρυσε το πρώτον εν Χίω, ουχί εν Αθήναις, πιθανώς κατά τα 393, ότε μετά νίκας του Κόνωνος η Χίος επανήλθεν εις την αθηναϊκήν συμμαχίαν. Ο Κόνων ήτο φίλος του Ισοκράτους και ίσως του έδωκε διοικητικήν τινα θέσιν εις την νήσον εκείνην, ήτις υπήρξεν επί μακρόν ονομαστή διά τους καλούς της νόμους και την ειρηνικήν ζωήν. Συγγραφή λόγων δικανικών προφανώς δεν επετρέπετο εις διοικητικόν λειτουργόν, ίσως δε ουδέ εις Αθήναιον πολιτικόν, αλλ' η διδασκαλία δεν θα ήτο απηγορευμένη. Ο Ισοκράτης είχεν εν τη Χίω εννέα μαθητάς και εθεμελίωσε την φήμην του ως έξοχος διδάσκαλος. Ότε δ' επέστρεψεν εις τας Αθήνας (391) δεν έγραφε δικανικά. Ίδρυσε σχολήν όχι απλώς ρητορικής, αλλά καθώς ωνόμαζεν αυτήν, της φιλοσοφίας.
Τι ήτο η φιλοσοφία του, δεν εκφράζουσι σαφώς ούτε ο Κατά των σοφιστών, όστις αποτελεί περίληψιν του συστήματός του, ούτε η εξεζητημένη εκείνη υπεράσπισις του βίου και των ιδεών του, ο Περί αντιδόσεως. Η φιλοσοφία του Ισοκράτους δεν ήτο ό,τι συνήθως καλείται τοιουτοτρόπως, δηλαδή παράδοξος μεταφυσική, ή καθαρά λογομαχία ή η απόλυτος εκ των προτέρων περί παντός γνώσις, όσα πολλοί προσφέρουσιν ευθηνά προς κατανάλωσιν, αλλ' ουδείς αληθώς κατέχει. Ουδέ ήτο μόνον απλή δεξιότης είτε προς συγγραφήν δικανικών λόγων, όπως η του Λυσίου, είτε προς αυτοσχεδιασμόν, ως η του Αλκιδάμαντος. Ο Ισοκράτης φιλοσοφίαν εννοεί ό,τι ο Πρωταγόρας και ο Γοργίας, δηλαδή πρακτικήν καλλιέργειαν όλου του πνεύματος, ενίσχυσιν του χαρακτήρος, σχηματισμόν ορθής κρίσεως και ανάπτυξιν τελειοτάτην του υψίστου των ανθρωπίνων αγαθών, της γλώσσης. Θέλει τον φιλόσοφον ερασιτεχνικόν γνώστην πολλών θεμάτων, ιστορίας, διαλεκτικής, μαθηματικών, της τότε πολιτικής καταστάσεως της Ελλάδος, και τέλος της λογοτεχνίας. Καθόλου ο Ισοκράτης ήτο πολύ φιλοσοφικώτερος και λογικώτερος των τότε συνήθων ρητόρων και πολύ πρακτικώτερος και συνετώτερος των τότε φιλοσόφων· διαρκώς παρεπονείτο ότι και οι φιλόσοφοι και οι πρακτικοί άνθρωποι παρέβλεπον την ιδικήν του μέσην οδόν και ότι οι πολλοί δεν τον εννοούσαν. Ο Πλάτων σαφέστατα τον επικρίνει δις. Εν τω Φαίδρω (βλ. ανωτ. σελ. 305) Λέγει [σ. 378 Ε] «νέος έτι Ισοκράτης», αλλά προτιμητέος των κοινών ρητόρων. Εν δε τω επιλόγω του Ευθυδήμου(297)] ο Κρίτων αναφέρει τους κατά του Σωκράτους ψόγους ανωνύμου τινός ανδρός, ερωτώμενος δε ποίος ούτος, λέγει [305 β] Ήκιστα νη τον Δία ρήτωρ, ουδέ οίμαι πώποτ' αυτόν επί δικαστήριον αναβεβηκέναι· αλλ' επαΐειν αυτόν φασι περί του πράγματος». { { " Not a philosopher, not a speaker." Crito doubts if he has ever been into a law-court; but he understands the art of speech, and writes wonderfully. } } — «Ήδη μανθάνω» απαντά ο Σωκράτης . . . «ούτοι γαρ εισι μεν, ω Κρίτων, ούς έφη Πρόδικος μεθόρια φιλοσόφου τε ανδρός και πολιτικού, οίονται δ' είναι πάντων σοφώτατοι ανθρώπων . . . ει μεν ουν η φιλοσοφία αγαθόν έστι και η πολιτική πράξις, προς άλλο δε εκατέρα, ούτοι δε αμφοτέρων μετέχοντες τούτων εν μέσω εισίν, ουδέν λέγουσιν· αμφοτέρων γαρ εισι φαυλότεροι». { "he is what Pro-dicus used to call a Boundary Stone, half philosopher and half practical statesman. The Boundary Stones believe themselves to be the wisest people in the world; but probably are not so. For practical statesmanship may be the right thing, or philosophy may be the right thing, or conceivably both may be good, though different. But in none of these cases can that which is half one and half the other be superior to both. Perhaps in our friend's eyes both are positively bad?" } Η προς τον Ισοκράτην ομοιότης είναι αναμφισβήτητος. Αλλ' ο Ισοκράτης είχεν εύκολον απάντησιν· ότι και ο πρακτικός πολιτικός και ο φιλόσοφος είναι μονομερείς· ο πρώτος χρειάζεται παιδείαν και ανάπτυξιν της φαντασίας, ο δε άλλος αποβάλλει την αντίληψιν της πραγματικής ζωής. Η τοιαύτη απάντησις εξηγεί την επιτυχίαν του Ισοκράτους. Η σχολή του απέβη τω όντι Πανεπιστήμιον της Ελλάδος· διότι παρείχεν ευρείαν παίδευσιν εις τους μη θέλοντας να γίνωσιν ειδικοί μαθηματικοί ή αποκλειστικοί φιλόσοφοι. Πάντες οι άριστοι της επομένης γενεάς εξήλθον εκ της σχολής του — οι πολιτικοί Τιμόθεος και Λεωδάμας, ο τραγικός Θεοδέκτης, οι ιστορικοί Έφορος και Θεόπομπος, οι ρήτορες Ισαίος, Λυκούργος, Αισχίνης, Υπερείδης και πλείστοι άλλοι. Ο Αλεξανδρεύς Έρμιππος έγραψε κατόπιν βιβλίον όλον *Περί των Ισοκράτους μαθητών.
Ολίγον ίσως μετά την ίδρυσιν της σχολής έγραψε κατά τον τρόπον του Γοργίου δύο ελαφρά γυμνάσματα σωθέντα, τον Βούσιριν, όπου υπερασπίζει τους Σωκρατικούς, και την ωραίαν Ελένην, όπου ευφυώς ομιλεί περί των φιλοσόφων. Το περί κάλλους χωρίον της Ελένης (54-58) είναι σχεδόν Πλατωνικόν κατά το ύφος και την χάριν. Αλλ' αριστούργημά του είναι ο Πανηγυρικός, όν έγραψε χάριν της πανηγύρεως της κατά την εκατοστήν Ολυμπιάδα, (380 π. Χ.). Εκτός της μεγαλοπρεπείας της λέξεως δεικνύει αρετάς μεγάλου δημοσιολόγου. Περιλαμβάνει δηλαδή σαφή έκθεσιν της συγχρόνου ιστορίας και της τότε καταστάσεως της Ελλάδος και θαυμασίαν δικαιολογίαν των Αθηνών και επίκλησιν προς τους Πανέλληνας υπέρ ανανεώσεως της συμμαχίας. Κατ' αλήθειαν δεν είναι ίσος προς πάντας τους Έλληνας· π.χ. ο τόνος των παραγράφων 122-132 δεν θα ήρεσεν εις τους Λακεδαιμονίους, αλλά θα συνεκίνησε τους νησιώτας. Μετά δύο έτη 70 πόλεις, ηγουμένης της Χίου, προσετέθησαν εις την Αθηναϊκήν συμμαχίαν και ο Ισοκράτης συνώδευσεν επί δύο έτη τον στρατηγόν Τιμόθεον αναλαβόντα να οργανώση τας συμμαχίδας νήσους και τας επιθαλασσίας πόλεις. Τότε φαίνεται ότι έγινε ξένος του Ευαγόρου, του βασιλέως της εν Κύπρω Σαλαμίνος, όστις εμάχετο σχεδόν μόνος επί οκτώ έτη κατά των Περσών. Η Κύπρος ήτο το μεθόριον μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων, και παν προς τα εμπρός βήμα του Ευαγόρου ήτο πρόοδος του πολιτισμού και της ελευθερίας, πάσα δε υποχώρησις ήτο επικράτησις βαρβαρικών νόμων και εθίμων. Το θέαμα τούτο αφήκε κέντρον διαρκές εις την ψυχήν του Ισοκράτους. Τω 374 ο Ευαγόρας ηττήθη και εφονεύθη, τον διεδέχθη δε ο υιός του Νικοκλής. Ο Ισοκράτης έγραψε τότε τον Προς Νικοκλέα, παρακινών αυτόν ενθουσιωδώς και δεξιώς ν' αναδειχθή άξιος του ελληνικού ονόματος βασιλεύς, τον Νικοκλέα, δημηγορίαν του βασιλέως ζητούντος παρά των Κυπρίων πρόθυμον υπακοήν, και τον Ευαγόραν, το πρώτον, ως λέγεται, εγκώμιον όπερ εγράφη περί συγχρόνου ανδρός.
Εν τω μεταξύ η εν Ελλάδι πολιτική κατάστασις μετεβλήθη. Η κατά των Λακεδαιμονίων συμμαχία των Αθηναίων και Θηβαίων ενίσχυσε μεν υπερβολικά τας Θήβας, αλλ' εξησθένισε τας Αθήνας παραπολύ. Το αντιθηβαϊκόν ρεύμα, όπερ ήτο ανέκαθεν εν Αθήναις ισχυρόν, απέβη βαθμηδόν ακατάσχετον· η πρώτη ρήξις φαίνεται ότι επήλθε κατά τα 373, ότε αι Θήβαι κατέστρεψαν αίφνης τας Πλαταιάς. Η μικρά πόλις ήτο λόγω σύμμαχος των Θηβών, αλλ' ουδέποτε φίλη· ώστε η συνθήκη επεδέχετο διαφόρους ερμηνείας. Οι απομένοντες κάτοικοι αυτής κατέφυγον εις Αθήνας, ζητούντες βοήθειαν προς επάνοδον εις την πατρίδα· αλλά τοιαύτη βοήθεια θα εσήμαινε ρήξιν των Αθηνών προς τας Θήβας και συμμαχίαν μετά της Σπάρτης. Διά του Πλαταϊκού ο Ισοκράτης συνηγορεί θερμώς υπέρ των Πλαταιών, αλλ' ο λόγος, εννοείται, ήτο πολιτική μελέτη. Πραγματικοί ρήτορες ήσαν υπέρ των Πλαταιών μεν και της Σπάρτης ο Καλλίστρατος, υπέρ δε των Θηβών ο μέγας Επαμεινώνδας. Τω 366 ο Ισοκράτης έγραψε και πάλιν υπέρ της αυτής πολιτικής. Αι Θήβαι μετά το περί Λεύκτρα τρόπαιον αποκαταστήσασαι την ανεξαρτησίαν της Μεσσήνης, εζήτουν την αναγνώρισιν αυτής ως ένα των όρων της ειρήνης. Πολλοί των συμμάχων των Λακεδαιμονίων ήθελον ειρήνην αντί πάσης θυσίας· η απελευθέρωσις της πολυπαθούς Μεσσήνης δεν έβλαπτεν αυτούς, εξήγειρε δε τον ενθουσιασμόν όλης της Ελλάδος, όν εξέφραζεν ο Αλκιδάμας εν τω *Μεσσηνιακώ. Αλλ' η Σπάρτη ουδέποτε θα ησύχαζεν, αν παρεχώρει το ευφορώτατον μέρος των κτήσεών της και είχεν εχθρούς γείτονας τους τέως υπηκόους. Αφήκε λοιπόν τους συμμάχους της να συνάψωσιν ειρήνην χωριστά. Ο δε Ισοκράτης γράψας τον Αρχίδαμον, ως δημηγορίαν του βασιλέως τούτου, υποστηρίζει τα δίκαια της Σπάρτης. Και η μεν υπόθεσις του λόγου ήτο δύσκολος, διότι αντέκειτο προς τας αρχάς του, αλλ' ο ρήτωρ επέτυχεν εις την πρακτικήν και αισθηματικήν έκθεσιν αυτής· ο λόγος είναι τω όντι πλήρης «ήθους» ως έλεγον οι αρχαίοι, διότι απεικονίζει τον σπαρτιατικόν χαρακτήρα, ιδίως εκεί [73 §λα'] όπου ο Αρχίδαμος προτείνει τα έσχατα μέτρα· να εκπέμψωσι δηλαδή τους γονείς και τα παιδία και τας γυναίκας εις Σικελίαν και Κυρήνην, ν' αφήσωσι την Σπάρτην και να καταλάβωσι χωρίον οχυρόν, εξ ού να βλάπτωσι τους πολεμίους, γινόμενοι και νυν ό,τι ήσαν άλλοτε, στρατόπεδον αοίκων μαχητών και όχι πόλις.
Και τότε πάλιν ο Ισοκράτης είδε την πολιτικήν του κατισχύουσαν και τας Αθήνας συμμαχούσας μετά της Σπάρτης. Αλλ' εν τω μεταξύ αι μεγάλαι των Αθηνών ελπίδες είχον μαρανθή· αι συμμαχίδες πόλεις υπώπτευον το άστυ, και αι δαπάναι της ηγεμονίας αυτών ήσαν μεγάλαι. Ο Ισοκράτης αφότου είχεν ιδεί τον Ευαγόραν, διεμόρφωσεν οριστικώτερον το πολιτικόν του πρόγραμμα· τούτο ήτο ειρήνη μεταξύ των Ελλήνων, κατάλυσις της πειρατείας, απελευθέρωσις των εν Ασία Ελληνίδων πόλεων, ακώλυτος προς τα εκεί αποικισμός και παγκόσμιος του ελληνισμού διάδοσις. Ήδη από του 367 είχε δημοσιεύσει επιστολήν προς τον Διονύσιον των Συρακουσών, όστις τότε είχε σώσει τους εν τη Δύσει Έλληνας από των Τυρρηνών και των Καρχηδονίων, καλών αυτόν εις την Ανατολήν προς απελευθέρωσιν των Ελληνίδων πόλεων από των Περσών. Αλλ' ο Διονύσιος απέθανε κατά το επόμενον έτος, ο δε Ισοκράτης ήλπιζε πλέον τα πάντα παρά της αθηναϊκής συμμαχίας. Αλλ' όμως τω 357 η συμμαχία διελύθη, ο δ' επακολουθήσας πόλεμος κατέληξεν εις την απώλειαν της ηγεμονίας. Αι Αθήναι κατέβησαν έκτοτε εις την σειράν κοινής μεγάλης ελληνικής πόλεως και υπό την ηγεσίαν του Ευβούλου κατεγίνοντο μόνον εις περιορισμόν των δαπανών και διατήρησιν της ειρήνης. Ο Ισοκράτης ήτο εκ των ολίγων όσοι ενόησαν τι εσήμαινεν η τοιαύτη πολιτική, δηλαδή τελικήν εγκατάλειψιν πάσης αξιώσεως. Εν τω Περί ειρήνης υποστηρίζει την αυτονομίαν των πόλεων, μεταχειριζόμενος επιχειρήματά τινα των νησιωτών, άπερ είχεν άλλοτε αποκρούσει εν τω Πανηγυρικώ.
Περί τους αυτούς χρόνους διά του Αρεοπαγιτικού συνηγόρησεν υπέρ της κατ' οίκον μετρίας πολιτικής, δηλαδή της του Φωκίωνος και του Αριστοτέλους, ζητών επάνοδον εις την «πάτριον πολιτείαν» των παλαιών Αθηνών, ήν συνδέει μετά του Αρείου Πάγου. Φανερώτερον ο λόγος είναι συνηγορία υπέρ του Ευβούλου, καθώς ο Οικονομικός του Ξενοφώντος. Αλλ' είν' επίσης και απόδειξις της ηθικής καταστάσεως και της δυσπιστίας του καιρού εκείνου, του αισθήματος όπερ άγει τον Δημοσθένην εις μομφάς καθ' όλης της Ελλάδος. Ολίγον προ του τέλους του κοινωνικού πολέμου ο Ισοκράτης έγραψε την προς Αρχίδαμον της Σπάρτης επιστολήν καλών αυτόν όπως άλλοτε τον Διονύσιον. Τις άλλος ηδύνατο καθώς εκείνος να εκστρατεύση κατά των βαρβάρων; Ο πατήρ του ο Αγησίλαος εξεστράτευσε και εδοξάσθη, απέτυχε δε μόνον επειδή ανεκόπη, και επειδή επεχείρησε «των φίλων τους φεύγοντας εις τας πόλεις καταγαγείν». Όθεν ο Αρχίδαμος έπρεπε τους μεν Έλληνας ν' απαλλάξη των πολέμων, τους δε βαρβάρους να παύση υβρίζοντας. Ο Ισοκράτης ήτο τότε (356) 80 ετών και τα πλείστα των έργων του έχουσιν αρκετήν μεμψιμοιρίαν, ήν φαίνεται και αυτός συναισθανόμενος· αλλά το πολιτικόν του βλέμμα παρέμεινεν εκτάκτως οξύ και απροκατάληπτον. Επέμενε πάντοτε εις την κυρίαν του ιδέαν, αλλά μετέβαλλε δεξιώς το ένδυμά της. Είχεν ήδη εγκαταλείψει την ελπίδα της αθηναϊκής ηγεμονίας, και έπαυσε πιστεύων — ίσως ευκολώτερον ή όσον έλεγεν (298) — εις την ανόρθωσιν της πολιτείας. Μετά δε την αποτυχίαν του Αρχιδάμου εστράφη προς τον Φίλιππον. Ως ο Δημοσθένης, έβλεπε και αυτός ότι ο Φίλιππος ήτο αυξανομένη δύναμις· αλλά δεν εθεώρει αυτόν εχθρόν· προ πολλού είχεν εννοήσει ότι η ηγεμονία των Αθηνών ήτο πλέον απραγματοποίητος. ΠροσεπάΘησε λοιπόν να διατηρή φιλίαν προς τον Φίλιππον, και δι' αυτής να μετριάζη τας εκ του πολέμου συμφοράς. Είναι δε δύσκολον ν' αναγνώση τις απαθής τον Φίλιππον, τον προς τον βασιλέα λόγον, όν έγραψεν αμέσως μετά την ειρήνην του 346· κατά την διάρκειαν του κατ' αυτού πολέμου είχεν αποφύγει να του γράψη, αλλ' ήδη ελάλησε μετά πολλής παρησσίας (299) αλλά και πολλής δεξιότητος. Λέγει προς αυτόν ότι και άλλοτε ανεζήτησεν ηγεμόνα της Ελλάδος, τον Ιάσονα των Φερών, τον Διονύσιον, τον Αρχίδαμον, αλλ' ουδείς τούτων ηύρεν οποίαν ο Φίλιππος ευκαιρίαν ότι πρέπει να διαλλάξη τους Έλληνας, — τας Αθήνας, την Σπάρτην, και Θήβας και την Κόρινθον — και ν' αναδειχθή ελευθερωτής και φιλάνθρωπος ηγεμών της Ελλάδος και ευεργέτης πάντων. Τούτο δεν πρέπει να θεωρήσωμεν ως απλούν όνειρον του Ισοκράτους. Ό,τι επίστευεν ήτο πραγματικόν, και απεδείχθη παντός άλλου, εγγύτερον προς τα κατόπιν συμβάντα. Όσα δε δεινά εζήτει ο Ισοκράτης να περιστείλη ήτο πράγματι ανάγκη να εκλείψωσιν, η οικονομική στενοχώρια, ο πλεονάζων πληθυσμός, οι πολλοί μισθοφόροι, και οι πειραταί, οίτινες εκτός της βραχείας ηγεμονίας των Αθηνών, της Ρόδου [της Κωνσταντινουπόλεως] και ίσως της Βενετίας, εβασάνισαν την ανατολικήν Μεσόγειον από του Ομήρου μέχρις αυτού του δεκάτου ενάτου αιώνος.
Αλλ' αι Αθήναι απέβλεπον εμμόνως εις τον ολέθριον πόλεμον, ουδόλως υποχωρούσαι εις τον εχθρόν. Τότε ο Ισοκράτης εμισήθη, αλλ' είναι άξιον προσοχής, ότι ουδέ κατά τους καχυπόπτους εκείνους καιρούς διεβλήθη ως δωροδόκος. Τον ωνόμαζον μόνον διαφθορέα των πολιτικών, όσοι υπήρξαν μαθηταί του. Κατά των διαβολών εκείνων έχομεν δύο απολογίας· τον Παναθηναϊκόν, — όστις εγράφη χάριν των Παναθηναίων τω 342, αλλά δεν επερατώθη εγκαίρως — δεύτερον εκχύλισμα του Πανηγυρικού, και τον Περί αντιδόσεως, υπεράσπισίν του διδασκαλικού του βίου.
Μετά μίαν έτι επιστολήν ο μακρός βίος εκόπη. Η μάχη της Χαιρωνείας του 338 έπληξε βαρύτατα τον γέροντα. Ήτο μεν αυτή πλήρωσις των προρρήσεών του και καθίστα το πρόγραμμά του δυνατόν, αλλ' όμως ήτο ανυπόφορος. Η πατρίς του εταπεινώθη, ο δε ήρως του ελέγετο ότι έπινεν εύθυμος εν μέσω των νεκρών. Τότε ο Ισοκράτης εξετέλεσε την τελευταίαν προς την πατρίδα του υπηρεσίαν. Έγραψε νέαν επιστολήν [3] προς τον νικητήν του οποίου ουδείς εγνώριζε τας διαθέσεις· δεν μετεχειρίσθη καμμίαν λέξιν υποταγής, ουδέ συνεχάρη τον Φίλιππον διά την νίκην· αλλά θεωρών αγαθάς τας προς τους Έλληνας διαθέσεις αυτού, τον προτρέπει και πάλιν ήδη, ότε το πράγμα τυγχάνει «πολύ ράον», ν' αναγκάση «τους βαρβάρους ειλωτεύιν». Αλλ' ο Ισοκράτης δεν είδε το αποτέλεσμα της παραινέσεώς του. Ηυτοκτόνησεν άρα γε; Οι μεταγενέστεροι — ο Διονύσιος, ο Παυσανίας, ο Φιλόστρατος, ο Λουκιανός, ο Ψυδοπλούταρχος και ο Βίος — ομοφωνούσιν. Οπωσδήποτε βέβαιον είναι ότι εννέα ημέρας — ο Αριστοτέλης λέγει πέντε — μετά την μάχην της Χαιρωνείας ο Ισοκράτης ήτο νεκρός.
Οι επτά δικανικοί του λόγοι είν' έντεχνοι, και απηλλαγμένοι σοφισμάτων, αλλά και υπέρ το δέον κομψοί και γλαφυροί. Αι δε επιστολαί του, η τοις Ιάσονος παισίν, η Τιμοθέω, και η τοις Μυτιληναίων άρχουσι, μαρτυρούσι πόσην είχε δύναμιν ο μονήρης εκείνος διδάσκαλος. Οι δε θεωρούντες αυτόν κόλακα των βασιλέων, προς ούς έγραφεν, ας αναγνώσωσι και την επιστολήν του Σωκρατικού αντιπάλου του (300), (του Σπευσίππου;)
Είπομεν ήδη τινά περί του πώς διέκειτο προς αυτόν ο Πλάτων (301). Και ο Αριστοτέλης δεν ήτο διάφορος. Οι μαθηταί των ανέπτυξαν κατόπιν πολλήν αμοιβαίαν έχθραν, αλλ' οι διδάσκαλοι εσέβοντο αλλήλους. Και ο μεν Πλάτων είχεν άλλην σφαίραν ενεργείας· αλλ' ο Αριστοτέλης εδίδαξε και αυτός ρητορικήν και ελέγετο ότι παρωδών στίχον του Ευριπίδου είπεν· « Αισχρόν εστι σιγάν, Ισοκράτη δ' εάν λέγειν» { "Base to sit dumb, and let barbarians speak" by substituting 'Isocrates' for 'barbarians.' }. Η αυστηρά επιστημονική μέθοδος της Ρητορικής του ήτο, εννοείται, επίκρισις της κατά το ήμισυ εμπειρικής μεθόδου του Ισοκράτους. Αλλ' ο Αριστοτέλης επέκρινε μεν, αλλά και εδιδάσκετο. Όχι μόνον το πρώτον του έργον η περί φιλοσοφίας παραίνεσις εδείκνυε προτίμησιν προς το Ισοκρατικόν πρότυπον αντί του Πλατωνικού, αλλά και κατόπιν οσάκις επεζήτησε καλόν ύφος, εμιμήθη το του Ισοκράτους. Έπειτα δε μεταξύ των παλαιοτέρων διδασκάλων της ρητορικής ο Ισοκράτης, αν και μη φιλόσοφος όσον ήθελεν ο Αριστοτέλης, ήτο πάντως ο φιλοσοφικώτερος. Και εις τούτο, καθώς εις παν άλλο, ηκολούΘησε την μέσην οδόν και απέφυγε την μανίαν των ακροτήτων. Αλλά κατά τινας τούτο ήτο και το κύριον ελάττωμά του. Τι ήτο; τεχνίτης του ύφους ή πολιτικός συγγραφεύς; Συνεβούλευε πράγματι την πόλιν, ή απλώς παρείχεν υποδείγματα ρητορείας εις τους μαθητάς του;
Τοιαύτη επίκρισις δεν είναι δικαία· διότι δύναται να εφαρμοσθή εις πάντα ρήτορα και λογογράφον, εις τον Γράτταν, τον Βούρκε, τον Κικέρωνα και αυτόν τον Δημοσθένη. Ίσως η αληθινή αιτία του περιέργου εκείνου καμάτου, όν παράγει σήμερον εις τον αναγνώστην ο Ισοκράτης, είναι αφ' ενός μεν η αποστροφή μας προς την κανονικότητα του ρέοντος και ομαλού ύφους, όπερ τόσον διέδωκεν ο δέκατος όγδοος αιών, ώστε ημείς το βαρυνόμεθα· αφ' ετέρου δε η εξ αυτού έλλειψις πάσης υψηλοτέρας εμπνεύσεως. Ο Ισοκράτης ήτο μάταιος· επεδίωκε πεζόν λόγον υπέρτερον των Ομηρικών επών, εν ώ δεν ενόει την ποίησιν και απεδοκίμαζε την μουσικήν. Αλλά τοιαύτα σφάλματα δεν συγχωρούνται· διότι προσβάλλουσιν ό,τι αιώνιον έχει ο βίος των ανθρώπων. Κατά δε την θρησκείαν ο Ισοκράτης ήτο μέτριος, ως συνήθως· δηλαδή ευσεβής, αλλ' ουδέποτε δεισιδαίμων, μεταχειριζόμενος τας θρησκευτικάς παραδόσεις ως στοιχεία των λόγων του και βαθύτερον αποδεικνύων την έλλειψιν εκείνην πάσης πίστεως — είτε εις τον νουν, είτε εις τον Δία, είτε εις την φιλοσοφίαν — την έλλειψιν, ήτις είναι χαρακτηριστικόν των μετρίων και πρακτικών ηθικολόγων. Αλλ' όμως υπήρξε χρηστός και οξύς, ισχυροτάτη δύναμις εν τη ιστορία των γραμμάτων, και είς των μεγίστων διδασκάλων, όσοι ποτέ υπήρξαν. (302)
ΙΖ'
ΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΤΣ ΠΑΙΑΝΙΕΥΣ
Ο ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ (303) έχασε τον πατέρα του επταετής. Οι δε κηδεμόνες του ενοσφίσθησαν την περιουσίαν του και αφήκαν απροστάτευτον την μητέρα του, [ήτις ήτο σκυθικής καταγωγής], Εκείνη όμως κατώρθωσε να αναθρέψη το ασθενικόν, δειλόν, κα αγύμναστον παιδίον. Εξάπαντος δε και οι δύο θα εκάθηντο συχνά συλλογιζόμενοι πόσα είχον αδικηθή. Ο δε Δημοσθένης ευθύς ως απέκτησε το νόμιμον δικαίωμα εκίνησε κατά των κηδεμόνων του αγωγήν [364]. Αυτοί ήσαν άνθρωποι ισχυροί μεταξύ της τότε διοικούσης φατρίας, και επεχείρησαν ν' αποκρούσωσι το μειράκιον δι' ανταγωγής και στρεψοδικίας. Ότε δε τέλος εκέρδισε την δίκην, δεν υπήρχε πλέον πολλή περιουσία προς ανάληψιν. Ούτως ο Δημοσθένης ωφελήθη μάλλον εκ της πρακτικής πείρας των νόμων και της δικανικής, εις ήν τον είχον, ως λέγεται, ασκήσει και τα μαθήματα του Ισαίου, και απέκτησεν έχθραν προς τους εν τη αρχή. Αλλά και ο πολυχρόνιος περί χρημάτων αγών εζημίωσεν αυτόν. Φυσικά δε ήτο σπάταλος· επροίκιζε θυγατέρας απόρων πολιτών, απελύτρωνεν αιχμαλώτους, και τέλος εξώπλισε τριήρη — ετέλεσε δηλαδή μίαν των δαπανηροτάτων λειτουργιών των πολιτών. Ούτως έπεσεν εις ανέχειαν και ήρχισε να γράφη λόγους και ίσως να διδάσκη ρητορικήν. Αλλά ταχέως ευδοκίμησεν εις το έργον, καίτοι εκ φύσεως ήτο τραυλός και είχε φωνήν διακοπτομένην· ανελάμβανε δε σπουδαίας υποθέσεις, δεν ανεμειγνύετο εις δίκας εταίρων, ως ο Υπερείδης, και απέφευγε τας συκοφαντικάς καταμηνύσεις, έγραφε δε και εδημηγόρει πάντοτε περί σπουδαίων πολιτικών θεμάτων.
Η πρώτη δημοσία παράστασις αυτού έγινεν ίσως τω 355 ότε είπε τον προς Λεπτίνην, όστις είχε προτείνει νόμον, είναι μηδέν' ατελή, δηλαδή να μη μένη κανείς αφορολόγητος. Τούτο ήτο φανερόν οικονομικόν μέτρον, αλλ' αι ατέλειαι ήσαν αμοιβαί σπουδαίων διπλωματικών υπηρεσιών και απετέλουν μέρος της πολιτικής των τότε αντιπολιτευομένων, εις ούς κατετάχθη ο Δημοσθένης.
Κατά τα 357 είχεν αναλάβει την αρχήν ο Εύβουλος, ότε η κατάστασις εχρειάζετο περισυλλογήν και ησυχίαν. Η οικονομική αυτού πολιτική απεδείχθη εξαιρέτως τελεσφόρος, αλλ' εσήμαινεν εγκατάλειψιν της ηγεμονίας και κάτι χειρότερον. Διότι ο Φίλιππος ο από πολλού πολέμιος της πόλεως, κατελάμβανε το έν μετά το άλλο, τα επί της Θράκης αθηναϊκά χωρία, ο δε Εύβουλος, επειδή ο δήμος απέστεργε την ειρήνην, περιωρίζετο εις ασθενή αποκλεισμόν των μακεδονικών παραλίων και μερικάς επιδρομάς. Οι μεν σφοδροτέροι των αντιθέτων αυτού εζήτουν μαινόμενοι στρατόν 30 χιλιάδων μισθοφόρων, όπως εισβάλωσι κατ' ευθείαν εις την Πέλλαν, ο δε Δημοσθένης ήθελε μόνον έντονον δράσιν, ώστε δι' αξιολόγου τινός επιτυχίας να συναφθή έντιμος ειρήνη.
Αλλά πλην του Φιλίππου ο Δημοσθένης εστρέφετο και προς άλλα του πολιτικού ορίζοντος σημεία. Διά του Υπέρ της Ροδίων ελευθερίας λόγου (353 ή 351 π. Χ;) προέτρεπε τους Αθηναίους να βοηθήσωσι τους δημοκρατικούς της Ρόδου ελπίζοντας ότι θ' ανακτήσωσι μέρος της άλλοτε δυνάμεως της πόλεως ανά το Αιγαίον. Αλλ' ο Εύβουλος ήτο εναντίον της αναμείξεως εις τον αγώνα εκείνον. Διά δε του Υπέρ Μεγαλοπολιτών (353 π. Χ.;) ο Δημοσθένης, φοβούμενος την αύξησιν της Σπάρτης, προέτρεπεν εις προστασίαν της πιεζομένης Μεγάλης πόλεως. Και ίσως μεν ενεργός βοήθεια θα ήτο τότε αδύνατος, αλλά πιθανώς ηδύνατο να προλάβη το ολέθριον αποτέλεσμα, ότι δηλαδή έκτοτε οι εν Πελοποννήσω εχθροί των Λακεδαιμονίων απέβλεπον πλέον προς τον Φίλιππον. Τω 352 ο Φίλιππος απεπειράθη να διαβή τας Θερμοπύλας· και ο μεν Εύβουλος εξεγερθείς επί τέλους ανέκοψεν αυτόν, αλλ' ο κύνδυνος ήτο ήδη άμεσος και δεινός, ο δε Δημοσθένης αναπτύσσει αυτόν διά του πρώτου Φιλιππικού. Ο Φίλιππος υποχωρήσας τότε προς βορράν, επολιόρκησε την Όλυνθον οι δε Αθηναίοι γνωρίζοντες την σπουδαιότητα της πόλεως εκείνης, έπεμψαν εις επικουρίαν αυτής τρεις στρατιάς· αλλ' ο πολιτικώτατος βασιλεύς κατώρθωσε να εξεγείρη στάσιν εν Ευβοία. Ο Δημοσθένης διά των τριών Ολυνθιακών αδιστάκτως παρορμά προς βοήθειαν της Ολύνθου· αλλ' οι κυβερνώντες επεδίωξαν το προχειρότερον, να σώσωσι την Εύβοιαν καθό πλησιεστέραν. Και η μεν Εύβοια εσώθη, αλλά η Όλυνθος έπεσε και η πόλις δεν ηδύνατο πλέον να παρατείνη τον αγώνα, ότε δε ο Φιλοκράτης προέτεινεν ειρήνην, ο Δημοσθένης υπεστήριξεν αυτήν και εχειροτονήθη είς των δέκα πρέσβεων, όσοι εστάλησαν να διαπραγματευθώσι μετά του Φιλίππου. Αλλά μεταξύ εκείνων ουδένα είχεν ομόφωνον.
Επιφανέστατος αυτών μετά τον Φιλοκράτην ήτο ο ΑΙΣΧΙΝΗΣ (389 — 314 π. Χ.), ανήρ λόγιος και ουχί ταπεινού γένους, «των δε δήμων Κοθωκίδης»· αλλ' ένεκα των δυστυχημάτων του πολέμου πάντες οι οικείοι αυτού είχον αναγκασθή να ζητήσωσι βιοποριστικόν έργον· και ο μεν πατήρ του Ατρόμητος έγινε διδάσκαλος, η δε μήτηρ Γλαυκοθέα τελέστρια των μυστηρίων. Αυτός δε ο Αισχίνης έγινεν υποκριτής, — το θεατρικόν επάγγελμα δεν ενομίζετο χυδαίον — και γραμματεύς της πόλεως. Αποστρεφόμενος τους δημαγωγούς, ήτο φίλος του Ευβούλου. Οι δε τρεις σωζόμεμενοι αυτού λόγοι σχετίζονται με τον Δημοσθένη και την πρεσβείαν εκείνην.
Αι διαπραγματεύσεις υπήρξαν μακραί. Τέλος συνωμολογήθη συνθήκη, αλλά περιέχουσα δύο τουλάχιστον επικίνδυνα διφορούμενα· περιελάμβανε δηλαδή τους Αθηναίους «_και τους Αθηναίων συμμάχους _» και κατέλειπε τους συνθηκολογούντας κυρίους των χωρίων όσα τότε κατείχον. Αλλ' οι Αθηναίοι εφοβούντο περί δύο εμπολέμων, οίτινες ήσαν μεν σύμμαχοι, ουχί δε και υποτελείς· περί του Κερσοβλέπτου, βασιλέως κρατιδίου τινός της Θράκης, και περί των Φωκίων, ούς αν προσέβαλλεν ο Φίλιππος, θα εισεχώρει πλέον εις τα σπλάγχνα της Ελλάδος. Οι πρέσβεις του Φιλίππου δεν εδέχοντο μνείαν των δύο τούτων συμμάχων εν τη συνθήκη, οι δε Αθηναίοι πρέσβεις ήλπιζον να πείσωσιν αυτόν τον Φίλιππον. Περί δε του χρόνου της ειρήνης, οι μεν Αθηναίοι ήσαν υπόχρεοι αφ' ής ημέρας έλαβον τους όρκους. Αλλ' άραγε ο Φίλιππος θα ενόμιζεν εαυτόν εξ ίσου δεσμευόμενον ή θα εξηκολούθει τας επιχειρήσεις του μέχρις ού ήθελεν ομόσει; Ο μεν Φιλοκράτης και ο Αισχίνης ενόμιζον προτιμότερον να θεωρήσωσιν ως αναμφίβολον την καλήν πίστιν του βασιλέως και να προχωρήσωσι κατά τους συνήθεις τύπους. Αλλ' ο Δημοσθένης εζήτει να σπεύσωσιν όσον ήτο δυνατόν, ισχυριζόμενος ότι δεν ήτο ανάγκη να εύρωσι τον Φίλιππον εις την Πέλλαν, αλλ' όπου και αν ήτο, έστω και στερούμενοι πληρεξουσίων. Αλλ' όμως επήλθον πολλαί αναβολαί και ότε τέλος ο Φίλιππος συνήντησε τους πρέσβεις είχεν ήδη σαρώσει τον Κερσοβλέπτην και στρογγυλεύση τα προς ανατολάς όρια του κράτους του. Τότε ο Δημοσθένης διεφώνησε φανερά προς τους συμπρεσβευτάς και τον βασιλέα· απέρριψε τα συνήθη προς τους πρέσβεις δώρα, άπερ ο Φίλιππος έδιδε «μεγαλοψύχως», δεν προσήλθεν εις την επίσημον θυσίαν και ηθέλησε ν' αναχωρήση μόνος. Επιστρέψας δε εις Αθήνας, προέτεινεν όπως μηδένα δοθή ο συνήθης πρεσβευτικός στέφανος.
Προ της παρόδου του μηνός ο Φίλιππος διήλθε τας Θερμοπύλας, εκυρίευσε την Φωκίδα και ηξίωσεν ως ανήκων ήδη εις την Αμφικτυονίαν, ν' αναμειγνύεται εις τα πράγματα της Ελλάδος, κατ' εκείνο δε το έτος (346) προήδρευσε και των Πυθίων. Τότε οι Αθηναίοι έξαλλοι εξ οργής ήθελον να κηρύξωσι λυθείσαν την ειρήνην· αλλ' ο Δημοσθένης διά του Περί της ειρήνης απέδειξε πόσον ολέθριον θα ήτο τούτο. Η αγανακτήσις όμως κατά των πρέσβεων ήτο φοβερά και οι αντίπαλοι κατήλθον εις δικαστικούς αγώνας. Ο Δημοσθένης μετά τινος Τιμάρχου κατεδίωξαν τον Αισχίνην ως παραπρεσβεύσαντα. Ο Αισχίνης εκινδύνευε και διέφυγε μόνον διά της τολμηράς Κατά Τιμάρχου ανταγωγής, δι' ής απέδειξε τον Τίμαρχον «_ ηταιρηκότα _». Σήμερον ίσως τοιαύτη κατηγορία θα προεκάλει μόνον επιζήμιον σκάνδαλον· αλλά τότε ο Τίμαρχος απεστερήθη πάντων των πολιτικών δικαιωμάτων [και κατά τινας «απήγξατο»]. Ο Αισχίνης απηλλάγη, αλλ' οι φίλοι του δεν υπήρξαν τόσον ευτυχείς. Ο Φιλοκράτης δραπετεύσας κατεδικάσθη.
Κατήγορος αυτού υπήρξεν ΥΠΕΡΕΙΔΗΣ ο Γλαυκίππου, ρήτωρ θεωρούμενος διά την ρώμην του λόγου δεύτερος μόνον του Δημοσθένους, ανώτερος δε και αυτού κατά την χάριν (304). Πολιτευόμενος ανήκεν εις τους άκρους εναντίους των Μακεδόνων· κατά δε την δίαιταν ήτο πασίγνωστος φιλήδονος και εκωμωδείτο ως οψοφάγος (305) Ο σωζόμενος βίος του είναι συρραφή ανεκδότων, γνωστότατον δε είναι ότι επέδειξεν εις τους δικαστάς τα στήθη της Φρύνης. Οι λόγοι του είχον ολόκληροι χαθή, μέχρις ού από του 1848 ήρχισαν ν' ανακαλύπτωνται επί παπύρων της Αιγύπτου μεγάλα αποσπάσματα [6 μέχρι τούδε λόγων] ουχί μεν εύγλωττα, αλλ' υπερβαίνοντα και τους Λυσιακούς λόγους εις την δροσερότητα, την ευφυολογίαν και την αποφυγήν πάσης σοφιστείας (306).
Ο δε Δημοσθένης ήτο απησχολημένος εις την παρασκευήν του μέλλοντος πολέμου και απόκρουσιν των εν Πελοποννήσω ραδιουργιών του Φιλίππου· (β' Φιλιππικός). Ήτο λυπηρόν ότι τω 344 ανέλαβε την παλαιάν κατά του Αισχίνου αγωγήν, την Περί της παραπρεσβείας. Οι λόγοι και των δύο ρητόρων σώζονται· και ο μεν Αισχίνης φαίνεται ανώτερος εαυτού, ο δε Δημοσθένης κατώτερος. Διότι η επίθεσις αυτού ήτο παράφορος, ο δε χαρακτηρισμός των γεγονότων ένεκα της προκαταλήψεώς του άδικος. Πιθανώς ηδύνατο ν' αποδείξη ότι ο Αισχίνης ήτο νωθρός πρέσβυς, αλλά δεν έπεισε τους δικαστάς, ότι ήτο και προδότης. Όθεν ο Αισχίνης ηθωώθη, ο δε Δημοσθένης δεν προέβη αμέσως εις την έκδοσιν του λόγου.
Ο Περί των εν Χερρονήσω [341] υπερασπίζει τον στρατηγόν Διοπείθη, κατηγορούμενον υπό των φιλιππιζόντων διά παράβασιν της ειρήνης, ο δε γ' Φιλιππικός καταγγέλλει προς πάντας τους Έλληνας την πανουργίαν του Φιλίππου. Και άλλαι δημηγορίαι του Δημοσθένους είναι απηλλαγμέναι παντός ό,τι καλούμεν ημείς «ρητορικήν» και δεικνύουσι την αυτήν αυταπάρνησιν· αλλ' ο γ' Φιλιππικός είναι αληθώς μοναδικός εν τη λογοτεχνία· ουδεμίαν δεικνύει στενότητα «πατριωτισμού», εκφράζει το προαίσθημα της επικειμένης καταστροφής και έχει πένθιμον της φράσεως μελωδίαν. Ο πόλεμος εκηρύχθη τω 340 και κατ' αρχάς έβαινε καλώς υπέρ των Αθηναίων. Αλλά θρησκευτική ραδιουργία μετέβαλε τα πράγματα. Οι Λοκροί κατηγόρησαν τους Αθηναίους ως ασεβείς ενώπιον των Αμφικτυόνων. Η ασέβεια εσήμαινε τότε ό,τι η αίρεσις κατόπιν, δηλαδή πας ήτο δυνατόν να ευρεθή ασεβής, εάν ήθελε το δικαστήριον. Οι Αθηναίοι είχον παρά τους τύπους αφιερώσει Θηβαϊκάς τινας ασπίδας. Αλλά και οι Λοκροί βεβήλως κατέλαβον ιεράν γην της Κίρρας. Ο Αισχίνης, όστις ήτο τότε αντιπρόσωπος των Αθηνών, («πυλαγόρας»}, κατώρθωσε να στρέψη την φιλοπόλεμον δεισιδαιμονίαν του συνεδρίου εναντίον των Λοκρών και εκόμπαζε διά τούτο. Αλλά ταυτοχρόνως εξυπηρέτει και τον Φίλιππον, διότι τούτο ήθελε και εκείνος, ένα οιονδήποτε ιερόν πόλεμον, ότε οι Αμφικτύονες στερούμενοι στρατού, θα προσέφευγον εις αυτόν, ως προστάτην του ιερού. Αφ' ού δε διέβη τας Θερμοπύλας, απέρριψε το προσωπείον. Κατά την υστάτην στιγμήν ο Δημοσθένης κατώρθωσεν ό,τι εζήτει από πολλού, την μετά των Θηβαίων συμμαχίαν. Αλλ' η στρατηγική των Μακεδόνων ήτο υπερτέρα, και οι σύμμαχοι συνετρίβησαν παρά την Χαιρώνειαν τω 338.
