Ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος (part 2 of 2)
ι') ότι επί μακρόν ανέβαλλε την σύγκλησιν της ευθύς μετά την κάθοδον αυτού προκηρυχθείσης Εθνικής Συνελεύσεως, και ότι τέλος μη δυνάμενος ν' αναβάλλη επ' αόριστον προσεκάλεσε (30 Οκτωβρίου 1828) το Πανελλήνιον, όπως προετοιμάση τα της εκλογής των πληρεξουσίων· προς τούτο δε επέβαλεν αυτώ εκλογικόν νόμον όλως απάδοντα προς τα δικαιώματα των εκλογέων, ως συγκεντρούντα τα πάντα εν ταις χερσί της κυβερνήσεως. Επειδή δε το Πανελλήνιον δεν ετόλμησε να ψηφίση τοιούτον νόμον, ο Καποδίστριας ετόλμησε να συντάξη και δημοσιεύση αυτός νόμον συνταχθέντα υπ' αυτού μόνου, αλλ' αντιστάντος του Σπυρίδωνος Τρικούπη και παραιτησαμένου την αυτού θέσιν ως γραμματέως της Επικρατείας, την μη γενομένην όμως δεκτήν, ο Καποδίστριας ηναγκάσθη δι' άλλης οδού να επιτύχη ού επεδίωκε σκοπού. Παύσας δηλαδή τους γραμματείς των τμημάτων, διώρισεν επί μεν των οικονομικών τον αδελφόν αυτού Βιάρον, επί δε των πολεμικών τον Κωλέττην και επί των εσωτερικών τον Περρούκαν· συγχρόνως δε προσέθηκεν αυτοβούλως εννέα μέλη εις το Πανελλήνιον, όπως έχη πλειονοψηφίαν. Ούτω δε μετεσκεύασε παρανόμως το Πανελλήνιον οικεία βουλήσει οίον ήθελεν, όπως ή αυτό όντως σκεύος εκλογής κατά τας επικειμένας εκλογάς των πληρεξουσίων και ψηφίση τον περί εκλογής νόμον οίον αυτός ήθελεν, όν επί τέλους εδημοσίευσε (4)16 Μαρτίου 1829) προσδιορίσας συγχρόνως και την ημέραν (15)27 Μαΐου 1829) της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως. Παρασκευάσας δε τα πάντα όπως ηβούλετο προς επιτυχίαν πλεονοψηφίας εν τη συνελεύσει, ανέλαβεν άλλον άμεσον τρόπον προς επηρεασμόν των εκλογέων, την περιοδείαν, καθ' ήν πολλά πανταχού έλεγε περί των φροντίδων αυτού επ' αγαθώ του έθνους και προ πάντων περί σχολείων, γεωργίας και ευδαιμονίας του λαού. Οι Έλληνες πειθόμενοι τοις λόγοις αυτού εθεώρουν αυτόν ως πατέρα. Θερμοί δε υπέρ αυτού υπάλληλοι εκήρυττον παρά τω λαώ περί μοναρχίας αυτού ως του μόνου δυναμένου να σώση και μεγαλύνη την Ελλάδα υπερεξαίροντες τας αρετάς αυτού και την θερμήν φιλοπατρίαν, εφ' ώ και πολλαχού προτάσεις εγίνοντο ίνα μόνος αυτός εκλεγή πληρεξούσιος. Τούτου ένεκα τριάκοντα και έξ εκλογικαί περιφέρειαι εξελέξαντο αυτόν πληρεξούσιον. Αυτός δε λαμβάνων επισήμως την κοινοποίησιν της αυτού εκλογής εσιώπα, εξ ού δήλον, και ει μη αλλαχόθεν ην γνωστόν, ότι επεδοκίμαζε τα γενόμενα. Είτα συνεκάλεσε (14)26 Μαΐου 1829) εν τω οίκω αυτού το Πανελλήνιον και τους υπουργούς· εν τη συνεδριάσει ταύτη δεν απεδέξατο τας υπέρ αυτού εκλογάς, ανέβαλε δε την ημέραν της ενάρξεως των εργασιών της Συνελεύσεως εις την 25 Ιουνίου 1829 και υπέβαλε, δηλαδή μετέβαλέ τινα του εκλογικού νόμου. Επειδή δε υπήρχον καί τινες, ως εικός, αντιπολιτευόμενοι, διενήργησεν ίνα οι εκλογείς εγγράφως ορίσωσι την πορείαν δηλαδή την της κυβερνήσεως, ήν ώφειλον να βαδίσωσιν εν τη συνελεύσει, ήτις, ως είδομεν, αρξαμένη των εργασιών αυτής τη 11)23 Ιουλίου 1829, επεράτωσεν αυτάς τη 6)18 Αυγούστου.
Μετά δε την λήξιν των εργασιών της συνελεύσεως ο Καποδίστριας διώρισεν εν Άργει δικαστάς γερουσιαστάς και προσδιώρισε την ημέραν (1 Οκτωβρίου) ενάρξεως των εργασιών της γερουσίας, ής τα μέλη ωρκίσθησαν (26 Σεπτεμβρίου) τον όρκον της υπηρεσίας και ήρξαντο (27 του αυτού). Ο Κυβερνήτης όπως επεσπάσατο διά παντοίων τρόπων και υποσχέσεων το πλείστον του χύδην προ πάντων όχλου, ούτως ομοίως επείσθη ότι υπέταξε και τους εκλεκτούς αυτού, τους πληρεξουσίους του λαού, συλλήβδην εν τη εν Άργει Εθνοσυνελεύσει. Αλλ' όπως ηπατήθη πιστεύσας, ότι ο λαός απεδέχετο το προς την αυταρχίαν συντείνον πολιτικόν αυτού σύστημα, ούτως ηπατήθη φαντασθείς το έθνος οιονεί ολόκληρον επισήμως επεδοκίμασεν εν τη συνελεύσει τα υπ' αυτού πεπραγμένα. Εξ αυτής της φαινομένης ομοφωνίας προέκυψεν η εσχάτη διαφωνία και ανυπόστατος την ορμήν αντιπολίτευσις και πολλοί τέως φίλοι του Κυβερνήτου εκηρύχθησαν αναφανδόν επικίνδυνοι αυτού εχθροί. Ο Μιαούλης, ο Μαυροκορδάτος, οι Κουντουριώται, ο Μανώλης Τομπάζης, αυτός ο στρατάρχης Τσουρτς, όστις ου μόνον δεινώς κατέκρινε και ευπαρρησιάστως του πολιτικού και διοικητικού συστήματος του Καποδιστρίου δι' αναφοράς προς την συνέλευσιν του Άργους, ήτις δουλικώς φερομένη απηγόρευσε την μέχρι τέλους ανάγνωσιν αυτής, αλλά και παρητήθη λίαν περιφρονητικώς την αυτού θέσιν· ο Δημήτριος Υψηλάντης, οι πλείστοι και σπουδαιότεροι των οπλιταρχών της τ' εκτός του Ισθμού Ελλάδος και των εν Πελοποννήσω, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις και κατεδικάσθη ως είπομεν, (27 Σεπτεμβρίου 1829) εις φυλακήν, διότι εν επιστολή προς τον Βενιζέλον Ρούφον απεδοκίμαζε την πολιτικήν του Κυβερνήτου, πολλοί προύχοντες, εν οίς και ο Ζαήμης, ο Κλονάρης, ο Μοναρχίδης, ο Λυκούργος Κρεστενίτης και άλλοι πολλοί οίτινες εγένοντο δεινοί πολέμιοι του Καποδιστρίου.
ια') Ότι η υπό των δυνάμεων γενομένη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 εκλογή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ανεξαρτήτου κηρυχθείσης, μεγάλως ηυχαρίστησε τους Έλληνας· αλλ' η υπό παντοίας προφάσεις καταπολέμησις δήθεν αυτής υπό του Κυβερνήτου, ώστε ο αγαθός εκείνος ανήρ ηναγκάσθη επί τέλους να παραιτηθή (9)21 Μαΐου 1830), ηρέθισε κατά του Κυβερνήτου ως μη θέλοντος βασιλέα ού μόνον τους αντιπολιτευομένους, αλλά και τον λαόν ζητούντα «αφέντην!»
ιβ') Ότι ο Κυβερνήτης ήν αφοσιωμένος τη Ρωσία και τυφλόν όργανον αυτής.
ιγ') Ότι έμβλημα του Απόλλωνος ην «Εθνική Συνέλευσις — Σύνταγμα». Αλλ' ο Καποδίστριας την μεν σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως ανέβαλλεν υπό παντοίας προφάσεις, το δε Σύνταγμα απεδοκίμαζεν ως πρόωρον πολίτευμα τοις Έλλησιν.
ιδ') Ότι ο Κυβερνήτης ανέμιξεν εις τα πράγματα του τόπου ου μόνον τους δύο αδελφούς αυτού αλλά και πληθύν Επτανησίων, προς ούς έδωκε θέσεις.
ιε') Ότι παρεσκεύαζεν εαυτώ τον ελληνικόν θρόνον και τα τοιαύτα.
Τοιαύτα τινα, εν ολίγοις, κατηγορούσα η αντιπολίτευσις του Καποδιστρίου, προσεπάθει να εξεγείρη τον λαόν κατά του ανδρός εκείνου, ούτινος και το όνομα μόνον την σήμερον αναφερόμενον αποσπά δάκρυα και λυγμούς παρά τοις τα εθνικά συμφέροντα υπέρ πάντα άλλα έχουσι. Πάσας τας κατά του Κυβερνήτου αιτιάσεις ταύτας της εγχωρίου Αντιπολιτεύσεως εχρησιμοποίησαν και εξεμεταλλεύθησαν ο ξένος τύπος και βραδύτερον οι ξένοι συγγραφείς, μεταξύ των οποίων όμως πολλοί ηυδόκησαν ν' ανομονολογήσωσιν ότι «ο κόμης Καποδίστριας ουδέποτε ηθέλησε το κακόν της πατρίδος του εν επιγνώσει». Η Αντιπολίτευσις, έτυχεν ενθαρρύνσεως και υπό του εν Παρισίοις «Επαναστατικού συνδέσμου», κατά τινα Αυστριακήν έκθεσιν, κατ' Ιούλιον του 1831, ιδία όμως παρά των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η εξωτερική δ' αύτη ενθάρρυνσις εξώθησε την Αντιπολίτευσιν επί την ανταρσίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Η αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν Μάνη — Ο Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων» και «Ηώς». — Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι. — Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις ήτο η Μάνη προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί Μάνης αξιώσεις αυτών. — Και πάλιν αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών νήσων. — Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως.
Η σημαία της κατά του καθεστώτος ανταρσίας υψώθη το πρώτον εν τω Λιμένι της Μάνης υπό της ηγεμονικής οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων και των ομοφρονούντων αυτοίς. Οι κατοικούντες εν Λιμένι και Καρδαμύλη Σπαρτιάται περιεφέροντο κρατούντες σημαίαν, εφ' ής ήσαν απεικονισμένοι οι αρχαίοι αυτών ήρωες: ο Λυκούργος και ο Λεωνίδας· αντήχει δε η κραυγή: Ελευθεροτυπία και Σύνταγμα. Πανταχού εκυμάτιζεν η τρίχρους γαλλική σημαία, και πάσα καρδία εν τη ευπαθεί και ευκαταφόρω Ελλάδι έπαλλεν υπέρ της Γαλλίας.
Αυστριακαί εκθέσεις ισχυρίζονται, ότι το έναυσμα είχεν αληθώς διαβιβασθή εκ Παρισίων: «Η αντιπολίτευσις έλαβεν ενθαρρύνσεις παρά της επαναστατικής εταιρίας των Παρισίων, ής ηγείτο ο στρατηγός Λαφαγέτ. Αυτός ούτος προσηνέχθη να μεταβή εις την Ελλάδα, όπως ιδρύση εν αυτή Σύνταγμα». Αλλ' εκείνος μεν ουδαμού εν τη Ελλάδι εφαίνετο, άγρια δ' ουχ ήττον εγεννήθη στρατιωτική στάσις κατά του Κυβερνήτου, ής αφορμή υπήρξεν, ως και άλλοτε τοσάκις, η καθυστέρησις του μισθού, και παράπονα τινα κατά των καταπιέσεων των εν τη Στερεά Ελλάδι ενοικιαστών των φόρων.
Ο Τσάμης Καρατάσος, αυτός εκείνος, όστις επί Όθωνος εγένετο η πρωτίστη αφορμή της διακοπής των σχέσεων Ελλάδος και Τουρκίας, εξ ής τοσούτον εζημιώθη ο Ελληνισμός, κατέλιπε κατά τον Μάιον του 1831 μεθ' όλου αυτού του τάγματος το εν Ελευσίνι στρατόπεδον και συνηνώθη παρά την Αταλάντην μετά σώματος του συγγενούς αυτού Γρίβα Γαρδικιώτου. Σχέδιον υπήρχε να συνέλθωσιν εν Αμφίσση πάντες οι δυσηρεστημένοι Έλληνες οπλαρχηγοί. Επήλθε σύγκρουσις. Ανήγγελλον νίκας τα κυβερνητικά όργανα, και ανεκοίνουν, ότι η στάσις εξερράγη τη 1 Μαΐου. Την 8 Μαΐου ο αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού Αυγουστίνος Καποδίστριας μετέβη επί τόπου και την 10 διέβη φεύγων ο Καρατάσος τα Τουρκικά όρια, εξαλειφθέντος παντός ίχνους της στάσεως. Μόλις όμως εβαυκάλισε την κυβέρνησιν η εκ της συνειδήσεως των ηρωικών κατορθωμάτων του Αυγουστίνου γεννηθείσα ασφάλεια και επέδραμε πάλιν ο Τσάμης Καρατάσος, κατά τας αρχάς Ιουνίου, εκ των φαράγγων της Όθρυος. Μόνον δε μετά σφοδρόν αγώνα υπέκυψεν εις τα ηνωμένα σώματα του ηρωικού στρατηγού Ιωάννου Ράγκου και του Α. Μεταξά. Ούτω δε μέρος μεν των στρατιωτών αυτού παρεκινήθη εις λιποταξίαν διά χρηματικών υποσχέσεων, αυτός δε έφυγε και εκ δευτέρου πέραν των ελληνικών ορίων.
Οι συλληφθέντες εκ των ανταρτών αιχμάλωτοι παρεπέμφθημεν εις το Στρατοδικείον, αλλ' εδόθη αυτοίς χάρις. Η παράδοξος αύτη επιείκεια ην ίσως υπαγόρευσις αδυναμίας και φόβου. Διότι η κατά του Κυβερνήτου εξέγερσις έβαινε δι' όλης της χώρας παραλλήλως τη στρατιωτική ανταρσία, υποκινουμένη υπό των γαλλικών ιδεών. Εύρε τα κύρια αυτής ερείσματα εν Ύδρα και εν Μάνη. Αφορμή δε της κατά του Καποδιστρίου καταφοράς των τε Υδραίων, των Σπετσιωτών και των Μανιατών ην ήδε: Ότε ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις Ελλάδα, «εύρεν εννέα ναυάρχους και εκατόν πλοιάρχους, οίτινες επιλήσμονες του χυθέντος αίματος χιλιάδων ηρώων της ξηράς, από της αρματωλικής εποχής του Χρήστου Μιλιώνη μέχρι του θανάτου του Καραϊσκάκη, αίματος σχηματίσαντος την λίμνην εν ή αι μεγάλαι Δυνάμεις εβάπτισαν την ελευθερίαν του Ελληνικού γένους, ως λέγει ο Στέφανος Ξένος, συνεορτάσασαι αυτήν διά των εκλάμπρων και βομβοφώνων Ναυαρινείων πυροτεχνημάτων, όταν ο Αιγυπτιακο- τουρκικός στρατός και στόλος είχεν αποσβέσει την επανάστασιν, κατέχοντες ολόκληρον την Πελοπόννησον και την Στερεάν, επιλήσμονες, λέγω, ιστορικών πασιφανών γεγονότων, ως μανιακοί φαντασιοπλήκται, αναιδέστατοι προς περιφρόνησιν ολοκλήρου της Ελληνικής φυλής, εκόμπαζον ότι ούτοι μόνοι ηλευθέρωσαν την Ελλάδα από των Τούρκων, ως άμοτοι λύκοι απαιτούντες παρά του Καποδιστρίου ουχί ολιγώτερον ή να μη ποιή βήμα άνευ της συμβουλής των, ή να τους δώση να ροφήσωσιν ολόκληρον την Ελλάδα. Ενταύθα ηνεώχθη το βάραθρον, εν τω οποίω η αλάστωρ της Ελλάδος Μοίρα απεφάσισε να ρίψη τον Κυβερνήτην, διότι διαφωνήσασαι αι τρεις κυριώτεραι ναυτικαί νήσοι, τα μεν Ψαρρά φανατικώς εκηρύχθησαν υπέρ του Καποδιστρίου, η δε Ύδρα και αι Σπέτσαι φανατικώς συνώμοσαν τον όλεθρον αυτού.