Οι Αθηναίοι εδέχθησαν την συμφοράν εκείνην μετά της συνήθους μεγαλοψυχίας. Αυθορμήτως κατέβαλον προς τον Λυκούργον, τον τότε ταμίαν, μεγάλας εισφοράς και τα τείχη επεσκευάσθησαν προς έσχατον αγώνα. Αλλ' ο Φίλιππος δεν επεζήτει τούτον. Απέστειλε τον ρήτορα Δημάδην, όστις είχεν αιχμαλωτισθή, να είπη ότι εδέχετο προτάσεις περί ειρήνης. Οι μακεδονίζοντες, ο Φωκίων, ο Αισχίνης και αυτός ο Δημάδης εχειροτονήθησαν πρεσβευταί και αι Αθήναι αντί ελαφρών όρων συμπεριλήφθησαν εις την κατά των Περσών υπό την ηγεσίαν του Φιλίππου συμμαχίαν. Αλλά κατόπιν επήλθε πόλεμος δικαστικός καθ' όν οι μακεδονίζοντες εζήτουν ν' απολακτίσωσι τους φιλοπολέμους. Ο Υπερείδης κατά την πρώτην συγκίνησιν, την εκ της ήττης, προέτεινεν απελευθέρωσιν και εξοπλισμόν των δούλων. Τούτο ήτο παράνομον, ότε δε ο Αριστογείτων κατηγόρησεν αυτόν, «τούτο το ψήφισμα» είπεν «ουχ ο ρήτωρ έγραψεν, αλλ' η εν Χαιρωνεία μάχη·» (307). Το επιχείρημα ήτο αρκετόν και ο Υπερείδης ηθωώθη. Αλλά κατά του Δημοσθένους έγινεν έφοδος λυσσαλέα· ο Αριστογείτων, ο Σωσικλής, ο Φιλοκράτης, ο Μελάνθιος και άλλοι κατέτρεχον αυτόν· αλλ' ο δήμος παρέμεινεν ακλόνητος· τινές των κατηγόρων δεν έλαβον ουδέ το πέμπτον των ψήφων, ο δε Δημοσθένης εξελέγη όπως είπη και τον επιτάφιον εις τους νεκρούς της Χαιρωνείας (308). Τότ' επήλθεν η απρόοπτος αντεπίθεσις του ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ κατά των μακεδονιζόντων. Λυκούργος ο Λυκόφρονος ήτο άλλος Κάτων· εντιμότατος ευπατρίδης αυτός, είχε την μανίαν να εκριζώση και πάσαν διαφθοράν των πολιτών. Αλλ' αι απαιτήσεις του ήσαν αυστηρόταται· ο μόνος σωζόμενος λόγος του, ο Κατά Λεωκράτους κατηγόρει τον άνθρωπον τούτον ως προδότην, διότι μετά την ήτταν της Χαιρωνείας, εγκατέλιπε την πόλιν αντί να μείνη και να κοινωνήση των κινδύνων (309). Η ποινή της μικράς ταύτης αφιλοπατρίας ήτο θάνατος και των δικαστών αι ψήφοι εδιχάσθησαν (310)
Τούτο δεικνύει το φρόνημα της πόλεως· αλλά πάσα κατά του Μακεδόνος αντίστασις ήτο τότε αδύνατος. Οι Αθηναίοι εδέχοντο την καιροσκόπον πολιτικήν, όπως ερρύθμιζον αυτήν ηνωμένοι ο Δημοσθένης και ο Δημάδης. Ότε δ' εγνώσθη η δολοφονία του Φιλίππου, εμελετάτο εξέγερσις, αλλά ταύτην προέλαβεν η γοργότης του Αλεξάνδρου. Ολίγον κατόπιν διεδόθη ότι ο Αλέξανδρος εφονεύθη εν Ιλλυρία και τότ' επανεστάτησαν αι Θήβαι, ο δε Δημοσθένης ήθελε συμμαχίαν μετ' αυτών. Στρατός και στόλος παρεσκευάσθη, χρήμα επέμφθη εις τας Θήβας και πρέσβεις εστάλησαν εις τον μέγαν βασιλέα, ζητούντες περσικήν βοήθειαν, ότε ο Αλέξανδρος επανήλθε, κατέσκαψε τας Θήβας και εζήτησε την παράδοσιν δέκα πρωτευόντων φιλοπολέμων, εννοείται και του Δημοσθένους. Αλλ' ο Δημάδης, ο μεσίτης της Χαιρωνείας, εμεσολάβησε και πάλιν, ώστε ο Αλέξανδρος ηρκέσθη μόνον εις την καταδίκην του στρατηγού Χαριδήμου και αφήκε τους λοιπούς (335 π. Χ.).
Αι επανειλημμέναι αύται αποτυχίαι κατέστησαν φυλακτικώτερον τον Δημοσθένην· προσεχώρησε λοιπόν έτι περισσότερον προς την καιροσκοπίαν του Δημάδου, απομακρυνόμενος βαθμηδόν από των άκρων φιλοπολέμων. Τούτο έδιδεν εις τους παλαιούς του αντιπάλους λαβήν προς την από πολλού σκευωρουμένην επίθεσιν. Κάποιος Κτησιφών — ονομαστός κατά τον Αισχίνην διότι ήτο ο μόνος γελών διά τους αστεϊσμούς του Δημοσθένους — είχε προτείνει, ολίγον μετά την εν Χαιρωνεία μάχην, να στεφανωθή ο Δημοσθένης εν τω θεάτρω του Διονύσου διά στεφάνου χρυσού, «αρετής συμπάσης ένεκα και ευνοίας της προς την πόλιν». Αμέσως ο Αισχίνης «εγράψατο Κτησιφώντα παρανόμων», Αλλ' η δίκη ανεβλήθη μέχρι του 330. Ο Κατά Κτησιφώντος του Αισχίνου στηρίζεται εις τα εξής τρία· πρώτον ότι ήτο παράνομον να στεφανωθή υπεύθυνος έτι άρχων, ο δε Δημοσθένης κατείχε τότε δύο αρχάς· δεύτερον, ότι παράνομος ήτο ανακήρυξις εν τω θεάτρω και τρίτον, ότι ο Δημοσθένης δεν ήτο πολίτης αγαθός ουδέ άξιος του στεφάνου. Ήτο φανερόν, ότι αν το τρίτον κεφάλαιον συνεζητείτο, τα δύο πρώτα θα ήσαν ασήμαντα. Η αγωγή, εννοείται, ήτο άμεσος πρόκλησις προς τον Δημοσθένη και αυτός αντεπεξήλθεν ως συνήγορος του Κτησιφώντος διά του Περί του στεφάνου, όπως υπερασπίση ολόκληρον τον πολιτικόν του βίον.
Αλλ' η πανουργία της επιθέσεως του Αισχίνου έγκειται εις τούτο. Κατά το πραγματικόν ζήτημα, το μεταξύ της μιας και της άλλης πολιτικής, η μεγάλη πλειοψηφία ήτο βεβαίως υπέρ του Δημοσθένους. Αλλά το φλέγον ερώτημα ήτο αν ο Δημοσθένης των τελευταίων οκτώ ετών ήτο απαράλλακτος ο Δημοσθένης των Φιλιππικών. Ο Αισχίνης γινώσκων ότι κατίσχυον οι περί τον Υπερείδην άκροι φιλοπόλεμοι, λαλεί διαρρήδην υπέρ αυτών. Εξαίρει πονηρότατα πόσον ο Δημοσθένης κατά την αρχήν του σταδίου του ειργάσθη χάριν της ειρήνης και φθάνει μέχρι τόσου θράσους, ώστε να τον κατηγορή ότι προ μικρού απώλεσε τρεις ευκαιρίας να καταβάλη τον Αλέξανδρον! Και ταύτα, ενώ αυτός ήτο φίλος και υποστηρικτής του Αλεξάνδρου! Προς τας συκοφαντίας ταύτας ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' απαντήση απλώς διά καθαράς καταγγελίας περί προδοσίας του Αισχίνου, ήτις θα επέφερε την ήτταν τούτου και την αποστολήν αυτού δεσμίου προς τον Μακεδόνα. Αλλ' ο Δημοσθένης δεν απαντά προς ταύτα. Αφήνει τους φιλοπολέμους ν' αποφασίσωσι σιωπηλώς κατά πόσον αυτός εξυπηρέτησε την πολιτικήν ολοκλήρου της ζωής του, και αν μετενόει διά την Χαιρώνειαν ή όχι. Τούτο ήτο αρκετόν. Ο Αισχίνης ουδέ το πέμπτον έλαβε των ψήφων και έφυγε κατησχυμμένος εξ Αθηνών. Αποκατεστάθη εις την Ρόδον, όπου ήνοιξε σχολήν, ελέγετο δε ότι ο Δημοσθένης συνέδραμε χρηματικώς αυτόν (311).
Αλλ' οι εχθροί του δεν ανέμενον επί πολύ. Τω 324 ο Άρπαλος, ο ταμίας του Αλεξάνδρου, κατέφθασε μετά στόλου και 70 ταλάντων δηλαδή τελείας παρασκευής προς επανάστασιν. Εζήτησε να γίνη δεκτός εις τας Αθήνας και οι άκροι φιλοπόλεμοι ήνοιγον τας αγκάλας προς αυτόν. Αλλ' ο καιρός ήτο δι' άλλους λόγους ακατάλληλος· όθεν ο Δημοσθένης προέτεινε κάτι δεξιώτερον· θέλων ν' αποφύγη πάσαν φανεράν ρήξιν προς τον Αλέξανδρον, εζήτει ν' αποπέμψη τον στόλον του ο Άρπαλος και τότε συγκατένευε να τον δεχθή απλώς ως ιδιώτην πρόσφυγα. Εάν δε ο Αλέξανδρος εζήτει την έκδοσιν αυτού, ο Δημοσθένης ηδύνατο ν' αποφύγη τούτο (ως ζήτημα προσωπικόν) χωρίς να διαταράξη τας προς τον βασιλέα σχέσεις. Οι μακεδονίζοντες επέμενον όπως ο Άρπαλος συλληφθή, το δε χρυσίον κατατεθή εις τον Παρθενώνα, ως παρακαταθήκη του Αλεξάνδρου. Ο Δημοσθένης συνεφώνησεν εις ταύτα διά μακρού λόγου, αλλά κατόπιν είναι γνωστόν μόνον ότι ο Άρπαλος αίφνης εδραπέτευσε και το ποσόν μετρηθέν κατ' απαίτησιν των μακεδονιζόντων, ευρέθη ολιγώτερον παρά το ήμισυ. Ότι τα χρήματα εδαπανώντο εις μυστικάς πολεμικάς παρασκευάς είναι αναμφίβολον· οι μακεδονίζοντες εζήτουν επισήμους ανακρίσεις και άμεσα μέτρα. Αλλ' ο Δημοσθένης κατώρθωσε να παραπεμφθή το ζήτημα εις την εξ Αρείου πάγου βουλήν και ν' αναβληθή. Αλλά τέλος εδικάσθη, η δε βουλή χωρίς να δηλώση, τι απέγιναν τα χρήματα, ηύρεν ενόχους δωροδοκίας πολλούς και δη τον Δημοσθένη. Οι μακεδονίζοντες έδραξαν την περίστασιν, και αφ' ενός μεν κατεδίωξεν αυτόν ο ΔΕΙΝΑΡΧΟΣ, αφ' ετέρου δε ο Υπερείδης. Ο Δείναρχος ήτο Κορίνθιος, φημισθείς εκ της δίκης ταύτης, διότι και οι τρεις σωζόμενοι λόγοι του σχετίζονται προς αυτήν· εκαλείτο δε «κρίθινος Δημοσθένης» (διά το «τραχύ και γοργόν και σφοδρόν», όπερ εμφαίνει προ πάντων ο Κατά Δημοσθένους λόγος] (312). Πολύ, μέχρις υποψίας διάφορος, είναι ο Κατά Δημοσθένους του Υπερείδου, όστις ουδέν λέγει δυνάμενον διά παντός να διαρρήξη την φιλίαν των (313) και εφιστά την προσοχήν εις την θέσιν του Δημοσθένους, εις το άλυτον ζήτημα του τι εσκόπει να κάμη διά των χρημάτων εκείνων. Αλλά ζητεί την καταδίκην του μετά ψυχραιμίας, ήτις δικαιολογεί τα λεγόμενα περί του θάρρους του. Ο Δημοσθένης κατεδικάσθη. Μη δυνάμενος δε να καταβάλη το τεράστιον πρόστιμον των 50 ταλάντων, έφυγεν εις την Τροιζήνα.
Εννέα μήνας μετά ταύτα, ο Αλέξανδρος απέθανε και η Ελλάς εξηγέρθη. Τότε ο Δημοσθένης μετά του κατηγόρου του Υπερείδου εστάλη όπως εξεγείρη τους Πελοποννησίους, επανερχόμενος δε εις Αθήνας, έτυχεν ενθουσιωδεστάτης υποδοχής. Ο πόλεμος ήρχισεν επιτυχώς. Ο σωζόμενος Επιτάφιος του Υπερείδου εξεφωνήθη κατά το πρώτον αυτού έτος. Αλλά τω 322 επήλθεν η ήττα της Κραννώνος, και ο Αντίπατρος εζήτησε την παράδοσιν του Δημοσθένους και του Υπερείδου. Ο γέρων Δημάδης, ανίσχυρος να μεσιτεύη πλέον, έγραψε το ψήφισμα της εις θάνατον καταδίκης. Ο Δημοσθένης κατέφυγε τότε εις το ιερόν του Ποσειδώνος το εν Καλαυρία, όπου συλληφθείς υπό του Αρχίου, έπιε δηλητήριον. Ο Υπερείδης λέγεται ότι εκόπη την γλώσσαν και εβασανίσθη, όπερ θα ήτο ίσως απίστευτον, αν μη ήτο γνωστόν ότι μετά την απώλειαν της ελευθερίας κατέκλυσε την Ελλάδα η ασιατική βαρβαρότης και αγριότης.
Ο Δημοσθένης ουδέποτε διέφυγε την επήρειαν της νοσηράς ατμοσφαίρας, όπου έζη. Και αυτός πολιτικώς παραφερόμενος, είν' επικίνδυνος διδάσκαλος. Όθεν αι σχολαί της Αλεξανδρείας, ως μοναρχικαί δεν τον εθαύμαζον. Ο Γρότε τον ενόμιζεν αθλητήν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ο Niebuhr (1804) εξελάμβανε τον Φίλιππον ως Ναπολέοντα, και τον Δημοσθένην ως τον ιδεώδη αυτού τιμωρόν. Αλλ' από του 1870, αφ' ότου η μοναρχική στρατοκρατία ήλλαξε διαμονήν, οι Γερμανοί σοφοί (314) στενοχωρούμενοι διά την ομοιότητα Δημοσθένους και Γαμβέττα, κατακρίνουσιν εν γένει την πολιτικήν της revanche. Είς τούτων ενθυμείται και τον «δημοκόπον Γλάδστωνα». Οι δε τεχνοκρίται διαβάλλουσι την δόξαν του ρήτορος, επικρίνοντες τον σχηματισμόν και τον ρυθμόν των φράσεών του και δεικνύοντες ότι απέφευγε την σύμπτωσιν περισσοτέρων των δύο βραχειών συλλαβών. Αλλ' είναι απλοϊκός των νεωτέρων βαρβαρισμός να νομίζωμεν ότι πολλή περί τας τοιαύτας λεπτομερείας προσοχή αποδεικνύει το μη αυθόρμητον των ρητορικών λόγων.
Δεν απόκειται εις ημάς να συζητήσωμεν την αξίαν της πολιτικής του Δημοσθένους. Το ζήτημα εξαρτάται αφ' ενός μεν εξ ιστορικών προβλημάτων, αφ ετέρου δε και εκ της σπουδαιότητος, ήν αποδίδομεν καθείς εις τον πολιτισμόν και την ελευθερίαν· από ποίου δηλαδή σημείου θεωρούμεν άνδρα τινά υποχρεούμενον να υποκύψη σιωπηλώς εις τον ζυγόν άλλου, ηθικώς υποδεεστέρου. Οι Αθηναίοι, και αφού υπέμειναν τα πάνδεινα, προκειμένου να υποταχθώσιν, ενόμισαν κάλλιον να πέσωσι κατόπιν μάχης.
Περί δε της φιλαληθείας του Δημοσθένους, η ανόητος τάσις των θεωρούντων τους πολιτικούς αυτού λόγους ως αφηγήσεις ιστορικών γεγονότων επέφερε φυσικήν αντίδρασιν· οι νέοι κριτικοί επιπίπτουσιν άγριοι και κατά των ελαχίστων αυτού υπερβολών· ούτως ο Holm ευρίσκει «τρία χονδρά ψεύδη του αριστοτεχνήματος εκείνου της σοφιστείας, του γ' Φιλιππικού»· δηλαδή τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος, ότ' εκυρίευε χωρία τινά, είχεν ήδη ομόσει, ενώ πράγματι μόνον είχε πείσει τους Αθηναίους να λάβωσι τους όρκους· τον ισχυρισμόν ότι ο Φίλιππος εβάδιζε ταχύτατα εξαρτύσας «ψιλούς, ιππέας, τοξότας, ξένους», ισχυρισμόν αληθινόν, αλλ' αποκρύπτοντα ότι ήγε και βαρείαν φάλαγγα οπλιτών και τέλος την συκοφαντίαν, ότι ο Φίλιππος ήλθε προς τους Φωκείς ως σύμμαχος, ενώ πράγματι είχεν επίτηδες αφήσει τους σκοπούς του αμφιβόλους. Αλλ' ο κριτικός ο δεινολογών διά μικρολογήματα τοιαύτα, ολίγην έχει είδησιν περί κοινοβολευτικών αγώνων.
Αναμφισβήτητον είναι ότι ο Δημοσθένης παρέβαινε την λεπτήν συμπεριφοράν και την εθιμοτυπίαν, ότε κατηγόρει τους συμπρεσβευτάς του, και κατόπιν ότ' ενεδύθη εορτάσιμα διά την δολοφονίαν του Φιλίππου, αν και μόλις προ μικρού είχεν ο ίδιος χάσει την μόνην του θυγατέρα. Κατά τας αρχάς του εσχάτου πολέμου η ενέργεια του Φιλίππου ήτο τόσον άμεμπτος, όσον και η συμπεριφορά ετέρου Φιλίππου προς τον Γουλιέλμον της Οράγγης. Μεταξύ δε των δικανικών του Δημοσθένους λόγων ευρίσκομεν περιεργοτάτην μεταστροφήν. Κατά τα 350 έγραψεν Υπέρ Φορμίωνος κατ' Απολλοδώρου περί τραπεζιτικών χρημάτων και εκέρδισε την δίκην. Το δε ακόλουθον έτος έγραψεν υπέρ του Απολλοδώρου, Κατά Στεφάνου, εγκαλών ως ψευδομάρτυρα ένα των προηγουμένων του μαρτύρων και στηλιτεύων την πονηρίαν του Φορμίωνος. Και ίσως μεν ο Δημοσθένης ανεκάλυψε κατόπιν επιβαρυντικά τινα κατά του παλαιού του πελάτου, λ. χ. ότι ο Στέφανος είχε ψευδομαρτυρήσει. Αλλά σχετικώτερον προς το πρόβλημα φαίνεται το γεγονός, ότι κατ' αυτό εκείνο το έτος ο Απολλόδωρος ουχί άνευ ιδίου κινδύνου είχε προτείνει ό,τι προ μακρού επόθει ο Δημοσθένης, ήτοι την χρήσιν των θεωρικών προς πολεμικήν παρασκευήν και έκτοτε παρέμεινε πιστός του ρήτορος φίλος. Η δε υπόθεσις του Μειδίου είναι λαμπρόν παράδειγμα της υποταγής της ιδιωτικής φιλοτιμίας εις το δημόσιον συμφέρον. Ο Μειδίας, στενός φίλος του Ευβούλου, είχεν υβρίσει και ραπίσει τον Δημοσθένην, όντα χορηγόν κατά την εορτήν των Διονυσίων. Ο Δημοσθένης ητοιμάζετο να διώξη αυτόν [348] και έγραψε τον σωθέντα σφοδρότατον Κατά Μειδίου λόγον, όπου ζητεί την αυστηροτάτην αυτού τιμωρίαν. Εν τω μεταξύ όμως ήρχισαν αι περί της ειρήνης διαπραγματεύσεις του 346 και ο Δημοσθένης θέλων να συνεργασθή μετά του Ευβούλου, εδέχθη αποζημίωσιν και απέσυρε την μήνυσιν.
Αναγινώσκοντες τον Δημοσθένην και τον Αισχίνην ουδέποτε πρέπει να λησμονώμεν ότι έχομεν ενώπιον μας μεσημβρινόν λαόν, ευρισκόμενον εν τη αγωνία της υστάτης πάλης· εκεί αβρότης ή λεπτότης δεν υπάρχει, ουδέ στολισμός της μονομαχίας. Οι άνδρες μάχονται κρατούντες ξίφη γυμνά και αποβλέποντες εις τον σκοπόν. 0 Δημοσθένης ενόμιζε τους αντιπάλους του όχι σφαλλομένους πολιτικούς, αλλά προδότας επιόρκους, οίτινες επώλησαν την πατρίδα εις τον βάρβαρον. Εκείνοι πάλιν τον ενόμιζον, όχι ίσως προδότην, — τούτο ήτο αδύνατον — αλλά κακόβουλον και μανικόν άνθρωπον, εμποδίζοντα πάσαν ειρηνικήν διευθέτησιν των πραγμάτων. Αι λέξεις «προδότης» και «δωροδόκος» εκυκλοφορούντο τότε πανταχού, αλλ' ουδεμία απεδείχθη προδοσία, ουδέ πραγματική δωροδοκία, πλην εάν ονομάσωμεν ούτω την υπόθεσιν του Αρπάλου. Ταμιακά σκάνδαλα εν Αθήναις δεν υπήρχον, ουδέ καν νομικαί ατασθαλίαι· υπήρχε δε μοναδική τιμιότης εις την διαχείρισιν των κοινών. Οι Αθηναίοι ους επετίμα ως αδιαφόρους ο Δημασθένης, εδείκνυον έντασιν αυτοθυσίας και προσπαθείας, όσην ολίγοι πολιτισμένοι λαοί δύνανται σήμερον να υποστώσιν. Η περί δωροδοκίας υποψία κυρίαν αφορμήν είχεν ότι τότε οι Αθηναίοι ευρέθησαν ενώπιον εχθρού πολύ υπερτέρου κατά την υλικήν δύναμιν και την διπλωματικήν τέχνην. Τους εξέπλησσε το παράδοξον ότι ενώ ενίκων κατά τας πλείστας μάχας, αδιακόπως τα πράγματά των εγίνοντο χειροτέρα. Πώς ημιβάρβαρος βασιλεύς ενέπαιζε τους ευφυεστάτους των πολιτευομένων; Εξ άπαντος υπήρχε λοιπόν προδότης! Η σκέψις αύτη παρέφερε τον Δημοσθένη μέχρι μανίας. Έβλεπε γύρω κόσμον όλον προδοτών, και εφώρμα κατά τινος Αντιφώντος εν τω μέσω της οδού να τον συλλάβη. Κατά καλήν τύχην οι δικασταί ήσαν σωφρονέστεροι, και σχεδόν ουδένα κατεδίκαζον. Τα αυτά περίπου συνέβαινον και εν Ιταλία προ του 1848 και μετά ταύτα, ότε γενναίοι πατριώται κατηγόρουν αλλήλους ως προδότας. Αλλ' όμως οι άνδρες του 404, του 338 και αυτού του 262 π. Χ. ολίγους έχουσιν ίσους κατά την φιλοπατρίαν και την αυτοθυσίαν.
Άλλο δυσάρεστον αποτέλεσμα της υποψίας και του μίσους εκείνου είναι η υπερβολή και κατάχρησις της γλώσσης των αντιπάλων. Όχι βεβαίως εν τη εκκλησία του δήμου· διότι ο Δημοσθένης δημηγορών ουδέ μνημονεύει κανένα. Αλλ' ενώπιον των δικαστηρίων αι επιθέσεις ήσαν άγριαι, εκεί δε κατέληγον συχνά οι πολιτικοί αγώνες. Και σήμερον οι δικηγόροι επισωρεύουσι «σκάνδαλα», οπωσδήποτε σχετικά προς τους διαδίκους ή τους μάρτυρας. Αλλ' η κατά του Αισχίνου επίθεσις εν τω Περί του στεφάνου ήτο όλως εξαιρετική. Ο Δημοσθένης τον εμίσει κατάκαρδα. Αλλ' ίσως δεν θα κατέβαινε μέχρι του πατρός και της μητρός και της ανατροφής του, εάν μη ο Αισχίνης υπερηφανεύετο πάντοτε διά την καταγωγήν του, — διότι βεβαίως ήτο κοινωνικώς ανώτερος του Δημοσθένους και περισσότερον πεπαιδευμένος — και αν μη προσέβαλλεν αυτός τον Δημοσθένην ως πρόστυχον δημαγωγόν. Και πάλιν ίσως ο Δημοσθένης θα μετενόει διά τους κατά της γραίας σαρκασμούς του (315), είναι δε καλόν και οι νεώτεροι λόγιοι να μη ανευρίσκωσιν υπό τας λέξεις ανυπάρκτους σημασίας.
Ο Δημοσθένης (316) λοιπόν πρέπει να κρίνεται μετά των τότε καιρών. Ούτε άγιος ήτο, ούτε μέτριός τις άνθρωπος. Ήτο ανήρ μεγαλοφυής και υπό τινας επόψεις ήρως· βεβαίως «φανατικός», πάντοτε δε «πολιτευόμενος». Είναι αντιπρόσωπος των Αθηνών εις τον συνδυασμόν εκείνον της οξυνοίας και της δραστηριότητος μετά του ευγενούς ιδανικού, την ένωσιν εκείνην του πάθους και της τέχνης, την επιζήτησιν της ηθικής απόψεως των πραγμάτων ήτοι του αγαθού και του καλού, ήτις είναι το κύριον γνώρισμα των πλείστων συγγραφέων της Ελλάδος. Αν ονομάσωμεν ως ο Κοϊντιλιανός «κακόν» τον Δημοσθένη, πρέπει να είπωμεν κακόν και αυτόν τον Ησαΐαν. Τούτο σημαίνει είτε ότι γενναίαι λέξεις και στοχασμοί δεν εμφαίνουσιν αρετήν, είτε ότι τας ισχυράς ταύτας εκφράσεις της ψυχής δύναται να εκστομίση και αγύρτης. Αλλά τούτο δεν είναι πιστευτόν. Δύο χωρία του Δημοσθένους αντηχούσιν εις τα ώτα ημών ως πισταί εικόνες του ανδρός «Ου γαρ έστιν, ουκ έστιν, ω άνδρες Αθηναίοι, αδικούντα καπιορκούντα και ψευδόμενον δύναμιν βεβαίαν κτήσασθαι· αλλά τα τοιαύτα εις μεν άπαξ και βραχύν χρόνον αντέχει και σφόδρα γ' ήνθησ' επί ταις ελπίσιν αν τύχη, τω χρόνω δε φωράται και περί αυτά καταρρεί» (317).
«Αλλ' ουκ έστ' ουκ έστιν όπως ημάρτετ' άνδρες Αθηναίοι, τον υπέρ της απάντων ελευθερίας και σωτηρίας κίνδυνον αράμενοι, μα τους Μαραθώνι προκινδυνεύσαντας των προγόνων, και τους εν Πλαταιαίς παραταξαμένους και τους εν Σαλαμίνι ναυμαχήσαντας και τους επ' Αρτεμισίω και πολλούς ετέρους τους εν τοις δημοσίοις μνήμασι κειμένους αγαθούς άνδρας, ούς άπαντας η πόλις της αυτής αξιώσασα τιμής έθαψεν, Αισχίνη, ουχί τους κατορθώσαντας αυτών, ουδέ τους κρατήσαντας μόνους» { It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! It cannot be, Athenians, that you did wrong when you took upon you the battle for the freedom and safety of all. No, by our fathers who first met the Μede at Marathon, by the footmen of Platοea, by the sailors of Salamis and Artemisium, by all the brave men lying in our national sepulchres — whom the city has interred with honour, ΑEschines, all alike, not only the successful or the victorious! } (318).
ΙΗ'
Η ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Η ΤΩΝ ΠΤΟΛΕΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ
I.
ΑΠΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΝΑΥΜΑΧΙΑΣ ΤΟΤ ΑΚΤΙΟΥ
Αν και συχνότατα και στερεοτύπως επαινούμεν την ελληνικήν λογοτεχνίαν, σπανίως ενθυμούμεθα το μοναδικόν μάκρος της ζωής της. Από των προϊστορικών αρχών του έπους μέχρι Ναύλου του Σιλεντιαρίου και του Μουσαίου, δηλαδή μέχρι του έκτου μ. Χ. αιώνος, ουδεμία υπήρξε γενεά στερουμένη ωραίας ποιήσεως, μάλλον ή ήττον πρωτοτύπου. Από δε του Εκαταίου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπήρχε σχεδόν αδιάκοπος άλυσις ιστορικών, και δύναται κατά μίαν έποψιν να λεχθή ότι η ιστορία την τελειοτάτην έκφρασίν της ηύρε κατά τον β' αιώνα π. Χ. διά του στόματος του Πολυβίου. Έτι δε προφανέστερον η φιλοσοφία διέλαμψε κατά τους μεταγενεστέρους χρόνους· πολλοί δε διατείνονται ότι, αν υπήρξαν προ του Πλάτωνος μεγάλοι κατ' ιδίαν φιλόσοφοι, τα μέγιστα όμως της θεωρίας κατορθώματα δεν επετελέσθησαν ειμή διά του Επικτήτου και του Πλωτίνου. Η δε γραμματεία της γνώσεως και της φυσικής επιστήμης αρχίζει μόνον από του σημείου, όπου λήγει το προκείμενον βιβλίον. Επίσης δύναται να λεχθή ότι ο σπουδαιότατος παράγων της δημιουργικής λογοτεχνίας, ο έρως, είχε σχεδόν εκπέσει των δικαιωμάτων του καθ' όλην την αττικήν περίοδον και ότι ο Μίμνερμος και η Σαπφώ δεν απέκτησαν άξιον διάδοχον προ της εμφανίσεως του Θεοκρίτου.
Και όμως ο θάνατος του Δημοσθένους είναι πράγματι μέγα όριον. Δηλαδή προ αυτού μεν η ελληνική λογοτεχνία υπήρξεν απολύτως μοναδική· μετ' αυτόν δε είναι απλώς πρώτης τάξεως λογοτεχνία, όπως η λατινική ή η γαλλική ή η ιταλική. Βεβαίως αδύνατον είναι να χαράξη κανείς γραμμήν χωρίζουσαν την δημιουργίαν από της απλής εφαρμογής· αλλά κατά την κοινήν των λέξεων σημασίαν προ του θανάτου του Δημοσθένους οι Έλληνες ποιηταί, λογογράφοι, φιλόσοφοι και ρήτορες αληθώς εδημιούργουν, δηλαδή παρήγον πράγματα, των οποίων ουδαμού ευρίσκοντο πρότυπα· κατόπιν δε απλώς εφήρμοζον και ετελειοποίουν, παράγοντες πράγματα παρόμοια προς άλλα, υπάρχοντα προτού.
Αύτη είναι η μία μεγάλη διαφορά· η άλλη είναι παραπλησία. Είδομεν πως η ήττα του 404 εμάρανε τας ελπίδας των Αθηνών, εσάλευσε την πίστιν αυτών εις τον ίδιον προορισμόν και εις την ανθρωπίνην πρόοδον. Κατόπιν αι ήτται της Χαιρωνείας και της Κραννώνος απέσβεσαν και τους απομείναντας σπινθήρας. Αι Αθήναι και η όλη διανοουμένη Ελλάς είδον εναργή την εκ των μεγάλων μαχών προκύπτουσαν αμείλικτον αλήθειαν, ότι εν τέλει κατισχύει η υλική βία. Η ελευθέρα πολιτική ζωή παρήλθεν. Αι δε πολιτικαι θεωρίαι ήσαν άχρηστοι, διότι οι δορικτήτορες δεν ήκουον αυτάς. Και αυτός ο Αριστοτέλης ο γενόμενος διδάσκαλος του Αλεξάνδρου και διατελών φίλος αυτού, εθεώρει ότι αι κατακτήσεις και το όλον σύστημα του Αλεξάνδρου ήσαν εντελώς άσχετα προς οιανδήποτε λογικήν σύστασιν της κοινωνίας. Την ιδέαν ταύτην εχάραξαν βαθυτέραν τα γεγονότα των δύο κατόπιν αιώνων και πολιτικαί φιλοδοξίαι δεν εκίνουν πλέον ούτε την ζωήν ούτε την λογοτεχνίαν. Βεβαίως πολλαί γενεαί και πολλοί λαοί έζησαν καλώς και άνευ ελευθερίας πολιτικού βίου ή Λόγου ή σκέψεως. Αλλ' αυτά τόσον ήσαν ερριζωμένα εντός της καρδίας της ελληνικής φυλής, ώστε ωλιγοψύχησεν αφότου εστερήθη τούτων.
Οι άνθρωποι του μεσαίωνος και οι Ανατολίται αντί διαφέροντος είχον τουλάχιστον θερμήν θρησκευτικήν πίστιν. Αλλά οι μεταγενέστεροι Έλληνες εστερούντο και της παραμυθίας ταύτης. Ήδη από του πέμπτου αιώνος η θρησκεία εψυχορράγει μεταξύ των πεπαιδευμένων μετά δε τον τέταρτον δεν ήτο άξια ουδέ καν να πολεμηθή· εθεωρείτο δηλαδή μωρία χρήσιμος μόνον εις τον όχλον πας δε φιλόσοφος ηρωτάτο αν είχε τίποτε άλλο προς αντικατάστασιν αυτής· προς ικανοποίησιν δε της ζητήσεως ταύτης κατηναλώθη κατά τον τέταρτον αιώνα πολλή ευφυία. Εξ ενός αι Αθήναι επληρώθησαν περιέργων θρησκευμάτων αναζησάντων, εισαχθέντω ή εφευρεθέντων· η δεισιδαιμονία ήτο τότε σπουδαίον στοιχείον της ζωής· τούτο υποδεικνύει μεν και η επιμονή του Επικούρου εις το ζήτημα τούτο, καθώς και αι κωμωδίαι του Αντιφάνους και του Μενάνδρου, ο Οιονιστής και ο Δεισιδαίμων αλλά διαρρήδην μαρτυρούσιν αι σωθείσαι επιγραφαί. Εξ άλλου ήλθον τα μεγάλα Φιλοσοφικά συστήματα, τρία των οποίων ήσαν καθαυτό θρησκευτικά, αρμόζοντα μάλλον εις τον έκτον π. Χ. αιώνα ή τον τρίτον. Οι μεν Κυνικοί εφρόντιζον μόνον περί της αρετής και της σχέσεως της ψυχής προς τον θεόν· ο δε κόσμος και η σοφία του και αι τιμαί του δι' αυτούς ήσαν άχυρα. Οι δε Στωικοί και οι Επικούρειοι, καίπερ διαφέροντες εντελώς εκ πρώτης όψεως, ήσαν σχεδόν όμοιοι κατά τον τελικόν σκοπόν. Αυτοί κυρίως εφρόντιζον περί της ηθικής δηλαδή του πρακτικού ζητήματος, πώς πρέπει να κανονίζη ο άνθρωπος τον βίον. Και ησχολήθησαν μεν ολίγον και αι δύο σχολαί εις την επιστήμην, οι μεν Επικούρειοι εις την φυσικήν, οι δε Στωικοί την λογικήν και την ρητορικήν, αλλά μόνον ως μέσον άγον προς τον κύριον σκοπόν. Οι Στωικοί επεζήτουν να προσελκύσωσι τας καρδίας και τας συνειδήσεις των ανθρώπων διά δεξιότητος περί αφηρημένα επιχειρήματα και διά εξάρσεως των στοχασμών και της εκφράσεως, οι δ' Επικούρειοι να καθοδηγήσωσι την ανθρωπότητα εις τον προορισμόν της χωρίς να υποδουλωθή εις ιδιοτρόπους θεούς ή να θυσιάση την ελευθέραν βούλησιν.
Δύο μόνον μεγάλα συστήματα απέμειναν περισσότερον σκεπτόμενα και ολιγώτερον παθαινόμενα· η Ακαδήμεια, ήτις μετά τον θάνατον του ιδρυτού της και του Σπευσίππου εστράφη από παραδόξου μεταφυσικής εις κριτικήν και σκεπτικήν εκλεκτικότητα, και το Λύκειον ή ο Περίπατος, όπου η γνώσις ωργανώθη κατά τρόπον αποτελούντα το κυριώτατον γνώρισμα της περιόδου ταύτης. Ο ιδρυτής αυτής ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ο Σταγιρίτης (384-322 π. Χ.) και κατά τον χαρακτήρα και κατά τους χρόνους ίσταται μεταξύ φιλοσόφου των Αθηνών και λογίου της Αλεξανδρείας. Ήλθεν εις τας Αθήνας δεκαεπταέτης και διέμεινεν ενταύθα είκοσιν έτη. Αλλά ηνδρώθη υπό την σκιάν του Μακεδόνος, έχων πατέρα τον ιατρόν του Αμύντα του β'· δεν ηγάπα λοιπόν τους δημοκρατικούς, ουδ' εφρόντιζε περί της πολιτικής τύρβης των Αθηνών· το πρώτον έργον, όπερ εδημοσίευσεν, επιστολή κατά το ύφος του Ισοκράτους, ήτο προτρεπτικός εις φιλοσοφίαν, όπου ο θεωρητικός βίος προκρίνεται του αντιθέτου, του πρακτικού· εις την αρχήν ταύτην παρέμεινε πιστός ο Αριστοτέλης μέχρι τέλους. Κύριον διδάσκαλον είχε τον Πλάτωνα· αλλ' ήτο ακόρεστος εραστής της γνώσεως, καταγινόμενος όχι μόνον εις την ιστορίαν της προηγουμένης φιλοσοφίας, εις τας μαθηματικάς ζητήσεις του Ευδόξου και τα μυστήρια των Πυθαγορείων, αλλά και εις λεπτομερείς σπουδάς, καθώς την συναγωγήν των δραματικών διδασκαλιών και των ειδών των πολιτευμάτων. Τας προς τον διδάσκαλόν του σχέσεις απεικονίζει καλώς η περίφημος φράσις των Ηθικών· [Α', 6 σ. 1095 α 16] «δυοίν γαρ όντοιν φίλοιν, όσιον προτιμάν την αλήθειαν» { Both being dear, I am bound to prefer Truth! } Άλλος περισσότερον αφωσιωμένος ή ολιγώτερον πρωτότυπος μαθητής, π.χ. ο Σπεύσιππος, δεν ήθελεν αντιθέσει τον Πλάτωνα προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Πλάτωνος (347) σχολάρχης της Ακαδημείας εξελέγη ο Σπεύσιππος, τότε δε ο Αριστοτέλης ενόμισε πρέπον ν' αφήση τας Αθήνας, καθώς και ο Ξενοκράτης, ο μετέπειτα διάδοχος του Σπευσίππου. Ο Αριστοτέλης, περάσας τρία έτη εν Άσσω της Μυσίας, ενυμμεύθη την Πυθιάδα, την ανεψιάν του εκεί δυνάστου, κατά τρόπον ρωμαντικόν, αφού δηλαδή την έσωσεν από τινος οχλαγωγίας. Κατά δε το 343 π. Χ. προσεκλήθη εις την Πέλλαν υπό του Φιλίππου, και ανέλαβε την εκπαίδευσιν του Αλεξάνδρου, όστις ήτο τότε δέκα τριών ετών.
Περί των μαθημάτων εκείνων ουδέν είναι γνωστόν και πιθανώς ολίγα είχον κοινά ο ζηλωτής του Αχιλλέως και ο μέγας θεωρητικός, πλην τούτου μόνον, ότι και οι δύο ήσαν υπέροχοι. Γνήσιος φίλος του Αριστοτέλους ήτο, φαίνεται, ο Φίλιππος. Ο Αριστοτέλης είχεν ίσως ποθήσει, καθώς ο Πλάτων και ο Ισοκράτης, να προσηλυτίση κανένα ηγεμόνα· τουλάχιστον έκαμε προ του Φιλίππου δύο πειράματα επί δύο μικρών δυναστών, του Θεμίσωνος της Κύπρου και του Ερμείου, του θείου της γυναικός του. Έν έτος μετά τον θάνατον του Φιλίππου, ο μεν Αριστοτέλης επανήλθεν εις τας Αθήνας, ο δε Αλέξανδρος εξεστράτευσε κατά των Περσών. Αλλ' ο Αριστοτέλης ουδέποτε είχεν επιδοκιμάσει το σχέδιον της κατακτήσεως της Ασίας· διότι δεν ήτο «θεωρητικόν». Αλλά και την άλλην του συμβουλήν, ότι ο κατακτητής έπρεπε να είναι των μεν Ελλήνων ηγεμών, των δε βαρβάρων κύριος, απέρριψεν ο Αλέξανδρος, επιμένων να μη κάμνη διάκρισιν μεταξύ των δύο. Yπήρχεν επίσης και άλλη μεταξύ των προστριβή, ιδιαιτέρα και χειροτέρα· κάποιος Καλλισθένης, τον οποίον ο Αριστοτέλης του αφήκεν ως σύμβουλον, εθεωρήθη ως μέτοχος συνωμοσίας και εθανατώθη. Αλλά φανερά διάστασις διδασκάλου και μαθητού δεν επήλθεν. Κατ' εκείνο δε πιθανώς το έτος (335) ο Αριστοτέλης ίδρυσε την φιλοσοφικήν σχολήν του εντός οικοδομής, εχούσης «περίπατον», ήτοι στεγασμένον ηλιακόν, και κειμένης πλησίον του άλσους του Λυκείου Απόλλωνος, ολίγον έξω του άστεως (319). Τούτο ήτο ίδρυμα μάλλον ομοιάζον προς τας βιβλιοθήκας της Αλεξανδρείας ή προς την Ακαδήμειαν και πιθανώς έχον, όπως εκείναι, χορηγίαν βασιλικήν. Η παντοφάγος πολυμάθεια του Αριστοτέλους και η οργανωτική του μεγαλοφυία εύρον εκεί τον εντελή προορισμόν των. Εκεί ο φιλόσοφος περιστοιχούμενος υπό των συμφιλοσοφούντων, καθωδήγει αυτούς εις ποικίλας ερεύνας και συλλογάς· ήκουεν αντιλογίας και επέκρινεν αυτάς ελευθέρως· και τοιουτοτρόπως ανήγειρε το γιγάντειον εκείνο οικοδόμημα, της ωργανωμένης και αιτιολογουμένης γνώσεως, όπερ υπήρξε το θαύμα των έκτοτε γενεών.
Τα συγγράμματα του Αριστοτέλους οι μεταγενέστεροι περιπατητικοί διήρεσαν εις εξωτερικούς και ακροαματικούς λόγους, δηλαδή έργα προς δημοσίευσιν και υπομνήματα προς διδασκαλίαν. Η δόξα δε του φιλοσόφου κατά τους αρχαίους χρόνους εστηρίζετο εντελώς εις την πρώτην τάξιν, και ιδίως εις τους δημωδεστέρους διαλόγους· και όμως είναι πράγματι περίεργον, ότι εξαιρουμένης ίσως της Αθηναίων πολιτείας, ουδέ έν έργον της σειράς εκείνης διεσώθη. Ο ημέτερος Αριστοτέλης δεν περιλαμβάνει συμπληρωμένα και προσωπικά έργα τέχνης, καθώς είναι οι διάλογοι του Πλάτωνος αλλά μόνον υπομνήματα, δηλαδή τας χάριν της σχολής σημειώσεις. Τούτο εξηγεί τους υπαινιγμούς και τας ελλείψεις του ύφους, τα ανέκδοτα και τα παραδείγματα, τα οποία μνημονεύονται χωρίς ν' αναπτύσσωνται· εξηγεί επίσης τας επαναλήψεις και παραδρομάς και τας ενιαχού αντιφάσεις. Διάφοροι συμφιλοσοφούντες, συνεκόμισαν ύλην, ποικίλοι δε σχολάρχαι επανέλαβον και επεξειργάσθησαν τα μαθήματα. Ούτως η Ρητορική του εστηρίζετο μεν επί των συλλογών του μαθητού Θεοδέκτου, επεξετάθη δε κατόπιν υπό του διαδόχου του Θεοφράστου. Τα Φυσικά καταριθμούνται εις τον Αριστοτέλη· το δε Περί φυτών εις τον Θεόφραστον· αλλά προφανώς και οι δύο ειργάσθησαν και εις τα δύο. Τα Ηθικά περιέχουσιν ευδιάκριτα ίχνη τριών σχολαρχών, δηλαδή αυτού του διδασκάλου, του Ευδήμου και άλλου τινός. Των Μετά τα φυσικά πιθανώς αι κύριαι γραμμαί διεγράφησαν κατά τας αρχικάς θεωρίας του Αριστοτέλους. Το δε Περί ποιητικής φαίνεται ως προσωπική απάντησις αυτού προς την πρόκλησιν, ήν εν τη Πολιτεία (σ. 607 ό προτείνει ο Πλάτων «τοις προστάταις αυτής (της ποιήσεως), όσοι μη ποιητικοί, φιλοποιηταί δε, άνευ μέτρου λόγον υπέρ αυτής ειπείν». Αλλά πάντα τα έργα ταύτα φέρουσι προσθήκας και σχόλια άλλων διδασκάλων. Πολιτεύματα δε διάφορα η σχολή συνέλεξε και ανέλυσεν 158 εκ των τότε υπαρχόντων. Αυτός δε ο Αριστοτέλης έγραψε την Πολιτείαν των Αθηναίων και των Σπαρτιατών· αλλ' εδημοσίευσε το μέγα θεωρητικόν του σύγγραμμα, τα Πολιτικά, πριν οι συλλέκται του συμπληρώσωσι το έργον των (320).
Ήμισυν αιώνα μετά τον θάνατον του Αριστοτέλους ο Περίπατος εξέπεσεν εις ασήμαντον ίδρυμα, τα δε έργα του διδασκάλου ολίγον ανεγινώσκοντο μέχρι της ρωμαϊκής περιόδου, ότε η σπουδή αυτών ανεζωπυρήθη. Αίτιον της ολιγωρίας ήτο πρώτον μεν ότι πολλά τούτων ήσαν ρηξικέλευθα· ταύτα δε ταχέως παραμερίζονται, καθόσον άλλοι προχωρούσι πατούντες επ' αυτών. Έπειτα δε ότι εχρειάζετο χρήμα προς νέας ερεύνας, οι δε ποικίλοι «διάδοχοι» του Αλεξάνδρου τας χορηγίας των εφύλασσον χάριν των ιδικών των πόλεων. Αλλά προς τούτοις κατεφάνη ή μάλλον απεδείχθη εκ της πείρας αυτού του Αριστοτέλους, ότι η παντογνωσία υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν. Τα μεγάλα καθιδρύματα της Αλεξανδρείας προθύμως εδαπάνων χάριν ωρισμένων τινών κλάδων, οίον της αρχαίας ποιήσεως ή της μηχανικής, περισσότερον κόπον και χρήμα ή όσον ηδύνατο να διαθέση το Λύκειον χάριν της όλης εγκυκλοπαιδικής σοφίας. Και αυτός ο πολυμαθέστατος Ερατοσθένης μεγάλως υπελείπετο του Αριστοτέλους.
Αι Αθήναι παρέμειναν έδρα της φιλοσοφίας. Αλλ' η κυρίως λογοτεχνία προσειλκύσθη βαθμηδόν εις τόπον, όπου ηδύνατο να εύρη καλούς μισθούς και αναπαύσεις. Και κατά τους ενδόξους χρόνους οι ποιηταί είχον συναχθή εις τας αυλάς του Ιέρωνος και του Αρχελάου. Τότε δ' όμως αι Αθήναι υπερείχον των ενδιαιτημάτων εκείνων διά της ελευθερίας του λόγου και της σκέψεως και διά της συμπαθείας και της συμμέτρου αναπτύξεως των συγγραφέων και του κοινού· επί πλέον δε διότι κατά το πλείστον του πέμπτου αιώνος ήσαν ο ασφαλέστατος και ησυχώτατος εν τω κόσμω τόπος διαμονής. Αλλ' από του τετάρτου δεν ήσαν. Περισσοτέραν ασφάλειαν παρείχον αι πρωτεύουσαι πόλεις των μεγάλων μοναρχών, τας οποίας επροστάτευον στρατοί πολυάριθμοι και ησκημένοι. Ούτως ασφαλής ήτο η Πέλλα, η Αντιόχεια και μετά την εκδίωξιν των Γαλατών η Πέργαμος· ασφαλεστάτη δε η Αλεξάνδρεια. Κοινωνία δε βαθέως αισθανομένη ουδαμού υπήρχε πλέον. Ο λογογράφος έπρεπε κατ' ανάγκην να είναι λόγιος και το μέτρον της λογιότητος κατά τους χρόνους εκείνους ήτο υπερβολικόν. Διότι αδιακόπως εγράφοντο νέα βιβλία χάριν των ήδη αναγνωσάντων πάντα τα προτού, αλλά ταύτα μόλις ήσαν καταληπτά εις τους επιλοίπους. Ποιητής του τρίτου αιώνος — αλλά και πολύ πρότερον ποιητής ως ο Αντίμαχος — ήλπιζε ν' αναγνωσθή μόνον υπό τινων ομοτέχνων, δηλαδή ανθρώπων εχόντων αρκετήν άνεσιν και μάθησιν, όπως ευκόλως παρακολουθώσι τα διανοήματά του.
Μόνον έν εκ των λογοτεχνικών ειδών, η κωμωδία παρέμεινε πιστή εις την γενέθλιόν της γην. Η αττική ευφυία, η ελευθερία του λόγου, το δραματικόν πνεύμα δεν ήτο δυνατόν να μεταφυτευθώσιν. Η μέση και η νέα κωμωδία ήσαν πιθανώς υπέρ παν άλλο το αυτόματον και πρωτότυπον λογοτέχνημα των τότε χρόνων. Η διαίρεσις μεταξύ των δύο περιόδων δεν ήτο σαφής. Η μέση κωμωδία αδρομερώς χρονολογείται από του 404 μέχρι του 338, του έτους της εν Χαιρωνεία μάχης, γνωρίζεται δε εκ της προς την παρωδίαν αγάπης και της γελοιοποιήσεως των ποιητών και των μύθων. Η δε νέα, καθώς ήδη είπομεν, εξέτεινε τον κύκλον της εις πάντα τα θέματα της καθημερινής ζωής. Η πλοκή αυτής είναι έντεχνος και πολλάκις αληθοφανής. Διότι οι χρόνοι των «διαδόχων» ήσαν πλήρεις περιπετειών και ραδιουργιών, η δε πραγματική ζωή παρείχεν εις την σκηνήν πρότυπα μισθοφόρων, κλεμμένων κορών, τυχοδιωκτών μετά παραδόξων μεταβολών της τύχης, επίσης δε παρασίτων και εταιρών. Και η φράσις της νέας κωμωδίας ομοιάζει προς την ζωντανήν· διότι είναι γλώσσα βασιζομένη εις την ζωήν, και μη απομακρυνομένη της ζωής, εντελώς αντίθετος της τεχνητής καλλονής του τότε έπους και της ελεγείας, τείνουσα να φανή «αστική και καθαρά» και χαρίεσσα, αλλ' όχι επιτετηδευμένη. Ο ΑΝΤΙΦΑΝΗΣ και ο ΑΛΕΞΙΣ ανήκοντες εις την μέσην κωμωδίαν, έγραψαν πλέον των 200 κωμωδιών έκαστος (321), ο δε ΑΛΕΞΆΝΔΡΟΣ και ο ΦΙΛΗΜΟΝ πλέον των 200 ομού (322). Περί του ανηθίκου της νέας κωμωδίας ελέχθησαν πολλά, καθόλου ειπείν αδίκως. Διότι γενικώς οι ποιηταί έκλινον προς την ηθικήν, αλλά συστηματικώς απείχον από παντός υψηλού τόνου και ίσως παρέβλεπον την δραματικήν και υπέροχον όψιν των ευγενεστέρων φάσεων της ζωής. Ο Μένανδρος ήτο πιστός φίλος του Επικούρου, κατακρινόμενος και αυτός ως υπερμέτρως εγκωμιάζων την ηδονήν. Η τέχνη και η δύναμις της μέσης κωμωδίας εις την περιγραφήν συμποσίων παριστάνεται κάποτε ως σύμπτωμα της τότε αγροικίας. Αλλά το συμπόσιον ήτο ανέκαθεν έν των στοιχείων της κωμωδίας· πώς ήτο δυνατή κωμωδία χωρίς κώμον; Αλλά και αι σωζόμεναι μαρτυρίαι παραπλανώσιν ημάς, προερχόμεναι κυρίως εκ των Δειπνοσοφιστών του Αθηναίου, βιβλίου, όπερ έθελξε την αρχαιότητα διά των παρατιθεμένων περί συμποσίων περικοπών και αποφθεγμάτων. Αλλά προ πάντων πρέπει να ενθυμώμεθα ότι η μέση κωμωδία επί χρόνων απορίας και πάσα γραμματεία μαρτυρεί ότι πεινασμένοι ακροαταί καταβροχθίζουσιν απλήστως φανταστικά δείπνα. Όπισθεν των μακρών εκείνων καταλόγων των οψαρίων και των κρεάτων υπήρχε πολλή φαιδρότης, αλλά και ίση δυστυχία.
Σπουδαίον ελατήριον της πλοκής της νέας κωμωδίας απετέλει ο ρωμαντικός και περιπετειώδης έρως, τοιούτος δ' ευρίσκετο τότε μεταξύ ταραχωδών υποθέσεων και χαρακτήρων διεφθαρμένων. Των σατυρικών δραμάτων αύται αι ηρωίδες ήσαν εταίραι. Άλλων πολύ περισσοτέρων τα κύρια πρόσωπα εσώζοντο εκ των ονύχων των εταιρών και των συντρόφων των. Άλλων πάλιν, ολιγωτέρων, αι ηρωίδες είχον, ως φαίνεται, κάποιον «παρελθόν», αλλ' ουχ ήττον παριστάνοντο συμπαθητικαί. Τέλος έν ή δύο, καθώς η Άμαστρις του Διφίλου, ως ηρωίνην είχον ενάρετον, ή τουλάχιστον σεβαστήν, ηγεμονίδα, το δε έργον ήτο καθαυτό ιστορικόν δράμα. Πάντως δε το αισθηματικόν μέρος ήτο περισσότερον παρά το κωμικόν.
Ο Φιλήμων εν τέλει απήλθεν εις την Αλεξάνδρειαν και ο Μάχων έζησεν εκεί· αυτοί όμως ήσαν εξαιρέσεις. Ο Μένανδρος έμεινε πάντοτε πιστός εις τας Αθήνας. Η περί του ανδρός τούτου αντίληψις ημών πηγάζει αφ' ενός μεν εκ του περιφήμου αγάλματός του και των φανταστικών επιστολών (323), άς έγραψεν εν ονόματι του Μενάνδρου ο σοφιστής Αλκίφρων (περί τα 200 μ. Χ.), αφ' ετέρου δ' εκ των πολυαρίθμων αυτού αποσπασμάτων. Αι επιστολαί εκείναι είναι δεξιώταται και καθιστώσιν αγαπητόν τον πεπαιδευμένον και εύκολον την φύσιν ποιητήν, όστις ουδέν άλλο ηγάπα παρά τα γράμματα και την ησυχίαν και ανεξαρτησίαν του και δεν εδέχετο αντί οποιουδήποτε μισθού να κατοικήση εις την αυλήν της Αλεξανδρείας ή να γράψη κωμωδίας χάριν των πολλών, όπως αποκομίση όσα ο Φιλήμων άθλα (324).
Όπως εις την κωμωδίαν, ούτω και εις την ελεγειακήν και την επικήν ποίησιν υπεισήλθε το αυτό περιπετειώδες ερωτικόν διαφέρον και ανύψωσεν αυτάς εις μεγίστην ακμήν. Η μεταγενεστέρα ελληνική ελεγεία δεν ήτο μόνον αυτή περικαλλής, αλλ' είχε και μεγάλην επίδρασιν· δηλαδή ο Καλλίμαχος, ο Ευφορίων, και ο Φιλητάς είναι οι κυρίως εμπνεύσαντες την μικρόβιον λατινικήν ελεγείαν. ΦΙΛΗΤΑΣ. [ο Τηλέφου, Κώος (περίπου 338-285 π. Χ.)] είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της αλεξανδρεωτικής ελεγείας· ωχρός μελετητής, τόσον ισχνός, ώστε «σφαίρας εκ μολίβου πεποιημένας είχε περί τω πόδε, ως μη υπό ανέμου ανατραπείη», κριτικός του Ομήρου, διδάσκαλος του Πτολεμαίου του β' και του Θεοκρίτου· ποιητής ερωτικών ελεγειών, εις τας οποίας έδωκε το όνομα της ερωμένης του Βιττίδος, και ενός ειδυλλίου περί Οδυσσέως και Πολυμήλης. Ο Φιλητάς και ο ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΗΣ ο Σάμιος, του οποίου πολλά χαριτωμένα επιγράμματα διέσωσεν η Ανθολογία (325), ήσαν οι μόνοι ζώντες ποιηταί, τους οποίους ο Θεόκριτος ανεγνώριζεν ως ανωτέρους του. Ο δε φίλος του Φιλητά, ΕΡΜΗΣΙΑΝΑΞ ο Κολοφώνιος μας αφήκε μόνον έν μακρόν απόσπασμα, περιέχον απλούν σχεδόν κατάλογον αρχαίων εραστών, ο οποίος θα συνεκίνησε πολλούς των αναγνωστών του Αθηναίου ως γλυκεία και μακρινή απήχησις. Αλλ' ο ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ, [ο Κυρηναίος ευπατρίδης (περίπου 310-240 π. Χ.) ο εισελθών εις την υπηρεσίαν του ανακτόρου και της βιβλιοθήκης], ο αρχαιολόγος και ποιητής, υπερηκόντισε κατά την δόξαν και την επίδρασιν πάντας ίσως τους από Πλάτωνος μέχρι Κικέρωνος λογογράφους. Διότι ενόησε και εξέφρασεν ό,τι εχρειάζοντο και ό,τι ηδύναντο να εκτιμήσωσιν οι σύγχρονοί του. Οι δημιουργικοί χρόνοι κατ' αυτόν είχον περάσει και ήτο αδύνατον να γράφη τις τότε καθώς ο Όμηρος, ο Ησίοδος ή ο Αισχύλος· όπως εκείνοι έγραψαν χάριν του καιρού των, ούτως, ενόμιζε, και ημείς πρέπει ν' ακολουθήσωμεν τον ιδικόν μας και όχι να γελωτοποιώμεθα, διαγωνιζόμενοι προς αυτούς επί του ιδικού των εδάφους. Τώρα δυνάμεθα να γράψωμεν μόνον μικρά ποιήματα κομψά και τέλεια καθ' έκαστον στίχον. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα του Καλλιμάχου δεν είν' ευάρεστα εκτός ολίγων ωραίων επιγραμμάτων και της εις Λουτρά της Παλλάδος ελεγείας. Τα λοιπά φαίνονται κάπως ψυχρά και επιζητούντα να εκπλήξωσιν· εκ τούτου δε παραβλάπτεται η ποίησις του μεγάλου κριτικού· ίσως δε πολλοί προτιμώσι τον Απολλώνιον, όστις παρέβη την απαγόρευσιν του διδασκάλου (326).
Ο ΑΠΟΛΛΩΝΙΟΣ επεχείρησε να γράψη έπος κατά την παλαιάν τέχνην, δηλαδή μακρόν, τολμηρόν, έχον σύνθεσιν εντελώς απλήν και γλώσσαν μη επιγραμματικήν. Τοιαύτην ποίησιν ηγάπα και ενόει αυτός να γράψη. Αλλά τα Αργοναυτικά απέτυχον εν Αλεξανδρεία και ο Απολλώνιος ανεχώρησεν εις την Ρόδον, όπου επεξειργάσθη δευτέραν έκδοσιν του έργου· [εκεί δε διδάσκων ρητορικήν, ετιμήθη και επωνομάσθη Ρόδιος]. Ζων είχε μικρόν κύκλον θαυμαστών διότι το πολύ κοινόν ηκολούθει την προς το σύντομον και λαμπρόν ύφος ροπήν του Καλλιμάχου. Και αυτός ο Κάτουλλος και ο Προπέρτιος ήσαν Καλλιμάχειοι. Εις τον Βεργίλιον απέκειτο να κατακτήση τον κόσμον διά ποιήματος, όπερ εγράφη κατά το έπος του Απολλωνίου και είχε πολλά της συνθέσεως εκείνου, γλώσσαν δε κατά στίχον δανεισθείσαν παρ' αυτού. Εννοείται δ' όμως ότι ο μεν Βεργίλιος είχεν ανωτέραν τινά «αποστολήν», όπως γράψη το εθνικόν έπος της πατρίδος του, τον δε Απολλώνιον ουδείς είχε καλέσει να εγκωμιάση τους Αργοναύτας, τούτο δε καθ' εαυτό παρέχει περισσότερον εις τον Βεργίλιον διαφέρον. Αλλά πάντως η Μήδεια και ο Ιάσων των Αργοναυτικών είναι ζωηρότεροι και φυσικώτεροι των αντιγράφων των, ήτοι της Διδούς και του Αινείου της Αινειάδος. Ο άγριος έρως της μαγίσσης φαίνεται παράδοξος επί της βασιλίσσης της φιλοπόνου Καρχηδόνος και τα δύο κύρια γνωρίσματα του Ιάσονος, η αδυναμία, η οποία τον καθιστά προδότην, και η γλυκύτης, η οποία τον αντιθέτει προς την Μήδειαν, έρχονται ασύμφωνα προς τον γενάρχην της Ρώμης. Δύο περικοπαί δύνανται ίσως να εκλεχθώσιν ως εξόχως χαρακτηρίζουσαι την αλεξανδρεωτικήν ποίησιν. Το πρώτον είναι η γνώμη του Καλλιμάχου (εν τω εις Απόλλωνα ύμνω, 107 κεξ.)
Ασσυρίου ποταμοίο μέγας ρόος, αλλά τα πολλά λύματα γης και πολλόν εφ' ύδατι συρφετόν έλκει. Δηοί δ' ουκ από παντός ύδευς φορέουσι μέλισσαι, αλλ' ήτις καθαρή τε και αχράαντος ανέρπει πίδακος εξ ιερής ολίγη λιβάς, άκρον άωτον
{ Great is the sweep of the river of Assyria ; but it bears many scourings of earth on the food of it, and much driftwood to the sea. Apollo's bees draw not their water everywhere: a little dew from a holy fount, the highest bloom of the flower }
Το δε άλλο είναι η απάντησις της Μηδείας, ότε ο Ιάσων ήθελε να ομιλήση προς τον πατέρα της Αιήτην και να συμφωνήση περί του γάμου της, καθώς ο Θησεύς εζήτησε την Αριάδνην παρά του Μίνωος. Η Μήδεια του λέγει [Αργοναυτικών Γ' 1105]
«Ελλάδι που τάδε καλά, συνημοσύνας αλεγύνειν Αιήτης δ' ου τοίος εν ανδράσιν, οίον έειπας Μίνω Πασιφάης πόσιν έμμεναι· ουδ' Αριάδνη ισούμαι· τω μήτι φιλοξενίην αγόρευε. αλλ' οίον τύνη μεν εμεύ, ότ' Ιωλκόν ίκηαι, μνώεο· σείο δ' εγώ και εμών αέκητι τοκήων μνήσομαί· έλθοι δ' ήμιν απόπροθεν ηέ τις όσσα, ηέ τις άγγελος όρνις, ότ' εκλελάθοιο εμείο· ή αυτήν γε ταχείαι υπέρ πόντοιο φέροιεν ενθένδ' εις Ιαωλκόν αναρπάξασαι άελλαι, όφρα σ' εν οφθαλμοίσιν ελεγχείας προφέρουσα, μνήσω εμή ιότητι πεφυγμένον. αίθε γαρ είην απροφάτως τότε σοίσιν εφέστιος εν μεγάροισιν».
{ Speak not of ruth nor pact. They dwell not here. Aiêtes keeps no bond, nor knows no fear, Nor walks with men as Minos walked of old; And I am no Greek princess gentle-souled. — One only thing: when thou art saved and free, Think of Medea, and I will think of thee Always, though all forbid. And be there heard Some voice from far away, or some wild bird Come crying on the day I am forgot. Or may the storm-winds hear, and spurn me not, And lift me in their arms through wastes of sky To face thee in thy falseness, and once cry, 'I saved thee! Yea, a- sudden at thy hall And hearthstone may I stand when those days fall }
Ο Απολλώνιος έχει, εννοείται, τα ελαττώμματα του καιρού του, μακράς περιγραφάς ως εικόνας, οχληρόν όγκον ψευδομηρικής γλώσσης, εκθέσεις περί του διακόσμου της Αφροδίτης και των τόξων του Έρωτος, οποίας θα έγραφεν ο Οβίδιος ή και ο Cowley. Αλλ' υπάρχει και γνησία πρωτοτυπία και δύναμις παρατηρήσεως και ευαισθησίας· τοιαύτη είναι η περιγραφή [Α' 1063] του τέλους νεαράς χήρας [της Κλείτης] ήτις μετά τον θάνατον του ανδρός της
«κακώ δ' επί κύντερον άλλο
ήνυσεν, αψαμένη βρόχον αυχένι·
η παρομοίωσις της παλλομένης καρδίας της Μηδείας προς αίγλην του ηλίου αντανακλωμένην εντός ύδατος [Γ' 756] και πολλαί άλλαι παρομοιώσεις, πείθουσαι ημάς ότι ο Απολλώνιος εξέφρασε πράγματα, ουδέποτε προτού περιγραφέντα εν Ελλάδι, και εις την έκφρασιν του ρωμαντικού έρωτος ουδένα έχει ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θεόκριτον τον Συρακόσιον (327).
Ο ΘΕΟΚΡΙΤΟΣ είναι ίσως ο ελκυστικώτατος απάντων των Ελλήνων ποιητών. Πολλοί νέοι σπουδασταί τον προτιμώσι του Ομήρου, και πλείστοι ενθυμούνται την πρώτην εκ της γνωριμίας του ηδονήν. Πράγματι εντός του θελκτικού και ησύχου του βασιλείου είναι απόλυτος μονάρχης· δυνάμεθα δε σχεδόν να είπωμεν, ότι η παγκόσμιος βουκολική ποίησις ουδέν έχει καλόν μη πηγάζον εκ του Θεοκρίτου. Το πρώτον του ειδύλλιον, ο Θύρσις έχει τας περισσοτέρας παρά παν άλλο ποίημα απομιμήσεις, από του Αδώνιδος του Βίωνος, του Βίωνος Επιταφίου του Μόσχου, του Δάφνιδος του Βεργιλίου μέχρι του αγγλικού Αδώνιδος και Λυκίδα.
Η συνήθεια εκείνη της αναδρομής προς τα οπίσω, η κλίσις εκείνη προς το παρελθόν, η χαρακτηρίζουσα όλην την ποίησιν και μέρος της επιστήμης της Αλεξανδρείας, διακρίνεται και εν Θεοκρίτω. Πολλά ποιήματά του αποβλέπουσιν εις το παρόν, τινά δε και εις το μέλλον, δεικνύοντα τι ήλπιζε παρά των προστατών του ο ποιητής· αλλά το μεν παρόν είναι μάλλον άσχημον, το δε μέλλον μη αληθινόν· την γνησίαν καλλονήν του Θεοκριτείου κόσμου περιέχει η αρχαία αγροτική ζωή. Οι Σικελοί αγρόται του καιρού του παρετηρήθη ορθότατα ότι επλησίαζον να καταντήσωσιν οι γεωργικοί δούλοι του ρωμαϊκού κράτους «οι αθλιώτατοι πάντων των αστέγων»· και όμως και πολύ κατόπιν, ότε κατεπίεζεν αυτούς ο Ουέρρης, εφημίζοντο ως εύθυμοι και φιλωδοί και είναι πιθανόν ότι οι αγροτικοί «βάρδοι» του Θεοκρίτου δεν είναι εντελώς πλαστοί. Τον τύπον αυτών απεικόνισε πρώτον η παλαιά σικελική ποίησις του Στησιχόρου. Φαίνεται δε ότι ο Σικελός χωρικός, όπως ο Προβιγκιανός, ο Ρουμάνος και ο Σκώτος εθεώρει την στιχουργίαν και το άσμα ως μέρος της καθημερινής του εργασίας.
Το ύφος του Θεοκρίτου και το περιεχόμενον των ειδυλλίων είναι τόσον σύμφωνα, ώστ' ευκόλως διαφεύγει τον αναγνώστην η μεγάλη των θεμάτων του ποικιλία. Επειδή δε τα ποιήματά του ονομάζονται ειδύλλια, τα θέλομεν όλα ειδυλλιακά. Αλλά η λέξις ειδύλλιον είναι υποκοριστικόν του είδος, ήτοι μορφή ή ύφος, η δε κοινή χρήσις αυτής φαίνεται ότι προέρχεται εκ της συνηθείας του να επιγράφωνται ταύτα χάριν μουσικής οδηγίας κατά την περίστασιν «ειδύλλιον βουκολικόν ή αιπολικόν» . Των δε σωζομένων 32 ειδυλλίων του Θεοκρίτου μόνον δέκα παριστώσι βίον καθαυτό ποιμενικόν, πραγματικόν ή ιδανικόν· έξ είναι επικά, δύο εγράφησαν χάριν «ευκαιριών», δύο αποτείνονται προς προστάτας, έξ είναι καθαρώς ερωτικά και δύο είναι πραγματικαί εικόνες της καθημερινής ζωής. Τούτων περιφημόταται είν' αι Αδωνιάζουσαι, (ειδ. ιε') μίμος περιγράφων τας εντυπώσεις δύο μεσαίας τάξεως Συρακοσίων γυναικών, της Γοργούς και της Πραξινόης εκ της μεγάλης εορτής του Αδώνιδος, της εορταζομένης εν Αλεξανδρεία υπό Πτολεμαίου του β'. Το ειδύλλιον τούτο παριστάνεται κάποτε και επί παρισιανών θεάτρων, διότι περιέχει αληθινήν καλλονήν εν μέσω της κωμικής και υπέρ το δέον πιστής πραγματικότητος. Ο δε προηγούμενος μίμος, ο Κυνίσκας έρως, (ειδ. ιδ') διαγράφων συντόμως τι εκίνει τους νέους να κατατάσσωνται ως μισθοφόροι εις ξένους στρατούς, δεν είναι μεν τόσον εύμορφος, αλλ' έχει περισσότερον ίσως βάθος και αλήθειαν και, προσθετέον, πιστότερον αποδιδομένην αγροικίαν. Το β' ειδύλλιον αι Φαρμακεύτριαι, απεικονίζον τον έρωτα της Σιμαίθας και τας μαγγανείας αυτής, είναι δύσκολον να καταταχθή· είναι πραγματικόν, ωραίον, τραγικόν, ιδιαιτέρως κωμικόν και εν γένει, αλησμόνητον· διότι παρουσιάζει το βάθος της ζωής, όπως ο μίμος την επιφάνειαν· και ενώ πολλαί εγράφησαν απομιμήσεις, απέμεινε μοναδικόν αριστοτέχνημα. Τρία ποιήματα φαίνονται εκφράζοντα τα προσωπικά του ποιητού αισθήματα, αποτεινόμενα προς τον εταίρον του και παριστώντα διά του σοβαρού και ηρέμου ύφους το έπακρον ίσως της τοιαύτης συγκινήσεως. Έν τούτων, το κθ', εκφράζει το συχνά περιαδόμενον αίσθημα περί του καταλλήλου τόπου της αγάπης ή της φιλίας [στ. 12]
«ποίησον καλιάν μίαν ειν ενί δενδρίω όππη μηδέν απίξεται άγριον όρπετον»
{ A single nest built in a single tree, Where no wild crawling thing shall ever climb }
Το εις Ιέρωνα Εγκώμιον και το προς τον Πτολεμαίον είναι τόσον καλά όσον δύνανται να είναι τοιούτου είδους ικεσίαι. Και τα μικρά έπη, τα διά της μορφής υπενθυμίζοντα τας Ηοίας, ουδέποτε στερούνται χάριτος και δρόσου, καίτοι καθόλου φαίνονται ψυχρά. Δύο άλλα ποιήματα, το ζ' τα Θαλύσια, περιγράφοντα εξοχικόν περίπατον εις την Κω εν ημέρα συγκομιδής, και το κη' η Ηλακάτη, ποιημάτιον συνοδεύον δώρον προς την Θευγενίδα, την γυναίκα του φίλου του ιατρού Νικίου, δεν είναι μόνον αυτά καθ' εαυτά πραγματικοί μαργαρίται, αλλά και αναδίδουσιν άρωμα ερασμίου χαρακτήρος.
Οι δύο άλλοι βουκολικοί ποιηταί, ο ΒΙΩΝ και ο ΜΟΣΧΟΣ, ομολογουμένως είναι μιμηταί του Θεοκρίτου. Ο Βίων ήτο νεώτερος αυτού καί πιθανώς έγραψε τον Αδώνιδος επιτάφιον χάριν της εορτής εκείνης, εις την οποίαν ανάγονται αι Αδωνιάζουσαι. Ο επιτάφιος είναι λαμπρόν τεχνικόν έργον· ανθηρόν, μονότονον, σχεδόν ανατολικόν εις την υπερβολικήν και άσωτον φαντασίαν, αρμόζει τελείως προς το θέμα του. Ίσως ουδεμίαν ενέχει πραγματικήν συγκίνησιν, αλλά παρασύρει θυελλωδώς την φαντασίαν και είναι ζυγισμένον ώστε να προκαλέση χειμάρρους δακρύων εκ μέρους προσώπων, όπως η Γοργώ και η Πραξινόη. Ο δε Μόσχος παριστάνει εαυτόν ως μαθητήν του Βίωνος, λέγεται δε ότι υπήρξε φίλος του Αριστάρχου, αν και, το ύφος φαίνεται νεώτερον. Τούτο είναι περίκοσμον ως η ρωμαϊκή ποίησις της αργυράς περιόδου, και γέμει εκ των μικρών εκείνων φράσεων, αι οποίαι όζουσι λεξικού και εμφαίνουσιν αυταρέσκειαν. Ο Βίων καλείται Δώριος Ορφεύς ο Όμηρος Καλλιόπας γλυκερόν στόμα και όμως ο τρόπος ούτος δεν ημπορεί ν' αμαυρώση τα έμφυτα χαρίσματα του ποιητού. Μεταξύ των αναριθμήτων ήχων της ελληνικής βουκολικής ποιήσεως, όσαι πλήσσουσιν ακόμη τα ώτα της νεωτέρας Ευρώπης, πολλαί προέρχονται εκ του Βίωνος επιταφίου (328).
[Εις την πρωτοτυπωτέραν αλεξανδρεωτικήν ποίησιν ανήκουσι και τα ποιήματα εκείνα] άπερ εφανέρωσεν ο υπ' αρ. 535 πάπυρος του Βρεττανικού Μουσείου (329), έργα αξιόλογα κυρίως διότι αποτελούσι τα σπουδαιότατα σωζόμενα δείγματα ενός όλου είδους, του μίμου. Ο ΗΡΩΔΑΣ ήτο πρόσωπον σχεδόν άγνωστον, αναφερόμενον μόνον τρις ή τετράκις· και αυτό το όνομά του δεν είναι ασφαλές· ο Αθηναίος τον ονομάζει Ηρώνδαν, αλλ' ο Πλίνιος και ο Στοβαίος παραλείπουσι το ν. Τα έργα του και η ζωή του μας ήσαν όλως σκοτεινά, αι δε περί των χρόνων του γνώμαι εκυμαίνοντο μεταξύ του έκτου και του τρίτου π. Χ. αιώνος! Και τα μεν ζήτημα του ν μένει ακόμη άλυτον, διότι ο πάπυρος δεν έχει επιγραφήν. Αλλ' ήδη δυνάμεθα να εικάσωμεν και την πατρίδα και τους χρόνους του ποιητού. Ο Ηρώδας φέρει όνομα δωρικόν, αλλά γράφει ιωνιστί. Τόποι δε των μίμων του είναι είτε η αναπόφευκτος Αλεξάνδρεια, είτε η Κως, και περί Κωακών πραγμάτων κάμνει πολύν λόγον. Αλλ' η Κως ήτο δωρική νήσος, όπερ ερμηνεύει το δωρικόν όνομα του ποιητού. Την δε διάλεκτον αυτού πιθανώς μεν επέβαλλεν η λογοτεχνική παράδοσις του μίμου, αξιοσημείωτος δ' όμως είναι και η επί των επιγραφών της Κως ανάμειξις ιωνικών τύπων, προερχομένη ίσως εξ ιωνικής επιμειξίας. Ούτω πατρίς του Ηρώδα ήτο πιθανώς η Κως, τους δε χρόνους αυτού καθορίζει μνεία των «θεών αδελφών», ήτοι Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου και της αδελφής αυτού Αρσινόης, οίτινες απεθεώθησαν ζώντες περί τα 268 π. Χ. Λαλεί δε περί του Απελλού, ως προ μικρού αποθανόντος, όπερ συνάδει προς την χρονολογίαν ταύτην. Μνημονεύεται δε ότι προ των μίμων έγραψεν άλλα είδη ποιήσεως· έζη λοιπόν κατά τους χρόνους του Καλλιμάχου και του Θεοκρίτου.
Οι μίμοι πάντες είναι γραμμένοι εις στίχους «σκάζοντας» ή «χωλιάμβους» και παριστάνουσι κάπως ευθύμως και γελοιογραφικώς σκηνάς της καθημερινής ζωής κατά την χυδαιοτέραν αυτής όψιν. Έχουσιν επιτυχεστάτην γλώσσαν, δεικνύουσι δε θαυμάσιον παρατηρητικόν, ήρεμον δε και αβίαστον πνεύμα, όπερ και κατά τον τρόπον και κατά το θέμα ενθυμίζει Γάλλους δραματικούς. Ο πρώτος μίμος παριστάνει νεαράν ύπανδρον γυναίκα, την Μητρίχην, δεχομένην την επίσκεψιν της γραίας Γυλλίδος, η οποία βλέπουσα, ως λέγει, την παρατεινομένην απουσίαν του ανδρός της Μητρίχης, της προτείνει κάποιον αθλητήν ως αντικαταστάτην. Αλλ' η Μητρίχη αποποιείται την παρηγορίαν ταύτην, έχει δε και άλλο προτέρημα, ότι μόνη μεταξύ των γυναικών του Ηρώδα δεν εξυβρίζει τας δούλας. Η κατά τούτο χυδαιότης των λοιπών λυπεί ημάς, καθόσον φαίνεται πιστώς αντιγράφουσα την ζωήν ως και εν ταις Αδωνιαζούσαις].
Εν τω β' μίμω αναίσχυντος αλλά κωμικός μέτοικος κατηγορεί ενώπιον των δικαστών [πλούσιον Φρυγά, ότι του επυρπόλησε το ανήθικον κατάστημά του). Εν τω γ' βλέπομεν μητέρα οδηγούσαν τον υιόν της εις το σχολείον. Εν τω δ' γυναίκες « Θυσιάζουσαι» περιέρχονται το Ασκληπιείον της Κω και θαυμάζουσι τα αγάλματα και τας ζωγραφίας. Εν τω ε' η ζηλότυπος Βίτιννα στέλλει τον Γάστρωνα να φάγη «χιλίοις μεν εις το νώτον . . . χιλίας δε τη γαστρί», και κατόπιν μετανοεί και τον ανακαλεί. Εν τω ς' δύο νεαραί γυναίκες συνομιλούσιν ιδιαιτέρως περί δούλων και φορεμάτων· η ομιλία των δεν είναι ούτε πνευματώδης ούτε κωμική, αλλ' όμως έχει εξαιρετικήν αληθοφάνειαν. Εν δε τω ζ' η Μητρώ συνιστά εις τον Σκυτέα νέας πελάτιδας, [ερχομένας ν' αγοράσωσιν υποδήματα].
Οι επτά ούτοι μίμοι του Ηώδα διατηρούνται καλώς, υπάρχουσι δε και θρύμματα εξ άλλων. Πάντες θα ήσαν διασκεδαστικότατοι παριστανόμενοι κατά πρώτον εν Κω ή εν Αλεξανδρεία, με το σκώμμα νωπόν όλον, και με τας ελαφράς σκιάς ευκόλως ορατάς. Αλλά το humour ήτο κατά μέγα μέρος πρόσκαιρον και τοπικόν. Ο δε σημερινός αναγνώστης βλέπει πιθανώς ότι οι μίμοι ήσαν έργα κάλλιστα, αλλά δεν ποθεί να τους αναγνώση πάλιν. Εάν δε πράξη τούτο, κύριος λόγος θα είναι η μεγάλη αρχαιολογική αυτών αξία, και δεύτερος η πράγματι δεξιά μίμησις. Ο Ηρώδας είναι κομψός και εις τα εγκώμια του Πτολεμαίου, ενώ και ο Καλλίμαχος και ο Θεόκριτος έφθασαν μέχρις υπερβολών (330)·
Πλην του έρωτος το άλλο μέγα χαρακτηριστικόν του Αλεξανδρεωτικού έπους και της ελεγείας ήτο η λογιότης. Υπήρχον δηλαδή πολλά αρχαιολογικά ποιήματα. Ο ΡΙΑΝΟΣ έγραψε περί μεσσηνιακών πολέμων, παριστών τον Αριστομένη ως είδος Wallace και άλλα έπη. Έτι περισσότερα ήσαν τα φιλοσοφικά ποιήματα (331). ΑΡΑΤΟΣ ο Σολεύς έγραψε Φαινόμενα μετά μετεωρολογικού παραρτήματος. Ο ΝΙΚΑΝΔΡΟΣ έγραψε Θηριακά και Αλεξιφάρμακα, σωζόμενα και *Περί κτίσεων πόλεων (332). Ουδέτερος των ποιητών τούτων αρέσκει σήμερον εις ημάς, διότι προτιμώμεν την επιστήμην καθαράν και αμιγή. Η κατά τους αρχαίους χρόνους έκτακτος επίδρασις και φήμη του Αράτου ωφείλετο, φαίνεται, εις τούτο, ότι επέτυχεν ούτως ειπείν να οικειοποιηθή μίαν των μεγάλων συγκινήσεων του ανθρώπου. Κατά τους αμέσους μετ' αυτόν αιώνας ουδείς σχεδόν πεπαιδευμένος ηδύνατο ν' ατενίση προς τα άστρα χωρίς να ψιθυρίση ένα στίχον των Φαινομένων (333). Ο πολυμαθέστατος λόγιος των Πτολεμαϊκών χρόνων, ο ΕΡΑΤΟΣΘΕΝΗΣ έγραψε τα γεωγραφικά και χρονολογικά του έργα εις λόγον πεζόν, επίσης δε τα περί της αρχαίας κωμωδίας. Το δε μικρόν του έπος περί του θανάτου και της εκδικήσεως του Ησιόδου και η ελεγεία Ηριγόνη είχον μυθικάς και ως θα ελέγομεν ημείς «ποιητικάς υποθέσεις».
Εν δε τω πεζώ λόγω επεκράτουν η πολυμάθεια και η έρευνα. Αι στρατείαι του Αλεξάνδρου ήνοιξαν μεγάλην έκτασιν του κόσμου εις την ελληνικήν επιστήμην, και τα ταξείδια του ναυάρχου του Νεάρχου και άνδρες ως ο Πολέμων μετέβαλον εντελώς την παλαιάν γεωγραφίαν. Τα κυριώτατα των σωζομένων εγχειριδίων είναι ο Περίπλους του ΣΚΥΛΑΚΟΣ του Καρυανδέως και η φερομένη υπό το όνομα του ΣΚΥΜΝΟΥ του Χίου έμμετρος Περιήγησις (334). Η δ' επιστημονική κατάταξις της γεωγραφίας εξετελέσθη υπό του Ερατοσθένους και του Ιππάρχου, ευρόντων και συστήματα προς υπολογισμόν του πλάτους και του μήκους και μεταχειρισθέντων την τριγωνομετρίαν. Τα μαθηματικά, τα καθαρά και εφηρμοσμένα, ανεπτύχθησαν υπό πολλών διαπρεπών ανδρών, εν οίς ο ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ, ζων επί Πτολεμαίου του α' (335) και ο ΑΡΧΙΜΗΔΗΣ, όστις απέθανε κατά τα 212 π. Χ. (336) Η μηχανική — τότ' αι μηχαναί κατά μέγα μέρος ήσαν ξύλιναι η δε κινητήριος δύναμις συνήθως ήτο νερόν ή απλή βαρύτης, — ανεπτύχθη και χάριν πολεμικών σκοπών και χάριν της καθημερινής ζωής. Μεταξύ των σωζομένων έργων του ΗΡΩΝΟΣ υπάρχει περίεργον χωρίον, περιγράφον μικράν μηχανήν, η οποία, κινουμένη κατ' αρχάς, ηδύνατο άνευ βοηθείας να παραστήση τετράπρακτον τραγωδίαν περιλαμβάνουσαν ναυάγιον και πυρκαϊάν (337).
Η πολυμάθεια ιδιαιτέρως εφηρμόσθη εις την λογοτεχνίαν. Υπήρχον δύο μεγάλαι βιβλιοθήκαι εν Αλεξανδρεία η μεν πρώτη πλησίον του Μουσείου και των ανακτόρων· η δε κατά χρόνον και σπουδαιότητα δευτέρα πλησίον του ναού του Σεράπιδος. Αύται ιδρύθησαν τη συνεργασία Δημητρίου του Φαληρέως, υπό του α' Πτολεμαίου, ωργανώθησαν υπό του β', του Φιλαδέλφου, και απετέλεσαν εφεξής την εστίαν των γραμμάτων. Ο Ζηνόδοτος, ο Καλλίμαχος, ο Ερατοσθένης, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, και ο Αρίσταρχος προέστησαν αλληλοδιαδόχως της βιβλιοθήκης· ποιόν ποτε ίδρυμα είχεν ως προϊσταμένους ομοίους γίγαντας; Των βιβλιοθηκαρίων εκείνων πρώτος σκοπός ήτο να συνάγωσι και διασώζωσι βιβλία· προς τούτο παν πλοίον καταπλέον εις την Αλεξάνδρειαν ηρευνάτο και ούτε χρημάτων ούτε τεχνασμάτων εφείδοντο αι αρχαί· δεύτερος δε να συντάξωσι catalogues raisonnés· κύριον του Καλλιμάχου έργον ήσαν *Πίνακες των εν πάση παιδεία, διαλαμψάντων και ών συνέγραψαν { catalogue raisonné } εις 120 τόμους· τέλος δε ν' αποχωρίσωσι τα γνήσια έργα από των νόθων και να ερμηνεύσωσι τους δυσκόλους και απηρχαιωμένους συγγραφείς. Και οι άλλοι βασιλείς ίδρυον βιβλιοθήκας, περιφημοτάτη δε ήτο η εν Περγάμω των Ατταλιδών. Η Πέργαμος ήτο σπουδαιότερον και αυτής της Αλεξανδρείας κέντρον τέχνης, αλλ' ως προς τα γράμματα ήτο κατωτέρα. Διότι είχεν αρχίσει πολύ αργά, ότε η Αλεξάνδρεια είχεν αρπάσει πλείστα των μοναδικών βιβλίων. Έπειτα δε δεν είχε πάπυρον. Το φυτόν εφύετο μόνον εν Αιγύπτω, οι δε Πτολεμαίοι απηγόρευσαν την εξαγωγήν αυτού· ούτως η Πέργαμος ηναγκάσθη να χρησιμοποιή μόνον το δαπανηρόν υλικόν, το φέρον το όνομά της, την περγαμηνήν. Εις την κριτικήν η Πέργαμος ηκολούθει καθόλου την Στωικήν σχολήν [ΚΡΑΤΗΣ ο Μαλλώτης και οι μετ' αυτόν] ενέκυψαν ιδίως εις την ερμηνείαν πολλάκις φαντασιωδώς, εξετάζοντες το πνεύμα μάλλον παρά το γράμμα των παλαιών συγγραφέων, και απέκρουον την αυθεντίαν του Αριστάρχου και την τελείαν προσήλωσιν εις την ακριβή γνώσιν.