Οι Υδραίοι και Σπετσιώται, ιδιοκτήται μεγάλων πλοίων τα οποία συνεισέφερον ηρωικώς και λυσιτελώς εις τον αγώνα, δεν επεθύμουν η Ελλάς ν' απολαύση στρατιωτικού ευρωπαϊκού ναυτικού, διότι εναύλουν τα πλοία των επωφελώς προς την Κυβέρνησιν. Δεν επεθύμουν οργανισμόν ευρωπαϊκόν και ναυτικήν γλώσσαν σύμφωνον προς τα προστάγματα, τας κινήσεις και τας διεθνείς διατάξεις, αλλ' απήτουν την αρβανίτικην γλώσσαν των και ναύτας μόνον εκ της νήσου εξ ής κατήγετο ο κυβερνήτης του πλοίου. Το πλήρωμα της «Ελλάδος» , ήν εκυβέρνα ο Μιαούλης, συνεκροτείτο ολόκληρον εξ Υδραίων. Οι ναύται της κορβέττας «Ύδρας», ήν εκυβέρνα ο Σαχίνης, ήσαν όλοι Υδραίοι. Ο Ιωάννης Καποδίστριας εγκαίρως κατενόησεν ότι τοιουτοτρόπως ο στόλος του Κράτους ευρίσκετο εις χείρας των Υδραίων. Η δυσαρέσκεια των επιλοίπων νησιωτών της ελευθέρας και δούλης Ελλάδος τότε όρια δεν είχε. Του Καποδιστρίου κατορθώσαντος να σχηματίση τον στόλον περί ού ανεφέραμεν, κατηργήθη το σύστημα τούτο αφ' εαυτού, ούτω δ' ικανοποιήθη η ετέρα μερίς του Ελληνικού ναυτικού. Αλλ' η Ύδρα και αι Σπέτσαι, υποδαυλιζόμεναι παρά του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, ποιούντος άφθονον χρήσιν του ονόματος της Αγγλίας και διασαλπίζοντος την ψευδή φήμην, ότι η Αγγλία επιθυμεί ν' αποδιωχθή ο Καποδίστριας εκ της Ελλάδος, αντέταξαν, αύται αι πρωταθλήτριαι του επταετούς αγώνος, την αναρχίαν κατά της στερεωθείσης εν τω Κράτει πειθαρχίας.
Εν τη ενάρξει του αγώνος ο Α. Μαυροκορδάτος είχεν αντιπάλους ισχυροτάτους τον Δημήτριον Υψηλάντην, τον Θεόδωρον Νέγρην, τον Καρατζάν και τον Καντακουζηνόν. Κατά τον αγώνα ήσαν πάμπτωχοι εκτός του Καρατζά, ουδέν έτερον έχοντες κεφάλαιον εκτός του γραψίματος, το οποίον εν μέσω των αγραμμάτων παλληκαρίων της εποχής εκείνης υπήρξε συχνότατα χείρον της πυρίτιδος των Τούρκων. Ο Καρατζάς και ο Καντακουζηνός ήσαν ειλικρινέστεροι και ικανώτεροι άνδρες· αλλ' απαυδήσαντες των ραδιουργιών του Νέγρη και Μαυροκορδάτου εγκατέλειψαν πρόωρα τον αγώνα. Ο Υψηλάντης και ο Νέγρης απεβίωσαν, έμεινε λοιπόν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ούτινος αι μεγάλαι αναμφισβήτητοι εκδουλεύσεις και το σταθερόν, φλεγματικόν και ανδρείον ύφος δι' ού προσηνέχθη απέναντι των φοβερών κινδύνων του Μεσολογγίου και της Σφακτηρίας επί του «Άρεως», έδιδον δικαιώματα πρωθυπουργού της υπό τον Ιωάννην Καποδίστριαν Δημοκρατίας. Ο εγωισμός και τα πάθη ετύφλωσαν εν τη κρισιμωτέρα της Ελλάδος εποχή τον άγαν πατριωτισμόν του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου και τον του Λαζάρου Κουντουριώτου, οίτινες συνώμοσαν την καταστροφήν του Κυβερνήτου.
Η Ύδρα λοιπόν ην η εστία της σχηματισθείσης «συνταγματικής επιτροπής», ήν συνεκρότουν ο Κουντουριώτης, ο Μιαούλης, ο Δ Βούλγαρης, ο Μ. Τομπάζης, ο Β. Βουδούρης, ο Α. Κριεζής, και ο Ν. Οικονόμου. Την Ύδραν εμιμήθησαν και άλλαι νήσοι. Οι στρατιώται αυτών επολλαπλασιάζοντο οσημέραι ερεθιζόμενοι, προ πάντων, υπό τε της Ηούς» εκδιδομένης υπό του Εμμ. Αντωνιάδου, και του «Απόλλωνος» του Αναστασίου Πολυζωίδου, όστις επολέμησε δεινότατα τον Καποδίστριαν, είπερ τις και άλλος (από 16 Μαρτίου 1831) μέχρι της δολοφονίας αυτού.
Τον Αναστάσιον Πολυζωίδην υπεστήριζον προ πολλού ο τε Α. Κουντουριώτης και ο I. Ορλάνδος, ως έκ τινος επιστολής του Ορλάνδου και Λουριώτη γεγραμμένης εκ Λονδίνου προς την Εκτελεστικήν Κυβέρνησιν τη 1)13 Οκτωβρίου 1824, εξάγεται, αναφερούσης ότι εκ του δανείου του 1824 ο Ορλάνδος εμέτρησε 500 τάλληρα προς τον Πολυζωίδην διά την εφημερίδα αυτού. Ο Καποδίστριας από της αφίξεως αυτού ενεθάρρυνε μεγάλως την ελευθεροτυπίαν, ίδρυσε δε προς τούτο εν Ναυπλίω και εν Αιγίνη μεγάλα τυπογραφεία, εν οίς επετρέποντο δαπάνη της Κυβερνήσεως η πληρωμή του εκδότου εκδόσεις συγγραμμάτων οιωνδήποτε ελευθέρων ιδεών. Ο Ε. Αντωνιάδης είχεν επίσης συστήσει τυπογραφείον, εν ώ εδημοσιεύετο η «Ηώς». Της συνωμοσίας εφηβαινούσης, η «Ηώς» και ο «Απόλλων_» ήρξαντο να επιτίθενται κατά του Καποδιστρίου δι' απρεπών ύβρεων. Εκαλείτο προδότης της Ελλάδος και τύραννος. Τον εκτραχαλισμόν τούτον των μερίδων ιδών ο Καποδίστριας, ηναγκάσθη διά Διατάγματος (26 Απριλίου 1831) να διαρρυθμίση τα του Τύπου δι' εννέα άρθρων συμφώνως τοις περί Τύπου Νόμοις των μάλλον φιλελευθέρων και πεπολιτισμένων Κρατών της Ευρώπης. Κατά το δεύτερον άρθρον του Διατάγματος τούτου απήτει πας τυπογράφος να παρακαταθέση τέσσαρας χιλιάδας φοινίκων εις την Εθνικήν Τράπεζαν, ως εγγύησιν ότι δεν θα τυπώση τι κατά της χριστιανικής θρησκείας ή των αρχών της δημοσίου ηθικής, ούτε δημοσιεύση προσωπικότητας ή συκοφαντίας. Ο Καποδίστριας προέβη εις τούτο, όπως παρακωλύση την σύστασιν μικρών και αφανών, κρυφίως και εν παραβύστω, λειτουργούντων τυπογραφείου, εν οίς ετυπούντο σάτυραι και λίβελλοι, έμπλεω σατανικών συκοφαντιών και αηδεστάτων φληναφημάτων, ών οι συντάκται επηγγέλλοντο τους φιλελευθέρους, επωνομάζοντο συνταγματικοί και εξήγειρον τον λαόν κατά του, υπ' αυτών Ρώσου τυράννου της Ελλάδος αποκαλουμένου, Κυβερνήτου.
Ουχ ήττον δε διά της σατύρας ηγωνίσθη μανιωδώς κατά του Κυβερνήτου και ο έτερος των αδελφών ποιητών ο Αλέξανδρος Σούτσος, όστις διά πνεύματος λεπτού και αμειλίκτου πικρώς προσέβαλλε πάσαν την Καποδιστριακήν διοίκησιν· ως παράδειγμα δε της πικρίας των αρχιλοχείων όντως σατυρών αυτού παρατίθεμεν ενταύθα την περί των διατάξεων του τύπου σάτυραν αυτού, γραφείσαν κατά Μάιον του 1831 και έχουσαν ώδε:
Ένας γερουσιαστής μας με το στόμα γελαστό, Σούτσ' ελεύθερε, με είπε, συγχαρίκια σε ζητώ· Πρόβαλα υπέρ του τύπου δεκαπέντε άρθρα νόμου Κατ' αυτό το σχέδιόν μου.
Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Έχω έναν αδελφόν μου Έκτακτον Διοικητήν, Κ' έναν πρωτεξάδελφόν μου 'ς το Πρωτόκλητο Κριτήν Κ' εγώ ένα κοκκαλάκι σε μιαν κώχη γλυκογλύφω· Πλην τον Τύπο τον λατρεύω κατ' αυτού δεν δίδω ψήφο· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ένας μου συναδελφός, Όπου έχει κάποιον λόγον να συχαίνεται το φως, Φώναζε κατά του Τύπου, φώναζε με στόμα τόσο! Ίδρωσα τον Εωσφόρο, ίδρωσα ν' αποστομώσω . . . . Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Στο εξής κάθου και γράφε, κάθου και κοπάνιζέ μας· Τραγουδάκια τύπωνέ μας
Ό,τι πράγμα δεν σ' αρέσει κι' όποιον άνθρωπον θελήσης, Ημπορείς να σατυρίσης. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Τι λοιπόν φυλάγεις; Πάρε το κονδυλομάχαιρό σου Κονδυλάκια κόψε . . . Βάλε το χαρτί 'ς το γόνατό σου· Κόκκινη μελάνη θέλεις; Με την κόκκινη αρχίνα· Απ' το κόσκιν' όλους πέρνα, και κανένα μη προσκύνα. Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη βλάψης Της Αρχής τους Υπαλλήλους, Τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους· Είν' ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψης.
Ο Σούτσος το κατ' αρχάς διά του «Απόλλωνος» και είτα διά των εν τω «Πανοράματι της Ελλάδος» σατυρών επέπιπτε λάβρως κατά του Κυβερνήτου. Εν τη ανωτέρω ποιητική συλλογή εν Ναυπλίω τω 1833 εκδοθείση, ο Καποδίστριας και η κυβέρνησις αυτού αποτελούσι το σταθερόν σημείον των προσβολών αυτού. Παρωδεί τα ψηφίσματα, διακωμωδεί τα σχέδια, τα μέτρα, τους σκοπούς αυτών, προσβάλλει τους φίλους αυτού. Βραδύτερον δε προχωρεί και μέχρι της εξυμνήσεως αυτής των δολοφόνων του Κυβερνήτου. Εν μια των ωραιότερων αυτού ωδών ο Σούτσος, ωσεί νέος Τυρταίος, παριστά αυτούς ως νέους Αρμοδίους και Αριστογείτονας, ως θέλομεν ιδεί. Η ιστορία δεν επεκύρωσε την κρίσιν του ποιητού και η νυν Ελλάς θλίβεται αναγινώσκουσα τους ωραίους εκείνους στίχους.
Υπήρξε πάντοτε αδιάλλακτος. Ο πατριωτισμός αυτού ουδέποτε έλαβεν υπ' όψιν τας απαιτήσεις των συμφερόντων του Κράτους, ούτε υπέφερε τας βραδύτητας βαθμιαίας κοινωνικής προόδου. Η πλήρης πάθους ιδιοσυγκρασία αυτού καθίστα αυτόν αντίπαλον ανένδοτον, τα δε περιβάλλοντα αυτόν στοιχεία δεν ήσαν τα αρμόδια όπως κατευνάσωσι τας εξάψεις αυτού. Οι αντιπολιτευόμενοι εύρισκον εν αυτώ ισχυρόν σύμμαχον, και επειδή τότε η Ελλάς είχεν ολίγας εφημερίδας και αυτά δε τα βιβλία ήσαν σπάνια, αι σάτυραι του Αλεξάδρου Σούτσου ήσαν ως άλλαι διακηρύξεις, αίτινες αντιγραφόμεναι απεστηθίζοντο και ανέφλεγον έτι μάλλον τα πάθη.
Ιδού και ετέρα σάτυρα γραφείσα κατ' Αύγουστον του 1831, εν ή ο Καποδίστριας εικονίζεται ως δικαιολογών την πολιτείαν αυτού ενώπιον της Εθνικής Συνελεύσεως:
Πληρεξούσιοι του έθνους, σεβαστόν κριτήριόν μου, να σας δώσω ήλθα λόγον των νομίμων πράξεών μου. Η Ελλάς, χάριτι θεία, βλέπετε, δεν εδουλώθη αν η Σάμος, αν η Κρήτη 'ς τους εχθρούς μας παρεδόθη, αν τα φρούρια δεν πήρα της Ευρώπης, της Αθήνας, και αν έπαιξα το πράγμα δεκαπέντε σωστούς μήνας, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . 'πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Αν κατώρθωσα να καύσω τον πολύτιμόν μας στόλον με την βίαν, με τον δόλον, και αν έχυσα το αίμα των Ελλήνων εις τον Πόρον, με το μισθωτό μαχαίρι των πιστών μου δορυφόρων, αν με σκήπτρον ξένου κράτους θέλησα να σας παιδεύσω, και με όλην την Ευρώπην την Ελλάδα να μπερδεύσω, είχα λόγους ανωτέρους· αι Αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος. . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας 'πώ . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Θερμός είμαι δημοκράτης . . . για το σύνταγμα πεθαίνω αν με είδετε τρεις χρόνους τ' άρθρα του να παραβαίνω κι' απ' τους όρκους μου να λείπω, γράμματα να κρυφανοίγω και να κυνηγώ τον τύπο, σπίτια να πατώ την νύκτα, και πολίτας πριν τους κρίνω, να 'ξορίζω, να ξυλίζω και τα νύχια τους να χύνω, είχα λόγους ανωτέρους· κτλ.
Υπερπλούτισα το γένος (μάρτυρες οι αδελφοί μου και τρεις τέσσαρες πιστοί μου, όπου τρέχουν πουρνό βράδυ με τα τάλληρα 'ς την τσέπη), πλην τους πρώτους της Ελλάδος ο καθένας πτωχούς βλέπει πλην του Μπότζαρη ταις κόραις, τα παιδιά του Καραΐσκου, άφησα να ζουν μ' ελέη, με μαζώματα του δίσκου είχα λόγους ανωτέρους κτλ
Ημπορεί να διη ο πλάστης εις των σπλάγχνων μου το βάθος η αγάπη της πατρίδος, και το μοναχό μου πάθος· πλην κατέτρεξα τα φώτα πλην διέφθειρα τα ήθη· πλην εις πλήθος κατασκόπων χρυσός άφθονος εχύθη πλην ηθέλησα να σβύσω και μεγάλους και μικρούς, πλην να δω τους πρώτους όλους επεθύμησα νεκρούς. Είχα λόγους ανωτέρους, αι αυλαί . . . εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί δυνάμεις.
Σας απέδειξα πώς είμαι άμεμπτος . . . Δεν τ' αμφιβάλλω. Σύνταγμά σας εγώ είμαι . . . μη ζητήτε σύνταγμ' άλλο. Δείξατέ με, 'σαν το Άργος αφοσίωσιν τελείαν Δόσετέ με 'σαν 'στο Άργος εντελή Δικτακτορίαν, Και ομνύω 'στου Βιάρου την ζωήν πως αν 'μπορέσω, προκομμένους κι' απροκόπους χέρια πόδια θα σας δώσω. Έχω λόγους ανωτέρους Αι αυλαί . . . Εγώ . . . το έθνος . . . εξ ενός, εξ άλλου μέρους, Θεωρούντες . . . Είχα κι' άλλα να σας πω . . . πλην τι το κάμεις; Σ' εμποδίζουν να λαλήσης αι συμμαχικαί Δυνάμεις!