Εκ των καταλληλοτάτων προς έρευναν και γνώσιν πεδίων ήτο, φυσικά, η ιστοριογραφία. Αμέσως μετά τον θάνατον του Θουκιδίδου και πριν αποθάνη ο Ξενοφών, ο ιατρός του Αρταξέρξου ΚΤΗΣΙΑΣ έγραψε Περσικά και Ινδικά και Περίπλουν, εν μέρει μεν όπως επανορθώση πλάνας τινάς του Ηροδότου, αλλ' εν μέρει και όπως αυξήση τους μύθους αυτού. Ούτω δε κατήντησε σπουδαιότερος ως μυθιστοριογράφος ή ως ιστορικός (338). Ο δε Σικελιώτης στρατηγός ΦΙΛΙΣΤΟΣ έγραψεν εξόριστος ιστορίαν του καιρού του, λαβών ως πρότυπον τον Θουκυδίδην, κολακεύσας δε, καθώς ελέγετο, τον β' Διονύσιον, όπως ανακληθή εκ της εξορίας. Τέλος εφονεύθη κατά την στάσιν του Δίωνος (357 π. Χ.).
Των δε ιστοριογράφων όσοι ήκμασαν κατά τα τέλη του δ' αιώνος, κοινόν χαρακτηριστικόν ήτο ότι δεν ήσαν άνδρες πολιτικοί ή στρατιωτικοί, αλλ' απλοί λόγιοι. Πρώτοι δε του καταλόγου ήσαν δύο μαθηταί του Ισοκράτους. Εκ τούτων ΕΦΟΡΟΣ ο Κυμαίος έγραψε καθολικήν ιστορίαν, αρχομένην από της μεταναστάσεως των Δωριέων και λήγουσαν εις τα 340 π. Χ. Ο Έφορος ήτο συλλογεύς και κριτικός, αλλ' όχι ερευνητής· αντέγραφε δηλαδή προηγουμένους συγγραφείς ελευθέρως και πολλάκις κατά λέξιν· αλλ' απέρριπτε τας παλαιοτάτας περιόδους ως μυθικάς, και παραβάλλων τας πηγάς του, διώρθωνεν αυτάς. Ως Ισοκράτειος, επέμενε λίαν εις το ύφος και την σύνταξιν. Αλλά περιγράφων μάχας, κατά Πολύβιον «γελοίος φαίνεται»· σημειωτέον όμως ότι ο Πολύβιος λέγει περίπου τα αυτά περί πάντων των μη στρατιωτικών. Μέγα μέρος του Εφόρου αντεγράφη, μάλλον ή ήττον πιστώς εν τη σωζομένη ιστορία του Διοδώρου (339).
Ο δεύτερος Ισοκράτειος, όστις έγραψεν ιστορίαν, ήτο σπουδαιότερος ανήρ, ο ΘΕΟΠΟΜΠΟΣ (γεννηθείς κατά τα 380). Ήτο Χίος και είχε την κοινήν προκατάληψιν των νησιωτών εναντίον του αθηναϊκού κράτους, και άλλας δριμυτέρας εναντίον των στρατιωτικών δεσποτών. Τα Ελληνικά, διαιρούμενα εις δώδεκα βιβλία, και τα Φιλιππικά εις δέκα οκτώ, ήσαν τα δύο μεγάλα του έργα. Καθώς άλλοι φλύαροι, ηγάπα και αυτός να επαινή την συντομίαν και την απλότητα· ως φαίνεται δε, ήτο κυνικός· τουλάχιστον εμίσει τον κόσμον και περιεφρόνει τα μεγαλεία. Επίστευε δε ότι όλα τα κακά της Ελλάδος αφορμήν είχον τας Αθήνας, την Σπάρτην και τας Θήβας και ότι οι βασιλείς και πολιτικοί και ηγέται των λαών ήσαν τα αποβράσματα της κοινωνίας. Επαινείται δε ως ικανός να διαβλέπη τα κρύφια αίτια και τους όπισθεν των πολιτικών παραπετασμάτων κρυπτομένους πονηρούς, το δε ύφος του εθαυμάζετο σχεδόν υπό πάντων. Το Περί ύψους βιβλίον, το αποδιδόμενον εις τον Λογγίνον, περιέχει περιγραφήν του Θεοπόμπου περί της «του Πέρσου καταβάσεως επ' Αίγυπτον» αρχομένην από των στρωμνών και των χλανίδων και των σκηνών και καταλήγουσαν εις θυλάκους και σάκκους και κρέα τεταριχευμένα. { beginning with magnificent tents and chariots, ending with bundles of shoe-leather and pickled meats } Ο κριτικός δηλαδή κατακρίνει το «ανοίκειον πάθος»· αλλά το χωρίον εκείνο φαίνεται ότι μάλλον ήτο σκόπιμος σάτιρα. Αι πολεμικαί του περιγραφαί απήρεσκον εις τον Πολύβιον, είναι δε δύσκολον να δικαιώση τις τους μακρούς λόγους, ούς αποδίδει εις πολεμούντας στρατηγούς.
Ο Σικελιώτης ΤΙΜΑΙΟΣ ήτο ιστοριογράφος των αυτών τάσεων, ήτοι λόγιος, αδαής του πραγματικού πολέμου, έγραψε δε την ιστορίαν της νήσου του εις 38 βιβλία. Και αυτός έψεγεν όχι μόνον τους βασιλείς και τους πολιτικούς, αλλά και τους άλλους ιστοριογράφους (340) · αλλ' είχε την ιδιάζουσαν αρετήν ότι εξήντλησε τας ιστορικάς πηγάς του και αυτάς τας επιγραφάς και τα μνημεία και αυτά τα Καρχηδονικά και Φοινικικά αρχεία. Ο δε Πολύβιος επαινεί και των χρονολογιών του την ακρίβειαν (341).
Παραλείποντες τας ειδικάς ιστορίας, όπως την Ατθίδα του Φιλοχόρου και τους Σαμίων ώρους του Δούριδος, ευρίσκομεν την παλαιάν κριτικήν του Ηροδώρου αναζώσαν υπό ιστορικόν σχήμα. Ο ΕΥΗΜΕΡΟΣ και ο μαθητής του ΠΑΛΑΙΦΑΤΟΣ μετεποίουν τον μύθον και την θρησκείαν κατά τον κοινόν νουν, διδάσκοντες ότι οι καλούμενοι θεοί πάντες ήσαν θνητοί άνθρωποι, τους οποίους μετά θάνατον ελάτρευον οι όμοιοί των είτε εκ δεισιδαιμονίας είτε εξ ευγνωμοσύνης. Ο Ευήμερος ευτύχησε να εύρη εν Κρήτη επιγραφήν, ως ενόμιζε, τάφου, λέγουσαν Ζαν Κρόνου (342). Ευρίσκομεν επίσης σπουδαία προϊόντα του κοσμοπολιτικού πνεύματος του καιρού εκείνου, του πνεύματος, όπερ εγέννησε την μετάφρασιν των Εβδομήκοντα και τα έργα του Φίλωνος· ήσαν αι ιστορίαι του ΒΗΡΩΣΟΥ, ιερέως του Βήλου εν Βαβυλώνι και του ΜΑΝΕΘΩΝΟΣ, ιερέως του Σεράπιδος εν Αλεξάνδρεια (343).
Αλλ' αναντιρρήτως ο μέγιστος των μεταγενεστέρων Ελλήνων ιστορικών ήτο ΠΟΛΥΒΙΟΣ ο Μεγαλοπολίτης (205-123 π. Χ.). Ο Πολύβιος είχε πατέρα τον στρατηγόν των Αχαιών Λυκόρταν, τα δε 40 πρώτα έτη της ζωής του εδαπάνησεν εις την στρατιωτικήν και την πολιτικήν υπηρεσίαν της Αχαϊκής συμπολιτείας, ιδίως ότε αυτή ανθίστατο κατά των Ρωμαίων. Τω 166 απήχθη εις την Ρώμην ως όμηρος και επί 16 έτη διέτριβεν εκεί, συνάψας φιλίαν μετά των Σκιπιώνων. Τοιουτοτρόπως ηκολούθησε τον νεώτερον Αφρικανόν εις τας πλείστας των εκστρατειών του και είδε την άλωσιν της Νουμαντίας και της Καρχηδόνος. Κατά δε τα τελευταία του έτη ήτο ο κύριος μεσίτης μεταξύ των Ελλήνων και Ρωμαίων, απολαμβάνων την εκτίμησιν αμφοτέρων και τελείως συνδυάζων την φιλοπατρίαν Αχαιού ιππέως προς αφιλοκερδή και ειλικρινή προς την Ρώμην θαυμασμόν. Η ιστορία του ήρχιζεν από του 264 π. Χ. όπου κατέληγεν ο Τίμαιος, και διά των δύο πρώτων βιβλίων έφθανε μέχρι των ημερών του· κατόπιν επεξετείνετο εις καθολικήν ιστορίαν, περιγράφουσαν κατά βήμα την πρόοδον της Ρώμης μέχρι της καταστροφής της Καρχηδόνος και της τελικής καταστροφής της ελληνικής ανεξαρτησίας. Ως φιλόσοφος ιστοριογράφος, ως ερευνητής των αιτίων και των αρχών, των φυσικών και των γεωγραφικών όρων, των ηθών και των τιμών, και πρώτιστα και μάλιστα των πολιτευμάτων, ουδένα έχει ο Πολύβιος ισόπαλον, ουδ' αυτόν τον Θουκυδίδην. Συνδυάζει την επιμέλειαν και την ευρύτητα της βλέψεως νεωτέρου φιλοσόφου ιστοριογράφου προς την πρακτικήν πείραν αρχαίου ιστορικού. Δυστυχώς μόνον τα πέντε πρώτα βιβλία της ιστορίας σώζονται ακέραια, των δε λοιπών δεκατριών έχομεν αποσπάσματα. Αλλά το ύφος του Πολυβίου ο Διονύσιος κατέτασσεν εις τας «συντάξεις» εκείνας, «οίας ουδείς υπομένει μέχρι κορωνίδος διελθείν». { whom no human being can expect to finish } Τούτο ήτο φυσικόν, λεγόμενον υπό διδασκάλου αττικιστού, όστις δεν ηδύνατο να συγχωρήση εις τον Πολύβιον, ότι έγραφε την κοινήν γλώσσαν του καιρού του. Είναι όμως παράδοξον ότι την εκ μέρους ρήτορος επίκρισιν ταύτην του εκφραστικού και ζωντανού λόγου του πρακτικού και συνετού ανδρός επαναλαμβάνουσι νεώτεροι λόγιοι, δυνάμενοι να παραβάλωσι το ύφος των αττικιστών και το του Πολυβίου. Βεβαίως ο Πολύβιος δεν εμποιεί την αυτήν εντύπωσιν μεγαλοφυίας ως ο Θουκυδίδης· αλλ' είναι πάντοτε ζωηρός, ακριβής, βαθύς και οξύτατος. Αναμφιβόλως έχει μίαν ή δύο προκαταλήψεις π.χ. εναντίον του Κλεομένους και των Αιτωλών. Αλλά πώς διαβλέπει τα πνεύματα και τα αισθήματα πάντων σχεδόν των μεγάλων ανδρών, ούς αναφέρει! Ο Άρατός του και ο Σκιπίων καταλέγονται μεταξύ των ζωηροτέρων χαρακτήρων της ιστορίας· ο δε Αννίβας του δεν είναι ο θεατρικός μικράνθρωπος του Λιβίου, αλλ' ευφυέστατος Σημίτης, βλεπόμενος ορθώς και δικαίως. Ο Πολύβιος είχε πεζήν ιδιοσυγκρασίαν και πολλήν κλίσιν εις την επίκρισιν άλλων ιστορικών. Αλλά πλην της επιστημονικήν του αξίας, είχε τόσην ηθικήν και πνευματικήν άμα ευγένειαν, ώστε ηδύνατο, αν και βαθυτάτα ηγάπα την πατρίδα του, να λαλή δικαίως περί των εχθρών αυτής, αν και ήτο ηττημένος, να φροντίζη μάλλον περί της αληθείας ς της ιδικής του φιλοτιμίας. Πόσον ήτο διάφορος της προκατειλημμένης κρίσεως του Τακίτου, και των καθαρών ρητορικών επιδείξεων του Ισοκρατικού Λιβίου (344)!
II
Η ΡΩΜΑΙΚΗ ΚΑΙ Η ΒΥΖΑΝΤΙΑΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
Η επέκτασις του ρωμαϊκού κράτους μετέθεσε το εν Ευρώπη κέντρον της βαρύτητος και έταξεν εις την ελληνικήν ευφυίαν έργον δευτερεύον και αρκετά στενόν. Η Ελλάς κατήντησεν ο μισθωτός διδάσκαλος του ρωμαϊκού κόσμου. Αληθές είναι ότι εν τη ανατολή ο μέγας ελληνικός πολιτισμός, όν ίδρυσεν ο Αλέξανδρος, διέμεινεν οπωσδήποτε αυτάρκης και ανεξάρτητος της Ρώμης, η δ' ελληνική λογοτεχνία διετήρησεν εκεί πολλήν δημιουργικήν δύναμιν και πρωτοτυπίαν. Αλλά τα σωζόμενα λείψανα των δύο πρώτων μ. Χ. αιώνων αποτελούνται κυρίως εκ βιβλίων αναγινωσκομένων εν τη Ρώμη· ο δε δυτικός κόσμος τόσον επεζήτει τους Έλληνας όπως μεταβώσι και διδάξωσιν αυτοί, ώστε ούτοι παρέρριψαν τα πάντα χάριν της αποστολής εκείνης. Η πρωτότυπος ποίησις σχεδόν εσιώπησεν. Ο ΒΑΒΡΙΟΣ ο μυθογράφος δεν ήτο ποιητής (345). Του δε ΟΠΠΙΑΝΟΥ τα Αλιευτικά σπανίως κινούσι το διαφέρον (346). Μόνον η αισθηματική ελεγεία, περιοριζομένη ήδη εις ολιγόστιχα επιγράμματα, ήκμασε τω όντι. ΜΕΛΕΑΓΡΟΣ ο Γαδαρηνός έγραψεν αυθορμήτως· ήτο λόγιος και διδάσκαλος, ούτω δ' εσχημάτισε την ποιητικήν συλλογήν, ήτις υπήρξεν η βάσις της σωζομένης Ανθολογίας του Κεφάλα· αλλ' ήτο και πραγματικός και αβρότατος ποιητής εντός στενού κάπως κύκλου. Τα πολυάριθμα ερωτικά του επιγράμματα είναι γλυκύτατα, τα δε θρηνητικά ελεγεία του τρυφερώτατα. Αλλά και του Μελεάγρου τα έργα φέρουσι σημεία των χρόνων εκείνων. Η συγκίνησίς του είναι κάπως ωχρά, η δ' ανύψωσις αυτής γίνεται πολύ συντόμως και λίαν περιτέχνως. Και έχει μεν πολλήν χάριν της φράσεως και της στιχουργίας, αλλά και έλλειψιν ευστροφίας, δηλούσαν τον ξένον. Όθεν υποπτεύει τις ότι εν τη πατρίδι του τα ελληνικά ήσαν δευτέρα γλώσσα, έξω δε του σχολείου ελάλει αραμαϊκά. Το ευφυέστατον ίσως έργον του είναι το προοίμιον της Ανθολογίας, όπου λέγει ότι έπλεξε τον μεταφορικόν στέφανον,
πολλά μεν εμπλέξας Ανύτης κρίνα, πολλά δε Μοιρούς λείρια, και Σαπφούς βαιά μεν, αλλά ρόδα.
{ "Whereunto many blooms brought Anytê, Wild flags; and Moero many,—lilies white; And Sappho few, but roses.}
ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΣ ο Σιδώνιος ήτο σχεδόν ίσος προς αυτόν. Ο δε ΚΡΙΝΑΓΟΡΑΣ είναι πάντοτε εύμορφος. Πράγματι δ' εξηκολούθουν να παράγωνται παρόμοια επιγράμματα, πολλά μεν ωραία, πολλά δε ακόλαστα, μέχρι των χρόνων του ΠΑΛΛΑΔΑ κατά τον πέμπτον μ. Χ. αιώνα και του ΑΓΑΘΙΟΥ και του ΠΑΥΛΟΥ του Σιλεντιαρίου κατά τον έκτον.
Αλλά κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους υπήρχε σπουδαιότατον πλέον κώλυμα της ποιήσεως, ότι το μέτρον δεν συνεφώνει προς την ζώσαν προφοράν. Ο μεν Αισχύλος και ο Σοφοκλής εστήριζον τους στίχους των επί συλλαβών μακρών και βραχειών, άς διέκρινεν η ακοή των. Ο δε Αριστοφάνης ο Βυζάντιος (257-180 π. Χ.) πλην της ποσότητος των μακρών και των βραχέων εσημειώσε και μουσικόν τινα τόνον επί των λέξεων των αττικών φράσεων και ηύρε το σύστημα του τονισμού προς διδασκαλίαν των αλλοδαπών. Δύσκολον είναι να εκτιμήσωμεν εντελώς την φωνητικήν αξίαν του τόνου τούτου· αλλ' είναι βέβαιον ότι κατά τους χρόνους της ακμής δεν είχε σχέσιν προς την στιχουργίαν, πιθανώς δε διέφευγε και την ακοήν, μέχρι δε του τέλους του Β' π. Χ. αιώνος ήτο κάτι εντελώς διάφορον του ό,τι καλούμεν ημείς τόνον, ήτοι τον δυναμικόν. Αλλά κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα ο ποιητής των Διονυσιακών ΝΟΝΝΟΣ ο Πανοπολίτης, Έλλην Αιγύπτιος, αρχίζει αίφνης να λαμβάνη υπ' όψιν και τον τόνον. Διαιρών τον στίχον του διά της τομής εις δύο μέρη, φρονεί ότι εν μεν τω δευτέρω μέρει δεν πρέπει να πίπτη ο τόνος εις την προπαραλήγουσαν, εν δε τη πρώτη πρέπει. Φαίνεται λοιπόν ότι τότε ο τόνος είχεν αποβή δυναμικός, ο δε έξυπνος εκείνος άνθρωπος ηγωνίζετο «δυσί κυρίοις δουλεύειν»· στίχος, όπως ο εξής·
_ουρανόν υψιμέδοντος αιστώσαι Διός έδρην_
κατά προσωδίαν μεν είναι καλός εξάμετρος, κατά τόνον δε πλησιάζει προς τον καλούμενον «πολιτικόν» στίχον, τον κανονικόν κατά τους μέσους χρόνους, χρησιμοποιούμενον δε υπό του λαού ήδη από του Δ' μ. Χ. αιώνος (347). ΚΟΪΝΤΟΣ ο Σμυρναίος, επικός ποιητής παλαιότερος του Νόννου, αγνοεί τους τονικούς τούτους κανόνας· αλλ' ο ΚΟΛΟΥΘΟΣ και ο ΤΡΥΦΙΟΔΩΡΟΣ φυλάττουσιν αυτούς (348). Τα Διονυσιακά λοιπόν ήνοιξαν νέον δρόμον.
Εν τω από των χρόνων του Αυγούστου και εξής πεζώ λόγω εγράφησαν πολλά ιστορικά και γεωγραφικά έργα, και πολλά σοφιστικά. Διόδωρον τον Σικελιώτην, Διονύσιον τον Αλικαρνασσέα, Ιώσηπον τον Ιουδαίον ακολουθούσιν ο Αρριανός, ο Αππιανός, και Δίων ο Κάσσιος. Ο ΑΡΡΙΑΝΟΣ είναι ο Ξενοφών της παρακμής· έγραψεν Αλεξάνδρου ανάβασιν ως εκείνος Κύρου ανάβασιν, και ανέλυσε τας θεωρίας του Επικτήτου πολύ κάλλιον ή ο Ξενοφών τας του Σωκράτους· πλην τούτου έγραψεν έργα περί γεωγραφίας και τακτικής (349). Αλλ' ο ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ (46-120 μ. Χ.) υπερέβαλε πάντας διά των αθανάτων αυτού Βίων, του ελκυστικωτάτου ίσως έργου, όπερ εγράφη ποτέ, και των μικρών εκείνων πραγματειών, αι οποίαι αρέσκουσιν όχι ολιγώτερον, επιγράφονται δε συνήθως Ηθικά. Δεν ήτο επιστημονικός ιστοριογράφος, και η αξία των μαρτυριών του εξαρτάται καθ' ολοκληρίαν εκ των πηγών, άς εξέλεγεν· αλλ' είχε το δώρον ν' αγαπά τους ήρωάς του και την δύναμιν να διακρίνη τι ήτο διαφέρον. Ως φιλόσοφος ίσως αποκλίνει πλέον του δέοντος εις τας συμβουλάς και βεβαίως είναι περιωρισμένος· αλλ' είναι είς των ευγενεστέρων και θελκτικωτέρων συγγραφέων, άμα δε εις των προσφιλεστάτων εξ όλης της αρχαιότητος χαρακτήρων (350).
Εις την ιδίως λογοτεχνίαν ή την «σοφιστικήν» διακρίνονται πολλοί. Δίων ο Χρυσόστομος, Ηρώδης ο Αττικός και Αριστείδης ο ρήτωρ είναι καθαροί stylistes, αλλά τούτο σημαίνει μόνον ότι ηδύναντο να μεταχειρισθώσι λεκτικόν αρκούντως ομοιάζον προς το του Πλάτωνος ή του Δημοσθένους. Αξιολογώτεροι τούτων είναι οι τέσσαρες ΦίΛΟΣΤΡΑΤΟΙ και ως ευφυής οικογένεια, και διά τα θέματα των έργων των. Του πρώτου έχομεν μόνον ένα διάλογον περί Νέρωνος και της Κορινθιακής διώρυγος, του δε δευτέρου τον θαυμάσιον διάλογον περί Απολλωνίου του Τυανέως, του νεοπυθαγορικού αγίου και φιλοσόφου, του οποίου η θρησκεία επί τινα χρόνον αντηγωνίζετο προς τον «χριστιανισμόν και τέλος τον Γυμναστικόν και τινας ερωτικάς επιστολάς. Του δε τρίτου και του τετάρτου έχομεν σειράν Εικόνων ήτοι περιγραφήν έργων τέχνης, εν ποιητική πεζογραφία. Αι Εικόνες είναι παράδοξοι και περίτεχνοι κατά το ύφος, εκτιμώνται δε υπό των αρχαιολόγων, ως μαρτυρίαι αληθινών εικόνων. Τοιαύται περιγραφαί ήσαν κοινόν σοφιστικόν γύμνασμα, όπερ ήκμασεν ιδίως κατά την επί Αντωνίνων αναγέννησιν της τέχνης και διήρκεσε μέχρι των ημερών του Λόγγου και Αχιλλέως Τατίου (351).
Εις τους σοφιστάς πρέπει να καταταχθή και ο συχνάκις μνημονευόμενος ΑΘΗΝΑΙΟΣ ο Ναυκρατίτης, ο κατά το τέλος του Β'. μ. Χ. αιώνος γράψας τους Δειπνοσοφιστάς. Οι εις το δείπνον παρακαθήμενοι πάντες είναι πεπαιδευμένοι άνδρες των χρόνων του Αυρηλίου και το βιβλίον παρέχει τον διάλογον αυτών. Παράξενος διάλογος! Συζητούσι περί παντός φαγητού και παντός πράγματος σχετικού προς τα δείπνα, εγκυκλοπαιδικοί άμα και αρχαιολόγοι. Παν ότι ήτο γνωστόν περί αγγείων, οίνων, χορών, μαγειρικών σκευών, όψων, περί αδυναμιών των φιλοσόφων και ευφυολογιών των εταιρών είναι εκεί συνηγμένον μετά προσοχής και κατά τάξιν. Οιαςδήποτε πηγάς και αν είχεν ο Αθηναίος, φαίνεται ότι είχεν αναγνώσει πάμπολλα και ότι ήτο φύσει ευθυμολόγος· το δε βιβλίον του, καίτοι φαινόμενον ως μόνον συμποσιακόν, αποτελεί πολύτιμον όργανον προς σπουδήν του όλου αρχαίου βίου (352).
Αλλά μέγιστος των σοφιστών του Β' μ. Χ. αιώνος ήτο ο ΛΟΥΚΙΑΝΟΣ. Ο Λουκιανός και ο Πλούταρχος είναι οι μόνοι συγγραφείς της περιόδου ταύτης οι έχοντες παγκόσμιον σπουδαιότητα, οι λαλούντες όπως ουδείς άλλος δύναται να λαλήση, οι και σήμερον ευαρέστως αναγινωσκόμενοι διά την πραγματικήν αξίαν. Ο Λουκιανός παρεβλήθη κατά την τάσιν του πνεύματός του προς τον Ολλανδόν Έρασμον. Ήτο δηλαδή πολυμαθής, οξυδερκής και προ πάντων εύθυμος· επεζήτει πανταχού την ειλικρίνειαν· ήτο δε τόσον φρόνιμος και πεζός, ώστε να μη παρασυρθή εις τα μεγάλα ρεύματα του καιρού του. Έζη επί Μάρκου Αυρηλίου εν τω μέσω της τότε μεγάλης μεταρρυθμίσεως και της λογοτεχνικής αναγεννήσεως, αλλά δεν φαίνεται μετέχων εις αυτήν. Εμελέτησε πολλήν φιλοσοφίαν, αλλά πάντοτε ως ξένος ερχόμενος να ανακαλύψη τα παράδοξα διά να γελάση. Εάν κρίνωμεν εκ των πολλών εν τοις έργοις αυτού απολογιών φαίνεται ότι έπαθε πολλάς επιθέσεις, ιδίως παρά των Κυνικών, εν οποίων η ακαθαρσία, η αμάθεια και η αναισθησία του ετάρασσον τα νεύρα. Ο Λουκιανός υπό του πατρός του ήτο προωρισμένος να γίνη γλύπτης, αλλ' ετράπη προς τα γράμματα, ήρχισε δε το στάδιόν του ως συνήθης σοφιστής, αλλά κατόπιν ηύρε τον δρόμον του προς τους σατιρικούς διαλόγους, των οποίων το ύφος είναι μίμησις του Πλάτωνος, αλλά το κωμικόν στοιχείον είναι υπέρτερον του φιλοσοφικού. Κατά δε τα τέλη της ζωής του έλαβε κυβερνητικήν τινα θέσιν εν Αιγύπτω, και επανέλαβε τα ρητορικά του έργα. Ο Λουκιανός είναι λογογράφος σημαντικός, και ως παριστών μίαν όψιν του ανθρωπίνου βίου, ήτις έχει μόνιμον αξίαν διά πάσαν γενεάν, αλλά και ως μαρτυρών το ανεξάρτητον σθένος του ανατολικού Ελληνισμού, οσάκις εξέφευγεν ούτος την επίσημον προστασίαν του ρωμαϊκού κράτους ή απέστεργε να εκπαιδεύη τους δυτικούς λαούς (353).
Εκ της φιλοσοφίας, όση συνδέεται προς την εκπαίδευσιν, και επομένως ήκμασεν υπό τους πρώτους αυτοκράτορας, εσώθη σπουδαίον κληροδότημα. Πρώτον υπάρχουσι δύο μεγάλοι φιλοσοφούντες ιατροί. Τούτων ο μεν ΓΑΛΗΝΟΣ ήτο πολυμαθής και σαφής, αλλά διεξοδικώτατος συγγραφεύς και ιατρός των χρόνων του Μάρκου Αυρηλίου (354). Ο δε ΣΕΞΤΟΣ ο ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, ζων επί Καλιγόλα, ανήκεν εις την σκεπτικήν σχολήν, έγραψε δε δύο σειράς βιβλίων, προς Μαθηματικούς, ήτοι τους επαγγελλομένους γενικήν σοφίαν, και προς Δογματικούς, ήτοι τους αιρετικούς φιλοσόφους· ταύτα είναι πλήρη δυνατών στοχασμών και περιέργου ύλης (355). Έπειτα δύο φιλόσοφοι γεωγράφοι, ο ΣΤΡΑΒΩΝ και ο ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ επί Μάρκου. Και ο μεν Στράβων εξείχεν εις την τοπογραφίαν και την ιστορίαν (356), του δε Πτολεμαίου τα γεωγραφικά και αστρονομικά έργα είναι τα επιστημονικώς σπουδαιότατα πάντων, όσα περιήλθον αρχαιόθεν εις ημάς (357). Άλλος γεωγράφος ο ΠΑΥΣΑΝΙΑΣ ο γράψας επί Αντωνίνων Περιήγησιν Ελλάδος εις δέκα βιβλία, φαίνεται ότι περιηγήθη χάριν διασκεδάσεως και αφού επανήλθεν εις την πατρίδα του, συνέρραψεν εκ βιβλίων πολύ παλαιοτέρων διήγησιν περί των όσα είδεν ή θα έβλεπεν αυτός! Αύτη είναι η μόνη δυνατή εξήγησις της παραδόξου αυτού συνηθείας του να παρατρέχη αμνημόνευτα και τα μάλιστα περίοπτα μνημεία, όσα ανηγέρθησαν μετά τα 150 μ. Χ. Οι δε νεώτεροί του κριτικοί διατείνονται ότι ενίοτε οσάκις λέγει ήκουσα ή είδον απλώς αντιγράφει τον ενώπιόν του περιηγητήν, ουδ' αυτό του ρήματος το πρόσωπον μεταβάλλων. Τούτο βεβαίως παραβλάπτει αυτόν τον Παυσανίαν, αλλ' επαυξάνει του βιβλίου την αξίαν, όπερ, όσον ανακριβές και ασυστηματοποίητον και αν είναι, είναι πλουσιώτατον και αρχαιοτάτη πηγή πληροφοριών μοναδικής όλως χρησιμότητος εις τε τους αρχαιολόγους και τους σπουδαστάς των θρησκευμάτων. Ο Παυσανίας π.χ. ήτο ο καθοδηγήσας τον Σλήμαν εις τας Μυκήνας (358).
Εκ της καθαράς φιλοσοφίας, την Στωικήν διδασκαλίαν κάλλιστα εις ημάς απεικονίζουσιν αι Διατριβαί και το Εγχειρίδιον του ΕΠΙΚΤΗΤΟΥ. Ο εκ Φρυγίας καταγόμενος ούτος δούλος απηλευθερωθή και εδίδαξεν εν Ρώμη. Διωχθείς δ' εκείθεν κατά τα 94 μ. Χ. ένεκα του γνωστού κατά των φιλοσόφων διατάγματος του Δομιτιανού, αποκατεστάθη εις την Νικάπολιν της Ηπείρου· έπειτα δε απέλαυσε της φιλίας του Τραϊανού, λέγεται δε και του Αδριανού (117-138 μ. Χ.). Ο Επίκτητος δεικνύει την διαφοράν του καιρού εκείνου από των χρόνων του Πλάτωνος ή και του Χρυσίππου διά τούτου, ότι πραγματικώς εγκαταλείπει πάσαν θεωρίαν και περιορίζεται μόνον εις την δογματικήν και πρακτικήν ηθικήν. Και δέχεται μεν και μεταδίδει την θεωρητικήν βάσιν της ηθικής, όπως έθεσαν αυτήν οι πρώτοι Στωικοί, αλλ' η αληθινή του δύναμις ήτο το κήρυγμα και η διδασκαλία. Όθεν έλεγεν ότι «ιατρείον έστι το του φιλοσόφου σχολείον»· τοιούτον επάγγελμα δεν είν' ελληνικόν· αλλ' όμως η πνοή και η αδρότης των εμπνεύσεων του διδασκάλου, το ύψος των στοχασμών και αυτή η ευθυμία του ελκύουσι την εύνοιαν των πλείστων αναγνωστών (359) όσον περίεργοι και αν είναι αι βιοτικαί περιπέτειαι του Επικτήτου, βεβαίως αμαυρούνται ενώπιον της λάμψεως, η οποία περιβάλλει την συμπαθεστάτην μορφήν του ΜΑΡΚΟΥ ΑΥΡΗΛΙΟΥ. Και το σαφές και δυνατόν ύφος του εξ επαγγέλματος διδασκάλου δεν φθάνει βαθυτάτην εντύπωσιν, ήν προξενεί το περίφημον Εις εαυτόν βιβλίον του αυτοκράτορος. Και τον Μάρκον, όπως και πολλάς άλλας μεγάλας ψυχάς δύνασαι να τον εκτιμήσης μόνον αν τον αγαπήσης. Εάν τα τρία πρώτα κεφάλαιά του σε προσελκύσωσι, κατόπιν εκάστη του λέξις φαίνεται πολύτιμος. Αλλ' υπάρχουσι και πολλοί, και όχι όλοι στενοκέφαλοι ουδέ αναίσθητοι, οίτινες ευρίσκουσιν ολόκληρον το πόνημα οχληρόν και ανόητον. Και όμως είναι δύσκολον ν' αρνηθή κανείς ότι η ηθική διδασκαλία της αρχαίας Στοάς, όπως αναπτύσσουσιν αυτήν οι δύο ούτοι άνδρες, είναι εκ των υψηλοτάτων και λεπτοτάτων και λογικωτάτων του ανθρωπίνου πνεύματος δημιουργημάτων (360). Ο Μάρκος απέθανε κατά τα 180 μ. Χ. Ο δε μέγας φιλόσοφος της επομένης εκατονταετίας, ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ, ο αρχηγός των νεοπλατωνικών εγεννήθη τω 204. Καίτοι κατά το πλείστον επαγγέλλεται μόνον ότι ερμηνεύει τον Πλάτωνα, είναι πιθανώς ο τολμηρότατος φιλόσοφος των ρωμαϊκών χρόνων, η δε φιλοσοφία του το πληρέστατον και περιληπτικώτατον σύστημα. Η διδασκαλία του είναι καθαρά ιδεολογία. Ο κόσμος όλος απορρέει εκ του πρώτου όντος, όπερ κατά πρώτον παράγει τον Νουν, ούτω δε διακρίνεται ο Λογισμός και το όν. Η φύσις είναι αποτέλεσμα των Λογισμών, θεωρούντων εαυτούς, και τα γεγονότα της φύσεως είναι αυτοθεωρίαι αυτής (361). Το σύστημα τούτο ενέχει και θρησκευτικόν στοιχείον, όπερ ανέπτυξε πρώτος μεν ο Πορφύριος, ο βιογράφος και εκδότης του διδασκάλου, έπειτα δε ο Ιάμβλιχος, εις λογικόν τι σύστημα, όπερ κατόπιν οι εθνικοί αντέτασσον κατά των επιθέσεων των χριστιανών.
Τους Χριστιανούς κρατεί συνήθεια [εν τη Δύσει] ν' αποκλείωμεν εκ της ιστορίας των ελληνικών γραμμάτων. Και όμως η εξάρτησις αυτών εκ των ελληνικών θεωριών, και του ελληνικού τρόπου του σκέπτεσθαι είναι πρόδηλος και εις επιπολαίαν ανάγνωσιν. Αλλ' εάν πραγματευθή τις περί της σχέσεως ταύτης ανάγκη να εισέλθη εις λεπτομέρειας· κατά μίαν δ' έποψιν ο θάνατος και η αποτυχία του αυτοκράτορος ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ· είναι τέλος μιας όλης περιόδου, και σχεδόν τελική απόσβεσις της αρχαίας θρησκείας δε και των αθρήσκων ιδανικών. Το στάδιον του εκτάκτου τούτου ανδρός ήρμοζε τελείως προς τον χαρακτήρα του, όστις άνευ της σχεδόν υπερβολικής ελευθεροστομίας και ειλικρινείας του θα εφαίνετο θεατρικός, και όστις συμβολίζει το αρχαίον ηρωικόν πνεύμα, μαχόμενον απεγνωσμένως εντός των χρόνων της παρακμής. Ο Ιουλιανός προσπαθεί να γίνη φιλόσοφος και καταντά μυστικιστής· σαλπίζει την ελευθερίαν του πνεύματος και γίνεται θρησκόληπτος, σχεδόν πλέον των φανατικών, ούς πολεμεί· κατακλύζει τους στρατιώτας και τους υπαλλήλους του διά παραγγελμάτων δικαιοσύνης και μετριοπαθείας και κατόπιν διαφθείρει αυτούς διά συνεχών θυσιών προς τους θεούς. Κηρύσσει την ανοχήν και εφαρμόζεται νέος διωγμός. Τοιουτοτρόπως ο ηγεμών ο διάγων ζωήν αγίου, ο προσευχόμενος και μελετών κατά τας νύκτας, ο ζων ως πένης, διότι εξεκένωσε τα θυλάκιά του προς ανακούφισιν των απόρων των επαρχιών, ο επιζητών την μόνην παραμυθίαν εις την επιδίωξιν των υψίστων και ευγενεστάτων ιδανικών, παραδόξως πλησιάζει, αν παραβλέψωμεν το πρακτικόν μέρος, προς τινας των χριστιανών εκείνων αναχωρητών, τους οποίους αυστηρότατα κατεδίωκεν. Υπήρχε πράγματι κάτι μέγα και αληθινόν, προς το οποίον καθ' όλην του την ζωήν έτεινε τας χείρας, αλλά μόνον έψαυεν ο Ιουλιανός, και όπερ ίσως θα ηδύνατο να δράξη, αν έζη κατ' ευτυχεστέρους χρόνους. Διότι ήτο μέγας και φιλάνθρωπος στρατηγός, ήτο ικανός και ανιδιοτελής πολιτικός· αλλά διανοούμενος είχε πυρετόν· έτρεμεν εκ συνειδητής αδυναμίας ενώπιον των μεγάλων του πειραμάτων. Τούτο δε είναι το αίσθημα, το κατέχον όλην την ελληνικήν ψυχήν κατά τους χρόνους της πτώσεώς της. Τω όντι, ενώ η ρωμαϊκή παρακμή έτεινε προς την υπερβολήν, την κενοδοξίαν και την ματαιότητα, η ελληνική παρακμή ήτο άτονος και ασθενής (362).
Έν λογοτεχνικόν είδος, σύγχρονον του Ιουλιανού και καταδικαζόμενον εξ ίσου υπ' αυτού και υπό των αντιπάλων του, δεικνύει περίεργον συνδυασμόν παρακμής και νέας ζωής, το μυθιστόρημα. Τα δύο αρχαιότατα λείψανα πεζού μυθιστορήματος είν' επιτομαί. Τα Ερωτικά παθήματα ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ, όστις εδίδαξε τον Βεργίλιον και συνέλεξε τους μύθους τούτους προς χρήσιν Ρωμαίων ποιητών, επιθυμούντων να μεταχειρίζωνται μυθικά ονόματα χωρίς ν' αναγινώσκωσι τα πρωτότυπα, δεν έχουσιν ίσως πολλήν ιδικήν του φαντασίαν. Αλλά πιθανόν το πρωτότυπον να ήτο διάφορον. Καθαράν εύρεσιν περιέχει το έργον του ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΔΙΟΓΕΝΟΥΣ περί Των υπέρ Θούλην απίστων. Ο Αντώνιος ούτος έζη προ του Λουκιανού, ο οποίος τον εμπαίζει. Το βιβλίον έγεμε περιπετειών, περιελάμβανε δε και ανάβασιν εις την σελήνην· αλλ' αν κρίνωμεν εκ της επιτομής, είχε πολλάς επαναλήψεις και χαρακτήρας ως νευρόσπαστα. Ούτω κατέθελγε τον συγγραφέα η επίνοια, ότι ο ήρως ή ηρωίς είχον εκληφθή ως φάσματα. Αλλ' έχει τέχνην τινά προς συλλογήν των φαντασιωδών της διηγήσεως πηγών. Κατά τον τρίτον μ. Χ. αιώνα το μυθιστόρημα ήτο δημοφιλέστατον, έκτοτε δε σώζονται τα Εφεσιακά του ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ του Εφεσίου. Αλλ' αναμφιβόλως οι κάλλιστοι των παλαιών μυθιστοριογράφων είναι ο ΛΟΓΓΟΣ και ο ΗΛΙΟΔΩΡΟΣ· ο μεν πρώτος διά την καθαρώς ποιητικήν και λογοτεχνικήν αυτού αξίαν ο δε δεύτερος διά την πλοκήν και την δύναμιν της διηγήσεως. Ο Ηλιόδωρος γράφει ως δημιουργός νέας κινήσεως, είναι δε αγνός και πλήρης ζήλου και πεποιθήσεως. Το έργον του δύναται ν' αναγνωσθή και τώρα, ότε η τέχνη της διηγηματογραφίας έφθασεν εις την τελειότητα. Λέγεται ότι ο Ηλιόδωρος ήτο χριστιανός και μάλιστα επίσκοπος της εν Θεσσαλία Τρίκκης, παραιτηθείς, ότε η σύνοδος της επαρχίας του τον προσεκάλεσεν ή να καύση το βιβλίον του ή ν' απέλθη. Τούτο στηρίζεται μεν επί ασθενεστάτης μαρτυρίας, αλλά δεν είναι ανάρμοστον εις τον Ηλιόδωρον, οποίον τον γνωρίζομεν. Ο Λόγγος ήτο διάφορος· ψυχρός άνθρωπος και εθνικός, αλλά όχι ανήθικος· χρειάζεται ανόητος αναγνώστης ή αδέξιος μεταφράστης, όπως ευρεθή τίποτε πονηρόν εις τα Κατά Δάφνην και Χλόην. Αλλά το βιβλίον διαπνέει κάποιον αίσθημα αποθαρρύνσεως, τάσις προς αναχώρησιν εκ του κόσμου, και άφεσιν των φιλοδοξιών και των δυσχερειών αυτού, ροπή προς την απλότητα και την ησυχίαν των αγρών. Νομίζει τις ότι είναι Θεόκριτος κουρασμένος και γράφων πεζόν λόγον. Άλλοι τινές μυθιστοριογράφοι ως Αχιλλεύς ο Τάτιος και ο Χαρίτων έγραψαν μυθιστορήματα, τα οποία, κρινόμενα διά κοινού αισθητηρίου, πιθανόν να θεωρώνται ως ανώτερα του Λόγγου· διότι είναι ζωηρότερα, μάλλον έντεχνα και περίεργα, αρκετά δε ανήθικα. Αλλά δεν έχουσι την ποίησιν του Λόγγου (363).
Ο Λόγγος, εάν μη σφάλληται ο γράφων την ιστορίαν ταύτην, είναι ο τελευταίος λατρευτής του γνησίου κάλλους, ο έχων την παλαιάν ολόψυχον αφοσίωσιν, καθώς ο Πλωτίνος έζη χάριν της θεωρίας και ο Ιουλιανός χάριν της «μεγάλης πόλεως των θεών και των ανθρώπων». Εκ των τριών εκείνων ιδανικών, προς τα οποία πλέον παντός άλλου είχεν ανοίξει η Ελλάς τα όμματα του κόσμου, το μεν ιδανικόν της ελευθερίας και της δικαιοσύνης ήτο εξωρισμένον προ πολλού εκ της ζωής εις τα βασίλεια των ονείρων, διότι οι κρατούντες δεν εφρόντιζον περί τούτου. Η δε ζήτησις της επιστημονικής αληθείας κατήντησε πλέον αδύνατος, αφότου ο κόσμος, δυσπιστήσας προς τον λόγον, και βαρυνθείς τους συλλογισμούς, αφωσιώθη περιπαθώς εις σύστημα θείας αποκαλύψεως, όπερ ανέλαβεν αυτό τον έλεγχον πάσης αληθείας. Τις δε απέμεινε πλέον να κηρύξη το αρχαίον κάλλος, το γυμνόν άμα και αγνόν εις γενεάς, αίτινες προ πολλού απέστρεψαν απ' αυτού το βλέμμα ή τον νουν των; Το πνεύμα της Ελλάδος απέθανεν εν τέλει εκ της μακράς εκείνης αποθαρρύσεως, η οποία παραλύει την δύναμιν των εθνών όπως το βραδύ δηλητήριον. Η Ελλάς έπαυσε να εκτελή τον προορισμόν της, διότι ο προορισμός αυτής δεν ήτο πλέον καρποφόρος (364). Οι δε τελευταίοι μεγάλοι εθνικοί, καθώς ο Πλωτίνος, ο Λόγγος και ο Ιουλιανός, ομολογούσιν αυτοί την ήτταν των και ζητούσι τρόπον τινά συγγνώμην, ότι δεν δημιουργούσι νέαν μελωδίαν, ουδέ δοκιμάζουσιν όλην την τάσιν της φωνής των, περιοριζόμενοι μόνον εις απηχήσεις των παλαιών ύμνων προς την Αλήθειαν, το Κάλλος, την Ελευθερίαν και την Δικαιοσύνην, των ύμνων δι' ών η Ελλάς είχεν αφυπνίσει τον κόσμον προ πολλού, ότε ο ήλιος ανέτελλεν επ' αυτήν και ήσαν ισχυρά ακόμη τα πτερά της.
Π Ε Ρ I Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
Πρόλογος. — Σημείωμα περί του Ομηρικού ζητήματος.
Α' Όμηρος................................ Σελ. 1 Β' Μικρότερα Ομηρικά ποιήματα. Ησίοδος. Ορφεύς.» 44 Γ' Απόγονοι του Ομήρου, του Ησιόδου και του Ορφέως. » 69 Δ' Το Μέλος.................................. » 91 Ε' Αι αρχαί του πεζού λόγου..................... » 125 ΣΤ' Ηρόδοτος................................. » 140 Ζ' Φιλοσοφικά και πολιτικά συγγράμματα μέχρι του θανάτου του Σωκράτους........................Χ » 160 Η' Θουκυδίδης................................. » 184 Θ' Το δράμα................................. » 209 Ι' Αισχύλος.................................. » 222 ΙΑ' Σοφοκλής...............................· · » 238 ΙΒ' Ευριπίδης.....................'.......... » 256 ΙΓ' Κωμωδία.................................. » 281 ΙΔ' Πλάτων.................................. » 300 ΙΕ' Ξενοφών.................................. » 320 ΙΣΤ' Οι Ρήτορες............................... » 330 ΙΖ' Οι χρόνοι του Δημοσθένους..................... » 357 ΙΗ' Η μεταγενεστέρα Λογοτεχνία.................. I Από του θανάτου του Δημοσθένους μέχρι της μάχης του Ακτίου............................ » 373 II Η Ρωμαϊκή και η Βυζαντιακή............. » 401
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΟΝΟΜΑΤΩΝ
Οι αριθμοί σημαίνουσι τας σελίδας το σημ. = σημείωσις· το πρόλ. — πρόλογος).
Άβαρις 67. Αβιανός 2, 90 Αγίας 45. Αγαθίας 402 Αγάθων 210, σ. 211 σ. 261, 307. Αθηναίος 405. Αιλιανός 103, 128 σημ. Αινείας τακτικός 328 σημ. αίνος 90. Αισχίνης 17, 359,365. Αισχίνης Σωκρατικός 179, 345, πρόλ. Αισχρίων 90. Αισχύλος 9, 214, 215, 216, 222-237, 241, 242, 243-296. Αίσωπος 90. Ακαδήμεια 309 σημ. 310 Ακουσίλαος 129. Αλεξάνδρεια 383, 395, 396. Άλεξις 381. Αλκαίος 91, 92, 97 πρόλ. Αλκιδάμας 6, 170, 335, 337, 339 Αλκίφρων 388. Αλκμάν 101. Αμειψίας 290, 293, 299 σημ. Άμφων 294. Ανακρέων 96. Ανακρεόντεια 96 Ανάνιος 90. Αναξαγόρας 165. Αναξίμανδρος 160. Αναξιμένης 161. Ανδοκίδης 337, 341. Ανδροτίων 129. Αντίδωρος Κυμαίος 131. Αντίμαχος 16, 71, 72. Αντίοχος Συρακόσιος 130. Αντίπατρος 402. Αντισθένης 168, 179, 310, 317. Αντιφάνης 381. Αντιφών 131 σ. 327, 339. Αντιφών σοφιστής 170, 340. Αντώνιος Διογένης 411. Ανύτη 72. Άνυτος 183. Απολλόδωρος γραμματικός 10, 46. Απολλόδωρος Σωκρατικός 179. Απολλώνιος Ρόδιος 71, 386. Απολλώνιος Τυανεύς 404. Αππιανός 403 Άρατος 73, 394. Αρίσταρχος 11, 15, 16, 395. Αρίσταρχος Τεγεάτης 280 σημ. Αριστέας 67, 73. Αριστίας 223. Αριστείδης 404. Αρίστιππος 168, 180, 309. Αριστόνικος 15 Αριστοφάνης 90,147,169,220,286-299. Αριστοφάνης Βυζάντιος 15, 335, 402. Αριστοτέλης 18, 101. 149. 171, 176, 213, 218, 248, 262, 313, 317, 338, 355, 376-9. Αρίων 103. Αρκτίνος 4, 44. Αρριανός 403. Αρχέστρατος 73. Αρχίλοχος 73, 80, 87, 90. Αρχιμήδης 395. Άρχιππος 293 σημ. Άσιος 72 Ασκληπιάδης 384. Αχιλλεύς Τάτιος 411.
Βάβριος 90, 401. Βάκις 3, 67, 126. Βακχυλίδης 111-115. Βηρωσός 399. βιβλιοθήκαι 258. Βίων βουκολικός 390 Βίων Προκοννήσιος 130. βουκολικοί 388, 390.
Γαληνός 405. Γλαύκος 131. Γοργίας 167, 170, 339. γραφή 31, 125.
Δαμάστης 131 Δείναρχος 366. Δημάδης 367. Δημήτριος Φαληρεύς 90, 395. Δημοδόκος 85. Δημόκριτος 357. διάλεκτοι 23, 98. Δίδυμος 15. δίγαμμα 26. διδασκαλίαι 376. Διευχίδας 12, 13. διθύραμβος 100, 101, 99. Διόδωρος Σικελιώτης 397, 403. Διονύσιος Αλικαρνασσεύς 331, 403. Διονύσιος κυκλογράφος 46. Διονύσιος Μιλήσιος 130. Διονύσου λατρεία 64. Δίων Χρυσόστομος 404. Δούρις 398 δράμα 2Ο9 — 12.
Ειδύλλια 389. Εκαταίος 133-5. Εκφαντίδης 283 ελεγεία 76. έλεγος 79. εμβατήρια 100. Εμπεδοκλής 75, 164, 166. επεισόδια 215. επιγραφαί 125. Επικούρειοι 375, Επίκουρος 166. Επίκτητος 407. Επιμενίδης 67. επίνικοι 100, 121. έπος 28. Επίχαρμος 281, 301. Ερατοσθένης 395. Ερμησιάναξ 384. Έρμιππος 90. Ερμογένης 134. Ευγαίων 130. Ευγάμων 5. Εύδημος Περιπατητικός 378. Ευήμερος 398 Ευκλείδης μαθηματικός 395. Ευκλείδης Σωκρατικός 179 Εύμηλος 68. Εύπολις 220, 285, 287. Ευριπίδης 217, 220, 236, 256, 280, 294, 295. Ευφορίων 397. Έφορος 157, 397.
Ζαγρεύς 66. Ζηνόδοτος 395. Ζήνων Ελεάτης 164.
Ηγήμων 173. Ηγησίας 44. Ηλιόδωρος 411. ησίαι 47 Ηρακλείδης Ποντικός 317. Ηράκλειτος 162. Ήριννα 92. Ηρόδοτος 10, 135, 140, 159, 201. Ηρόδωρος 135, 137. Ηρωδιανός 15. Ηρώνδας 391. Ήρων μηχανικός 395. Ησίοδος 3, 6, 53, 62.
Θαλής 160. Θεαγένης 131. θέατρον 212 σ. «Θεμιστογένης» Θέογνις 83 Θεοδέκτης 280 σημ. Θεόδωρος γραμματικός 45. Θεόκριτος 388-390 Θεόπομπος ιστορικός 188, 397 Θεόπομπος κωμικός 299 σημ. θεός από μηχανής 274. Θεόφραστος 378. Θέσπις 212. Θουκυδίδης 184-208. Θρασύμαχος 168, 169, 176, 331. θρήνος 100.
Ιάμβλιχος 408. Ίαμβος 76. Ίβυκος 167. Ιεροκλής 53. Ιουλιανός 408. Ιοφών 240, 295. Ίππαρχος 394. Ιππίας σοφιστής 170. Ίππυς 131. Ιππώναξ 89. Ισαίος 332, 346 Ισοκράτης 310, 311, 332, 336, 338, 346, 356. Ιστορία 131. Ίων Χίος 172. Ιώσηπος 11, 403.
Κάδμος 120. καθαρμοί 67. Καικίλιος Καλακτίνος Καλλίας 299. Καλλίμαχος 385, 387, 395, 396. Καλλίνος 80. κανών ρητόρων Καρκίνος 72. Κερκιδάς 90, 393 σημ. Κέρκωψ 90. Κλείδημος 129. Κλεοβουλίνη 85. Κλεόβουλος 85. Κλεόστρατος 73. Κόιντος 402. Κόλουθος 402. Κόριννα 116 σημ. Κράτης 284. Κράτης Μαλλώτης 396. Κρατίνος 283, 288. Κράτιππος 188. Κρεόφυλος 90. Κριναγόρας 402. Κριτίας 176. Κτησίας 396. κύκλος επικός 45 Κύναιθος 27 Κυνικοί 375. κύπρια έπη 43, 47, 48. κωμωδία 218.
Λέσχης 5, 46. Λεύκιππος 166. «Λίνος» 5. Λόβων 85 Λογγίνος 112, 398. Λόγγος 400. λόγοι 127. Λουκιανός 405 λύκειον 377, 380. Λυκούργος 363. Λυσίας 337, 342, 346.
Μάγνης 283. Μανέθων 399. Μαρκελλίνος 188. Μάτρων 73. Μελέαγρος 401. Μελησαγόρας 129. μελικοί ποιηταί 92 Μέλισσος 164. μέλος 91, 92. Μένανδρος ζ' 298, 381, 383. Μίμνερμος 81. μιλήσιοι λόγοι 127. μίμοι 391. Μόσχος 390. «Μουσαίος» 4. Μουσαίος γραμματικός 373. Μυρτίς 116. μυστήρια 64, 173.
Νίκανδρος 394. Νικάνωρ 15. νόμοι 77, 284 σημ. νόστοι 47. Νόννος 402.
Ξάνθος 130. Ξενοφάνης 10, 71, 161. Ξενοφών Αθηναίος 174, 182, 208, 320, 329. Ξενοφών Εφέσιος 411. Ξένων, 11.
«Ολιγαρχικός» 174-6, 285, 287. «Όλυμπος» 77. Ομηρίδαι 23. Ομηρικοί ύμνοι 49, 68. Όμηρος 3-51 πρόλ. ι'-κγ'. Ονομάκριτος 11, 67, 126 Οππιανός 401. Ορφεύς 5, 62-64. Ορφικοί ύμνοι 66. Ορχήστρα 213.
Παιάν 101, 121. Παλαίφατος 398 Παλλαδάς 402. Πανύασις 70. πάπυροι 93, 95, 121, 130, 188, 279. παράβασις 219. παραχορηγήματα 214. Παρθένιος 411, 412 σημ Παρμενίδης 74, 163. Παύλος Σιλεντάριος 402. Παυσανίας 11, 72, 407. πεζός λόγος 125. Πείσανδρος 69 Πέργαμος 396. περιπατητικοί 377, 379. Πίγρης 52, Πίνδαρος ζ', 9, 14, 106, 115-124,184. Πιττακός 85, 91. Πλάτων 18, 67, 71, 168, 180, 189, 300, 319-348 Πλάτων κωμικός 286. Πλούταρχος 154, 241, 299, 403. Πολύβιος 118, 192, 399-400. Πλωτίνος 408. Πολυκράτης Σοφιστής 181. Πολυφράδμων 223. Πορφύριος 409. Πρατίνας 211, 212, 213, 223. Πράξιλλα 92. Πραξιφάνης 189. Πρόδικος 170. Πρόκλος 46, 47. πρόλογος 215, 273. Πρωταγόρας 167, 305. Πτολεμαίος 407. Πυθαγόρας 161.
Ραψωδοί 25. ρήτορες 330-370. ρητορική 33. Ριανός 16, 80, 393.
Σαπφώ ς', 93 96. σατυρικόν δράμα 213, 217, 244. Σέξτος Εμπειρικός 406. Σημωνίδης Αμοργίνος 86. Σημωνίδης Κείος 108-11. σκόλια 77. Σκύλαξ 394. Σκύμνος 394. Σόλων 82, 212. σοφισταί 197-171. σοφοί επτά 72, 85. Σοφοκλής 214, 215, 216, 238-256. Σπεύσιππος 376. στάσιμα 100, 210 σημ. Στασίνος 44. Στέφανος Βυζάντιος 198, 199. Στησίμβροτος 172-3. Στησίχορος 104-7. Στράβων 406. Στράττις 299. συβαριτικοί λόγοι 127. Στωικοί 375. Σωκράτης 177, 183. Σώφρων 281, 301.
Τεισίας 104. Τελέσιλλα 92. Τέρπανδρος 77. Τζέτζης ιδ', 11. Τίμαιος 398 Τιμόθεος 100, 284, σημ. Τιμοκρέων 111. Τισαμενός 126. τραγωδία 211, 217 σημ. Τρυφιόδωρος 402. Τυρταίος 70, 80.
Ύμνος 49 Υπερείδης 361, 367. υποκριταί 209, 214, 217.
Φαίδων 179. φαλλικά 218, 219. Φερεκράτης 284. Φερεκύδης 129, 130. Φιλήμων 220, 280, 383. Φιλητάς 384. Φίλιππος Οπούντιος 315 Φίλιστος 396. Φιλοσοφία 160-171. Φιλόξενος 100. Φιλόστρατοι 404. Φιλύλλιος 299. Φίλων 399. Φοίνιξ 386 σημ Φρύνιχος τραγικός 220 Φρύνιχος νεώτερος 286. Φωκυλίδης 85. Φώτιος 46.
Χαιρεφών 182. Χαιρήμων 280 σημ. Χαρίτων 411. Χάρων 130. χασμωδία 336. Χιωνίδης 283. Χοιρίλος 70, 212. χορηγός 214. χορικά 98, 100, 211, 218. χορός 101, 210, 210.
Ώροι 128, 398.
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ
Φωνητική των σημερινών Κυπρίων, (Αθηνά, τόμ. ΣΤ' (1894), σ, 145-173).
Η γενική κατά Κυπρίους, (Αθηνά, τόμ. Η' (1896), σ. 435,-450).
Κυπριώτικα τραγούδια, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. Ε' (1897), σ. 327-346).
Γαλλικαί μεσαιωνικαί λέξεις εν Κύπρω, (Αθηνά τόμ. ΙΒ' (1900) σ. 360-384).
Λεμεσός (Νέα Ημέρα, 8/21 Φεβ. 1903, αρ. 1471 (2459).
Η Ρήγαινα, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. ΣΤ' (1903), σ. 117-148.
Περί των ονομάτων των Κυπρίων, (Αθηνά, τόμ. ΙΣΤ' (1904). σ. 257-294).
Θρήνος της Κύπρου, (Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τόμ. ΣΤ' (1906), σ. 405-432.
Τοπωνυμικόν της Κύπρου, (Αθηνά, τόμ. ΙΗ' (1907), σ, 315-421).
Επιγραφαί Ροδίων αμφορέων, ευρεθέντων εν Πάφω, (Παναθήναια, 15 Μαΐου 1907.
Where did Aphrodite find the body of Adonis (Journal of Hellenic Studies, Vol. XXVIII(1908), σ. 133-137).
The Value of Byzantine and Moderne Greek in Hellenic Studies, Oxford The Clarendon Press. 1909).
Ο εναρκτήριος του κ. Μενάρδου, (Παναθήναια, 15 Φεβρ. 1909).
Επιτύμβιοι επιγραφαί εκ Κύπρου, (Αθηνά, τόμ. ΚΒ' (1910), σ. 113-146.
Γολγοί και Εβραίοι, (Αθηνά, τόμ. ΚΒ' (1910) σ. 417-425).
Η Αγία Ελένη εις την Κύπρον, (Λαογραφία τόμ. Β' (1910) σ. 266-298).
Δύο Ζακυνθινοί ποιηταί, εν Αθήναις 1910.
Κυπριακή Γραμματική, (Επετηρίς Πανεπιστημίου (191-13) σ, 133- 161).
Χολλά, (Επετηρίς Πανεπιστημίου (1913-14).
Η εν Κύπρω Ιερά Μονή της Παναγίας του Μαχαιρά, (Επετηρίς Παρνασσού τόμ. Γ (1914), σ. 117-168).
Φουντάνα Μορώζα, (Επετηρίς Πανεπιστημίου).
Μπεργαδής, (Επετηρίς Παρνασσού).
Εμμανουήλ Ροΐδης, εν Αθήναις, 1914.
Ιστορία των λέξεων τραγωδώ και τραγωδία, (Αφιέρωμα εις Γ. Χατζιδάκιν (εν Αθήναις, 1921) σ. 15-32).
Τρεις λόγοι, 1891-1921, εν Αθήναις 1921.
Το τραούδιν της Ζωγγραφούς, (Λαογραφία τόμ. Η' 1921) σ. 180- 200).
Ιστορικαί παροιμίαι των Κυπρίων, (Λαογραφία τόμ. Η' (1922)
* * * *
1) Ιστορία Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων εν αλφαβητικούς πίναξι. Τόμ. Α' (Α-Ζ) εν Αθήναις 1850.
2) Στοιχεία Ελληνικής γραμματολογίας προς χρήσιν των γυμνασίων. Εν Αθ. 1886.
3) Ελληνική Γραμματολογία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των υπό των Τούρκων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως. Εν Αθήναις τόμ. Α' 1894 τόμ. Β' 1897.
4) Μεταφρασθείσα υπό Α. Κυπριανού, Εν Αθήναις 1867, Έκδ. β' 1884.
5) Εξελληνισθείσα υπό I. Ν. Βαλέττα εις 2 τόμ. εν Λονδίνω, 1871.
6) Μεταφρασθείσα υπό Χρ. I. Μαντζάκου Εν Αθήναις, 1886.
7) Μεταφρασθέν και πλουτισθέν υπό Κ. Γαλάνη (δ' έκδ.). Εν Αθήναις 1889.
8) Μεταφρασθείσα υπό Λ. Χ. Κώνστα (Α' τόμ. 1900) και Ν. Γ. Πολίτου (Β' τόμ. 1905. Του έργου του W. Christ εδημοσιεύθη νεωτέρα, έκτη έκδοσις unter Mitwirkung von Otto Stählin bearbeitet von Wilhelm Schmid, München, εις 2 τόμ. Ο α' 1912 ο δε β' 1911.
9) Δημοσιεύσας μακράν βιβλιογραφίαν εν Journal des Savants σ. 134-141 και 193-202.
10) Εν τω προλόγω του Pour qu' on lit Platon
11) Της Σαπφούς, του Αλκαίου και του Πινδάρου εδημοσιεύθησαν και άλλα εξ Οξυρύγχου αξιόλογα κομμάτια τω 1914 και 1919. Ο υπ’ αριθ. 1281 (τόμ. Χ (1914) σ. 20) πάπυρος έφερεν εις φως μέρος του α' βιβλίου της ποιητρίας, εξ ου αναγινώσκονται σχεδόν ολόκληροι έξ στροφαί, αναφερόμεναι εις την φίλην Ανακτορίαν. Οι μεν, (λέγει η Σαπφώ, τούτο λέγουσι κάλλιστον, οι δε άλλο «εγώ δε κείν' όττω τις έραται». Άλλο απόσπασμα είναι προσευχή προς την Ήραν, όπου η ποιήτρια εύχεται (κατά την συμπλήρωσιν του Εdmonds) «άγνα και κά[λ' εν Μυτιλανάαισι] παρθ[ένοις με δραν) Εξ άλλου τεμαχίου μανθάνομεν νέαν φίλην Γογγύλαν «ταν κάλαν». Άλλος πάπυρος (αρ. 1232 σ. 44 εφανέρωσε μέρος του β' βιβλίου (Σαφύς μέλη) εν Σαπφικώ πενταμέτρω δεκατετρασυλλάβω· εκ τούτου αναγινώσκονται 20 στίχοι αναφέροντες πως ο Έκτωρ ήγαγεν [εξ ιάρας Πλακίας, άβραν Ανδρομάχαν επ' άλμυρον πόντον. Κατά τους εκδότας το α' βιβλίον της Σαπφούς περιείχε 330 στροφάς, ήτοι 1320 στίχους, ώστε τα λοιπά οκτώ θα περιελάμβανον τουλάχιστον άλλους οκτακισχιλίους.
Και του Αλκαίου τα τεμάχια είναι πολλά, (αρ. 1233 και 1234 σ. 50-81) αλλά κατά μέγα μέρος εφθαρμένα. Έν των αρτιωτέρων αποτείνεται προς τον φίλον Μελάνιππον, εις όν, ως γινώσκομεν εκ του Ηροδότου Ε' 95, ο ποιητής εξήγγειλε «το εαυτόν πάθος» δηλαδή την εν Σιγείω φυγήν του· ενταύθα προτρέπει αυτόν «αλλ' άγι, μη μεγάλων επιβάλλεο», φέρων παράδειγμα την αποτυχίαν του Σισύφου. Άλλο κομμάτιον περιέχον τέσσαρας εν Σαπφικώ μέτρω στροφάς, αναφέρεται εις την Ελένην, ήν αντιπαραβάλλει προς την Θέτιν· τάλλα τεμάχια φαίνονται διαφόρου ύλης και μέτρου, ώστε το βιβλίον τούτο του ποιητού θα ήτο συμμιγές. Αλλ' ο δεύτερος πάπυρος περιέχει μόνον «στασιωτικά», όπου πολλάκις διασύρει ο ποιητής τον «κακοπάτριδα «Φίττακον, αναφέρων τον γάμον αυτού και τας προς τον Μυρσίλον σχέσεις· εν τω 3 αποσπάσματι περιγράφων κακόν πλουν, επιφέρει «ούτων λελάθων, ω φ[ίλε, βάλλομαι], συν τ' ύμμι τέρπ[εσθαι και πεδά Βύκχιδος».
Του δε Πινδάρου ευρέθησαν διθύραμβοι, — ών εστερούμεθα μέχρι τούδε — δημοσιευθέντες εν Oxyr. Pap. XIII (1919) σ. 27-49 αρ. 1604. Εκ των πολλών στίχων αναγινώσκονται σχεδόν ακέραιοι 30, φέροντες την επιγραφήν Θρα[σύς] Ηρακλής ή Κέρβερος Θηβαίοις». Εν αυτώ μνημονεύει του «Βρομίου»· δε κηλείται χορευούσαισι κα[ι θηρών αγέλαις, εμέ δ' εξαίρετον | κάρυκα σοφών επέων | Μοίσ' ανέστησ' Ελλάδι». Εις τον Διόνυσον επίσης αναφέρεται και μέρος του 3 αποσπ. Ώστε οι διθύραμβοι του Πινδάρου είναι ό,τι αρχικώς ήσαν τα τοιαύτα ποιήματα, δηλαδή ωδαί Διονυσιακαί, ενώ οι του Βακχυλίδου έχουσιν άλλους ήρωας. Ούτω, συμπεραίνει ο Grenfell, «οι νεωτερισμοί, οι εισαχθέντες (εις τον διθύραμβον) κατά τον πέμπτον π. Χ. αιώνα δεν ήσαν του Πινδάρου».
Και του Μενάνδρου εδημοσιεύθησαν εσχάτως νέα αποσπάσματα εκ της κωμωδίας Μισουμένου υπό Wilamowitz εν Sitzungsb. der Berl. Academ. 1918, σ. 747-9 και άλλα τεμάχια της αυτής κωμωδίας υπό Grenfell εν Oxyr. Pap. τόμ XIII (1920) σ. 45 αρ. 1605. — Υπό δε του Otto Schroeder εξεδόθησαν (εν τη σειρά Κleine Texte αρ. 135) Novae Comoediae Fragmenta in papyris reperta exceptis Menandreis, Bonn. 1915.
Των πεζών αξιολογώτατα ίσως είναι τανακαλυφθέντα τεμάχια Αισχίνου του Σωκρατικού (βλ. σ. 181 του προκειμένου βιβλίου) εκ του διαλόγου Αλκιβιάδου. Του φιλοσόφου τούτου επαινούσι το ύφος οι αρχαίοι τεχνογράφοι, ιδίως ο Αριστείδης, ο διασώσας και το μακρότατον των τέως σωζομένων αποσπασμάτων, το περί του χαρακτήρος του Θεμιστοκλέους. Εν τω νέω ο Σωκράτης ερωτά καθώς παρά Πλάτωνι «πότερον δε δοκεί σοι τους ανθρώπους αναγκαίον είναι αμούσους ή μουσικούς γίνεσθαι και πότερον αφίππους ή ιππικούς;» μνημονεύεται δε και το όνομα του Απολλοδώρου πιθανώς ως διαλεγομένου και αυτού. Τα σωζόμενα τέως αποσπάσμ. του Αισχίνου συνέλεξεν εν τη Biblioth. Teubner, ο H. Krauss 1911. τα δε νέα εδημοσιεύθησαν εν Oxyr. Pap. XIII (1919) σ. 88 αρ. 1608.
12) Αι πλείσται των μετά σχολίων εκδόσεων τούτων είναι αλλοδαπαί· αλλά περιττόν είναι να είπωμεν ότι καθώς εν Νορβεγία, Δανία, Ολλανδία, Πορτογαλία και όπου αλλαχού λαλείται περιωρισμένη γλώσσα, αδύνατος είναι και εδώ πάσα επιστημονική σπουδή χωρίς γνώσεως, έστω και θεωρητικής, μιας τουλάχιστον των τριών νεωτέρων γλωσσών, της αγγλικής της γαλλικής ή της γερμανικής.
13) Εμμέτρους μεταφράσεις αρχαίων ποιητών χάριν ευρυτέρου κύκλου, οποίας δημοσιεύουσιν οι πρωτεύοντες των συγχρόνων Ελληνιστών, π. χ. ο Murray καθώς είπομεν, και ο Rogers εν Αγγλία, ο Wilamowitz και Carl Robert εν Γερμανία και ο Romagnoli εν Ιταλία, ελπίζομεν να δημοσιεύσωμεν προσεχώς εις τόμον και ημείς έστω και παλαιάς, νομίζοντες αυτάς αναγκαίας εις την Ελλάδα.
14) Καλλίστην μετάφρασιν της περιληπτικής λέξεως literatura θεωρούμεν και ημείς το γραμματεία. Αλλά και ο όρος γράμματα, όπου δεν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως, είναι χρήσιμος. Η δε λέξις λογοτεχνία, ήν ορθότερον έγραψεν ο Νικήτας ο Ευγενιανός αντί του «τέχνη του λόγου», ο δε μακαρίτης Ιω. Πανταζίδης προέτεινεν ως ισοδύναμον του literatura, δύναται να χρησιμοποιηθεί και χρησιμοποιείται ενταύθα, ως στενώτερος του γραμματεία όρος, περιλαμβάνων όχι πάντα τα γράμματα, καθώς τας επιγραφάς, τα επιστημονικά βιβλία και σήμερον τας εφημερίδας, αλλά μόνα τα έντεχνα είδη του λόγου, ποιήματα, δράματα, μυθιστορήματα κλπ. δηλαδή την «δημιουργικήν φιλολογίαν», ως γράφουσι σφαλλόμενοι πολλοί. Ότι τοιούτος όρος — μετά του επιθέτου λογοτεχνικός, του λογοτέχνης, λογοτεχνώ, λογοτέχνημα — , είναι αναγκαίος εις πλουσίαν γλώσσαν, αποδεικνύει το προκείμενον βιβλίον.
15) Die Hommerische Odysee (β' έκδ.) Berlin 1879.
16) Hommerishe Untersuchungen, Berlin 1884
17) Studien zur Ilias, Berlin, 1901.
18) Ηomer and the Epic, London 1893. Νεωτέρα Homer and his age 1906. The world of Homer 1910.
19) Ταύτα εγράφοντο προ εξαετίας. Την περαιτέρω κίνησιν ανέκοψε προσκαίρως ο μέγας πόλεμος. Αλλά την ήδη συντελουμένην πρόοδον προς την πλήρη αποκατάστασιν του Ομήρου αρκεί ν' αποδείξη ο προ τινων μηνών εκδοθείς α' τόμος της Homerische Poetik, herausgegeben von Engelbert Drerup περιλαμβάνων Das Homerproblem in der Gegenwart, Würzburg 1921 (συνεξεδόθη και ο γ', Die Rapsodien der Odyssee von Franz Sturmer). Ο Drerup, μετά μακράν εξέτασιν του προβλήματος, καταλήγει εις το πόρισμα (σ 480) ότι «Μετά ταύτα ουδεμία απομένει αμφιβολία ότι το υποκειμενικόν ποιητικόν πνεύμα του Ομήρου, όπερ εκ του έργου του συνάγεται μετά πλήρους βεβαιότητος μαρτυρεί αναντιρρήτως περί της προσωπικής υπάρξεως του ποιητού». Εις το μέγα τούτο έργον παραπέμπομεν τους βουλομένους να παρακολουθήσωσι και την νεωτάτην Ομηρικήν βιβλιογραφίαν.
20)Die Interpolitationen in der Odyssee (Ηalle).
21) Εν τη Classical Review XX (1906) σ. 267.
22) La Question d' Homère. Les poèmes homeriques l' archaeologie et la poésie populaire; suivi d' une bibliographie critique par A. J. Reinach, Paris 1909. (η βιβλιογραφία είναι αξιόλογος).
23) Die Ilias als Dichtung, Paderborn, 1910 και Die Odyssee als Dichtung und ihr Verhältiniss zur Ilias 1914.
24) Commentationes Homericae, Lugduni Batavorum 1911.
25) Mnemosyne XXIX (1911) σ. 342.
26) Erich Bethe, Homer, Dichtung und Sage, I Band Ilias (Teubner) 1914, σ. 369.
27) Homer. Zweite vermehrte Vuflage. Leipzig und Berlin.
28) Homer in der Nenzeit Leipzig und Berlin.
29) Recent Homeric Literature εν τω περιοδικώ Classical Philology VII (1912) σ 190 Chicago.
30) L. Laurand Progrès et Recule de la Critique Paris, 1913
31) Prolegomena ad Homerum sive de operum Homericorum prisea et genuina forma variisque mutationibus et probabili ratione emendandi Scripsit Frid. Aug. Wolfius vol. I Editio tertia, quam curavit Rudolfus Peppmüller, Halis Saxonum, 1884, (σημειούνται και αι σελ. της α' εκδόσεως εις άς παραπέμπομεν).
32) Έν των σχολίων αναφέρει και πως Πεισίστρατος Αθηναίων στρατηγός» επί ωρισμένω μισθώ» ελάμβανε παρ' ενός εκατόν στίχους, παρ' άλλου χίλιους, παρ' άλλου διακοσίους, «των βιβλίων διασκευασθέντων και φθαρέντων ή υπό πυρός ή υπό σεισμού». Και όμως ο Wolf χρησιμοποιεί τούτο (σ. 147 σημ. 9).
33) Ως εσημειώσαμεν (σημ. 72) ο συγγραφεύς του προκειμένου βιβλίου εξέδωκε τω 1907 τo Rise of the Greek Epic (β' έκδ. 1911) όπου ευφυώς αλλά και τολμηρώς υποστηρίζει ότι η Ιλιάς είναι remaniement παραδιδομένου ποιήματος, συναποτελεσθέντος εκ διαφόρων εποχών, εξ ού εξεβλήθησαν δι' αλλεπαλλήλου καθαρισμού τα χονδρότερα στοιχεία, τα ασχημίζοντα τους άλλους επικούς και τον Ησίοδον.
34) Εξ αντιγραφής τοιούτων εξέδωκεν ο Αθαν. Σακελλάριος τα πλείστα Άσματα των Κυπριακών του. Περί δε του Τραγουδιού της Ζωγγραφούς και των χφ. αυτού βλ. Λαογραφίας τόμ. Η' (1921) — σ. 180-193.
35) Ως αναντίλεκτον απόδειξιν της αγνοίας της γραφής εθεώρουν οι πολύ μεταγενέστεροι την περί γραμμάτων σιγήν του ποιητού, ο δε Wolf δεν ώκνησε να παραθέση (σημ. 54) και το ευφυολόγημα του Ρουσσώ, ότι «η Οδύσσεια θα ήτο συνύφασμα μωρολογιών, όπερ μία ή δύο επιστολαί θα διέλυον». Αλλ' ευφυέστερον αντιπαρετήρησεν ο Lang, ότι και ο Σαικσπήρος (ο δεινότατος των αναχρονιστών) απεσιώπησε το κάπνισμα, αν και τότε ήτο πολύ διαδεδομένον. Και περί λύχνων σιγά ο Όμηρος, αλλ' οι λύχνοι προφανώς ήσαν γνωστοί πολλούς προ αυτού αιώνας. Αλλά δεν αποκλείεται και τούτο, όπερ συνέβαινε κατόπιν εν ταις αραβικαίς αυλαίς, ότι οι μεγιστάνες περιεφρόνουν τους γραφείς ως ασκούντας βαναυσοτέραν τέχνην.
Αλλά το ζήτημα της υπάρξεως γραφής ελύθη σήμερον οριστικώς μετά την νεωτάτην υπό τον κ. Κεραμοπούλου εν Θήβαις ανακάλυψιν ενεπιγράφων αμφορέων της νεωτέρας μυκηναϊκής περιόδου εντός αυτών των ανακτόρων του Κάδμου, εξ ής αποδεικνύεται ότι η αρχαία παράδοσις ήτο σοφωτέρα παρά την νέαν κριτικήν.
35α) Γενικώς
36) J. H. Mackail Lectures on Greeκ Poetry, London, ιβ' έκδ. 1911 σ. 13.
37) Σπ. Λάμπρου, Collection de Romans Vrecs, Paris, 1880 σ. 88 και 111-237.
38) Εσχάτως οι «χωρίζοντες» την _Ιλιάδα _ και την Οδύσσειαν είναι ολίγιστοι και ζητούσιν επιχειρήματα μάλλον εκ των γλωσσικών ή των αρχαιολογικών διαφορών, (D. Monro, Odyssey, 1901).
39) Περί του ζητήματος έγραψαν Δ. Ν Βερναρδάκης Τρία μαθήματα περί Ομήρου εν τω περιοδικώ Πανδώρα, (1865) φυλλ. 370-372, Άγγελος Σ. Βλάχος, το Ομηρικόν ζήτημα εν Αθ. 1886, Γεώργιος Μιστριώτης Ιστορία των Ομηρικών επών Leipzig 1867, (β' έκδ. εν Αθήναις 1903) Ι. Βαλέττας Ομήρου βίος και ποιήματα, εν Λονδίνω 1867. Ο Μιστριώτης αντικρούει τους Βολφιανούς και εν τη εκδόσει της Ιλιάδος (εις 3 τόμ. Εν Αθήναις 1875-1887). Μόνος ο Δ. Θερειανός γράψας τας άλλως αξιολόγους Νύξεις περί του Ομηρικού ζητήματος, Τεργέστη, 1886, όπου συνώψισε τας έως τότε γνώμας υπερεθαύμασε τον Wolf και (ονόμασε τα Προλεγόμενα «απαράμιλλον αριστούργημα ευσυνειδήτου ιστορικής ερεύνης), (σ. 50). Ο δε Ψυχάρης (Το ταξίδι μου, 1888, σ. 198) έβλεπε «ένα σωρό τραγουδιστάδες» που «διγούνταν παραμύθια του λαού και αθάνατες ιστορίες· είχαν όλοι τους στο μέτωπο γραμμένο το ίδιο όνομα. Όμηρος».
40) [Τούτο βεβαίως αληθεύει λεγόμενον περί της Δύσεως, ίσως δε και περί των σκοτεινών χρόνων της παρ' ημίν εικονομαχίας (726- 842 μ. Χ.) διότι από του Φωτίου και εφεξής μέχρι της δευτέρας αλώσεως της Πόλεως η προς την αρχαίαν λογοτεχνίαν στοργή και ο υπέρ αυτής ενθουσιασμός των λογίων λαϊκών και των ανωτέρων κληρικών εχώρει διαρκώς αυξανόμενος, η δε «αναναγέννησις των γραμμάτων» είναι απλώς η εν τη Δύσει εξακολούθησις των σπουδών της υποδουλωθείσης ελληνικής Ανατολής].
41) [Υπόμνημα εις το Ιπποκράτους περί άρθρων. Έκδ. H Schöne, εν Λειψία 1896].
42) [Πολύτιμα βιβλία και καλλιτεχνήματα κατεστράφησαν σωρηδόν κατά την άλωσιν της Αλεξανδρείας υπό των Αράβων (640) και της Πόλεως υπό των Φράγκων (1204)].
43) [Κατά την γνώμην του Max Müller. Πρβ. και το του Roscher Λεξικόν της ελλ. και ρωμ. μυθολογίας. Τόμ. γ' σ. 1602].
44) Crusius, Philol. LIV.
45) Ιδίως θ 74, μ 70. α 351. Αι ραψωδίαι της Ιλιάδος σημειούνται διά κεφαλαίων στοιχείων, της δε Οδυσσείας διά μικρών.
46) [Το κελτικόν τούτο όνομα των αρχαίων ποιητών της Γαλατίας και της Βρεττανίας, χρησιμοποιούμενον ήδη γενικώτερον εν τη Δύσει, μετεχειρίσθησαν και παρ' ημίν οι Παράσχοι και άλλοι σύγχρονοί των].
47) [Το παρά Στοβαίω ΣΤ? η', 29 σωθέν απόσπασμα αμφισβητείται εις ποίον Σιμωνίδην ανήκει· αλλ' ευλόγως ο Bergk, Potae lyr. gr. ΙΙΙ σ. 1146 αρ. 85, και ο Wilamowitz· Moellendorff, Sappho und Simonides, (Berlin, 1913) σ. 273 θεωρούσιν αυτό ως ποίημα του Αμοργίνου].
48) Αθηναίου Η' σελ. 347 Ε.
49) Αι άλλαι είναι η τριλογία Μυρμιδόνες, Νηρηίδες, Φρύγες, η Πηνελόπη και οι Ψυχαγωγοί.
50) Wilamowitz· Moellendorff, Phil. Unters. 7, σ. 260.
51) [σ. 228 β «και τα Ομήρου έπη πρώτος ενόμισεν εις γην ταυτηνί και ηνάγκασε τους ραψωδούς Παναθηναίοις εξ υπολήψεως εφεξή, αυτά διιέναι, ώσπερ νυν έτι οίδε ποιούσιν»].
52) [«υμών οι πατέρες». Λυκ. κατά Λεωκρ. 102].
53) Ηροδότου Ε' 67. «Κλεισθένης γάρ Αργείοισι πολεμήσας . . . ραψωδούς έπαυσε εν Σικυώνι αγωνίζεσθαι των Ομηρείων επέων είνεκα, ότι Αργείοι τε και Άργος τα πολλά πάντα υμνέαται».
54) [κατά Τιμάρχου 128].
55) [Εν τη συλλογή Flinders Petrie [Papyri I. London 1891],
56) [Εν τη Revue de Philologie 1894 [σ. 101-111].
57) [Ως λέγομεν εν τω προλόγω, η θεωρία αύτη περί της εν Αθήναις συμπήξεως των Ομηρικών επών δεν επικρατεί πλέον εν τη επιστήμη].
58) Του δευτέρου Αλκιβιάδου εξαιρουμένου ως νόθου
59) Grote, Plato, κεφ. VI
60) Kirchoff, Alphabet 4 ** σ. 92.
61) Βλ. την απάντησιν του Cauer εις τον Wilamowitz, Grundfragen der Homerkritik, σ. 69 κεξ.
62)[Και η θεωρία αύτη περί μεταγραφής των ομηρικών επών εις το αττικόν αλφάβητον δεν είναι σήμερον αποδεκτή. Βλ. τον πρόλογον].
63) [Πρβλ. το εις Πινδάρου Νεμ. β' 1 σχόλιον «επιφανείς δε (ραψωδοί) εγένοντο οι περί Κύναιθον, ούς φασι πολλά των επών ποιήσαντας εμβαλείν εις την Ομήρου ποίησιν· ήν δε ο Κύναιθος Χίος.]
64) θ 73 κεξ., 500 κεξ., α 326
65) [Πρβλ. Πλάτωνος Ίωνα σ. 530].
66) [Ο στίχος ούτος παραδίδεται ως η αρχή της Αιθιοπίδος του Αρκτίνου].
67) Π. χ. «Fρέζομεν αθθανάτοισι τοί όρρανον εύρυν έχοισιν»· «Χόλος δέ μιν άγριος άγρη» (=ήρει)·
68) Cauer, Grundfargen σ. 203.
69) Thornton Romances, Camden Soc. 1844, σ. 289.
70) Εθανατώθη επί της ακτής, η δε μήτηρ του καλείτο Ψαμάθη [Ησιόδου Θεογ. 1004].
71) Duncker Greece, κεφ. VIII.
72) [Τας θεωρίας ταύτας, στηριζομένας επί των εργασιών του Bethe και του Fick, ανέπτυξε κατόπιν ευρύτερον ο συγγραφεύς εν σειρά δέκα αναγνωσμάτων, δημοσιευθέντων υπό την επιγραφήν Gilbert Murray, The Rise of the greek epic, Oxford, 1907 και β' έκδ. 1911].
73) [Περί πάντων τούτων βλ. τα πολύτιμα έργα των Ελλήνων αρχαιολόγων Χρ. Τσούντα, Μυκήναι και Μυκηναϊκός πολιτισμός, Αθ. 1893 (αγγλική μετάφρ. London 1903) και Π. Καββαδία Προϊστορική Αρχαιολογία. Εν Αθ. 1914].
74) Των Λαιστρυγόνων εν τω κ. 80-86.
75) Εν τη Psyche σ. 35 κεξ.
76) Quellen der Odyssee, 1887
77) [&Εκδόσεις& νέαι των Ομηρικών επών πλην των κειμένων αυτών, άπερ αναδημοσιεύει η Bibliotheca Teubneriana (υπό G. Dindorf και C. Henze) η Bibliotheca Schenkeliana (Ιλιάς υπό Α. Rzach και Οδύσσεια υπό Ρ. Cauer, 1894-5) και η Bibliotheca Oxoniensis (Ιλιάς υπό D. B. Monro και T. W. Allen. Οδύσσεια υπό Τ. W. Αllen, 1908), αξιόλογοι είναι η του Arthur Ludwig (Teubner) Ιλιάς Α-Μ. 1902, Μ-Ω 1907 και Οδύσσεια α-μ. 1889 ν-ω 1891 μετά εκτενούς αναγραφής των διαφόρων γραφών (λατιν.) και αι μετά σχολίων υπό Ameis-Henze, Ιλιάς (λατιν.) και Οδύσσεια (γερμαν.), Leipzig, η Iλιάς υπό W. Leaf, London 1900-2 (αγγλ.) η Οδύσσεια α-μ υπό W.W. Merry και J. Riddel και ν-ω υπό D. B. Monro, Oxford,, 1901, (αγγλ. Ιλιάς υπό J. Van Leeuwen, Lugduni Batavorum. Α-Μ, 1912. Μ-Ω 1918· (λατιν.).
Των εις Ιλιάδα παλαιών σχολίων G. Dindorf, Scholia graeca in Iliadem (Teubner) 1875-77 εις 4 τόμους. Συμπλήρωσις υπό Ernest, Maass, Scholia graeca in Homeri Illiadem Townleyana, Lipsiae, 1988 δύο τόμοι. — J. Nicole, Les scholies génevoises de l' Illiade, Paris 1888 δύο τόμοι. Tων εις Οδύσσειαν σχολίων G. Dindorf Scholia graeca in Odysseam, Oxonii 1855 δύο τόμοι. Των Ομηρικών ζητημάτων του Πορφυρίου κριτική έκδοσις Η. Schrader (Teubner) των μεν εις Ιλιάδα 1880-2, των δε εις την Οδύσσειαν 1890].
78) Jahn Michaelis, Bilder-Chroniken. Η Tabula Iliaca εν Baumeister, Denkmäler [des Klassischen Alterums τόμ. 2, πιν. XIII, αρ. 775. πρβ. και τόμ. 1 σελ. 716)
79) Βλ. Bethe εν Hermes, 26.
80) [Κατά τον O. Immisch ο Πρόκλος ούτος είναι αυτός ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος· πρβ. και F. Stein, De Procli chrestomathia, Bonn. 1907].
81) [Εκδόσεις του επικού κύκλου G. Kinkel, Epicorum graecorum fragmenta (Teubner) 1877, και D. B. Monro Homeri opera, Oxonii 1896.
Τα δε λείψανα της του Πρόκλου Γραμματικής Χρηστομαθίας εν τη παρισιανή εκδόσει των Ομήρου ποιημάτων (Didot) 1838 σ. 581-601 και R. Westphal, Scriptores metrici graeci (Teubner) 1866 τόμ. I. σ. 229-250].
82) Πινδάρου Νεμ. β'. Πρβ. Οδ. θ 499.