Ούτω γράφων ο ποιητής κατά του Καποδιστρίου εξηρέθιζε τα πλήθη κατ' αυτού ως δήθεν ζητούντος να εκτελέση ιδιοτελείς όλως σκοπούς, και ιδίως τους νησιώτας. Και των μεν Υδραίων και Σπετσιωτών της κατά του Κυβερνήτου καταφοράς αιτία ήτο όσα ανωτέρω ανεγράψαμεν, των δε Μανιατών ήδε:
Η Μάνη προ της μεγάλης Ελληνικής επαναστάσεως της παρασχούσης ημίν την ελευθερίαν, παρουσιάζει ιστορίαν διάφορον της των άνω νήσων και της άλλης ελληνικής φυλής· διότι, εν ώ μετά την κατάλυσιν της Βυζαντιακής Αυτοκρατορίας (29 Μαΐου 1453) και την του Δεσποτάτου της Πελοποννήσου (13 Απριλίου 1460) η πάσα Ελλάς σχεδόν εδούλευσε τοις Τούρκοις, η Μάνη έχαιρεν είδος ανεξαρτησίας εν ταις χερσί των Μουρζινάκων, Ζαννεντάκηδων, Καπετανάκηδων, Δευτεράκων, Κονμουνδουράκηδων, Διαβολάκων, Μαυρομιχαλαίων, Πατριαρχέων, Κουκουβαλαίων, παρουσιάζουσα λαόν μάχιμον, έχοντα πολλάς αρετάς των αρχαίων Σπαρτιατών αναμίκτους μετ' αγρίων παθών και μεγάλης δεισιδαιμονίας. Ο λαός ούτος ομιλεί υπέρ πάντα άλλον γλώσσαν ελληνικήν, απηλλαγμένην τουρκικών και λατινικών λέξεων, αποδεικνυουσών ότι οι διάφοροι κατακτηταί της Ελλάδος δεν εξετάθησαν μέχρι του μέρους τούτου, ή δεν ηδυνήθησαν επί χρόνον πολύν να διαμείνωσιν. Επί της επαναστάσεως του 1769-70 ως και εν τη του 1821, η οικογένεια Μαυρομιχάλη διεκρίθη και εθυσίασε και χρήματα και άνδρας, οίτινες προσέφερον μεγάλας και ανεκτιμήτους εκδουλεύσεις εις τον ιερόν της Ελλάδος αγώνα. Ο διατρέχων την ιστορίαν των χρόνων τούτων θα ίδη εν ταις σκηναίς της Κωνσταντινουπόλεως τους ομήρους Μαυρομιχάλη ως και την δραπέτευσιν αυτών. Εκ της εποχής ταύτης το αίμα των Μαυρομιχαλαίων αφθόνως επότισε το δένδρον της Ελληνικής ελευθερίας. Αλλ' ότε ο Κυβερνήτης ήρξατο της χρησιμοποιήσεως των εθνικών γαιών, όπως προσπορισθή τα μέσα της αναπτύξεως της χώρας, η Μάνη παρουσιάσθη ως πρόβλημα ενώπιον αυτού. Απετέλουν άρα γε τα άγρια και αδέσποτα όρη, αι βοσκαί και οι βάτοι της Μάνης μέρος των εθνικών γαιών ή ου; Τίσιν ανήκον; Και διά τινων τίτλων η Μάνη έπρεπε να μένη εξαιρέσιμος των γενικών μέτρων των άλλων μερών της Ελλάδος, σχηματίση δε Κράτος εν Κράτει; Ο βραχίων των νόμων της χώρας δεν έπρεπε να εκταθή μέχρι της Μάνης; Δεν έπρεπε να ληφθώσι μέτρα, όπως μη η Μάνη γίνη καταφύγιον των νόμων και των γενικών μεταρρυθμίσεων αντιστρατευομένων;
Της Μάνης παρουσιαζομένης ως το δυσχερέστατον κατά την λύσιν πρόβλημα τω Καποδίστρια, ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης απεφάσισαν εκ συμφώνου ιδίαν αυτών λύσιν.
Ο Πετρόμπεης και ο Ζαννετάκης εψήφισαν, ίνα η Μάνη διαιρεθή εις δύο, ανατολικήν και δυτικήν, και την μεν κυριαρχίαν της ανατολικής ν' αναλάβη ο Ζαννετάκης, την δε της δυτικής ο Μαυρομιχάλης.
Εκάτερος αυτών, όπως υποστηριχθή παρά των Μανιατών, υπεσχέθη προς αυτούς θέσεις, στρατιωτικούς βαθμούς, αποζημιώσεις, συντάξεις, και τον σχηματισμόν ταγμάτων Μανιατών, τα οποία θα κυβερνώνται εξ ενός μέλους των δύο οικογενειών. Τοιουτοτρόπως εκυμάτισεν εις Λιμένι η σημαία του Λυκούργου και του Λεωνίδα. Ενεπιστεύθησαν δε την αρχιστρατηγίαν τω στρατηγώ Κατσάκω (Ηλία) Μαυρομιχάλη ανεψιώ του Πετρόμπεη, μικρού αποδράσαντι εκ των εν Άργει φυλακών, συνεπεία αποφάσεως του δικαστηρίου προς ό προσήχθη προδοθείς υπό του αδελφού αυτού Νικολάου Πικουλάκη Μαυρομιχάλη, όστις, ως πρώτον συνταγματικόν κατόρθωμα, επέδραμεν, ως άλλος Ιβραχίμ πασάς, κατά των Καλαμών, άς, καίπερ φρουρουμένας υπό των Γάλλων, ελεηλάτησεν.
Απέναντι τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων της τε Ύδρας και της Μάνης, τι ώφειλε να πράξη ο Καποδίστριας; Δυοίν θάτερον: ή να παραιτηθή αμέσως και επιστρέψη εις Γενεύην, όπως διέλθη το γήρας αυτού μετά του φίλου Έυναρδ, ή η υφισταμένη Κυβέρνησις αυτού εντός των δικαιωμάτων αυτής να αντιτάξη δραστηρίως βίαν κατά της Ύδρας και Μάνης, περιορίζουσα την κατ' αυτής ανταρσίαν της περαιτέρω γενικεύσεως. Κατά μεν την πρώτην περίπτωσιν ώφειλε να δώση την παραίτησιν προς τας τρεις Δυνάμεις, και να εγκαταλείψη χάριν των Μανιατών και Υδραίων την πατρίδα και λαόν ολόκληρον, όστις ευρών πόρους ζωής, εμπόριον, ναυτιλίαν, κατάπαυσιν της πειρατείας και κιβδηλείας και ευτυχίαν εν τη απελπισία ηυλόγει και ηγάπα αυτόν υπερβολικώς. Κατά δε την δευτέραν ώφειλε να αντιτάξη βίαν κατά των ανυποτάκτων, ίνα εξαναγκάση αυτούς εις υποταγήν· δυστυχώς όμως ο μέγας εκείνος διπλωμάτης, ο τας τύχας όλης της Ευρώπης κατά τας δύο πρώτας δεκαετηρίδας του ΙΘ' αιώνος εις χείρας αυτού συγκρατήσας, δεν ηδυνήθη να εννοήση, ως ώφειλε, χάριν της σωτηρίας της πατρίδος, να προσοικειωθή τους ισχυρούς του τόπου και διά μέσων, άπερ αυτός οίδε, να καταστήση αυτούς χειροήθεις, αλλά προσοικειωθείς τον λαόν, εν αυτώ εζήτησεν άπασαν αυτού την δύναμιν, ήν κατέθραυεν η των ισχυρών επιβολή. Και εζήτησε μεν νυν, κατά το Ε' Ψήφισμα της εν Άργει Δ' Εθνοσυνελεύσεως (7 Ιανουαρίου 1830), να παράσχη τας αποζημιώσεις των τριών νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρρών, του στρατού του Καραϊσκάκη, των σωμάτων του Μεσολογγίου και της φρουράς της Ακροπόλεως Αθηνών, αλλ' αι νήσοι εζήτουν δύο εκατομμύρια και εννεακοσίας χιλιάδας ταλλήρων Ισπανικών ως αποζημιώσεις και οι της ξηράς στρατιωτικοί πεντήκοντα τέσσαρα εκατομμύρια τουρκικών γροσίων.
Πάντες ούτοι εζήτουν αυτά άνευ τίτλων, αποδείξεων δαπάνης και βασίμων μαρτυριών. Τεσσαράκοντα πλοιοκτήται ήσαν Υδραίοι ζητούντες 1,220,000 ταλλήρων, τριάκοντα Σπετσιώται 1,000,000 ταλλήρων και οι Ψαρριανοί 700,000. Προς δε την αποσταλείσαν προς εξέλεγξιν των παραπόνων αυτών πενταμελή επιτροπήν εκ του Μεταξά, Γενοβέλη, Μαυρογένη, Μαγγίνα και Αντωνοπούλου, οι ταραχοποιοί δημοτικοί σύμβουλοι της Ύδρας παρέστησαν και πάλιν κομπορρημονούντες και αξιούντες ούτε ολίγα ούτε πολλά 18,000,000 φοινίκων!
Η Εθνοσυνέλευσις καθώς και ο Καποδίστριας απεφάσισαν να πληρώσωσιν 1,000,000 ταλλήρων ταις νήσοις εις γαίας, χρήματα και γραμμάτια, ή το όλον των 2,900,000 ταλλήρων εις μόνον γαίας. Αλλ' ο μέγας αληθώς πατριώτης Κουντουριώτης εύρε την ευκαιρίαν να θέση την μάχαιραν εις τον τράχηλον της Ελλάδος, ζητών το όλον ποσόν 2,900,000 ταλλήρων εις χρήματα και τόκον μέχρις ού αποπληρωθή το ποσόν τούτο (τόκον ετήσιον 1,400,000 φοινίκων). Φυσικώς ούτε η Κυβέρνησις ούτε η Γερουσία, απεδέξατο την τοκογλυφικήν ταύτην αίτησιν, ήτις δεν εβασίζετο επί αποδείξεων, αλλ' επί των παραλόγων φωνασκιών των πλοιοκτητών, τινές των οποίων ελαχίστας υπέστησαν ζημίας. Διότι, κατά τινας υπολογισμούς, τα μεγαλείτερα πλοία της εποχής εκείνης των νησιωτών δεν ήσαν μεγαλείτερα των 300 τόννων, έν δε πλοίον των 300 τόννων κατά τας υψηλοτέρας διατιμήσεις των τότε ναυπηγών της Γαλλίας, δεν ηδύνατο να στοιχίση εν τη ναυπηγία αυτού περισσότερον των 25,000 φράγκων. Άρα πάντα τα πλοία, άπερ δεν ήσαν βεβαίως και πάντα των 300 τόννων, και δεν απωλέσθησαν πάντα κατά τον επταετή αγώνα, δεν ηδύναντο να απαιτήσωσιν αποζημίωσιν ούτε 1,000,000 ταλλήρων.