83) [Υπό του Ρώσου φιλολόγου C.F, Matthaei]
84) [Εκδόσεις νέαι των Ομηρικών ύμνων: A. Goodwin Hymni Homerici Oxonni, 1893 — Allen Sikes, The Homeric Hymns, London, 1904. — T.W. Allen Homeri Opera, Oxonii, 1912].
85) [Έκδοσις κυριωτάτη της Βατραχομυομαχίας A. Ludwich. Die Homeriche Batrachomachia des Karers Pigres, (Teubner) 1896. — Ο σύντομος τύπος Βατραχομαχία είναι του αρίστου των χειρογράφων].
86) [Ποιητικής 4 σ. 1448 β 30].
87) [Τοσαύτη προς την παράδοσιν δυσπιστία φαίνεται υπερβολική. Ουδέν εμποδίζει να πιστεύσωμεν ότι τουλάχιστον τα Έργα παρεδίδοντο μετά του ονόματος του ποιητού των, όπερ είναι πραγματικόν όνομα. Αμφίβολος αληθώς ήτο ανέκαθεν ο χρόνος καθ' όν έζησεν ο Ησίοδος, ένεκα του προς τον Όμηρον συσχετισμού. Ο μεν Ηρόδοτος δηλ. (Β' 53) εθεώρει αυτόν σύγχρονον του Ομήρου, ο δε Έφορος (κατά τον Ομήρου βίον 1,2) πρεσβύτερον, ο δε Ερατοσθένης (κατά Στράβωνα Α' 14 σ. 23), μεταγενέστερον διότι εγίνωσκε περισσότερα του Ομήρου περί «Αίτνης και Ορτυγίας . . και Τυρρηνών» (βλ. Θεογον. 860). Η γνώμη αύτη των κριτικών της Αλεξανδρείας κατίσχυσε και υπολογίζεται ότι ο Ησίοδος έζη μετά την εν Σικελία ίδρυσιν των αποικιών της Χαλκίδος, και ουχί πολύ προ του Στησιχόρου, ήτοι 700-675 π. Χ.].
88) [Η περιγραφή αύτη συγκρινομένη προς την υπό του Ομήρου (εν τω Σ της Ιλιάδος) περιγραφήν της κατασκευαζομένης ασπίδος του Αχιλλέως διδάσκει πολλά περί της προόδου και της διαφοράς της καλλιτεχνίας. Αλλά και γλωσσικούς νεωτερισμούς περιέχει τόσους η Ασπίς τον Ηρακλέους, ώστε λίαν αμφιβάλλεται αν είναι του ποιητού των Έργων].
89) [Εκδόσεις του Ησιόδου νέαι πλην της αρίστης εν τη Ζωγραφείω ελληνική Βιβλιοθήκη του Καρόλου Σιττλ, Ησιόδου τα άπαντα, Αθήνησιν, 1889, η του Rzach Hesiodi Carmina (Teubner) 1902, και η του αυτού εν τη Biblioth. Teubner. 1908. Των σχολίων Hans Flach Glossen und Scholien zur Hesiodischen Theogonie mit Prolegomena, (Teubner) 1876].
90) [Θουκυδίδου Ζ' 50, 4).
91) Έκδοσις νεωτέρα των Ορφικών ύμνων μετά των του Πρόκλου υπό E. Abel, εν τη Biblioth. Schenkel. 1885].
92) [Πολιτείας Β' σελ. 364 Ε].
93) [Αριστοφάνους Ιππ. 1003].
94) [Ηροδότου Δ' 36].
95) [Ηροδότου Δ' 13-16].
96) Ιλ. Ζ, 132-140. [Ο Διόνυσος αναφέρεται και Ξ 325, λ 325, ω 74].
97) «Ζαγρεύ τε θεών πανυπέρτατε πάντων»].
98) [Παυσανίου Θ' 5,4].
99) Wilamowits Möllendorff, Euripides Herakles I, 66 (β' έκδ.).
100) [«Νυν δ' ότι πάντα δέδασται» παρ' Αριστοτέλει Ρήτορ. Γ' 14, σ. 1415 α 3].
101) [Horatii Epist. II, I, 232].
102) [Cicero Brut. 51. Διαφόρως ο Πλούταρχος Λυσάνδρ. 18].
103) [&Εκδόσεις& των αποσπασμάτων του Ασίου, Πεισάνδρου, Πανυάσιδος, Χοιρίλου και Αντιμάχου εν τη παρισιανή εκδόσει του Ησιόδου υπό Fr. Dübner (Didot) 1841 και εν τη Biblioth. Teubner υπό G. Kinkel Epicorum Graecorum Fragmenta, 1877].
104) [Ανθολ. Θ' 26. Τα εν τη Ανθολογία φερόμενα επιγράμματα της Ανύτης είναι 22, εξ ών ιδίως τα εις αποθανούσας κόρας είναι περιπαθή].
105) Το περί Σαμίων [παρ' Αθηναίω ΙΒ' σ. 525 e] απόσπασμα φαίνεται μάλλον άλλου ποιητού όχι Σαμίου.
106) [Πρβ. Lucretii De rerum natura Ι,726]
107) [Πρβ. Διογένους Λαερτίου Η' 69].
108) [Εκδόσεις. Ταποσπάσματα του Ξενοφάνους Παρμενίδου και Εμπεδοκλέους περιέχουσι πλην της παλαιωθείσης παρισιανής F. G. Mullach, Fragmenta Philosophorum Graecorum (Didot) Α' τόμ. 1860 (Ξενοφ. σελ. 101-108. Παρμ. 105-126. Εμπεδ 149, αι δυο νέαι του H. Diels, Po4etarum Philosophorum Fragmenta, Berollini, 1901 (Ξενοφ. σελ. 20-47 Παρμ 48 — 73 Εμπεδ. 74 — 168) και Die Fragmente der Vorsokratiker, Berlin, τόμ Α' (β' έκδ.) 1906 (Ξενοφ. σελ. 31-54 Εμπεδ. 105-126)Παρμ. 149- 219 και γ' έκδ. τω 1912].
109) [Περί των ιαμβικών στροφών του Αισχύλου βλ. Σεμιτέλου Ελλ. Μετρικήν σ. 453].
110) [και πολλοί ρυθμοί, ως ο χορείος, ο βακχείος, και ο προσοδιακός].
111) [Το εκ του ονόματος του Τερπάνδρου επιχείρημα δεν φαίνεται πειστικόν· ως ορθώς παρετήρησεν ο Weil, (Journal des Savants 1902 σ. 137) ο Τ. ηδύνατο είτε να ονομασθή τοιουτοτρόπως υπό του πατρός του, εάν αυτός ήτο μουσικός, είτε να μετονομασθή κατόπιν υπό των συμπολιτών του, καθώς ο Στησίχορος· τέλος δυνατόν η σύμπτωσις του ονόματος να ήτο και τυχαία, καθώς η του Δημοσθένους].
112) [Κατά Πολυδεύκη Δ' 66 «αρχά, μεταρχά, κατατροπά, μετακατατροπά, ομφαλός, σφραγίς, επίλογος». Αλλά νόμους του Τερπάνδρου αναφέρει οκτώ ο Πολυδεύκης Δ' 65].
113) [Εκδόσεις. Τα εις τον Τέρπανδρον αποδιδόμενα αποσπασμάτια παρά Τh. Bergk, Poetae Lyriei Gracei, III σ. 812-16. Hiller-Crusius Anthologia Lyrica (Teubner) 1911 σ. 165].
114) [Βλ. Πολιτείας Γ' σ. 398 α].
115) [παρ' Αθηναίω ΙΔ' σ. 625 β].
116) [Κατά Στράβωνα ΙΔ' 1, 35 σ. 647. Η σωζομένη πολεμική ελεγεία του Καλλίνου (Hiller σ. 1) ολίγον διαφέρει των του Τυρταίου, όθεν αμφιβάλλεται η γνησιότης αυτής].
117) [Και ο Στράβων Η' 4, 10 σ. 362 ισχυρίζεται ότι ο Τυρταίος ήτο Λακεδαιμόνιος].
118) [Κατά Λεωκρ.101, ήτοι το περίφημον 8. απόσπ. «Τεθνάμεναι γαρ καλόν» κλπ.].
119) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Τυρταίου παρά Bergk P. L. Gr. II (1882) σ. 8-22. Hiller-Crusius σ. 24-29, Buchholtz- Peppmüller, Anthologie aus den Lyriken (Teubner) 1911 τόμ I. σ. 27-36].
120) [Το παρά Στοβαίω Ζ' 11 «Ου μεν δη κείνου γε μένος» Hiller-Crusius σ.23].
121) [Παραβολήν του Μιμνέρμου και Προπερτίου έκαμεν ο Wilamowitz Sappho σ. 276].
122) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Μιμνέρμου παρά Bergk P. L. Gr. II σ. 25-33, Hiller-Crusius σ. 30-34. Bucholz- Peppmüller I σ. 38-42],
123) [Ηροδότου Α' 29 κεξ.].
124) [Αλλ' ενέχουσι καί τινα ιλαρότητα και ευσέβειαν χαρακτηριστικήν της αρχαίας αττικής τέχνης. Βλ. ιδίως την εις τας Μούσας προσευχήν].
125) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Σόλωνος παρά Bergk. Ρ. L. Gr. II σ. 34-61. Hiller-Crusius 42-67, Buchholz- Peppermüller I σ. 42-70. Περί των ελεγειών του Σόλωνος διέλαβεν εσχάτως ο Wilamowitz Möllendorff Sappho und Simonides, σ. 257-275].
126) [Περί των χρόνων του Θεόγνιδος τα παραδιδόμενα διαφωνούσι προς τον στίχον 764, τον μνημονεύοντα «τον Μήδω πόλεμον». Όθεν πρέπει να θεωρήσωμεν αυτόν ακμάζοντα μεταξύ του 530-490 π. Χ.].
127) [Εκδόσεις του Θεόγνιδος παρά Bergk P. L. Gr. ΙΙ σ. 117-288. Hiller Crusius σ. 67-122, Buchholz-Peppmüller — σ. 70-115. Ιδιαιτέρα μετά σχολίων T. Hudson Williams, London, 1910]
128) [Βλ. τους γρίφους παρά Bergk P. L. Gr II 62-63 και Hiller Crusius σ. 46-47].
129) [J. Bernays Gesammelte Abhandl. I (Berlin, 1885) σ. 195- 261].
130) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Δημοδόκου και του Φωκυλίδου παρά Bergk P. L. Gr II σελ. 65-73 Hiller- Crusius σελ. 47 και 48. Αι Φωκυλίδου γνώμαι Bergk σ. 74-109 Hiller-Crusius σ. 337-343].
131) [Το μέγα Ετυμολογικόν αποδίδει την διάκρισιν εις τον Χοιροβοσκόν· αλλ' η Ορθογραφία του Χοιροβοσκού (Cramer, Anecdota Oxon. II) ουδέν τοιούτο περιέχει].
132) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Σημωνίδου του Αμοργίνου παρά Bergk P. L. Gr s. 449-459 Hiller Crusius σ. 16-24. Buchholz-Peppermüller Ι σελ. 136].]
133) [Ευτυχώς κατά τους τελευταίους χρόνους ανεκαλύφθησαν νέα του Αρχιλόχου αποσπάσματα. Αιγυπτιακοί πάπυροι έδωκαν τεμάχια στίχων, δύο επωδών, ευλόγως αποδοθέντα εις αυτόν (υπό R. Retzenstein εν Sitzungsber d. Preuss. Akad. 1899 σ. 857) και τας αρχάς 8 ελεγειακών στίχων, ών οι 4 ήσαν ήδη γνωστοί εκ του Αθηναίου (βλ. Grenfell und Hunt, The Oxyrhynchus Papyri τόμ VI σ. 149 αρ. 854). Το δε αξιολογώτερον, επιγραφή μνημείου ιδρυμένου εν τη πατρίδι του ποιητού Πάρω, μνημονεύουσα ότι ο Δημέας είχε γράψει «ου μόνον περί τ[ης πατρίδος] ημών, αλλά κα[ι του] πολίτου αυτής Αρχιλόχου» παρέχει και τεμάχια τετραμέτρων αυτού. (FR. Hiller von Gärtringen εν Athen, Mitth. τόμ. 25 (1900) σ. 1-22 . Και οι νέοι επωδοί δεικνύουσι την αυτήν δύναμιν και το αυτό πάθος. Εν τω 2,7 εύχεται να ίδη τινά «το πριν εταίρον»
ρίγει πεπηγότ' αυτόν, εκ δε του ρόθου φυκία πόλλ' επέχοι, κροτέοι δ' οδόντας ως κύων, επί στόμα κείμενος ακρασίη άκρον παρά ρηγμίνα κυμάτων. . . .]
134) [Εκδόσεις. Τα παλαιά αποσπάσματα του Αρχιλόχου παρά Bergk P. L. Gr. II σ. 383-440. Hiller-Crusius σ. 2-16. Buchholz-Peppmüller I σ. 124. Τα δε νέα Ernst Diehl, Supplementum Lyricum, Bonn, 1910, σ. 3-9. — Νέα περί του ποιητού μελέτη υπό A. Hauvette, Archiloque, sa vie et ses poésies, Paris, 1905].
135) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ιππώνακτος παρά Bergk P. L. Gr. II σ. 460-500. Hiller-Crusius σ. 56-66].
136) [Σύγχρονος του Ιππώνακτος ήτο ο Ανάνιος, ού σώζονται 4 ιαμβικά αποσπάσματα και έν 10 σκαζόντων τροχαϊκών τετραμέτρων, παρά Bergk Ρ. L. (Gr. II σ. 501-3 και Hiller-Crusius σ. 66- 7].
137) [Κατά Πλάτωνα εν Φαίδωνι Δ' σ. 60 d].
138) [Εκδόσεις. Τα λείψανα των αρχαίων δημοτικών ασμάτων παρά Bergk, Poetae Lyrici Graeci, (4 έκδ) τόμ. ΙΙΙ (1882) σ. 654- 688 και Hiller-Crusius, Anthologia Lyrica (Teubner) 1911 σ. 319-325. Τα δε Σκόλια _Bergk_σ. 643-653, και Ηiller-Crusius σ. 328-334].
139) Οι χρόνοι είναι αβέβαιοι. Δύσκολον δε να υποτεθή ότι αι Αθήναι κατείχον το Σίγειον προ της τυραννίδος του Πεισιστράτου, κατά Beloch, Griechische Geschichte I, 330· [ήτοι του 550 π. Χ. Αλλ' η υπό του Ηροδότου Ε' 95 μνεία του Αλκαίου αναφέρεται εις προηγουμένας περί του Σιγείου έριδας Μυτιληναίων και Αθηναίων. Ο Ευσέβιος έθετε την ακμήν του Αλκαίου εις τα 600 π. Χ. Ο δε Αθήναιος (ΙΓ' σ. 599 c) την ακμήν της Σαπφούς «κατ' Αλυάττην τον Κροίσου πατέρα») 609-560). Εκ δε του Ηροδότου Β' 135, όπου μνημονεύεται η Ροδώπις και ο αδελφός της Σαπφούς Χάραξος, εξάγεται ότι η ποιήτρια, ήτις «πολλά κατεκερτόμησέ μιν», έζη και επί Αμάσιος, ήτοι και μετά τα 570 π. Χ. Το Πάριον χρονικόν θέτει την εις Σικελίαν φυγήν αυτής μεταξύ των Ολυμπιάδων 43,4 και 47,3 ήτοι 604-590 π. Χ. Ώστε πάσαι αι χρονολογίαι αύται συμβιβάζονται].
140) [Εκδόσεις. Τα αποσπασμάτια της Τελεσίλλης, της Πραξίλλης και Ηρίννης παρά Bergk. P. L. Gr. III σ. 380, 566, 141-6, και Hiller-Crusius σ. 233, 276,300. Περί της Μυρτίδος πρβ. Bergk σ. 542, περί δε της Κορίννης βλ. κατωτ.].
141) [Περί του παρ' Αριστοτέλει (σ. 1367 Ρητορ. Α' 9) διαλόγου τούτου ο Weil (Journal des Savants 1902 σ. 138) επίστευεν ότι εις την φράσιν «ειπόντος του» (=τινός) παρεισέφρησε τα σχόλιον «Αλκαίου»].
142) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Αλκαίου παρά Bergk Ρ. L. Gr. III σ. 147-197. Bucholz-Sitzler Anthologie aus den Lyrikern, (5 έκδ.) 1909 τόμ. II σ. 11-16. Hiller-Crusius σ. 183-193. Τα εκ παπύρων νεώτερα αποσπασμάτια παρά Ernst Diehl Supplementum Lyricuum, Bonn, 1910 σ. 10-12. Τούτων περιεργότατον είναι το 1 Β (δημοσιευθέν υπό του Τh. Reinach REGr. XVIII (1905) σ. 295), τεμάχια 10 στίχων, ών ο 7 αναφέρει Κλεανακ[τ]ίδαν μετά σχολίου Μυρσίλ(όν), ο δε 8' Α(ρ)χινακτ[ί]δαν μετά σχολίου Φητακ(όν), ήτοι Πιττακόν, πιθανώς το πρότυπον του Χ των Επωδών του Ορατίου. Πρβ. J. Μ. Edmonds. The new fragments of Alcaeus, Sappho and Corinna, Cambridge, 1909 και Wilamowitz-Möllendorff, Sappho (βλ. κατ.) σ. 309, ένθα παραβάλλονται και αι απομιμήσεις του Ορατίου].
143) [Ψάπφα κατά κλητικήν ονομάζει αυτήν η Σαπφώ εν τω 1,20 και νέων αποσπ. 2, 5, Ψάπφοι (εξ ονομ. Ψάπφω) εν τω 59. Το δε όνομα φαίνεται υποκοριστικόν].
144) [Τα νέα της Σαπφούς αποσπάσματα είναι αντάξια της φήμης της. Εν τω 1 εύχεται
Πότνιαι Νηρήιδες, αβλάβην μοι τον κασίγνητον δότε τυίδ' ίκεσθαι.
εννοούσα βεβαίως τον αδελφόν της Χάραξον, όστις ήτο εις την Αίγυπτον. Τρυφερόν ιδίως είναι το 5, όπου υπενθυμίζει τον αποχωρισμόν και τας τότε ανταλλαγείσας περιπαθείς φράσεις
ή μαν σ' αέκοισ' απολιμπάνω,
και το 6, όπου λέγει ότι η φίλη της διαπρέπει μεταξύ των Λυδών γυναικών
«. . ως ποτ' αελίω δύντος α βροδοδάκτυλος μήνα πάντα περρέχοισ' άστρα, φάος δ' επί σχει θάλασσαν επ' αλμύραν ίσως και πολυανθέμοις αρούραις.
Το επίθετον αλμυρά περί της θαλάσσης, το τόσον κοινόν, αρμόζει εδώ τόσον τελείως, ώστε η στροφή καταντά εικών. Την αυτήν προσοχήν, την αυτήν αγάπην προς την σελήνην, τα άστρα, τον έσπερον και ιδίως τα άνθη, τα ία, τον υάκινθον, τα βρόδα, δεικνύουσι και τάλλα αποσπασμάτια της Σαπφούς. Ίσως ουδενός άλλου ποιητού στίχοι είναι τόσον βαρύτιμοι, όσον και η ελαχίστη φράσις της Λεσβίας].
145) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα της Σαπφούς παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 82-140, Buchholz-Sitzer σ. 16-30, Hiller- Crusius, σ. 193-208. Τα εκ παπύρων νεώτερα παρά Εrnst Diehl, Supplementum Lyricum σ. 13-18. Νεώτατον περί της ποιητρίας έργον το του Wilamowitz-Möllendorff, Sappho und Simonides, Berlin, 1913].
146) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ανακρέοντος παρά Bergk P. L. Gr. ΙII σ. 293-295 Buchholz-Sitzler σ. 31-46, Hiller- Crusius σ. 218-232. Τα δε Ανακρεόντεια παρά Bergk ΙΙΙ σ. 296-338 και Hiller-Crusius σ. 344-364. Νεωστί επραγματεύθη και περί τούτου ο Wilamowitz Sappho σ. 102-136].
147) Τι ήτο η «Ομηρική» διάλεκτος εν Βοιωτία, Λέσβω, ή Άργει δεν δυνάμεθα να είπωμεν. Το επικόν στοιχείον των σωζομένων λυρικών αποσπασμάτων ιωνίζει και αττικίζει, ακριβώς ως η Ιλιάς.
148) [Κατόπιν παιάν και διθύραμβος ελέγοντο και ύμνοι εις άλλους θεούς και ήρωας].
149) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Αλκμάνος παρά Bergk P. L. Gr., III σ. 14-78, Bachholz-Sitzer I σ. 1-18, Hiller- Crusius σ. 166-182-Μελέτη περί του ποιητού υπό O. Crusius εν τη Real — Eencyclopädiae του Pauly-Wissowa I (1894) στ. 1564- 1572].
150) [Βλ. τούτο παρά Bergk Ρ. L. Gr. III σ. 71-81· και Hiller-Crusius σ. 182].
151) [Το πλαστόν των σωζομένων επιστολών απέδειξεν ο πολύς Άγγλος φιλόλογος R. Bentley (1662-1742) τω 1699].
152) Τα νομίσματα της Ιμέρας, τα φέροντα την εικόνα του, είναι μεταγενέστερα του 241 π. Χ., ότε ο Στησίχορος κατήντησεν όλως θρυλικός.
153) [Ευστόχως ο Weil αντέκρουσε την κοινήν ταύτην περί της μιμήσεως του ονείρου γνώμην εν Journal des Savants 1902 σ. 138].
154) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Στησιχόρου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 205-234 Bucholz-Sitzler II σ. 25-31, Hiller- Crusius σ. 208-218 Περί του Στησιχόρου και των νεωτέρων ομωνύμων αυτού διέλαβεν ο Wilamowitz, Sappho σ. 288-242].
155) [Τον παρά &Πλουτάρχω& περί αδολεσχίας 14 (τόμ. Γ' σ. 321 Βερναρδάκη) λόγον περί της συλλήψεως των φονέων έκαμε πασίγνωστον εν Ευρώπη το ποίημα του Σχίλλερ].
156) [Τα σωζόμενα αποσπάσματα αναφέρουσιν (1) οινανθίδας (4) πορφυρίδας, (8) πανέλοπας, λαθιπορφυρίδας και αλκύονας].
157) [Εκδόσεις Τα αποσπάσματα του Ιβύκου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 235-252,Buchholz-Sitzler, II σ. 29-35, Hiller- Crusius 213-218].
158) [βλ. Σχολιαστήν Πινδάρου Ολ. β' 29 (15)].
159) [Επ' εσχάτων ανεκινήθη σφοδρώς το ζήτημα της γνησιότητος των φερομένων 101 επιγραμμάτων του Σιμωνίδου. Ευρεθείσαι επιγραφαί απέδειξαν μεταγενεστέρας προσθήκας και νοθείας (πρβ. Στεφ. Ν. Δραγούμην εν Athen. Mitt. 22 (1897) 52-58 (και πίν. IX) «Σιμωνίδου επίγραμμα και ο εν Σαλαμίνι τάφος των Κορινθίων» και A. Wilhelm, εν Jahreshefte d. öster. arch. Instit. 2 (1899) 221-244. Προφανώς εις την παλαιάν συλλογήν περιελήφθησαν και μεταγενέστεροι στίχοι Αλλά λυδίαν λίθον της γνησιότητος δεν έχομεν. Ο A. Hauvette (De l' authenticité des epigrammes de Simonide, 1896) παραδέχεται ως γνήσια μόνον 41. Μόνον δε 11 ο M. Boas, De Epigrammatis Simonideis, Groningae, 1905].
160) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Σιμωνίδου παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 382-535. Buchholz-Sitzler II σ. 52-60, Hiller- Crusius σ. 233-267. Νέον περί του Σιμωνίδου έργον το του Wilamowitz-Möllendorff, Sappho und Simonides, Berlin, 1913 σ. 137-232, όπου εξετάζεται και το ζήτημα της γνησιότητος των επιγραμμάτων].
161) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Τιμοκρέοντος παρά Bergk P. L. Gr. ΙΙΙ σ. 586-541 Hiller-Crusius σ. 267-9].
162) [Τα εξής αξιοσπούδαστα λέγει ο Λογγίνος(; «Περί ύψους» 33· τι δε; εν μέλεσι μάλλον αν είναι Βακχυλίδης έλοιο ή Πίνδαρος και εν τραγωδία Ίων ο Χίος ή νη Δία Σοφοκλής; επειδή οι μεν αδιάπτωτοι και εν τω γλαφυρώ πάντη κεκαλλιγραφημένοι, ο δε Πίνδαρος και ο Σοφοκλής, οτέ μεν οίον πάντα επιφλέγουσι τη φορά, σβέννυνται ο αλόγως πολλάκις και πίπτουσιν ατυχέστατα].
163) [Τα εξής μέχρι τέλους του κεφαλαίου εκ του προλόγου της β' εκδόσεως σ. ΧVΙ-ΧΙΧ].
164) [Εκδόσεις Βακχυλίδου. Αρχική F. G. Kenyon The poems of Bacchylides, London 1897. — Αρίστη έκδοσις μετά αγγλικής μεταφράσεως, μακράς εισαγωγής και σημειώσεων R. Jebb, Bacchylides, the poems and fragments, Cambridge 1906. — Fr. Blass-G. Suess εν τη Bibliotheca Teubner. δ' έκδ. 1912. (Κατόπιν ευρέθη και νέος πάπυρος περιέχων μέρος της ήδη γνωστής ις' ωδής)].
165) [Quintilianus Institutio oratoria Χ 1,61].
166) [Το ανωτέρω απόσπασμα της ΚΟΡΙΝΝΗΣ και έν άλλο παρόμοιον τετράστιχον ήσαν τα μακρότατα των τέως σωζομένων ποιημάτων αυτής. Αλλά τω 1907 πάπυρος εξ Ερμουπόλεως της Αιγύπτου, αποκείμενος ήδη εν τω Βερολινίω Μουσείω, εκδοθείς δε πρώτον υπό του Wilamowitz-Möllendorf (Berliner Κlassikertexte V 2 σ.19) εφανέρωσεν 150 περίπου νέους στίχους της ποιητρίας, ών πολλοί κατεστραμμένοι. Τούτων οι πρώτοι αναφέρονται εις ποιητικόν διαγωνισμόν μεταξύ Κιθαιρώνος και Ελικώνος, προσωποποιουμένων, εν τέλει δε κατά παράκλησιν των Μουσών οι θεοί ρίπτουσι ψήφους
πλίονας δ' είλε Κιθηρών
Οι δε λοιποί στίχοι είναι απάντησις μάντεως προς τον Ασωπόν περί της τύχης των θυγατέρων αυτού, άς έχουσι τρεις ο Ζευς, τρεις ο Ποσειδών, δύο ο Φοίβος,
ταν δ' ίαν Μή[ας] αγαθός πης Ερμάς·
Ούτω τα θέματα της Κορίννης ήσαν επιχώρια βοιωττικά, περίπου βουκολικά, βοιωτική δε όλως είναι και η διάλεκτος αυτής, ής ένεκα «φαίνεταί μοι νικήσαι» Πίνδαρον. λέγει ο Παυσανίας Θ' 22,3) «ότι ήδεν ου τη φωνή τη Δωρίδι, ώσπερ Πίνδαρος, αλλά οποία, συνήσειν έμελλον Αιολείς, και ότι ην γυναικών τότε δη καλλίστη το είδος», ως συνεπέραινεν εκ της εικόνος αυτής ο περιηγητής.
Εκδόσεις των αποσπασμάτων της Κορίννης, των μεν παλαιών παρά Bergk P. L. Gr. III σ. 543-53 και Hiller-Crusius σ. 269-71, των δε νέων (πλην των εν περιοδικοίς) παρά Buchholz-Sitzler II σ. 173-7 Ernst Diehl, Supplementum Lyricum 19-22 και J. M. Edmonds, The new fragments of Alcaeus, Sappho and Corinna, Cambridge 1909]
167) [Χαρακτηρίζων τον Πίνδαρον ο Wilamowitz-Möllendorff (Die Griechische Literatur des Altertums, 1912, σ. 53) παραβάλλει αυτόν προς τον Δάντε «Βεβαίως, (λέγει) ο Θηβαίος ως ποιητική δύναμις δεν είναι άξιος να λύση τον ιμάντα των υποδημάτων του Φλωρεντίνου· αλλά δεν είναι τάχα τούτο μέγα, ότι συνεχώς αναλογιζόμεθα τον Δάντε, θέλοντες να χαρακτηρίσωμεν τον Πίνδαρον;». Τοιούτοι παραλληλισμοί καλλιτεχνών χρονικώς τόσον απεχόντων, δύνανται μεν να διαφωτίσωσι τον αναγνώστην, αλλά δύνανται και το εναντίον. Κοινά βεβαίως έχουσιν οι δύο ποιηταί το προφητικόν μεγαλείον, την βαθείαν θρησκευτικήν πίστιν και το σκοτεινόν της φράσεως, όπερ εγέννησε το πλήθος των σχολιαστών αυτών. Αλλ' η ποιητική δύναμις του Δάντε έγκειται κυρίως εις την έντασιν του μίσους, κατά τούτο δε ο Φλωρεντίνος συγγενεύει μάλλον προς τον Αρχίλοχον, πράγματι δε ο ανωτέρω (σ. 88) παρατεθείς επωδός ενθυμίζει χωρία του Inferno (πρβ. XXXII, 35). Τον Πίνδαρον — ιδίως των νέων παιάνων — οι Έλληνες δύνανται να εννοήσωσι κάλλιον ως μέγαν τινά Ρωμανόν, όμοιον ως προς τον θρησκευτικόν τόνον, το λυρικόν ύψος, την ηθικολογίαν και μάλιστα το μέλος, όπερ ήτο εξίσου αχώριστον από της λέξεως και των δύο. Αλλ' ο μεν Πίνδαρος είναι πυκνότατος, ο δε Ρωμανός ρητορικώς μακρολόγος. Των δε νεωτέρων ο Πίνδαρος ίσως ομοιάζει μάλλον προς τους μουσουργούς ή τους ποιητάς. Η περί των λυρικών σιωπή του Αριστοτέλους εν τη Ποιητική εμφαίνει την επικράτησιν του μουσικού στοιχείου αυτών, η δ' εν τέλει των Πολιτικών 8, 7 σ. 1342 α 5) έξαρσις ιδίως «των ιερών μελών» ως προκαλούντων την κάθαρσιν της ψυχής, δεικνύει πόσην δύναμιν απέδιδον εις ταύτα οι αρχαίοι. Πινδαρικόν δε συνδυασμόν ποιήσεως, χορού και μουσικής πιθανώτατα δεν είδεν ο νέος κόσμος].
168) [Και ταύτην την έλλειψιν εθεράπευσεν η Αίγυπτος. Πάπυροι της Οξυρύγχου διέσωσαν πλην τινων αδήλων στροφών (Grenfell and Hunt III (1903) σ. 13-17 αρ. 408) δύο παρθένια του Πινδάρου (IV (1904) σ. 50 αρ. 659), ών έν των καλουμένων δαφνηφορικών, και μακρά αποσπάσματα εννέα παιάνων (V (1908) σ. 11-110 αρ. 841). Οι παιάνες απετέλουν έν των 17 βιβλίων του ποιητού, ήσαν δε άσματα θρησκευτικά. Ο β' των σωθέντων αποτεινόμενος εκ μέρους των Αβδηριτών προς τον ήρωα Άβδηρον, υιόν του Ποσειδώνος, περιέχει τρις την τυπικήν επωδόν
ιήιε, Παιάν, ιήιε· Παιάν δε μηδέποτε λείποι.
Μακρότατος και κάλλιστος είναι ο ς' (στίχοι 140) ού σώζεται και η επιγραφή «Δελφοίς εις Πυθώ», αρχόμενος διά της μεγαλοπρεπούς στροφής
Προς Ολυμπίου Διός σε, χρυσέα κλυτόμαντι Πυθοί, λίσσομαι Χαρίτεσ- σίν τε και συν Αφροδίτα, εν ζαθέω με δέξαι χρόνω αοίδιμον Πιερίδων προφάταν.
περιγράφει κατόπιν την άλωσιν της Τροίας υπό του Νεοπτολέμου και τας μετέπειτα συμφοράς αυτού, διότι εφόνευσε τον γηραιόν Πρίαμον παρά τον βωμόν. Του θ' παιάνος σώζονται λέξεις τινές και η συνέχεια της ήδη εκ του Διονυσίου του Αλικαρνασσέως γνωστής α' στροφής, της αναφερομένης εις έκλειψιν του ηλίου η β' στροφή αποτείνεται περιπαθώς προς τον Απόλλωνα. Καθόλου οι παιάνες του Πινδάρου είναι μάλλον εύληπτοι των επινίκων, δεν έχουσι δε τόσον στενήν σχέσιν προς το πρόσωπον του ποιητού].
169) [Εκδόσεις νέαι του Πινδάρου Ο. Schröder Pindari Carmina (Teubner)1900, (ως α' μέρος της ε' εκδόσεως των Λυρικών ποιητών του Bergk). Του αυτού εν τη Bibliotheca Teubner 1908. — Μετά σχολίων Κ. Κλεάνθους, Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεως σημειώσεων και πίνακος των λέξεων εις τόμους ε', εν Τεργέστη 1886-7 C. A. M. Fennell, Pindar, Cambridge I Οι Ολυμπ. και Πυθ. 1893 II. Οι Νεμ. και Ισθμ. 1899 (αγγλ.). W. Christ, Pindari carmina prolegomenis et commentariis instructa (Teubner) 1896 — Τα νέα αποσπάσματα παρά Ernst Diehl, Supplementum Lyricum, σ. 22-44. — Εκδόσεις των παλαιών σχολίων E. Abel, Scholia in Pindari Epinicia, Berolini 1884, A. B. Brachmann τόμ. Ι Scholia in Olympionicas, Teubner), 1903 II Scholia in Pythionicas, 1910. — Ειδικόν δε λεξικόν το του I. Rumpel, Lexicon Pindaricum, (Teubner) 1883]
170) Corpus Inscriptonum Graecarum 11 [τόμ. I σ. 26].
171) [Dittenberger, Sylloge Inscriptionum Graecarum, Lipsiae 1883 αρ. 357 τόμ. Β' σ. 497].
172) Βλ. Hermes 27 σ. 161 κεξ.
173) Ο λίθος αναφέρεται εν τω Παρίω χρονικώ. Την δε λευκήν χελιδόνα μαρτυρούσιν ο Αριστοτέλης, [απόσπ. 531] [Αιλιανού Περί ζώων ΙΖ' 20] Αντίγονος ο Καρύστιος, Ηρακλείδης ο Ποντικός και ο Αιλιανός, αναφερόμενος εις Αλίξανδρον τον Μύνδιον [Περί ζώων I' 34. «ώφθησάν ποτε χελιδόνες λευκαί»].
174) [Εκδόσεις. Τα εις τον Κάδμον αναφερόμενα αποσπάσματα παρά C. Μüller, Fragmenta Historicorum Graecorum, (Didot) II σ. 2-8, τα εις τον Ακουσίλαον I σ. 100-103, και IV σ. 624· πρβ. και I σ. XXXVI].
175) [Κατά τον Ευσέβιον ήκμαζε κατά την Ολυμπιάδα 81,3 ήτοι 454 π. Χ.]
176) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Φερεκύδους παρά C. Müller F.H. Gr. I σ. 70-99 και IV σ. 637-9, και H. Diels Die Fragmente der Vorsocratiker II σ. 503-10, ένθα και το εκ παπύρου μικρόν απόσπασμα (Grenfell and Hunt Νew classical fragments, Oxford, 1897)97) το περί των γάμων Διός και Ήρας, περί ου διέλαβεν ο Weil R.E.Gr. Χ (1897) σ. 1-9. Η γλώσσα του αποσπάσματος εκείνου επιβάλλει την διάκρισιν Αθηναίου Φερεκύδους. Διατριβήν είχε γράψει ο Δ. Σπηλιωτόπουλος, Ueber Pherekydes den Syrien und seine Theogonie, Frlangen, 1890]
177) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Διονυσίου του Μιλησίου παρά C. Müller F. H. Gr. II σ. 5-7, του Χάρωνος Ι σ. 32-35, του Ευγαίωνος ΙΙ σ. 16 και IV σ. 653, του δε Ξάνθου Ι σ. 36-44]
178) [Το έργον τούτο του Γλαύκου ανεφέρετο υπό τινων και εις τον ρήτορα Αντιφώντα κατά Πλούταρχον, Βίοι των ρητόρων, τόμ. Ε' σ. 149 Βερναρδάκη].
179) [Περί της λέξεως ιστορία διέλαβεν εσχάτως Χ. Χ. Χαριτωνίδης εν Αθηνάς τόμ. ΚΖ' (1915) σ. 305-319, ότι μέχρι του Αριστοτέλους «παρά τοις παλαιοίς άπασι τοις τε Ίωσι και τοις Αττικοίς» εσήμαινε «την είδησιν, επιστήμην, εμπειρίαν»].
180) [Ερμογένης Περί ιδεών τόμ. β' 6. Walzs Rhetores graeci III σ. 399].
181) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Εκαταίου παρά C. Müller F. H. Gr. I σ. 1-31 IV σ. 623-7. Νέα μελετήματα *C. Tropea, εν J. H. S., 29 (1909)51. F. Jacoby εν Pauly- Wissowa Real Encyclopädie τόμ. 7 (1912) στ. 2667-2750].
182) [Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (προς Ρωμ. κγ' τόμ. III σ. 107,4 Bonnae) παραπέμπει περί των δύο Ιβηριών εις τον Ηρόδωρον «εν τη δεκάτη των Καθ' Ηρακλέα»].
183) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ηροδώρου παρά C. Müller F. H. Gr. II σ. 27-41. Τελευταία περί αυτού μελέτη F. Jacoby εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. 8 (1913) στ. 980-7].
184) [Το όνομα κατά τον P. Kretschmer είναι συγκοπή του Ελλανόνικος, προέρχεται δ' εκ του έτους των ελληνικών νικών, ήτοι του 480 π. Χ., καθ' ό ίσως εγεννήθη].
185) [Αν αληθεύη ο] Σχολιαστής των Αριστοφάνους Βατράχων 694-720.
186) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Ελλανίκου παρά C. Müller F. H. Gr. I σ. 45-69 και IV σ. 629-637. Νεωτάτη περί αυτού μελέτη F. Jacoby εν Pauly-Wissowa R. Ε. τόμ. 8 (1913) στ. 104-153].
187) [Βλ. Πλουτάρχου, Περί της Ηροδότου κακοηθείας 25, Βερναρδάκη Ε' σ. 229].
188) Ζ' 233· Θ' 73· Ζ' 137 πρβ. 91.
189) Αχαρν, 524
190) Meyer, Rh. Mus. 49, 146.
191) Χειρόγραφά τινα φέρουσιν «Ησίοδος», αλλά τούτο είναι σχεδόν αδύνατον, [ούτω δε και η παρισιανή έκδοσις του Αριστοτέλους].
192) Γ' 55· Δ' 76· Η' 65· Θ' 16.
193) Busolt, Griesch. Geschichte II 619.
194) Βλ. έκδοσιν του Macan, App. XIV.
195) [Πλουτάρχου Περί της Ηροδότου κακοηθείας 33. Βερναδάκης Ε' σ. 243].
196) Μacan, LΧΧΙΙΙ.
197) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Ηροδότου υπό Dietsch- Kallenberg εν τη Biblioth. Teubner, 1906, και υπό C. Hude, εν τη Biblioth. Oxoniens 1908 — Μετά σχολίων (και των ολίγων αρχαίων) υπό Stein, Berlin εις 5 τόμ. 1893-1908 — Μετά λατινικών σχολίων υπό v. Herwerden, 4 τόμ. 1894-9. — Μετ' αγγλικών σχολίων αξιολόγων ιδίως διά τας παραβολάς προς τας ανατολικάς πηγάς υπό Sayce, Herodotos, Books Ι-ΙΙΙ, London 1883. R. W. Macan Herodotos Books IV-VI, 2 τόμ. 1895 Books VIΙ-ΙΧ, 2 τόμ. 1908. — Χωριστά δε σχόλια υπό W.W. How and J. Wells, A. Commentary on Herodotos, Oxford, 2 τόμ. 1912].
198) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Αναξιμάνδρου και του Αναξιμένους και περί αυτών χωρία παρά Μullach, Fragmenta Philosophorum graecorum I σ. 237-240 και 241-5 και_H Diels,_ Die Fragmente der Vorsokratiker I σ. 11-17-21].
199) [Περί των αποσπασμάτων του Ξενοφάνους βλ. ανωτέρω σημ. 108].
200) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Ηρακλείτου (του Περί φύσεως και των πιθανώς νόθων επιστολών) αρίστη η υπό Ingram Bywater Heracliti Ephesii Reliquiae Oxonii, 1877, νεωτάτη δε η του H. Diels Heraclit von Ephesus, Berlin, β' έκδ. 1909 (μετά γερμαν. μεταφράσεως). — Παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 310- 329, και H. Diels Fr. d. Vors. I, 58 — Νεωτάτη μελέτη υπό Wellmann εν τη Pauly-Wissowa R. Ε. τόμ. 8 (1912) στ. 504- 508].
201) [Περί των αποσπασμάτων του Παρμενίδου βλ. ανωτέρω σημ. 108].
202) [Εκδόσεις. Τα του Μελίσσου αποσπασμάτια παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 261-5, τα δε του Ζήνωνος σ. 269-70].
203) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Αναξαγόρου παρά Mullach Fr. Ph. Gr. I σ. 243-51 και H. Diels Fr. d. Vors. I σ. 293-323].
204) [Η ανωτέρω απολογία των σοφιστών στηρίζεται εις την λαμπράν αυτών υπεράσπισιν υπό του G. Grote, του εξόχου Άγγλου ιστοριογράφου της αρχαίας Ελλάδος [1794-1871]. Αλλά και των Άγγλων πολλοί (πρβλ. H. Jackson εν En. Br, τόμ. 25 (1911) σ. 418-424) διαφωνούσι προς τον Grote κυρίως εις τούτο, ότι οι σοφισταί, οι πρώτοι πομπωδώς επαγγελλόμενοι να διδάξωσιν ανώτερα μαθήματα, αποκρούσαντες την φιλοσοφίαν, έτρεψαν την προσοχήν μάλλον εις την μορφήν παρά την ουσίαν των λόγων και των διδαγμάτων, και ότι διά τούτο το όνομα σοφιστής κατεκρίνετο και προ του Πλάτωνος. Πρέπει δε να ενθυμώμεθα ότι και αι αρεταί και αι ελείψες αυτών ήσαν ατομικαί — δεν υπήρχε σχολή σοφιστών — κοινόν δε γνώισμα είχον την διαφήμισιν της ιδίας ικανότητος και σοφίας].
205) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα των Επιδημιών και της Χίου Κτίσεως του Ίωνος παρά C. Müller Fragmenta Historicorum Graecorum II σ. 44-51. Τα ελεγεία και τα μέλη παρά Bergk P. L. Gr. II 251-7 και Hiller-Crusius 125-8. — Τα αποσπάσματα των τραγωδιών παρά Α. Nauck. Tragicorum Graecorum Fragmenta σ. 729-732].
206) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Στησιμβρότου παρά C. Müller, F. H. Gr. II 52-58. Βλ. Wilamowitz-Möllendorff εν Hermes 12,361].
207) [Εκδόσεις νέαι της Αθηναίων πολιτείας υπό A. Kirchoff Berollini, γ' έκδ. 1889 και ιδίως υπό *E. Kalinka μετά εισαγωγής, γερμαν. μεταφράσεως και σημειώσεων (Teubner) 1913. — Ανετυπώθη και εν Αθήναις κατά την έκδοσιν L. Dindorf-Fr. Ruehl χάριν του Αρχαιολογικού Φροντιστηρίου].
208) [Εκδόσεις. Τα πεζά αποσπάσματα του Κριτίου παρά _C. Müller_ F.H. Gr. II, 68-71. — Τα ελεγεία παρά Bergk, P. L. Gr. σ 279-284 και Hiller-Crusius σ. 134-6. — Τα δε τραγικά (ών μέγιστον το απόσπ. του Σισύφου) παρά A. Nauck T. G. F. σ. 770-5.].
209) [Ο χαριέστατος έπαινος του Σωκράτους υπό του Αλκιβιάδου εν Πλάτωνος Συμποσίω, σ. 215-222].
210) Αριστοφάνους Ιππής 1329, Αχαρνής 637.
211) Η ελληνική λέξις εραστής είναι ζωηρωτέρα και δροσερωτέρα της αγγλικής lover.
212) Περικλής παρά Θουκυδίδη Β' 63. Ισχυρότερον ο Κλέων εν Γ' 37, ο Εύφημος Στ', 85 πρβ. Α' 124, Ε' 989.
213) Η κατά του Θουκυδίδου δίκη κα?? εκτίθεται υπό του Grote (VI, 191·), αλλ' ούτος παραδέχεται το ιστόρημα του Μαρκελλίνου ότι κατήγορος ήτο ο Κλέων.
214) [Εις τον Κράτιππον αμέσως ή εμμέσως αποδίδουσί τινες τα υπό των πλείστων εις τον Θεόπομπον αποδιδόμενα νέα αποσπάσματα, άπερ εκ παπύρων της Οξυρύγχου εξέδωκαν τω 1909 ο Grenfell και Hunt υπό την επιγραφήν Hellenica Oxyrhynchia].
215) [Και ο Πλούταρχος Κίμ. 4· «μνήμα . . δείκνυται»]
216) [Rudolph Hirzel εν Ερμή XIII (1878) σ. 16-49].
217) Αριστοτέλους Ρητορικής 1365 α 31, 1411 α I. Πλουτάρχου Περικλής 28.
218) Wilamowitz-Möllendorff εν Ερμή XII 465 Την γνώμην ταύτην ευλόγως αντέκρουσεν ο Weil εν Journal des Savants 1902 σ. 96].
219) [Η κριτική του κειμένου του Θουκυδίδου, η στηριζομένη κυρίως επί επτά χειρογράφων του ι'-ιγ' αιώνος, κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας επλουτίσθη δι' αιγυπτιακών παπύρων και μεμβρανών, άς εσχάτως συνέλεξε Fr. Fischer. Thucydides reliquiae in papyris et membranis Ægyptiacis servatae (Teubner) 1913].
220) [Την μετά των Αργείων συμμαχίαν των Αθηναίων, ήν εξέδωκεν ο Κουμανούδης· βλ. C. I. A. τόμ. VI σ. 14 και 15 και πρβ. Θουκυδ. Ε' 47].
221) Ο Müller Strübling, εννοείται, θεωρεί το χωρίον ως παρέμβλημα. Ο Θουκυδίδης μετεχειρίζετο το δεκαδικόν σύστημα των αριθμών, ουχί το των αττικών επιγραφών.
222) [Ε', 26,3 «και τοις από χρησμών τι ισχυρισμένοις μόνον δη τούτο εχυρώς ξυμβάν].
223) [Ο γάλλος ούτος ιστοριογράφος, (1445-1511), όστις επωνομάσθη πατήρ της νεωτέρας Ιστορίας, επαινείται, προ πάντων υπό του Saint Beuve, διά την οξύτητα μεθ' ής ερμηνεύει τα ελατήρια των πράξεων των συγχρόνων του, ιδίως της Αυλής, και διαγράφει τους χαρακτήρας των προσώπων εντός των Απομνημονευμάτων αυτού, (Memoires»), ών νέα έκδοσις υπό de Mandrot, 1901].
224) [Τολμηροτάτη αλλά και ατυχεστάτη κατά του Θουκιδίδου επίκρισις είναι η του F. M. Cornford Thucydides mythistoricus, 1907, όστις εζήτησε ν' αποδείξη ότι η συγγραφή είναι απλή δραματοποιία, η «ιστορική τραγωδία» των γεγονότων].
225) [Ο τρόπος, καθ' όν καταλήγει η συγγραφή σχεδόν εν μέσω φράσεως — και αφικόμενος πρώτον εις Έφεσον (ο Τισσαφέρνης) θυσίαν εποιήσατο τη Αρτέμιδι — εμφαίνει ότι ο θάνατος υπήρξεν απρόοπτος, καθιστά δε πιθανήν την παράδοσιν (Πλουτάρχου Κίμ. 4) ήν απορρίπτει ο Μαρκελλίνος, ότι ο Θουκυδίδης εφονεύθη εν Σκαπτή ύλη, ως φαίνεται όχι μετά τα 399].
226) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Θουκυδίδου εν τη Biblioth, Oxon. υπό H. Steuart εις 2 τόμ., 1900-1 και εν τη Biblioth. Teubner υπό Car. Hude, edit. major εις 2 τόμ. 1901, edit. minor εις 2 τόμ. 1903. — Τα παλαιά σχόλια εν τέλει της παρισιανής εκδόσεως του F. Haase Didot) 1869. — Άλλα σχόλια εκ χφ. της Πάτμου εδημοσίευσεν ο Ι. Σακελλίων εν Revue de Philologie I (1877), σ. 182-8. — Άλλα παλαιά σχόλια του β' μ Χ. αιώνος εις το Β' βιβλίον εκ παπύρων εδημοσίευσαν ο Grenfell and Hunt. Oxyrhynchus Papyri VI (1908) σ. 107-149. — Εκδόσεις μετά ελλην. σημειώσεων υπό Α. Πανταζή Μισίου εις 4 τεύχη, εν Αθ. 1882-98. Των τριών πρώτων βιβλίων υπό Γ. Δ. Ζηκίδου εν Αθ. 1892-1902. — Του Α' βιβλίου υπό Γαβριήλ Σοφοκλέους εν Αθ. 1902, και υπό Κ. Κοσμά Αθ. 1915-Μετά σχολίων υπό Γ. Μιστριώτου, εις 8 τόμ. εν Αθ. 1902-07. — Χωριστά Σχόλια εις τας δημηγορίας του Θουκυδίδου υπό Γρ. Ν. Βερναρδάκη εν Αθ. β' έκδ. 1885. — Μετά γαλλ. σχολίων κριτικών και ερμηνευτικών τα δύο πρώτα βιβλία υπό Alfred Croiset, Paris, 1886. — Μετά γερμαν. σχολίων την δόκιμον έκδοσιν του J. Classen επεξειργάσθη ο J. Steup (παρά Weidmann) κατά τεύχη (1912). — Την του Got. Böhme ο Widmann (παρά Teubner) εις 9 τεύχη (1908). — Παλαιότεραι η του Ρορρο Stahl 1875-83 και η του Krüger και Pökel, 1885 — Μετά λατιν. σχολίων H. van Herwerden εις 5 τόμ. Trajecti ad Rhenum 1877-82].
227) [Οι αρχαίοι υποκριταί εφόρουν ενδύματα διάφορα των του χορού και πολυτελέστερα και πολυχρωμότερα των του καθημερινού βίου. Και το σώμα των υποκριτών εμεγεθύνετο ποικιλοτρόπως και εγίνετο υψηλοτέρον διά υψηλών κοθόρνων, το δε πρόσωπον εκαλύπτετο διά φοβερών προσωπείων, εχόντων μεγάλους οφθαλμούς και ανοικτόν στόμα. Τας γυναίκας υπεκρίνοντο άνδρες και μόνον κατά τους ρωμαϊκούς και ίσως τους Πτολεμαϊκούς χρόνους αναφέρονται, σκηνικαί γυναίκες. Καθόλου κατά τους ενδόξους χρόνους του Αττικού θεάτρου ουδεμία κατεβάλλετο προσπάθεια όπως οι τραγικοί υποκριταί φανώσιν, όπως θέλομεν ημείς, πρόσωπα φυσικά, αλλά μάλλον υπερφυσικά όπως ήτο η όλη τάσις του Αισχύλου, ο οποίος κατά την παράδοσιν είχεν εξεύρει την της στολής ευπρέπειαν και σεμνότητα].
228) Γνωστοτάτη εξαίρεσις είναι ο *Ανθεύς (όχι το *Άνθος) του Αγάθωνος [Εν ώ πάντα τα πρόσωπα είχον επινοηθή υπό του ποιητού]. Ο Αγάθων κατέλιπε τας Αθήνας περί τα 407 π Χ. τεσσαρακοντούτης, κατέχων ήδη θέσιν υποδεστέραν μόνον της του Σοφοκλέους και του Ευριπίδου, αλλά πλην της πρωτοτυπίας του και του Σωκρατικού ή Πλατωνικού πνεύματός του είχε μόνιμον επίδρασιν εις το δράμα. Ο Αριστοφάνης πικρώς επετέθη κατ' αυτού εν ταις Θεσμοφοριαζούσαις όπερ μαρτυρεί περί των εν τη τέχνη καινοτομιών αυτού.
229)[Η συμμετοχή του χορού εις την αρχαίαν τραγωδίαν από τινων ετών εμελετήθη βαθύτερον. Βεβαίως την παρουσίαν αυτού επέβαλλεν όχι τόσον ο μύθος του δράματος, όσον η κατά παράδοσιν τελετή της Διονυσιακής εορτής. Ομολογουμένως δε τα στάσιμα μη προάγοντα την δράσιν της τραγωδίας, πολλάκις χαλαρώνουσι το διαφέρον των θεατών. Αλλά διά της μουσικής συνετέλουν τα άσματα του χορού εις την αισθητικήν εντύπωσιν του συνόλου, δηλαδή είτε εις την μετάδοοιν του ελέου ή του φόβου είτε εις τον καλλιτεχνικόν κατευνασμόν των αισθημάτων τούτων· ούτω διά του πρώτου στασίμου της εν Ταύροις Ιφιγενείας ο χορός των Θεραπαινίδων επιτείνει τον φόβον της ηρωίδος, αλλά την φοβερωτάτην σκηνήν της Μηδείας διακόπτει χορικόν μάλλον ήρεμον (στ. 1081-1115). Ποιητικώς δε τα χορικά ηδύναντο να εξάρωσι τον ακροατήν από των περιπετειών της υποθέσεως εις γενικώτερα προβλήματα του ανθρωπίνου βίου π. χ. από του έρωτος του Αίμονος εις την αιωνίαν ισχύν του θεού τούτου. Οσάκις δε τον χορόν απετέλουν όντα υπερφυσικά, Ωκεανίδες, Ευμενίδες, Βάκχαι, ο αρχαίος θεατής ησθάνετο ότι ευρίσκετο εντός άλλου περιβάλλοντος υπό διάφορον φως. Τοιουτοτρόπως οι μεγάλοι τραγικοί κατώρθωσαν να χρησιμοποιώσι δεξιώς τον χορόν, πόσον δ' εμελέτησαν το θέμα, μαρτυρεί το γεγονός, ότι ο Σοφοκλής έγραψε κατά τον Σουΐδαν πεζήν περί χορού πραγματείαν. Αλλά περί των χορών του Ευριπίδου παρατηρεί ο Αριστοτέλης ότι δεν ήσαν «μόρια του όλου» όπως οι του Σοφοκλέους. Από δε του Αγάθωνος ήρχισαν οι λοιποί να άδωσιν «εμβόλιμα» χορικά, δηλαδή ξένα προς τον μύθον].
230) Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρει τον Θέσπιν και ο ψευδοπλατωνικός διάλογος Μίνως (321 Α) λέγει ρητώς ότι η τραγωδία δεν αρχίζει «ως οίονται από Θέσπιδος ουδ' από Φρυνίχου» αλλ' ήτο πολύ παλαιοτέρα.
231) [Περιμάχητον κατά τα τελευταία έτη είναι το ζήτημα της σκηνής του πέμπτου π. Χ. αιώνος, ήτοι της ακμής του ελληνικού θεάτρου. Η πρώτη σημασία της λέξεως ήτο βεβαίως η του υποστέγου όπου ενεδύετο ο υποκριτής αλλ' έπειτα εσήμαινεν όλον το εστεγασμένον οικοδόμημα· (Δηλία επιγραφή του 279 π. Χ. λέγει «της σκηνής το τέγος . . . το λογείον της σκηνής») ή μόνον το λογείον, εφ' ού τότε εδίδασκον οι υποκριταί, αλλ' εσήμαινε και μόνην την όπισθεν σκηνογραφίαν, οι δε μεταγενέστεροι γραμματικοί έγραφον «εις πέντε σκηνάς διαιρεί το δράμα_». Αλλ' επειδή τα παλαιότατα λείψανα σκηνής (ελληνικά θέατρα ανεσκάφησαν πολλά και εν Ελλάδι και εν Σικελία και εν Μ. Ασία) ανάγονται μόνον εις τον τέταρτον π. Χ. αιώνα, του δ' εν Αθήναις Διονυσιακού θεάτρου η σκηνή καθ' όλον τον πέμπτον αιώνα ήτο ξυλίνη, απομένει μεγάλη περί του σχήματος και της χρήσεως της σκηνής, εκείνης αμφιβολία. Επί Αυγούστου ο Βιτρούβιος (V, 7) μαρτυρεί ρητώς ότι το επί της σκηνής λογείον του Ελληνικού θεάτρου, «εφ' ού διδάσκουσιν οι τραγικοί κωμικοί υποκριταί» είχεν ύψος ουχί μικρότερον δέκα ποδών, non plus duodecim από της ορχήστρας, «_όπου ήσαν οι θυμελικοί». (Το ύψος τούτο ήτο αναγκαίον, όπως βλέπωσι τους υποκριτάς οι επί των ανωτέρων κερκίδων καθήμενοι θεαταί). Αλλ' ο Dörpfeld εξερευνήσας τα σωζόμενα ερείπια, φρονεί ότι η μαρτυρία του Βιτρουβίου αναφέρεται εις τα μεταγενέστερα Ελληνικά θέατρα, ενώ κατά τους ενδόξους χρόνους οι υποκριταί, εξερχόμενοι της σκηνής, εδίδασκον εν τη ορχήστρα, όπου δηλαδή ίστατο και ο χορός, επί δε της σκηνής παρίστατο μόνον η σκηνογραφία. Αλλά την τολμηράν ταύτην θεωρίαν προσκρούουσαν και εις πολλά χωρία προ πάντων του Αριστοφάνους, απορρίπτουσι πολλοί, εν οίς και A. E. Haigh, The attic Theater, Oxford, 1907].
232) Βλ. Wilamowitz-Moellendorf τόμ. I σ. 88.
233)[Αλλ' υπάρχει και άλλη ερμηνεία, πιθανοτέρα, ότι υποκριτής σημαίνει ερμηνεύς, υποφήτης του τραγικού ποιητού (έχων προς αυτόν οίαν σχέσιν ο ραψωδός προς τον επικόν)· ωνομάσθη δε ούτω αφ' ότου ο ποιητής έπαυσε να διδάσκει αυτός τα δράματά του. Αριστοτέλους Ρήτορ. Γ' 1 σ. 1403 β' 23 «υπεκρίνοντο γαρ αυτοί τας τραγωδίας οι ποιηταί το πρώτον». Πρβ. Bywater εν τη εκδόσει της Αριστοτέλους Ποιητικής σελ. 136].
234) [Aριστοτέλους Αθην. Πολιτεία § 66 (ο άρχων) έπειτα χορηγούς τραγωδοίς καθίστησι τρεις εξ απάντων Αθηναίων τους πλουσιωτάτους· πρότερον δε και κωμωδοίς καθίστη πέντε, νυν δε τούτους αι φυλαί φέρουσιν].
235) [Τανωτέρω στηρίζονται εις την υπόθεσιν του Welcker (1826) ότι η τραγωδία προήλθεν εκ του σατυρικού δράματος, ού οι σάτυροι εφόρουν δέρματα τράγου, τούτο δε το δράμα εκ του διθυράμβου. Αλλ' η φράσις του Αριστοτέλους «εκ των εξαρχόντων τον διθύραμβον» ουδέν τοιούτον μεταβατικόν στάδιον υποσημαίνει. Την μαρτυρίαν του Αριστοτέλους ολοσχερώς απορρίπτων ο καθηγητής W. Ridgeway, The origin of Tragedy, Cambridge, 1910 θεωρεί ως αρχήν της τραγωδίας τους περί τους τάφους των ηρώων θρήνους, η Miss Harrison τας προς τον Δαίμονα Ενιαυτόν τελετάς κτλ. Τελευταίος ο καθηγητής R. Flickinger, The Greek Theater and its drama, Chicago, 1918 σ. 15 επανερχόμενος εις την μαρτυρίαν ότι «τοις αγωνιζομένοις τράγος εδίδοτο» εικάζει ότι ο Κλεισθένης (590 π. Χ.) προέθηκε το έπαθλον τούτο, οι δε θεαταί γινώσκοντες τους εν Κορίνθω «σατυρικούς» χορούς διέκριναν τους εν Σικυώνι ως «τραγικούς»].
236) Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Φρυνίχου» παρά Nauck, Tragicorum Graecorum Fragmenta (Teubner) 1889 σ. 720-5-Τα του Χαριλάου σ. 719 του δε Πρατίνα σ. 726-8.
237) [Παρβ. Σχολιαστήν Αριστοφάνους Θεσμοφοριάζ. 135, Αισχύλου απόσπ. 59].
238) [Ο Αισχύλος ουδέν τοιούτο λέγει].
239) [O Bergk υπώπτευεν ως διεσκευασμένον υπό μεταγενεστέρου το τέλος των Επτά από των κομμών της Αντιγόνης και της Ισμήνης (στ. 961 κεξ.) ο δε Wilamowitz από του επεισοδίου του Κήρυκος (στ. 1005 κεξ.). Άλλοι όμως, ως ο Paul Girard (εν Revue de Philologie XΧ (1896) σ. 8) και ο Max Wundt εν Philologus LXV (1906) σ. 357) υποστηρίζουσι την γνησιότητα του κειμένου].
240) [Ούτως οι Σχολιασταί και οι νεώτεροι, (Wilamowitz). Αλλά φυσικωτέρα μέχρις εσχάτων εθεωρείτο η σειρά Πυρφόρος, Δεσμώτης, Λυόμενος].
241) [Ο συγγραφεύς παραθέτει μετάφρασιν έμμετρον όλων των στίχων 855-9 Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Αισχύλου εν τη Biblioth. Teubner H. Weil 1910, εν τη Biblioth. Oxon υπό A. Sidwick, 1900 νεωτά??υπό Ud. de Wilamowitz-Moellendorff, Berolini, apud Weidma?? 1914-Εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθ. Αισχύλου δράματα σωζόμενα και απολω?? αποσπάσματα μετά εξηγητικών και κριτικών σημειώσεων τη συνεργασία Ζωμαρίδου υπό N. Wecklein Αθήνησι 1891-97, — Παλαιοτέρα ελλην. έκδοσις Αισχύλος παραφρασθείς σχολιασθείς τε και εκδοθείς υπό Νεοφ. Δούκα Αιγίνη, 1889. — Τραγωδίαι Αισχύλου εκδιδόμεναι μετά σχολίων υπό Γ. Μυστριώτου Προμηθεύς εν Αθήναις 1902 — Τα αρχαία σχόλια εν τω γ' τόμ. εκδόσεως G. Dindorf, Οxonii, 1851 — Π. Παπαγεωργίου Κριτικά και περιγραφικά εις τα παλαιά Αισχύλου σχόλια Teubner 1887. — Scholia in Aisch. Persas edidit O. Dahnhardt, Teubner 1894. — Lexicon Æschyleum ?? G. Dindorfius Teubner, 1876. — Τα μέτρα των χορικών Æschyli Ca?? edidit O. Schroeder, Teubner, 1907. — Τα αποσπάσματα των άλλων δι?? των Nauck, Tragicorum Graecorum fragmenta, Teubner, 1889 σ.1?]
242) [Αλλά βλ. ανωτέρω (σημ. 162) την κρίσιν του συγγραφέως του Περί ύψους].
243) [Ο. I. Λ. αρ, 237 τόμ. I σ. 125].
244) [Πώς αν τις αίσθοιτο εαυτού προκόπτοντος επ' αρετή 7. Παρά Βερναρδάκη τόμ. Α' σ. 191 φέρεται «διαπεπαιχώς» και της αυτού, ήτοι του Αισχύλου, αλλ' ο συγγραφεύς ερμηνεύει της αυτού, ήτοι του Σοφοκλέους].
245) Πρώτος ο σύγχρονος του Σοφοκλέους Αρίσταρχος ο Τεγεάτης κατά Σουίδαν «εις το νυν αυτών μήκος τα δράματα κατέστησεν».
246) [Την Σοφόκλειον Ηλέκτραν επικρίνει και ο Δ. Βερναρδάκης εν τοις Προλεγομένοις των Φοινισσών σ. πα'-πε', αλλ' υπερασπίζει το δράμα εκτενέστατα ο Π. Παπαγεωργίου εν τοις Προλεγομένοις της εκδόσεως αυτού. Η συζήτησις αρξαμένη κυρίως από του Σλέγελ (1808) περιστρέφεται περί το ζήτημα, τις των τριών τραγικών επραγματεύθη δεξιώτερον το φοβερόν θέμα της μητροκτονίας, εννοείται δ' ότι αι γνώμαι και τα επιχειρήματα ποικίλλουσι μεγάλως].
247) [Σήμερον έχομεν περισσότερα λείψανα της Σοφοκλείου τέχνης. Διότι ανεκαλύφθησαν επί παπύρων πολλοί στίχοι του &Ευρυπύλου& (εξ ών αναγινώσκονται δεκάδες τινές) και 24 στίχοι του Αχαιών συλλόγου (περιέχοντες διάλογον Οδυσσέως και Αχιλλέως) και, το σπουδαιότατον, 400 περίπου στίχοι των Ιχνευτών, ήτοι σχεδόν το ήμισυ του σατυρικού τούτου δράματος. Επειδή δε προτού σατυρικών είχομεν μόνον τον Κύκλωπα του Ευριπίδου, κατανοούμεν ήδη κάλλιον τι ήτο το είδος τούτο του δράματος. Ότι δηλαδή σατυρικά ωνομάζοντο, διότι είχον χορόν Σατύρων, ών εξήρχε Σειληνός, είχον δε πάντα παλαιάν αγροίκον ευθυμίαν. Οι Ιχνευταί υπόθεσιν έχουσι την εκ του εις Ερμήν Ομηρικού ύμνου γνωστήν κλοπήν των βοών του Απόλλωνος. Ο θεός επιφαινόμενος τάσσει αμοιβήν εις όν τινα εύρη τον κλέπτην και τα κλοπιμαία. Ο χορός των Σατύρων διαιρούμενος εις δύο ημιχόρια, αναζητεί τα ίχνη, εξιχνεύει τας βους (όθεν και το όνομα Ιχνευταί) και μετά την διήγησιν της νύμφης Κυλλήνης, ότι εγεννήθη νέος ευφυέστατος θεός, όστις ανεκάλυψεν ήδη νέαν λύραν, συνάγει ότι «ουκ άλλος εστίν κλοπεύς | αντ' εκείνου». Το τέλος λείπει, αλλ' η λύσις ήτο πιθανώς, ότι ο παις χαρίζων την χελώνην, κατεπράυνε τον Απόλλωνα. Τα νέα αποσπάσματα του Σοφοκλέους συνήχθησαν (εν τη σειρά των Kleine Texte Lietzmann) υπό Ernest, Diehl, Supplementum Sophocleum, Bonn 1913, περιέχονται και εις τα (εν τη Biblioth. Oxon.) Athur Hunt, Tragicorum Graecorum Fragmenta Papyricea. Ειδικαί δ' εκδόσεις των Ιχνευτών υπό C. Robert μετά γερμαν. μετάφρ. Berlin, 1913 και Wilamowitz Moellendorff, Teubner 1913, και N. Terzaghi ιταλιστί Firenze 1913].
248) [Η επίκρισις αύτη φαίνεται λίαν αυστηρά. Οι παλαιοί Έλληνες και τους μάντεις εννοούσαν ανθρώπους και μάλιστα Έλληνας, δηλαδή έχοντας το αιώνιον ελληνικόν φιλότιμον. Οι άγιοι άνθρωποι εφάνησαν πολύ μετά τον Σοφοκλή].
249 [Εκδόσεις νέαι του κειμένου των τραγωδιών του Σοφοκλέους εν τη Biblioth. Teubner. υπό G. Dindorf επιμελεία S. Mekler και εν τη Loeb Classical Library υπό F. Storr εις 2 τόμ. 1919 μετ' αγγλ. μετάφρ. Των δε αρχαίων σχολίων Π. Παπαγεωργίου Scholia in Sophoclis TraGoedias vetera, Teubner, 1888. — Μετά σχολίων ελληνικών, πλην των πολλών σχολικών εκδόσεων, Γ. Μυστριώτου, Τραγωδίαι Σοφοκλέους εις 7 τόμους, και Εισαγωγαί εις τας τραγωδίας του Σοφοκλέους, Αθ. 1904. — Κάλλιστα έργα εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθήκη, Δ. Σιμιτέλου Σοφοκλέους τραγωδίαι τόμ Α' Αντιγόνη. Αθ. 1887 και Πέτρου Παπαγεωργίου, Σ. δράματα τόμ. Α' Ηλέκτρα εν Αθ. 1910. — Μετ' αγγλικών σχολίων αρίστη η ανατυπουμένη R. C. Jebb. Sophocles, the plays and fragments, with critical notes. Cambridge, εις 7 τόμ. Των δε αποσπασμάτων The Fragments of Sophocles by A. C. Pearson εις 3 τόμ. Cambridge 1917. — Μετά γερμανικών η ανατυπουμένη Schneidewin- Nauck, Berlin, Weidmann εις 7 τόμ. — Ειδικόν λεξικόν, Lexicon Sophocleum composite Frid Ellendt, curavit Hermannus Genthe, Berolini, 1872. — Τα παλαιά αποσπάσματα του Σοφοκλέους παρά Nauck. Fr, Tr. Gr. σ. 129-360. Τα νέα βλ. ανωτ. σ. 244].
250) [Εις τα τέως περί Ευριπίδου γνωστά πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. IX σ. 124 αρ. 1176) προσέθηκεν εξ έργου του περιπατητικού Σατύρου — όπερ φαίνεται ότι ήτο η πηγή των σωζομένων βίων των τραγικών — νέας τινας ειδήσεις· ήτοι α') ότι ο Ευριπίδης κατηγορήθη υπό του Κλέωνος επί ασεβεία β) ότι έφυγεν εξ Αθηνών, ωργισμένος κατά των αντιτέχνων ποιητών και γ') ότι αυτός είχε ποιήσει το προοίμιον των Περσών του Τιμοθέου. Το απόσπασμα έχει μορφήν διαλόγου και φαίνεται ότι το έργον ήτο προωρισμένον προς χρήσιν των πολλών]
251) Το πέμπτον έθλον εδόθη μετά τον θάνατόν του.
252) [Περί του βίου και των έργων του Ευριπίδου έγραψε νεώτερον ωραίον βιβλίον ο συγγραφεύς του προκειμένου έργου Gilbert Murray Euripides and his age, εξαίρετον δε άρθρον ο Dietrich εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. VI (1907) στ. 1241-81].
253) Παρομοία σκηνή υπήρχεν εν τη *Μελανίππη, όπου, η ηρωίνη πρόκειται να απολογηθή υπέρ των δύο νόθων τέκνων της λέγουσα το παν εκτός της αληθείας.
254)[Πρβ. Αντιόπης, απόσπ. 19 Φευ, φευ, το δούλον ως απανταχή γένος | προς την ελάσσω μοίραν ώρισεν θεός].
255)[A. W. Verrall, Euripides the rationalist, a study in the history of art and religion, Cambridge, 1895. O Verrall έγραψε και αξιόλογα Essays on four plays of Euripides, Cambridge 1905 (Ανδρ. Ελ. Ηρ. Μ. Ορ.) και The Bacchants of Euripides and other Essays, 1910]
256) [Την γνησιότητα του Ρήσου αμφισβητούσιν από του Valckenaer οι πλείστοι. O Wilamowitz (Heracles I, 41) θεωρεί αυτόν ως έργον του τετάρτου αιώνος, άλλοι δε των Πτολεμαϊκών χρόνων. Βλέπε ανωτ. σ. 241].
257) Δεν έχουσιν από μηχανής θεόν η Άλκηστις (438) ο Κύκλωψ, η Μήδεια (431) οι Ηρακλείδαι (427) και η Εκάβη (427)· επίσης δ' αι Τρωάδες (415) και οι Φοίνισσαι (410). Θεόν απλώς προφητεύοντα έχουσιν η Ανδρομάχη (424) αι Ικέτιδες, ο Ίων και η Ηλέκτρα (413). Θεόν επιφέροντα περιπέτειαν η εν Ταύροις Ιφιγένεια (413) η Ελένη και ο Ορέστης(408). Και η εν Αυλίδι Ιφιγένεια και αι Βάκχαι ανήκουσι μάλλον εις την τάξιν ταύτην.
258) [Πλούταρχος εν βίω Κράσσου, 33].
259) [Το χορικόν εσώθη υπό του Πορφυρίου, περί αποχής Δ' 19].
260) Νέα εκ παπύρων αξιόλογα ευρήματα προσετέθησαν εις τα τέως εκ των συγγραφέων γνωστά αποσπάσματα του Ευριπίδου. Των Κρητών ανευρέθησαν νέοι 52 στίχοι, ένθα η Πασιφάη ζωηρώς απολογείται προς τον Μίνωα και τον χορόν διά τον θεήλατον έρωτά της προς τον ταύρον. Μακρά είναι τα αποσπάσματα της Αντιόπης (ήτις εδιδάχθη περί τα 410 π. Χ.) περιλαμβάνοντα την φιλονικίαν του Ζήθου και του Αμφίονος περί του αρίστου τρόπου του βίου. Επίσης ευρέθησαν πολλοί στίχοι Μελανίππης της σοφής και Μελανίππης της δεσμώτιδος, του Οινέως και του Πειρίθου (αποδιδομένου και εις τον Κριτίαν, τον ποιητήν και τύραννον) της Σθενεβοίας, (ήτις εδιδάχθη προ του 423], ήτοι μακρά ρήσις του Βελλεροφόντου. Μακρότατα δε είναι ταποσπάσματα της Υψιπύλης περιλαμβάνοντα ωραία χορικά και στιχομυθίαν του μάντεως Αμφιαράου προς την ηρωίδα, ής το τέκνον Οφέλτην εφόνευσε δράκων. Επίσης σπουδαία είναι και τανευρεθέντα μέρη του Φαέθοντος (όστις εδιδάχθη προ του 425) ιδίως τα θαυμάσια χορικά. — Τα νέα αποσπάσματα του Ευριπίδου περιλαμβάνονται, εις τα A. S. Hunt, Tragicorum Fragmenta Papyricea, Oxoni, 1912 και πληρέστερον H. v. Amim Supplementum Euripideum Bonn, 1913 εν τη σειρά Κleine Text, (αρ. 11).
261) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Ευριπίδου εν τη Biblioth. Oxon. υπό του συγγραφέως του προκειμένου βιβλίου Gilbert Murray, Euripides Fabulae, 1901 μετά σημειωμ. διαφ. γραφών εις 3 τόμ., εν δε τη Bibl. Teubner υπό Aug. Nauck εις 3 τόμ. ανατυπουμένους. Ο γ' τόμος (1912) περιέχει τα Fragmenta — Εν τη σειρά Kleine Texte (αρ. 89) η Μήδ. μετά των αρχ. σχολίων υπό E. Diehl., 1911 — Τα δε αρχαία σχόλια εξέδωκεν ο Gul. Dindorfius εις 4 τόμ. Oxonii, 1863 και E. Schwartz Berolini, εις 2 τόμ. 1887 και 1891. — Μετά σχολίων ελλην. Γ. Μιστριώτου. Τραγωδίαι Ευριπ. Μήδ. (έκδ. β') 1902, Ιφ. Αυλ. 1916 — Γ. Σακορράφου, Μήδ. εν Αθ, 1891. — Αρίστη έκδοσις η εν τη Ζωγραφ. Βιβλιοθ. Δημ. Βερναρδάκη, Ευριπίδου Δράματα, τόμ. Α' (Φοίν.) 1888. Β' (Εκ. Ιππ. Μήδ.) 1894. Γ' (Ιφ. Αυλ. Ιφ Ταυρ. Ηλ. Αλκ.) 1903. — Μετά γαλλ. σχολίων H. Weil Sept. Tragédies d' Euripide (Ιππ. Μήδ. Εκ. Ιφ. Αυλ. Ιφ. Ταύρ. Ηλ. Ορ.) Paris γ' έκδ. 1899-1907 — Μετά γερμαν. σχολίων υπό Prinz και Wecklein εις τομίδια ανατυπούμ. Ορ. 1906, Κύκλ. 1908. Αλκ. 1912, Ικ. 1912. κτλ. — Μνημειώδης έκδ. του Μαινομ. Ηρακλέους erklärt von V. v. Wilamowitz Moellendorff εις 2 τόμ. 1895 (β' έκδ.). — Τα μέτρα των χορικών Euripidis cantica digessit Otto Schroeder (Teubner) 1910. — Τα παλαιά 1192 αποσπ. του Ευριπίδου και παρά Nauck Tr. Gr. Fr. σελ. 363-716 (β' έκδ.) Περί των νέων των εκ παπύρων βλ. ανωτ. σ. 279.]
262) [Ο Canoni θεωρεί τον Επίχαρμον Σικελιώτην. Πρβ. το άριστον αυτού άρθρον εν Pauly-Wissowa R. E. τόμ. 6 (1907) στ. 34-41]
263) [Εν αποσπάσματι, όπερ διέσωσεν ο Αθήναιος Στ' 235 F]
264) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσματα του Επιχάρμου (επειδή ήτο φιλόσοφος) συνελέχθησαν εις τα G. Mullach Fragmenta Philosophorum Graecorum Didot 1860, σ. 131-147 και Diels, Vorsokratiker | σ. 87-101, και υπό G. Kaibel εις τα Roctarum Graecorum Fragmenta τόμ. VI (1889) σ. 1]
265) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων των κωμικών, παλαιοτέρα μεν η του Aug. Meineke και Fred, Bothe Poetarum Comicorum Graecorum Fragmenta (Didot) 1855, νεωτέρα δε και σπουδαιοτέρα Theod. Kock, Comicorum Atticorum Fragmenta (Teubner) εις τόμ. τρεις, 1880-88. Τα του Χιωνίδου παρά Μeineke σ. 1, και Kock 1, σ. 4. Μάγνητος παρά Meineke σ. 3 Kock σ. 7. Εκφαντίδου παρά Meineke σ. 4, Kock σ. 9].
266) Εάν τούτο υπονοή ο στίχος του Αριστοφάνους Βάτρ. 357. Βλ. Maass. Orpheus, σ. 106.
267) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Κρατίνου παρά Meineke σ. 6-74 και Kock Ι, σ. 11-130].
268) [ΤΙΜΟΘΕΟΣ ο Μιλήσιος, ο κατ' εξοχήν μουσικός των ενδόξων χρόνων (ζήσας από 450 μέχρι περίπου 360 π. Χ .) ο τότε φημιζόμενος όσον και οι μέγιστοι ποιηταί, κατέστη γνωριμώτερος εις ημάς από του 1902, ότε πάπυρος εκ της αρχαίας Βουσίριδος (σήμερον Abousir) της Αιγύπτου απεκάλυψεν ένα των νόμων αυτού ήτοι μονωδίαν (solo) τους Πέρσας. Ο πάπυρος γραφείς κατά τον δ' π. Χ. αιώνα είναι το αρχαιότατον των σωζομένων ελλην. χειρογράφων, και περιέχει περίπου 200 στίχους, αναφερομένους εις την εν Σαλαμίνι ναυμαχίαν. Εν αυτοίς περιγράφονται αι φωναί των μαχομένων, ιδίως ενός πνιγομένου Φρυγός, κατά τρόπον παράδοξον, μετέχοντα εποποιίας, τραγωδίας και κωμωδίας· καταλήγει δε το ποίημα ως ύμνος προς τον Πύθιον Απόλλωνα, ζητών «ειρήναν, θάλλουσαν ευνομία». Πρώτη έκδοσις υπό Wilamowitz- Moellendorff, Timotheos die Persen, Leipzig, 1903. Γαλλ. μετάφρασις υπό Th. Reinach εν REGr. τόμ. XVI (1903) σ. 62. Νεωτέρα μελέτη του κειμένου B. Keil εν Hermes 1913, σ. 99-140].
269) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Φερεκράτους παρά Meineke σ. 82-122. Kock Ι σ. 145-209].
270) [Εκδόσεις των αποσπασμάτων του Ευπόλιδος παρά Meineke σ. 149-208. Kock Ι σ. 258-369]
271) [Εκδόσεις των αποσπ. του Φρυνίχου παρά Meineke σ. 208-221. Kock Ι 369-391 του δε Πλάτωνος παρά Meineke σ. 221-362. Kock Ι σ.601-667].
272) Η μουσική επίκρισις, η οποία είναι μακρά, περνά, εννοείται, άνωθεν των κεφαλών μας.
273) Ανάλογον εν Αγγλία θα ήτο εάν π.χ. ο αποθανών ποιητής κωμωδιών και παρωδιών Calverley, ο οποίος πολλήν είχε κριτικήν καλαισθησίαν, απέστελλε τον Διόνυσον ν' ανακαλέση τον Browning, αυτός δ' επί τέλους εξέλεγε τον Κeats.
274) [Πλουτάρχου Συγκρίσεως Αριστοφάνους και Μενάνδρου επιτομή (έκδ. Βερναρδάκη τόμ. Ε' σ. 203) Γ' 2 «Αριστοφάνης μεν ουν ούτε τοις πολλοίς αρεστός, ούτε τοις φρονίμοις ανεκτός»].
275) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Αριστοφάνους εν τη Biblioth. Oxon. υπό F. W. Hall και W. M. Geldart εις 2 τόμ. και εν τη Biblioth. Teubner. υπό Th. Bergk εις 2 τόμ. Α' 1907 Β' 1913. — Εν τη σειρά Kleine Texte οι Βάτραχοι μετά των αρχαίων σχολ. υπό W. Süss 1911. — Τα αρχαία σχόλια εξεδόθησαν υπό F. Dübner (Didot) 1843 και υπό Rutherford, (Macmillan) εις 3 τόμ. 1896-1905. — Μετ' αγγλ. σχολίων και εμμέτρου μεταφράσεως υπό B. Bickley Rogers εις 6 τόμ. London 1915. Σφήκ Νεφ 1916 — Μετά σχολίων λατιν. υπό Fred. H. M. Blaydes, Halis Saxonum εις 12 τόμ. 1880-93, και Spicilegium Aristophaneum, 1902, και υπό J. v. Leeuwen Lugd. Batav. εις 12 τόμ. μετά Προλεγομένων 1908 — Τα μέτρα των χορικών Cantica υπό Otto Schröder (Teubner) 1909 - Ταποσπάσματα των απολομένων κωμωδιών του Αριστοφάνους βλ. παρά Kock I. σ. 392 600].
276) Ακολουθώ κυρίως τα γλωσσικά τεκμήρια, όπως προκύπτουσιν εκ των πινάκων του C. Ritter. Α κυριώταται κατά της μεθόδου ταύτης αντιλογίαι είναι α') ότι αι απαριθμήσεις δεν είναι επαρκείς ουδέ βάσιμοι· β') δεν είναι γενικώς αποδεκτόν το μαρτυρούμενον υπό της παραδόσεως και άλλως αποδεικνυόμενον, ότι ο Πλάτων ανεθεώρει τους εκδεδομένους διαλόγους. Αλλ' απίθανον θεωρώ ότι θα μεταβληθώσι τα πορίσματα του Campbell, Dittenberger, Schanz, Comperz, Blass και Ritter.
277) [Περί της σχέσεως της Πλατωνικής Απολογίας προς την αληθώς υπό του Σωκράτους γινομένην εν τω δικαστηρίω αι γνώμαι των φιλολόγων είναι διαφορώταται. Εν τη τελευταία περί του θέματος μελέτη ο ημέτερος Π. Κ. Βιζουκίδης. (Η δίκη του Σωκράτους, εν Αθ. 1916), αντικρούων ευστόχως πάσας τας αμφισβητήσεις, υποστηρίζει ότι αύται «δεν δύνανται να θίξωσι το κύρος της Πλατωνικής Απολογίας σ. 30»].
278) [Η Ακαδήμεια κατά την παράδοσιν έκειτο εις την και σήμερον ονομαζομένην θέσιν Καθήμεια, ολίγω δυτικώτερον του Κολωνού παρά τον ναόν του αγίου Νικολάου της Κολοκυθούς, ήτοι προς τα δεξιά του τέρματος του υπ' αρ. 11 τροχιοδρόμου].
279) Περί των επιστολών φρονώ ότι εκάστη πρέπει να κριθή χωριστά· π.χ. η ΙΓ' φαίνεται γνησία, η δ' Ζ' είναι παλαιά περίληψις γνησίου υλικού. Η τάσις ν' απορρίπτωνται πάσαι αι αρχαίαι επιστολαί ως πλαστογραφίαι (βλέπε π.χ. τον πρόλογον του Hercher εις τους Έλληνας επιστολογράφους) είναι απλή άρνησις, προερχομένη εκ της παλαιάς περί των επιστολών της Φαλαρίδος φιλονικίας, [Νέα μελέτη R. Hackforth, The authorship of the Platonic Epistles, Manchester, 1913]
280) [Διογένης ο Λαέρτιος εν τω Γ' βιβλίω (όπερ όλον αναφέρεται εις τον βίον και την φιλοσοφίαν του Πλάτωνος) παρενείρει τα κατ' αυτού σκώμματα των κωμικών Αλέξιδος, Αναξανδρίδου και άλλων. Επιτάσσει δε καί τινα των εις τον φιλόσοφον αποδιδομένων επιγραμμάτων, ών άριστα τα ερωτικά. Έκδοσις C. G. Cobet (Didot) 1850].
281)[Περί της Πλατωνικής φιλοσοφίας νέον έργον το του Δανού H. Raeder Platons Philosoph. Entwickerelung (Teubner) 1905]
282) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Πλάτωνος εν τη Biblioth. Oxon. υπό Joan. Burnet εις 5 τόμ. μετά κριτικών σημειωμ. 1899-1907, εν δε τη Biblioth. Teubner, η του Car. Fr. Hermanni, εις 6 τόμ., ών τον α' και β' recognavit Martinus Wohlrab, 1908. Ο 6ος τόμ. περιέχων τας Επιστολάς, τους Όρους κλ. περιλαμβάνει (σ. 223-396) και τα ολίγα αρχαία σχόλια — Εσχάτως, Platon oevres complètes; tome I. texte établi et traduit par M. Croiset, Paris 1920. — Μετά ελλην. σχολίων Γοργίας εκδιδόντος και διορθούντος Α Κοραή. Εν Παρισίοις 1825. — Γ. Μιστριώτου Γοργίας (έκδ. β') εν Αθ. 1883. Πρωταγ. 1892. Φαίδων 1898. Χαρμίδης 1899. Μενέξ. 1899. Κρίτων (έκδ. β') 1910. Εν τη Ζωγραφείω βιβλιοθ. Πλάτων εξ ερμηνείας και διορθώσεως Σπυρ. Μωραΐτου Τόμ. Α' (εισαγωγή Απολογ. Κρίτ. Γοργ.), Αθήν. 1905. τόμ. Β' (Ευθύφ. Λάχης, Ιππ. Μείζ. Ιππ. Ελάτ. Ίων. Λύσ. Χαρμ. Πρωταγ. Ευθύδ.) 1908. τόμ. Γ' (Θεαίτ., Φίληβ., Μένων, Μενέξ.) 1913. — Μετά αγγλ. σχολίων Σοφιστής και Πολιτικός υπό Lewis Cambell Oxford 1867 και Θεαίτ. 1883 (β' έκδ.) Ιππ. μείζων υπό Smith, London 1894. Απολογ. Κρίτων υπό J. Adam Cambridge, 1888 και Ευθύφρ. 1895 και Πολιτεία εις 2 τόμ. 1902 και άνευ υπομν. εις 1 τόμ. — Απολογ. Κρίτων, Μένων υπό St. G. Stock, Oxford 1904 και Ίων 1909. — Ευθύδημος υπό E. H. Gifford, Oxford, 1905 — Φαίδων υπό John Burnet Oxford, 1911. — Μετά γερμαν. σχολίων παρά Teubner Λάχης υπό Chr. Cron (ε' έκδ.) 1891, Ευθύφ. υπό Μ. Wohlrab (δ' έκδ.) 1900. Φαίδων υπό Μ. Wohlrab(δ' έκδ.) 1908, Γοργίας υπό W. Nestle ε' έκδ.) 1909, Συμπόσιον υπό H. Schöne (ε' έκδ.) 1909, Πρωταγόρας υπό J. Deushcle και W. Nesle (στ' έκδ.) 1910. — Μετά λατιν. σχολίων υπό v. Herwerden, Quinque dialogi Platonici (Ευθ. Απολ Κρίτων, Φαίδων Πρωταγ. Lugduni Batav. 1906 Φαίδρ. υπό I.C. Vollgraff, 1912. Λεξικόν Mitchel Index Graecitatis Platonicae εις 2 τόμ. Oxon. 1832. — Νέον σπουδαίον έργον Platon von V. v. Wilamowitz Moellendorff, τόμ. A' Leben und Werke τόμ. B' Beillagen und Textkritik, Berlin 1920].