Εν τούτοις, ο Καποδίστριας, όστις ήλπισεν, ότι ηδύνατο να ευχαριστήση αυτοίς διά πληρωμής μικρού τινος ποσού απέναντι των απαιτήσεων απέστειλεν, επί τη γνωμοδοτήσει της πενταμελούς επιτροπής, προς τας δημοτικάς αρχάς των τριών νήσων 50,000 ισπανικών ταλλήρων συγχρόνως δε εκήρυξε (12)24 Μαρτίου 1830) την Ύδραν ελεύθερον λιμένα επί πενταετίαν, όπως ανορθώση το καταπεπτωκός εμπόριον. Τα εκ του τελευταίου όμως τούτου μέτρου πλεονεκτήματα ανηρέθησαν όλως διά της αυξήσεως των επί της εισαγωγής και εξαγωγής δασμών, οι δε κεχολωμένοι Υδραίοι ούτε διά του δώρου της ατελείας κατεπραΰνθησαν, ούτε διά της πληρωμής μέρους τινός των απαιτήσεων αυτών. Ενεκολπώθησαν χωρίς της ελαχίστης ευγνωμοσύνης τας 25,000 ισπανικών ταλλήρων, άτινα εδόθησαν τη Ύδρα — 16,000 εδόθησαν ταις Σπέτσαις και 9,000 τοις Ψαροίς — και εξηκολούθουν έτι μεγαλοφωνότερον απαιτούντες την υπό του Κράτους πληρωμήν ολοκλήρου του χρέους. Τέλος απεφάσισεν ο Κυβερνήτης να προτείνη αυτοίς οριστικήν εξόφλησιν δι' 6 εκατομμυρίων φοινίκων, ών έν τρίτον έμελλε να δοθή εις κτήματα, έτερον εις ομολογίας και το υπολειπόμενον εις μετρητά εκ του ελπιζομένου δανείου, ή και σύμπασα η ποσότης εις εθνικά κτήματα, αλλ' οι νησιώται ουδέν ήθελον να ακούσωσι περί του συμβιβασμού εκείνου, και επέμενον απαιτούντες την υπό του Κράτους αναγνώρισιν ολοκλήρου του χρέους, και την παρά τη εθνική χρηματιστική τραπέζη κατάθεσιν του φανταστικού αυτού κεφαλαίου επί τόκω 8 ο)ο, ού οι ετήσιοι τόκοι ήθελον αναβαίνει, ως είπομεν ανωτέρω, εις 1,440,000 φοινίκων. Την αξίωσιν ταύτην απέκρουσεν εντόνως ο Καποδίστριας διότι εν τη κακή τότε καταστάσει της τραπέζης δικαίως εφοβείτο ο Κυβερνήτης, ότι ήθελε παντελώς καταστραφή η πίστις αυτής, αν επεβαρύνετο διά νέου χρέους. Ούτω το περί αποζημιώσεως ζήτημα έμεινεν άλυτον, η μεταξύ της κυβερνήσεως και των Υδραίων διάστασις παρετείνετο, και αι ιδέαι της Ιουλιανής επαναστάσεως εύρον στήριγμα εν Ύδρα απτά υλικά συμφέροντα.
Τοιαύται ήσαν αι απαιτήσεις των νησιωτών και η αδιάσειστος αυτών απόφασις, όπως, εάν μη αποζημιωθώσιν αντιστώσι κατά της Κυβερνήσεως. Και δεν εμιμήθησαν οι γεννάδαι τους απαιτητάς αποζημιώσεων των κατά ξηράν στρατευμάτων, οίτινες ήσαν ουκ ολίγοι. Αλλ' αι απαιτήσεις αύται ήσαν δίκαιαι και συγκαταβατικαί. Ο δε στρατηγός Ιωάννης Ράγκος, λέγει φιλέλλην ιστοριογράφος της εποχής, έδειξε πρώτος το παράδειγμα της αποδοχής των δοθεισών αποζημιώσεων και τοιουτοτρόπως εξώφλησαν οι πλείστοι απαιτηταί.
Οι Υδραίοι όμως απορρίψαντες τας προτάσεις του Καποδιστρίου εξέφραζον αγανάκτησιν κατ' αυτού, επιλαθόμενοι, ότι κατέστρεφον ου μόνον την πατρίδα, αλλά τα ίδια αυτών ανδραγαθήματα, τας ιδίας αυτών, κατά τον μακρόν αγώνα, θυσίας. Υπάρχουσι χιλιάδες Ελλήνων τού τε εξωτερικού και εσωτερικού και εκατοστύες φιλελλήνων, εκ των ευγενεστέρων της Ευρώπης οικογενειών, δουκών, λόρδων και κομητών, χύσαντες το αίμα αυτών και θυσιάσαντες την ουσίαν υπέρ της Ελλάδος, και όμως τα τέκνα αυτών ουδέποτε εζήτησαν ούτε οβολόν.
Την τοιαύτην κατάστασιν της Ελλάδος καθίστων έτι δεινοτέραν, ως και ανωτέρω είπομεν, αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως ο εν Σμύρνη εκδιδόμενος υπό του Βλακ (78) «Ταχυδρόμος της Σμύρνης» η εν Ναυπλίω «Ηώς» του Ε. Αντωνιάδου και ο εν Ύδρα «Απόλλων» του Αναστασίου Πολυζωίδου, νέου Θεσσαλού άρτι εκ Παρισίων επανακάμψαντος και εμπεφορημένου υπό επαναστατικών ιδεών. Ούτος ζητήσας να εκδώση εν Ναυπλίω την εφημερίδα αυτού κατεδιώχθη και φυγών μετέβη εις Ύδραν, ένθα έτυχε της αναγκαίας υποστηρίξεως και εξέδιδε τον «Απόλλωνα». Αι κατά του Κυβερνήτου αδολεσχίαι των εφημερίδων τούτων επί τοσούτον επιθετικότητος ίκοντο, ώστε ο Αντωνιάδης, συντάκτης της «Ηούς» κατεδιώχθη δικαστικώς, ένεκα της ελευθέρας γλώσσης της εφημερίδος αυτού, κατηγορήθη επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας και προυφυλακίσθη· η δε Ηώς επαύθη. Μόλις μετά πολύμηνον κάθειρξιν εξεδόθη απόφασίς τις, δι' ής ο κατηγορούμενος ηθωώθη. Το δικαστήριον εθεώρησε την στέρησιν της προσωπικής ελευθερίας, ήν υπέστη ο Αντωνιάδης, ως προσήκουσαν ανταπόδοσιν της ελευθέρας πολιτικής κρίσεως, ήν είχε τολμήσει ο συντάκτης της «Ηούς». Η προς τον άνδρα τούτον συμπεριφορά της Κυβερνήσεως ενέπνευσε μεν τρόμον και αγανάκτησιν τοις δημοσιογραφούσιν, αλλά δεν εφόβισεν ούτε απέτρεψε και άλλους της οδού, ήν εκείνος εβάδισεν.
Ο εν Ύδρα εκδιδόμενος «Απόλλων» επετίθετο λάβρως κατά του Κυβερνήτου αποκαλών αυτόν τύραννον, ρωσόφρονα και παροτρύνων τον λαόν εις ανταρσίαν.