283) [Ο συγγραφεύς παρατηρεί ότι η έννοια είναι αμετάφραστος· γαλλιστί αναλογεί προς το beaux et bons, αγγλιστί δε «περιλαμβάνει το fine fellow και good man»].
284) Ότι ο Αινείας ήτο σύγχρονος του Ξενοφώντος και δη υπ' αυτού μνημονευόμενος (Ελληνικών Ζ' 3) Αινέας ο Στυμφάλιος είναι εικασία του Κασαυβώνος, ός εξέδωκε το κείμενον. Νεωτέρα έκδοσις της πραγματείας εν τη Biblioth. Teubner υπό Rich. Schöne 1911, και μετά λατινικών σχολίων υπό R. Hercher, Berolini 1870. Πρβλ. Schwartz εν Pauly — Wissowa R. E. τόμ. Ι (1894) στ. 1019-21.
285) [Εκδόσεις νέαι του κειμένου του Ξενοφώντος εν τη Biblioth. Oxon. υπό E. C. Marchant εις 5 τόμ. (I Ελλην. 1900. II Απομν. Οικονομ. Συμπ. Απολ. Σ. 1900. III Ανάβ. 1904. IV Κ. Παιδ.), εν δε τη Biblioth, Teubner. Ανάβ υπό G. Gemoll, 1909 Απομν. υπό Walther Gilbert 1911, Κ. Παιδ. υπό G. Gemoll, 1912, Scripta minora I υπό Th. Thalheim 1910 II (Λακεδ. Πολ. [Αθην. πολ] Πόροι, Ιππαρχ. Περί Ιππ. Κυνηγ.) υπό Fr. Ruchl 1912 — Μετά ελλην. σχολίων Κύρου Ανάβ. υπό Ε. Κ. Κοφινιώτου, Αθ. 1887 υπό Γ. Α. Παπαβασιλείου (β' έκδ.) 1890. υπό Γ. Ζηκίδου 1891. Εν τη Ζωγραφ. Βιβλιοθ. εκ διορθώσεως και ερμηνείας Ι. Πανταζίδου, 1908. — Ελληνικά υπό Γ. Μιστριώτου, εις 3 τόμ. 1908-10. — Μετ' αγγλ. σχολίων εν τη σειρά Pitt Press, Cambridge, Ανάβασις υπό A. Pretor Κ. Παιδεία βιβλ. Α' και Β' υπό Ε. S. Shuckburgh, Γ'-Η' υπό H. A. Holden 1903 Απομνημ. και Ελλην. υπό G. M. Edwards, Αγησίλ, υπό Η. Hailstone. — Οικον. υπό H. A. Holden (Macmillan) 1895 (ε' έκδ.). — Μετά γερμαν. σχολίων Απομν. υπό R. Mücke (Weidmann) 1889. Λακεδ. πολιτ. υπό G. Peirleoni (Weidmann) 1905. — Μετά λατιν. σχολίων τα Ελλην. υπό Cobet και L. Punt, Lugduni Batav. 1881, Ιππαρχ. υπό P. Gerocchi (Weidmann) 1901].
286) [Edmund Burke (1729-1767) μέγας Βρεττανός πολιτειολόγος].
287) Henry Grattan(1746-1820) ο δεινότατος των Ιρλανδών ρητόρων.
288) Υπάρχει πράγματι αμφιβολία περί της αποφυγής της χασμωδίας. Οι παλαιότατοι πάπυροι παρέχουσι κείμενα, δεχόμενα την χασμωδίαν. Π.χ. ο Επιτάφιος του Υπερείδου γέμει τοιούτων παραδειγμάτων, οι δε παλαιότατοι πάπυροι του Πλάτωνος έχουσι περισσοτέρας χασμωδίας παρά τα συνήθη χειρόγραφα. Τούτο άρα γε σημαίνει ότι οι γραμματικοί της Αλεξανδρείας εσκεμμένως απεσκοράκισαν αυτοί την χασμωδίαν ή ότι τα προ αυτών χειρόγραφα δεν ήσαν ακριβή. Η πρώτη ερμηνεία πρέπει να απορριφθή ως αδύνατος, αλλά και η δευτέρα παρέχει δυσκολίας.
289) [Περί της Αττικής ρητορικής αξιανάγνωστα γενικά έργα είναι αγγλιστί μεν R. C. Jebb, The Attic Orators from Antiphon to Isaeos (Macmillan) 2 τόμ. 1883 (β' έκδ.) γαλλιστί δε J. Girard, Études sur l' éloquence Attique Paris (β' έκδ.) 1884 και O. Navarre, Essai sur la Rhétorique Greque avant Aristotle, Paris 1900, και γερμανιστί F. Blass, die Attische Beredsamkeit (Τeubner) εις 3 τόμους (ο γ' εκ 2 μερών) 1887-98 (β' έκδ.) και το γενικώτερον E. Norden, Die antike Kunstiprosa εις 2 τόμ. (Teubner) 1898].
290) [Εκδόσεις του κειμένου του Αντιφώντος εν τη Biblioth Teubner υπό F. Blass, 1892 — Μετά λατιν. σημ. Herwerden, A. Orationes tres (κατά μητρ., περί του Ηρ., περί του χορευτού) Trajecti ed Rhenum, 1883. Ο Jules Nicole L. apologie d' Antiphon d' après des fragments inédits sur papyrus d' Egypte Geneve, 1907 εζήτησε ν' αποδείξη, ότι τα εκ παπύρων αποσπάσματα, άπερ εξέδωκε, περιέχουσι την πραγματικήν απολογίαν του ρήτορος την γενομένην κατά την αποτυχίαν του πραξικοπήματος του 411. Νεώτερα δ' εξ Οξυρύγχου αποσπάσματα (Oxyrh Papyri XI (1915)σ. 92-104 αρ. 1364 οι εκδόται αποδίδουσιν εις Αθηναίον Αντιφώντα, σύγχρονον του πολιτικού, τον Σοφιστήν και τερατοσκόπον (Ξενοφώντος Απομνημ. Λ' 6) περί ού ο Σουίδας εν α' άρθρω λέγει ότι εκαλείτο Λογομάγειρος και εν άλλω ότι «Περί κρίσεως ονείρων» έγραψεν. Γνωστότερα τούτων ήσαν ηθικά έργα του Αντιφώντος, το «Περί ομονοίας» όπερ επαινεί ο Φιλόστρατος (εν β Σοφιστών Α' 15) και το «Περί αληθείας»· εις ό ανήκουσιν τα ανευρεθέντα τεμάχια. Αλλά κρίνων ταύτα ο Alfred Croiset εν R. Et. Gr. XXX (1917) σ. 1-19 αποδίδει πάντα εις τον πολιτικόν Αντιφώντα, προβαίνει δε και εις αμφισβήτησιν της υπάρξεως ετέρου Αντιφώντος, φρονών ότι ο «σοφιστής και τερατοσκόπος» απεχωρίσθη ως άλλος υπό της φαντασίας των μεταγενεστέρων, καθώς ο Σενέκας ο τραγικός ως διάφορος δήθεν Σενέκα του φιλοσόφου].
291 (1) [Εκδόσεις Ανδοκίδου εν τη Biblioth. Teubner υπό Fr. Βlass (γ' έκδ) 1906 Αγγλ. ο Περί των μυστ. και Της καθόδου υπό Ε. C. Marchant, London «β' έκδ.) 1906. Ο Περί της προς Λακεδ. ειρήνης αμφισβητείται υπό του K. Sittl και άλλων, υπό πλείστων δε νοθεύεται Κατ' Αλκιβιάδου, ενώ στηλιτεύεται ο βίος του πολιτικού εκείνου και προτείνεται ο εξοστρακισμός αυτού].
292 (2) [Αν ο εν τω Φαίδρω αναγινωσκόμενος λόγος είναι πράγματι του Λυσίου αμφισβητήτως σφοδρώς. Το ζήτημα ανεκίνησε πάλιν ο d. Vahlen εν Πρακτικαίς της Πρωσσ. Ακαδημ. 1908 σ. 788-816, και ο προς αυτόν αντιδοξάζων Η. Weinstock de Erotico Lysiaco, 1912. — Και ο Επιτάφιος τοις Κορινθίων βοηθοίς, όν εξέδωκε μετά λατιν. σχολίων ο Μ. Erdmann (Teubner) 1881 και μετ' αγγλ. ο F. J. Snell (Clarendon) 1887, σήμερον υπό των πλείστων νοθεύεται, καίτοι ο Ζάκας (τόμ. Β' σ. 412-30 της εκδόσ.) διά μακρών υπερασπίζει την γνησιότητα].
293) Wilamowitz-Moellendorff, Aristoteles und Athen, ΙΙ 226.
294) [Εκδόσεις του Λυσίου εν μεν Biblioth. Teubner Th. Thalheim 1901 εν δε τη Biblioth. Oxon Car. Hude, 1912. — Μετά λατιν. σημειωμ. υπό Cobet Hartmann, Lugd. Batav, 1905. Μετά ελλην. σχολίων εν τη Ζωγραφ. Βιβλιοθ. Λυσίου λόγοι και αποσπάσματα, εκδιδόμ. υπό Α. I Ζάκκα τόμ. α' Αθήν. 1908 κα β' 1910. — Μετά γερμαν. σχολίων υπό R. Rauchenstein και K. Fuhr εκλεκτοί λόγοι ανατυπούνται παρά Weidmann — Holmes Index Lysiacus, Bonnae 1895].
295) [Εκδόσεις του Ισαίου εν τη Biblioth. Teubner υπό Th. Thalheim 1913 — μετ' αγγλ. δε σχολ. υπό W. Wyse, The Speeches of Isaeus, Cambridge 1904].
296) Παρά Διον. Αλικαρνασσεί, περί των αρχαίων ρητόρων 18 (σελ. 576 Reiske).
297) Ει και ο Ευθύδημος αποδεικνύεται πρώιμον έργον του Πλάτωνος, ο επίλογος είναι προδήλως χωριστός, περιέχων τεκμήρια μεταγενέστας συνθέσεως.
298) Αρεοπαγητικός, κβ'.
299) [Φίλιππος, λδ' «θρασύτερόν σοι διείλεγμαι»].
300) Σωκρατικών Επιστολών λ' [Herscher Ελληνικοί Επιστολογράφοι σ. 629].
301) Δεν πιστεύω ότι διά του εν τη Πολιτεία [495 ε'] λεγομένου «φαλακρού και σμικρού» ο Πλάτων υπαινίσσεται τον Ισοκράτη.
302) [Εκδόσεις του Ισοκράτους εν τη Biblioth. Teubner υπό G. E. Benseler curante Fr. Blass εις 2 τόμ. 1907 και 1910. — Τα παλαιά Scholia in Æschinem et Isocratem edidit G. Dindorfius (Clarendon). Των Ελληνικών εκδόσεων αξιομνημόνευτοι αι παλαιαί, Ισοκράτους λόγοι και επιστολαί υπό Αδ. Κοραή (Ελλ. Βιβλιοθ. τόμ. Α' και Β') εν Παρισίοις αωζ' και Ισοκράτους λόγος περί αντιδόσεως ήδη πρώτον διασκευασθείς και επαυξηθείς σπουδή Ανδρέου Μουστοξύδου, εν Μεδιολάνω 1812, Isocrates Cyprian Orations (Ευαγ. προς Νικοκλ. Νικ.) μετά σχολ. αγγλ. υπό E. S. Forster (Clarendon) 1912-S. Preuss Index Isocrateus (Teubner) 1904].
303) [Τας πηγάς βλ. παρά Westermann, Biographi Graeci σ. 281- 312]
304) [βλ. Λογγίνου (;) περί ύψους 34].
305) [βλ. Αθηναίου ΙΙ' 341 Ε και ΙΓ' 590].
306) [Έκδοσις τελευταία η του Kenyon εν τη Biblioth. Oxon, 1906 μετά πάντων των αποσπασμάτων].
307) [περί ύψους 15, 10].
308) [Ο σωζόμενος λύγος είναι νόθος],
309) [Τούτο ήτο ψήφισμα του δήμου].
310) [Εκδόσεις του λόγου του Λυκούργου εν Biblioth. Teubner υπό Fr. Blass, minor 1902 και major 1899, και μετά σχολ. υπό E. Sofer (Teubner) 1905]
311) [Εκδόσεις του Αισχίνου εν τη Biblioth. Teubner υπό Fr. Blass minor, 1918 και major, 1894]
312)[_Έκδοσις _ του Δεινάρχου εν τη Biblioth. Teubner, υπό Fr. Blass, 1888].
313) Αλλά τα σωζόμενα 10 του λόγου αποσπάσματα δεν έχουσι πάντα τον αυτόν τόνον. Βλ. (ιδίως το 5)
314) Π.χ. ο Rochrmoser, ο Weidner και αυτός ο Βeloch και ο Holm· Τεχνικοί κριτικοί είναι ο Sgengel και ο Blass.
315) [Περί του στεφάνου 129 «ως η μήτηρ τοις μεθημερινοίς γάμοις εν τω κλεισίω ως προς τω Καλαμίτη χρεωμένη, τον καλόν ανδριάντα και τριταγωνιστήν άκρον εξέθρεψέ σε] αλλά πάντες ίσασι ταύτα, καν εγώ μη λέγω». Αλλά και ο Αισχίνης είχε διασύρει αρκετά την μητέρα του Δημοσθένους. Βλ. τον Κτησιφ. 171].
316 [Εκδόσεις Δημοσθένους εν τη Biblioth. Teubner. υπό G. Dindorf (έκδ. δ') curante Fr. Blass εις 3 τόμ 1901-4, εν δε τη Biblioth. Oxon. υπό S. H. Butcher εις 3 τόμ. 1903. — Μετά σχολ. ελλην. (πλην των σχολικών εκδόσεων και των παλαιών) οι Φιλιππικοί μετά προλεγομένων κλ. υπό Κ. Ηροκλέους Βασιάδου εν Αθ. 1895, ο Κατά Φιλίππου Γ' υπό Γεωργίου Κωνσταντινίδου. Αθ. 1898 και οι Ολυνθιακοί 1899. — Μετ' αγγλ. σχολ. ο Περί του στεφ. υπό W. W. Goodwin with historical sketch and essays, Cambridge 1904. Του αυτού o Κατά Μειδίου, notes and appendix. Ο προς Λεπτίνην υπό G. F. Sandys with Introduction, notes etc. Cambridge. Του αυτού οι Ολυνθιακοί (Macmillan) 1897. Ο Κατ' Ανδροτ. και Τιμοκρ. υπό Ed. W. Wayte Cambridge 1893. Οι Φιλιππικοί υπό Gilbert Davies, Cambridge 1907. — Μετά γαλλ. σχολίων υπό H. Weil, Les Harangues, 3 éd revue par G. Dalmeyda, (Hachette) 1912 (ήτοι Περί συμμορ., Υπέρ Μεγαλοπ., Ροδίων ελευθ. Α' Φιλιπ. Α' Β' Γ' Ολυνθ., Περί της ειρ. Β' Φιλιπ, Περί Αλονν., Περί των εν Χερρ., Γ' Δ' Φιλιπ. και άλ.) και Les Plaidoyers politiques, I β' έκδ. 1883 (ήτοι Προς Λεπτ., Κατά Μειδ. Περί παραπρεσβ., Περί στεφ.) ΙΙ, 1886 (κατ' Ανδρ., Τιμοκρ., Αριστοκρ., Αριστογ. Α' και Β'). — Μετά γερμαν. σχολ. von C. Rehdantz und F. Blass οι Ολυνθ., αι Φιλιππ., Περί Αλονν., Περί των εν Χερρ. κλ. ανατυπούμ. (Teubner). Ο Περί στεφ. και υπό K. Fuhr, 1910. Επί παπύρων ανευρέθησαν και σχόλια του Διδύμου εις τους Φιλιππικούς δημοσιευθέντα πρώτον υπό Η. Diels και W. Schubart Berliner Klassiker Texte I. Berlin, 1904 και εν τη Biblioth. Teubner υπό των αυτών Didymi de Demosthene commenta, 1904].
317) Ολυνθ. β' 10.
318) Περί του στεφάνου 208.
319) [Μεταξύ του ανακτορικού κήπου και της Ριζαρείου Σχολής].
320) [Εκδόσεις νέαι πάντων των έργων του Αριστοτέλους α) υπό της Β. Πρωσσικής Ακαδημ. εις 5 τόμ., ών ο α' και β' περιέχει το κείμενον ex recensione Imm Bekkeri, Berolini 1831, o γ' λατιν. μετάφρ., ο δε δ' ταρχαία Scholia in Ar. collegit Ch. A. Brandis 1836, εν δε τω ε' τα Fragmenta και ο Index Aristotelicus, edidit H. Bonitz (Εις την έκδοσιν ταύτην, ής αι σελ. είναι δίστηλοι μετ' αριθμουμ. στίχων, γίνονται συνήθως αι παραπομπαί)· β') η Παρισινή (Didot) εις 3 τόμ. ο I περιέχων Όργανον, Ρητορ. Ποιητ. Πολιτ. 1818, ο II (Ηθ. Φυσ. ακρόασ. Περί ουρ. Μετά τα φυσ.) 1850 ο III (τας Περί τα ζώα ιστορ. κλ.) 1854. — γ') και εν τη Biblioth. Teubner. εξεδόθησαν Ρητορ. υπό A. Roemer, 1898, Ποιητ. υπό G. Christ 1903, Πολιτ. υπό O. Immisch, 1899. Μεγάλα Ηθ. υπό Fr. Susemihl,18-3. Ηθ. Ευδήμ. υπό του αυτού. 1884. Ηθ. Νικομ. υπό Susemihl και O. Apelt 1902. Περί ουρ. υπό C. Plantl, 1881. Μετά τα φυσ. υπό W. Christ, 1906. Περί ζώων μορίων υπό B. Langkavel 1868. Περί τα ζώα ιστορ. υπό L. Dittmeyer, 1907 Περί ψυχής υπό G. Biehl και O. Appelt, 1901 Περί φυτ. θαυμασ. άκουσμ. κλ. υπό O. Appelt, 1888, τα μικρά Φυσ. υπό G. Biehl 1898, τα δε Fragmenta collegit V. Rose, 1886. — Εν δε τη Biblioth. Oxon. τα Νικομ. I. Bywater, 1890 — Μετά σχολ. ελλην. αξιόλογος η των Πολιτικών εκδίδοντος και διορθούντος Α. Κοραή εν Παρισίoις, αωκ' — Γ. Μπαρτ, Σχόλια εις την Α. Πολιτείαν Αθηναίων, Αθ. 1899. Μετ' αγγλ. σχολ. τα Πολιτικά υπό W. L. Newman (Clarendon) εις 4 τόμ 1887-1902, η Αθην. Πολιτ. υπό J. E. Sandys (Macmillan) 1912. τα Νικομ. Ηθ. υπό J. Burnet London. 1900 και σχόλ. υπό J. A. Stewart. Clarendon) εις 2 τόμ. 1892. η Ρητορική υπό Cope και J. Sandys εις 3 τόμ., Cambridge, 1897 και μετά μετάφρ. υπό R. Jebb και σημ. υπό J. Sandys Cambridge 1909, η Ποιητική Text with critical introduction, translation and commentary by I. Bywater Clarendon) 1909 και The Poetics of Art translated from Greek into English and from Arabic into Latin by D. S. Margoliouth, London 1911, Το περί ψυχής υπό E. Wallace Clarendon) 1882 και υπό R. D. Hicks Cambridge 1907. — Μετά γαλλ. σχολ. η Φυσική ακρόασις υπό O. Hamelin, Paris, 1907 το περί ψυχής υπό G. Rodier εις 2 τόμ. Paris 1900-2 — Μετά γερμ. σχολ., μετάφρ. αι Περί ζώων ιστορίαι von Dr H. Aubert und Dr. Fr. Wimmer Leipzig, 1868 — Μετά λατιν. σχολ. η Αθην. πολιτ. υπό H. v. Herwerden και J. v. Leeuwen, Lugduni Bat 1891. Τα Νικομ. Ηθ. υπό G. Ramsauer Teubner) 1898 κτλ]
321) [Εκδόσεις. Ταποσπάσμ. του Αντιφάνους παρά Μeineke — Bothe [βλ. ανωτ. σημ 265) σ. 345-418, και Kock τόμ. II μέρ. Ι σ. 11-135, το δε του Αλέξιδος παρά Meineke σ. 517-584 και Kock σ. 297-408].
322) Εκδόσεις του Φιλήμονος Menandri et Philemonis fragmenta υπό Fr. Dübner (Didot) s. 107-132 και Koch τόμ. ΙΙ μέρ. I σ 478-539).
323) [Εκδόσεις. Αι επιστολαί του Αλκίφρονος εν Epistolographi Graeci R. Hrecher (Didot) 1873 σ. 44-97, και χωριστά υπό A. Schepers, Gronongae 1901 και του αυτού εν Biblioth. Teubner 1905].
324) [Του Μενάνδρου εσώζοντο μόνον πολυάριθμα αποσπάσματα εκ συγγραφέων, είχομεν δε και τας λατινικάς απομιμήσεις υπό του Πλαύτου και του Τερεντίου. Αλλ' από του 1907 ανευρέθησαν εν Αιγύπτω και πάπυροι, περιέχοντες μεγάλα συνεχή κομμάτια του Μενάνδρου, εξ ών οπωσδήποτε αποκαθίστανται τρεις κωμωδίαι· α') οι Επιτρέποντες, ευρέθησαν 585 στίχοι), όπου ο Δάος, ευρών έκθετον βρέφος, και ο Συρίσκος, ο αναλαβών ν' αναθρέψη αυτό, επιτρέπουσι τω Σμικρίνη, ήτοι εκλέγουσιν αυτόν διαιτητήν) να κρίνη εις πότερον ανήκει ο μετά του παιδίου ανευρεθείς υπόχρυσος δακτύλιος, δι' ού κατόπιν πιστοποιείται ότι το βρέφος ανήκεν εις την Παμφίλην, νεόγαμον σύζυγον του Χαρισίου, εξ ού προ του γάμου κατά τινα νυκτερινήν εορτήν είχεν εκείνη συλλάβει το παιδίον. Η οικονομία είναι δεξιωτάτη· β') η Σαμία (ευρέθησαν 340 στίχοι), όπου παρίστανται δύο γειτονικοί εν Αθήναις οίκοι, του πλουσίου Δημέου και του πτωχού Νικαρέτου, και ο μεταξύ του Μοσχίωνος, θετού υιού του Δημέου, και της Πλαγγόνος, κόρης του Νικαρέτου, έρως και η τύχη του τέκνου των γ') η Περικειρομένη (324 στίχοι), ένθα προλογίζει η Άγνοια, η δε σκηνή υπόκειται εν Κορίνθω, υπόθεσις δε είναι η τύχη δύο εκθέτων διδύμων, υιού και κόρης του εμπόρου Παταίκου. Ευρέθησαν επίσης μέρη μικρά του Γεωργού (τω 1898) του Ήρωος. του Κιθαριστού, του Κόλακος, της Περινθίας και άλλων κωμωδιών.
Εκδόσεις των νέων αποσπ. (εν τη Biblioth. Teubner) Menandrea iterum edid. Alf. Koerte 1912, και Menandri reliquiae nuper repertae. Iterum edidit S. Sudhaus (εν τη σειρά Kleine Texte von ΙΙ. Lietzmann 44-46) Bonn 1914. — Μετά σχολ. αγγλ. υπό E. Capps, Four Plays of Menander (Ήρως, Επιτρέπ., Περικειρ., Σαμ.) Boston 1910 — Μετά σχολ. γαλλ. υπό Μ. Croiset, L' Arbitrage (Επιτρ.) Paris 1908. — Μετά σχολ. γερμαν. C. Robert, Der Neue Menander, Berlin 1908. — Μετά σχολ. λατιν. Menandri fabularum reliquiae cum notis criticis commentariis tertium edidit J. van Leeuwen Lugduni Batavorum 1919. — Τα δε παλαιά Μenandri et Philemonis fragmenta υπό Fr. Dübner (Didot) σ. 1-106 και Kock, τόμ. II μ. II σ. 3-272].
325) [Τα έργα των επιγραμματοποιών σώζονται εν τη «Ανθολογία», τη μεγάλη του Πρωτοπαπά Κωνσταντίνου Κεφαλά, ού το αυτόγραφον (917 μ. Χ.) ευρισκόμενον (σήμερον μόνα τα 12 βιβλία) εν τω παλατίω της Αϊδελβέργης, ονομάζεται «Παλατίνη Ανθολογία» και εν τη μικροτέρα του Μαξίμου Πλανούδη (1250-1310 μ. Χ.) ού το αυτόγραφον σώζεται εν τη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη. — Εκδόσεις Μετά την παλαιάν του F. Jacobs(1813-17) η Anthologia Palatina cum Planudeis et appendice υπό Fred. Dübner (Didot) εις 3 τόμ. Ι (βιβλ. α'-η') 1871 ΙΙ (θ'-ς') 1888 ΙΙΙ (Appendix nova υπό Ed. Cougny) 1890. Εν Biblioth. Teubner, συνεκδίδ, Anthologia Graeca Palatina cum Planudea edidit Hugo Stadtimueller τόμ. I (Πάλατ. 1-5 βιβλ. Πλαν. ε'-ζ') 1894 τόμ. II μέρ. I (Παλατ. ζ' Πλαν. γ') 1899 τόμ. III μέρ. I (Παλατ. θ') 1906 (έμεινεν ατελής)].
326) [Σήμερον έχομεν περισσοτέρα ποιήματα του Καλλιμάχου πλην των 6 σωθέντων ύμνων και των 74 επιγραμμάτων (και της λατινικής μεταφράσεως της Κόμης της Βερενίκης και του Θέτιδος Επιθαλαμίου υπό του Κατούλλου και του ιαμβικού ποιήματος Ίβις υπό του Οβιδίου). Τω 1893 ευρέθησαν επί ξυλίνου πίνακος αποσπάσματα της Εκάλης, όπου διηγείτο πώς η αγαθή αυτή γραία εξένισε τον Θησέα. Τω δε 1906 ευρέθησαν επί παπύρων της Οξυρύγχου (τόμ. VII 1910 σ. II κεξ.) 80 στίχοι των Αιτίων, εκ της περιφήμου ελεγείας Κυδίππης, όπου επραγματεύετο κομψώς τον προς την Ναξίαν ταύτην κόρην έρωτα του Κείου νεανίου Ακοντίου, και χωλίαμβοι (σ. 31) εν ιωνική διαλέκτω, όπου παριστά τον Ιππώνακτα ανερχόμενον εκ του Άιδου, και διηγούμενον παλαιούς μύθους. Εκ των νέων αποσπασμάτων ο Καλλίμαχος αναφαίνεται ποιητής έχων ιδίαν τέχνην, ήτοι νέον τρόπον διηγήσεως, άμοιρον αισθηματικότητος, αλλά μεστόν χάριτος, κομψότητος και εναργείας. Τα δε χωλιαμβικά κομμάτια, συνδυαζόμενα μετά των επίσης εν Οξυρύγχω ανευρεθέντων ιάμβων άλλου ποιητού ΦΟΙΝΙΚΟΣ του Κολοφωνίου, δεικνύουσι ποία ήσαν τα αλεξανδρεωτικά πρότυπα της ρωμαϊκής σατίρας.
Εκδόσεις. U. v. Wilamowitz-Moellendorff Callimachi Hymni et epigrammata Berolini, 3η έκδ. 1907 και μετά λατιν. σχολ. O. Schneider Callimachea, εις 2 τόμ. (Teubner) 1870, και μετά γαλλ. μετάφρ. A Hauvette Les epigrammes de C. εν R. É. Gr. XX. (1907) σ. 295-355. — Τα δε νέα αποσπ. Th. Gomperz, Aus der Hekale des K. Wien 1893 και A. Puech, Acontios et Cydippé_ εν R. É. Gr. XXI1I (1910) σ. 255-275 και K. Kuider περί των ιάμβων εν R. E. Gr. XXIX (1916) 404].
327)[Εκδόσεις Απολλωνίου. Εν τη Biblioth. Teubner, υπό R. Merkel, ανατυπ. 1905, και εν τη Biblioth. Oxon. υπό R. C. Seaton_. [1900]. — Μετά των αρχαίων σχολ. προλεγόμ. κλπ. υπό R. Merkel και H. Keil (Teubner) 2 τόμ. 1854.]
328) Ούτω π.χ. το όνειρον του Mathew Arnold.
«Make leap up with joy the beauteous head Of Prosperpine, among whose crowned hair Are flowers, first opened on Sicilian air And flute his friend, like Orpheus, from the dead».
[Eκδόσεις Βουκολικών (Θεοκρίτου Βίωνος και Μόσχου) εν τη Biblioth. Teubner η υπό H. L. Ahrens ανετυπ. 1909, εν δε τη Biblioth. Oxon. υπό U. de Wilamowitz-Moellendorff. — Τα αρχαία σχόλ. Scholia in Theocritum υπό Fr. Dübner (Didot) 1849, Μετά νέων ελλην. σχολ. Ειδύλλια, τα διδασκόμενα εν τω Γυμνασίω υπό Π. Ηρειώτου (1914)Εμμ. Γενεράλι (1915) Χρ. Β. Λώλου (1916). — Μετά σχολ. αγγλ. υπό R. J. Cholmeley, London, 1901. — Μετά λατιν. σχολ υπό Fritxsche και Hiller (Teubner) 1881. Αξιόλογος Ph. E. Légrand Étude sur Théocrite, Paris, 1889].
329) [Τα εξής περί Ηρώδα εκ του προλόγου της β' έκδ. του βιβλίου σ. XX-XXII].
330) [Εκδόσεις. Μετά την αρχικήν του F. H. Kenyon, Classical texts from papyri London, 1891 αξιοσημείωτοι αι εν τη Biblioth. Teubner. ανατυπούμεναι υπό του O. Crusius μεγάλη 1905 και μικρά 1908, και η μετ' αγγλ. σημειώσεων και εισαγωγής του J. A. Nairn, (Clarendon) 1904 — Μετά γερμαν. σημ. S. Meckler Wien 1891, μετά γαλλικών του E. Ragon. Ρaris 1898 (μόνον του γ' και δ' μίμου)
Μετά τον Ηρώδαν η Αίγυπτος απεκάλυψεν εις ημάς τον Μεγαλοπολίτην ποιητήν και φιλόσοφον ΚΕΡΚΙΔΑΝ (βλ. ανωτ. σ. 90) ζήσαντα κατά τους χρόνους του Φιλίππου. Πάπυρος της Οξυρύγχου (δημοσιευθείς εν τόμ. VIII (1191) σ. 20 αρ. 1082) περιέχει «μελιάμβους» τινάς αυτού, παραπονουμένους ότι ο Κροκίδας «των μεν πατρωός, των δε πέφηνα πατήρ»].
331) [Εκδόσεις. Ταποσπάσματα του Ριανού εν Meineke, Analecta Alexandrina, σ. 170-212].].
332) [Εκδόσεις του Νικάνδρου υπό K. Lears εν Bucolici Graeci (Didot) 1846 και υπό O. Schneider μετά των αρχ. σχολ. υπό H. Keil (Teubner) 1856].
333) [Εκδόσεις Arati Phaenomena recensuit Ern. Maas, Berolini 1893. Ο αυτός τα αρχαία σχόλια, Commentariorum in Aratum reliquiae (Weidmann) 1898].
334) [Έκδοσις του Σκύλακος παρά C. Müller, Geographi minores (Didot) 1885, τόμ. I σ. 15-96. Της δε περιηγήσεως του Σκύμνου (;) σ. 196-243].
335) [Έκδοσις εν τη Biblioth. Teubner. Euclidis Elementa edidit et latine interpretatus est I. L. Heiberg εις 7 τόμ, 1883-1895· οι 5 περιέχουσι τα Στοιχεία, ο ς' τα Δεδομένα, ο ζ' τα Οπτικά και Κατοπτρικά). Elementorum Euclidis Commentarii edidit M. Gurtze 1899].
336) [Έκδοσις Αρχιμήδους εν τη Biblioth. Teubner υπό J.L. Heiberg εις 3 τόμ. ο α' (περί σφαίρας και κυλίνδρου και περί κωνωειδέων και σφαιροειδέων) 1910 ο β' (Περί Ελίκων, επιπέδων ισορροπιών, ψαμμίτης κλ.) 1913].
337) [Έκδοσις εν Biblioth. Teubner νέα Heronis Alexandrini Opera (quae supersunt omnia μετά γερμαν. μετάφρ. εις 5 τόμ. Ο α' (Πνευματικά, Αυτοματοποιητική) και Supplementum υπό W. Schmidt, 1899. Ο β' περιέχων την αραβιστί σωζομ. Μηχανικήν υπό L. Nix και W. Schmidt o 1900. Ο γ' (Μετρικά και Περί διόπτρας) υπό Hern. Schöne 1903. Ο δ' (Όροι. Γεωμετρικά) υπό J. L. Heilberg 1912. Ο ε' (Στερεομετρούμενα και Περί μέτρων) υπό του αυτού 1914].
338) [Εκδόσεις Ο Κτησίας συνεκδίδεται μετά του Ηροδότου του G. Dindorf υπό C. Müller (Didot) 1844-Ctesias Persica with introduction and notes by J. Gilmore (Macmillan 1888].
339) [Πάπυρος της Οξυρύγχου, δημοσιευθείς εσχάτως (εν τόμ. XIII (1919) σ. 98-127 υπ. αρ. 1910) θεωρείται ως απόσπασμα του Εφόρου και δεκνύει α') ότι ο Διόδωρος αντέγραφε σχεδόν αυτολεξεί τον Έφορον και β) ότι και ο υπ' αρ. 842 πάπυρος, όστις εξεδόθη υπό την επιγραφήν Hellenica Oxyrhynchia βλ. ανωτ. σημ. 214) και ημφισβητείτο, πιθανώς ανήκει και αυτός εις τας ιστορίας του Εφόρου].
340) Όθεν επωνομάσθη Επιτίμιος· βλ. Διοδώρου Ε' 1. Αθηναίου σ. 272
341) [Εκδόσεις. Τα αποσπάσμ, του Φιλίστου εν C. Muller Fragmenta Historicorum Graecorum (Didot) τόμ. Ι σ. 185-192. — Του Εφόρου Ι σ. 234-277. Του Θερμόμπου [σ. 278-333 και IV σ. 643-5. Του Τιμαίου σ. 192-233].
342) [Έκδοσις νέα Euemeri reliquiae colllegit G. Nemethy Budapest].
343) [Εκδόσεις Τα αποσπάσμ. του Βυρωρού ή Βηρώσσου παρά C. Müller Fr. H. Gr. II. σ. 495-510, του δε Μενεθώνος του Σεβεννύτου σ. 511-616].
344) [Εκδόσεις Πολυβίου εν Biblioth, Teubner. την υπό L. Dindorf retractavit Th. Büttner-Wolst εις 4 τόμ. (ο α' ανετυπ. 1906 Appendix 1904. Και της υπό Frider, Hultch εις 4 τόμ. (Weidmann) ανετυπ. τόμ. I (βιβλ. α, γ')1888 και ΙΙ (βιβλ. δ', ε,') 1892. Ο γ' (θ', ιθ') 1870 και IV (κ΄-μ΄) 1872].
345) [Εκδόσεις νέαι των μύθων του Βαβρίου. (ών το πληρέστερον χφ, ανεκάλυψεν εν Άθω τω 1843 ο Μινωίδης Μηνάς, υπό M. Croiset, Paris 1892 και A.M. Desrousseaux, avec des notes, Paris, 1902 (δ' έκδ.)].
346) [Εκδόσεις Οππιανού Κυνηγετικά και Αλιευτικά emendavit Ιο. Cot. Schneider, 1813. (μετά λατιν. μετάφρ.) — υπό K. Lehrs. — Νεωτέρα P. Boudreaux, Oppien d' Apamée, Chasse, Paris 1908].
347) [Εκδόσεις των Διονυσιακών του Νόννου η Παρισιανή (Didot) μετά γαλλ. μεταφράσ. par le Compte de Marcellus (1856) και η δίτομος υπό Armin Koechly (Teubner) 1857-8].
348) [Εκδόσεις. Κοΐντου Σμυρναίου Τα μεθ' Όμηρον, Κολούθου Ελένης Αρπαγή και Τρυφιοδώρου Άλωσις Ιλίου εν τη παρισιανή εκδόσει του Ησιόδου υπό Fr. Dübner (Didot) 1841. — Εν Biblioth. Teubner. Κοΐντου των μεθ' Όμηρον λόγοι, recognovit Alb. Zimmermann 1891].
349) [Εκδόσεις Αρριανού. Την Παρισιανήν (Didot) emendavit Fr. Dübner, Fragmenta collegit Carolus Müller, 1846. — Εν τη — Εν τη Biblioth. Teubner edidit G. Goos (ο α' τόμ. περιέχον την Ανάβασιν, 1907] Τα Scripta minora recognovit Rud. Hercher 1854].
350) [Εκδόσεις Πλουτάρχου η Παρισιανή (Didot) εις 5 τόμ. Τόμ. α' και β' (Βίοι] recognovit Theod. Doehner, 1846, τον γ' και δ' (Ηθικά) emendavit Fred Dübner, 1856, ο αυτός τον ε' (αποσπάσμ. και ψευδεπίγρ.) 1855. — Εν τη Biblioth. Teubner, τους Βίους iterum recognovit _Carolus Sintenis_εις 5 τόμ. 1877- 81, τα δε Ηθικά recοgnovit Gregorius N. Bernardakis εις 7 τόμ, 1888-96. Ο ζ' περιέχει λεπτομερέστατον πίνακα των ονομάτων]
351) [Εκδόσεις Flavii Philostrati opera auctiora edidit C. L. Cayser εις 2 τόμ. (Teubner) 1870. — Philostrati majoris Imagines recensuerunt Seminariorum Vindobonensium sodales (Teubner). 1893].
352) [Έκδοσις τελευταία του Αθηναίου εν τη Biblioth. Teubner υπό Georg Kaibel εις 3 τόμ. α' β' 1887, γ' 1890]
353) [Εκδόσεις νέαι Λουκιανού υπό Julius Sommerbrodt. (Weidmann) εις 3 τόμ (έκαστον εκ δύο μερών) 1886-99, εν δε τη Biblioth. Teubner ex recognitione Caroli Jacobitz εις 3 τόμ., ών ο α' εκ 2 μερών ανετυπ. 1894, β' και γ' 1887].
354) [Έκδοσις Γαληνού νέα εν τη Biblioth. Teubner τα Περί χρείας Μορίων υπό Georg. Helmreich, εις 2 τόμ. Ο α' (βιβλ. α'-η') 1907, ο β' (βιβλ. θ'-ιζ') 1909. Τα Scripta minora recensuerunt Ioannes Marquardt. Iwanus Müller, Georg. Helmreich, εις 3 τόμ. α' 1884. β' 1891, γ' 1893. Η Διαλεκτική εισαγωγή υπό Car. Kalbfleisch, 1896, το Περί λεπτυνούσης διαίτης υπό του αυτού 1898 και τα Περί κράσεων τρία υπό Georg. Helmreich 1904]
355) [Εκδόσεις Σέξτου ex recensione Imm. Bekkeri, Berolini, 1842, εν τη Biblioth. Teubner υπό Hermann Mutschmann, τόμ. α' (Πυρρώνειοι υποτυπώσεις) 1912)].
356) [Εκδόσεις Στράβωνος. Γεωγραφικών βιβλία επτακαίδεκα εκδίδοντος και διορθούντος A. Κοραή εν Παρισίοις Μέρ Α' (βιβλ. α'-ς') αωιε'. Β' (βιβλ. ζ'-ιγ') αωιζ', Γ' (βιβλ. ιδ'- ιζ'), αωιζ'. (Δ' σημειώσεις και πίναξ) αωθ'. — Μετά λατιν. μετάφρ. curantibus C. Müllero et F. Dübnero (Didot) εις 2 τόμ. 1853 και 1857. — Εν τη Biblioth. Teubner υπό Aug. Meineke εις 3 τόμ. α' (βιβλ. α'-ς') 1899, β' (ζ'-ιβ') 1907, γ' (ιγ'-ιζ') 1904 — Μετά σχολ. ελληνικών υπό Π. Καρολίδου, Στράβωνος τα περί Μικράς Ασίας, Αθ. 1889 — Μετά σχολ. αγγλ. H. F. Tozer, Selections from Strabo (Clarendon) 1893].
357)[Εκδόσεις Claudii Ptolemaei Geographia recognovit C. Müllerus (Didot) εις 2 τόμ. 1883 και 1901 και tabulae 1901 και εν τη Biblioth. Teubner υπό L. Heillerg εις 2 τόμ. ο α' (Μαθηματική Σύνταξις) εις 2 μέρη (βιβλ. α'-ς' 1888, ζ'-ιγ' 1903) ο β' (Αστρονομ.) 1907]
358)[Εκδόσεις Παυσανίου εν τη Biblioth. Teubner υπό J. H. Ch. Schubart εις 2 τόμ. 1889 και 1891 και νεωτέρα Fr. Spiro εις 3 τόμ 1903. Το κείμ. emendavit. apparatum criticum adjecit Herm. Hitzig commentarium germanice scriptum addiderunt Herm. Hitzig et Hugo Blümer εις 3 τόμ. Leipzig 1896- 1910. — Αγγλική μετάφρ. by Sir J. G. Frazer with commentary, illustrations and maps εις 6 τόμ. (Macmillan) 1898]
359) [Εκδόσεις Επικτήτου εν τη Biblioth. Teubner υπό Henr. Schenkl, major 1894 minor 1898. — Μετά σχολ. ελην. εκδόντος και διορθώσαντος Α. Κοραής μετά γαλλ. μετάφρ. εν Παρισίοις 1826. — Μετά γερμαν. σχολίων υπό W. Capelle Epiktet, Jenn 1906.]
360)[Εκδόσεις εν τη Biblioth. Oxon. υπό J. H. Leopold, M. Antoninus Imperator ad se ipsum (1908) εν δε τη Biblioth. Teubner, υπό Joann, Stich 1887 και υπό Henr. Schenkl, 1913].
361) [Εκδόσεις του Πλωτίνου εν τη Biblioth. Teubner υπό A. Kirchoff εις 2 τόμ. 1856 και νεωτέρα υπό R. Volkmann εις 2 τόμ. 1883 και υπό H. Fr. Müller, Plotini Enneades (Weidmann) εις 2 τόμ. 1878-80].
362) [Εκδόσεις Ιουλιανού εν τη Biblioth. Teubner F. C. Hertlein εις 2 τόμ. 1875-6 C. J. Neumann librorum contra Christanos quae supersunt, 1888].
363) [Εκδόσεις. Οι ερωτικών λόγων συγγραφείς, Erotici scriptores ex nova recensione G. A. Hirshig (Didot 1856 (Παρθένιος σ. 3-23, Αχιλλεύς Τάτιος σ. 27-127, Λόγγος σ. 131-179, Ξενοφών Εφέσιος σ. 183-222, Ηλιόδωρος σ. 225-412, Χαρίτων Αφροδισιεύς σ. 415-503, Αντώνιος Διογένης σ. 507- 522. — Εν Biblioth. Teubner Partheninii quae supersunt edidit Ed. Martini 1902. — Μετά σημειώσ. ελλην. εξέδωκεν Ηλιοδώρου Αιθιοπικών βιβλία δέκα ο Α. Κοραής εν Παρισίοις αωδ' (εις 2 τόμ.). — Μετ' αγγλ. μετάφρ. εν τη Loeb Classical Library ο Λόγγος υπό J. Μ. Edmonds μετά του Παρθενίου και άλλων ερωτ. αποσπασμ. (νεωστί ευρεθ.) υπό S. Gaselee 1906 υπό του αυτού ο Αχιλλεύς Τάτιος 1907].
364) [Τούτο πιθανώς αληθεύει λεγόμενον περί της Κυρίως Ελλάδος, ήν είχε διαφθείρει η ρωμαϊκή δουλεία. Αλλ' η ασιατική Ελλάς ανεγεννήθη διά του χριστιανισμού και επί του Μ. Κωνσταντίνου επέβαλε διά της εν Νικαία συνόδου εις τον κόσμον τα δόγματά της. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπήρξαν αληθινοί Τιτάνες, μετ' ολίγον δε τον Ιουστινιανόν περιεστοίχισαν Έλληνες νομικοί, ιστορικοί, ποιηταί, μηχανικοί, αρχιτέκτονες, όχι κατώτεροι των αρχαίων, το δ' ελληνικόν Έθνος απέκτησε και διετήρησεν επί πολλούς αιώνας πολιτικήν δύναμιν, όσην παροδικώς μόνον εγνώρισε προτού. Αλλά ταύτα πρέπει να ιστορίσωμεν ημείς].