Αφειδώς μετεχειρίσθη παρακλήσεις και απειλάς ο Καποδίστριας, όπως στερήση τον «Απόλλωνα» της προστασίας των νησιωτών. Επίτροπος της κυβερνήσεως μετέβη εις Σπέτσας και Ύδραν και υπέβαλε προς τους δημογέροντας τον τύπον αναφοράς, δι' ής παρεκάλουν ούτοι την κυβέρνησιν να απομακρύνη της νήσου το σκάνδαλον, όπερ κατήσχυνε τας κοινότητας αυτών, απαλλάττουσα αυτάς του «Απόλλωνος». Αλλ' οι νησιώται έμειναν κωφοί προς τας παρακλήσεις του Κυβερνήτου, οι Υδραίοι δε μάλιστα διέταξαν την ημέρας και νυκτός ένοπλον φρούρησιν του τυπογραφείου του Α. Πολυζωίδου, εν ώ εξετυπούτο ο «Απόλλων» , προς αποτροπήν βιαίας τινός από της Στερεάς επιθέσεως. Η βιαιότης της γλώσσης του «Απόλλωνος» ηύξησε μετά του απειλούντος αυτόν κινδύνου, η χειρίστη δ' αυτού μομφή κατά του Κυβερνήτου ήν ο φόβος αυτού προς την κοινήν γνώμην. «Ο ελεύθερος τύπος, επανελάμβανεν αδιακόπως υπό διαφόρους φράσεις το αντιπολιτευόμενον φύλλον, υπήρξε πάντοτε η αιωνία πέτρα του σκανδάλου διά τους αυθαιρέτους δεσπότας.»
Αλλά πλην των εφημερίδων οι αντιπολιτευόμενοι, θρασύτεροι γενόμενοι, ήρξαντο γράφοντες και αναφοράς, άς υπερεπλήρουν διά πλαστών υπογραφών, εν αίς εξετίθετο η αντεθνική δήθεν πολιτική του Κυβερνήτου. Τούτο δ' έχων υπ' όψει: «Ας κατασκευάζωνται, έγραφεν ο Καποδίστριας προς τον πρίγκηπα Σούτσον εις Παρισίους, αναφοραί εν Ύδρα και άλλοις δήμοις του Αιγαίου, εκ Πελοποννήσου αφ' ετέρου και εκ της Στερεάς δεν παύει ο λαός γράφων προς εμέ τα αντίθετα. Επί του παρόντος έχομεν έτι μόνον εμφύλιον πόλεμον διά του καλάμου· αλλοίμονον αν καταντήση ούτος εις πυροβολισμούς!»
Οι φόβοι ούτοι εφάνησαν ταχέως δικαιολογούμενοι υπό των γεγονότων. Η κατά το Αιγαίον στασιαστική κίνησις, ιδίως της Σύρου, ελάμβανεν οσημέραι σοβαρωτέραν μορφήν. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, όστις είχε τέως διαμείνει εν τω βάθει της σκηνής και συνεδαύλιζε μόνον εκ Τήνου, ένθα είχε καταφύγει, την φλόγα, ήλθεν εις Ύδραν, ο επίτροπος της κυβερνήσεως έφυγεν εκείθεν, και οι τω Κυβερνήτη αφωσιωμένοι δημοτικοί σύμβουλοι εδιώχθησαν. Επταμελής συνταγματική επιτροπή, αποτελουμένη, ως είπομεν, εκ των: Κουντουριώτου, Μιαούλη, Β. Βουδούρη, Μ. Τομπάζη, Δ. Βούλγαρη, Α. Κριεζή και Ν. Οικονόμου, ανέλαβεν, ως ηγγέλλετο την διοίκησιν της νήσου, και διέκοψε πάσαν σχέσιν προς την καθεστηκυίαν κυβέρνησιν. Το παράδειγμα της Ύδρας παρηκολούθησαν, εντός ολίγου, και άλλαι νήσοι του Αιγαίου. Ο σκληρότερος όμως κατά του Κυβερνήτου κτύπος ην η αποστασία της Σύρου, ής η δυσαρέσκεια οσημέραι αύξουσα από των τελευταίων ταραχών, εκορυφώθη νυν μετά το δοθέν παράδειγμα της Ύδρας εις εκφανή στάσιν. Τα τελωνεία Σύρου είχον τέως αποτελέσει τον κυριώτατον οικονομικόν πόρον της κυβερνήσεως. Διότι επί της Στερεάς δεν εισεπράττοντο οι φόροι τόσον τακτικώς ως επί των νήσων. «Η δυσάρεστος συνέπεια πάντων των σκευωρημάτων, έγραφεν ο Κυβερνήτης, είναι η εξής: αι υπό των δήθεν πατριωτών υποκινούμεναι ταραχαί παρέχουσιν εις τους ενοικιαστάς την πρόφασιν να αναβάλωσι την εις το δημόσιον πληρωμήν· οι φορολογούμενοι αφ' ετέρου ουδεμιάς αμελούσιν ευκαιρίας, όπως υστερώσι της καταβολής των οφειλομένων. Εκ τούτου εννοείτε την αξιοθρήνητον θέσιν μου».
Κατά την εποχήν ταύτην ο Καποδίστριας, εις απελπισίαν περιελθών ένεκα της καθυστερήσεως των αναγκαιοτάτων χρηματικών πόρων, κατέφυγεν εις το έσχατον μέτρον κυβερνήσεως παλαιούσης προς την χρεωκοπίαν· έπλασε νέους φόρους, μη πληρωνομένων των παλαιών· διέταξε κατ' απομίμησιν του παρά πάσι τοις πεπολιτισμένοις έθνεσιν υπάρχοντος τέλους χαρτοσήμου, την πληρωμήν τοιούτου φόρου παρά παντός τίτλου ιδιοκτησίας, παντός συμβολαίου εκμισθώσεως και πάσης υπό της κυβερνήσεως διδομένης αδείας· ανεβίβασε τους τελωνειακούς δασμούς, τον μεν της εξαγωγής εις 8, τον δε της εισαγωγής εις 10 ο)ο, επί προφάσει ανακουφίσεως των εκ Κρήτης δυστυχών μεταναστών· εψήφισε δε τέλος την έκδοσιν 3,000,000 φοινίκων ατόκου χαρτονομίσματος.
Τω ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ τοσούτον κρίσιμος εφαίνετο η των πραγμάτων κατάστασις, ώστε έγραφε κατ' Ιούλιον του 1831 τον Νέσσελροδ: «Τα συμβάντα επέρχονται ενταύθα ουχί της ισχύος των πεποιθήσεων, αλλά διά της δυνάμεως των ταπεινοτάτων ορμών. Πας ο μετασχών της υπερασπίσεως της πατρίδος, ζητεί νυν αποζημιώσεις και δώρα, και ζητεί αυτά ανώτερα των εν τω πολέμω ζημιών αυτού. Πάντες λησμονούσι την πτωχείαν του δημοσίου ταμείου και την αρχήν, ότι οι ικανώτατοι πρέπει να καταλάβωσι τας καλλίστας των θέσεων. Τούτου ένεκα έχει τοσούτους εχθρούς η κυβέρνησις. Οι αντιπρέσβεις Αγγλίας και Γαλλίας κατακρίνουσι μεν εν τω φανερώ την αντιπολίτευσιν, αλλ' εν τω κρυπτώ δεν παύουσιν υποστηρίζοντες αυτήν, και συνδαυλίζουσιν ούτω το πυρ, εξ ού γενική κινδυνεύει να προέλθη και καταστρεπτική πυρκαϊά».
Η αμηχανία του Κυβερνήτου ταυτοχρόνως τοσούτον είχε κορυφωθή, ώστε ησθάνθη την ανάγκην να ενδώση, κατά τι, εις τας απαιτήσεις των πολεμίων, αφού μάλιστα η αντιπολίτευσις είχεν ισχυρόν έρεισμα τους αντιπρέσβεις των δυτικών Δυνάμεων, οίτινες προβαλλόμενοι ως ασπίδα τας ταπεινοτάτας ορμάς Ελλήνων σπουδαρχών υπό τον τύπον ευλόγων δικαίων, τας ανάγκας των αληθώς την πατρίδα κατά την επανάστασιν ευεργετησάντων, τους πτωχούς τους οπωσδήποτε πάσχοντας, τους πολιτικής επικουρίας επιδεομένους και πάντας εν γένει τους ένεκα τούτου ή εκείνου του λόγου αφορμάς κατά της κυβερνήσεως έχοντας, κατεπενέβαινον τοις των Ελλήνων πράγμασιν επί ιδίοις τέλεσιν, οι μεν ως συμπολιτευόμενοι, εν οίς πρώτιστοι οι Ρώσοι οι δε ως αντιπολιτευόμενοι, εν οίς οι Άγγλοι και Γάλλοι. Τη παρακινήσει των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων ήλθον περί τας αρχάς Ιουλίου, πέντε προύχοντες της Ύδρας εις Ναύπλιον, όπως συνεννοηθώσι μετά της Κυβερνήσεως. Επανέλαβον την περί εθνοσυνελεύσεως και συντάγματος απαίτησιν, ήν πλείσται πόλεις, εν αίς και αι Αθήναι, τοσούτον ενεργώς είχον ασπασθή. Αλλ' ο Κυβερνήτης ηρνήθη να δεχθή αυτούς και να συνομιλήση μετ' αυτών προσωπικώς, εδέησε δε να γείνωσιν αι διαπραγματεύσεις τη μεσιτεία των αντιπρέσβεων. Ο Καποδίστριας εθεώρει τους Υδραίους ως απλούς αποστάτας, και μεγάλως εδυσχέραινεν, ότι των Δυνάμεων αντιπρόσωποι συγκατέβαινον εις προσωπικήν προς αυτούς κοινωνίαν. Ούτω δε κατεδείκνυε την αγανάκτησιν αυτού, γράφων προς τον Σούτσον:
»Αι απαιτήσεις, άς οι κύριοι αντιπρέσβεις έσχον την υπομονήν να ακούσωσι παρά των Υδραίων εν τη μετ' αυτών συνεντεύξει, χαρακτηρίζουσιν εντελώς τα τε πρόσωπα και πράγματα. Δεν δύναμαι να ελπίσω, ότι η ημιεπίσημος ανάμιξις των κυρίων αντιπρέσβεων εις τα της Ύδρας θέλει φέρει ευχάριστόν τι αποτέλεσμα.» Ουχ ήττον δεν κατώρθωσεν ο Καποδίστριας να αντιστή εκφανώς εις την γενικήν συνταγματικήν πίεσιν. Απεφάσισε να ορίση κατ' Οκτώβριον 1831 την έναρξιν της Εθνοσυνελεύσεως, υπό τον όρον: «αν μέχρις Οκτωβρίου δεν μετέβαλλε την κατάστασιν των πραγμάτων η εν Λονδίνω σύνοδος.»
Συνάμα δ' επέμεινε προφορικώς ο έμφρων ηγεμών, απέναντι των συνταγματικών ορέξεων των νησιωτών, εις το αξίωμα, ότι δεν είχε το δικαίωμα να διαθέση το μέλλον της Ελλάδος, και ότι μόνος ο μέλλων Βασιλεύς ηδύνατο να αποφασίση περί της σκοπιμότητος συνταγματικού πολιτεύματος. Οι Υδραίοι επανέκαμψαν άπρακτοι· αλλ' ο Κυβερνήτης διήνοιξε τους οφθαλμούς αυτών, και αι ψευδείς παραχωρήσεις κατέστησαν οξείαν την κρίσιν. Η μερίς της αντιπολιτεύσεως ήρξατο παρασκευαζομένη εις συγκρότησιν ιδίας εθνικής συνελεύσεως εν Ύδρα. Και απεπειράθησαν μεν νυν οι αντιπρέσβεις να συνδράμωσι την κυβέρνησιν δι' επισήμων αγαθών συμβουλών, αλλ' η ατελής όλως αρμονία, ήτις επεκράτει μεταξύ αυτών, κατεφαίνετο προδηλότατα εκ των διακοινώσεων αυτών.
Ούτως ο μεν Ρώσος Ρούκμαν απήτει έντονα και γενναία μέτρα ισχυριζόμενος, ότι έπρεπε να κατασυντριβή η κεφαλή του επαναστατικού δράκοντος, ο δε βαρώνος Ρουάν της Γαλλίας διεβίβασε την λακωνικήν ταύτην αλλά μεγάλην σημασίαν έχουσαν πρότασιν, του να διατάξη την υπό γαλλικών στρατευμάτων κατάληψιν του Ναυπλίου, ψυχροί δε και εχθρικοί υπήρξαν οι λόγοι του Άγγλου Δώκινς, παρατηρούντος ότι δεν ηδύνατο να αναμιχθή εις εμφυλίους ελληνικάς διενέξεις, και ότι ήκιστα ενόμιζε πρόωρον την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως και κινδυνώδη διά την Ελλάδα την εις αυτήν παροχήν συντάγματος. Ο Καποδίστριας όμως ηρκέσθη επαναλαμβάνων την τυπικήν υπεκφυγήν, ότι δεν ηδύνατο να δώση σύνταγμα, αφού η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι εκλέξει ηγεμόνα, δεν επεθύμει δε αυτός να προδράμη της μεγαλοδωρίας του μέλλοντος βασιλέως της Ελλάδος.
Ο Κυβερνήτης ηδυνήθη να πεισθή εν τω εν Ελλάδι γαλλικώ στρατοπέδω, εν ώ παρευρέθη κατά τας επί τη ιουλιανή επαναστάσει γενομένας εορτάς, πόσον βαθέως ήσαν εν αυτώ ερριζωμέναι αι δημοκρατικαί ιδέαι, και πόσον ευμαθείς είχον καταστή αι γαλλικαί λόγχαι. Ούτω εφοβείτο ευλόγως, ότι οι μέλλοντες να φρουρήσωσι το Ναύπλιον Γάλλοι στρατιώται ήθελον συναδελφωθή προς τους επαναστάτας, και καλόν ενόμισε να υποδείξη μετ' αξιοπρεπείας, «ότι η ημέρα, καθ' ήν ξένος στρατός ήθελε καταλάβει την πρωτεύουσαν της Ελλάδος και εις τας λόγχας αυτού μόνας ήθελεν οφείλει την ασφάλειάν της η κυβέρνησις, ήθελεν είναι η τελευταία ημέρα του προσωρινού Κυβερνήτου! και ότι, αν αι σκευωρίαι αναπτυχθώσιν επί τοσούτον, ώστε η ελληνική κυβέρνησις μόνον διά ξένων επικουρικών στρατευμάτων να δύνηται να επιβάλη υπακοήν εν Ναυπλίω και Άργει, εστέ πεπεισμένος — είπε προς τον Ρουάν — ότι εγώ δεν θα είμαι πλέον κυβέρνησις!» Ούτω δε ο Καποδίστριας απεφάσισε να ακούση. Ίνα επιφέρη δ' οριστικόν τινα και κρίσιμον κτύπον κατά της Ύδρας, ηρνήθη τοις νησιώταις τα ναυτιλιακά έγγραφα, ισχυριζόμενος, ότι δεν υπήκουον πλέον τοις παλαοίς αυτών δημογέρουσιν, αλλά τη αυτοκλήτω συνταγματική δημοτική επιτροπή. Παρεκάλεσε δε συνάμα τους κυβερνήτας των τριών συμμάχων στόλων να παρακωλύσωσιν εκπλέοντα τα πλοία των επαναστατών. Αλλά δυστυχώς ήκουσεν ως προς τούτο τον Λαλάνδ και τον Λάιονς προφασιζομένους έλλειψιν οδηγιών εκ μέρους των οικείων κυβερνήσεων. Η διαγωγή αύτη των κυβερνητών Αγγλίας και Γαλλίας, καθ' ά έγραφεν ο Ρίκορδ τη 30 Ιουλίου προς τον Νέσσελροδ: «κατέδειξεν, ότι οι ναύαρχοι της Γαλλίας και Αγγλίας υπήρξαν οι κύριοι αίτιοι των ταραχών και της καταστροφής εν Πόρω». Ο Κυβερνήτης δεν εταράχθη βεβαίως εκ της «δειλίας των Άγγλων και Γάλλων», ως απεκάλει το πράγμα. Το σπουδαίον νυν ήτο να κατασταλή δι' ενός μόνου κτύπου η επανάστασις. Ούτω δε εν τω ναυστάθμω του Πόρου διετάχθη εν κρυπτώ ζωηροτάτη δραστηριότης. Ο Καποδίστριας διέταξε τον εξοπλισμόν και την πλήρωσιν του ελληνικού στόλου· ήθελε δε να προσβάλη την Σύρον, ίνα τιμωρήση αυτήν ότι συμμετέσχε της επαναστάσεως, και επαναγάγη ούτως υπό το κράτος αυτού την εμπορικώς και πολιτικώς σπουδαιοτάτην νήσον του Αιγαίου.
Κατά την σπουδαιοτάτην εκείνην διά την Ελλάδα στιγμήν, η κοινότης της Ύδρας προέβη εις αξιόμεμπον απόφασιν. Επεφόρτισε τον δαφνοστεφή ναύαρχον Α. Μιαούλην να ματαιώση διά πραξικοπήματος τα σχέδια του Κυβερνήτου, και μεταβαίνων κατεσπευσμένως εις Πόρον μετά 200 νησιωτών να καταλάβη τον ελληνικόν στόλον και τον ναύσταθμον. Ο Μιαούλης κατά την νύκτα της 14 προς την 15 Ιουλίου 1831 ηγούμενος πεντήκοντα μόνον ανδρών και συνοδευόμενος υπό του σημαιοφόρου αυτού Α. Κριεζή και του Α. Μαυροκορδάτου ως πολιτικού συμβούλου, μετέβη εις Πόρον και κατώρθωσε, διαρκούσης έτι της νυκτός, να καταλάβη αιφνιδίως, τη βοηθεία των κατοίκων, τον ναύσταθμον τον στόλον, και να αναπετάση την σημαίαν αυτού επί της φρεγάτας «Ελλάδος».
Ο εν Πόρω ευρισκόμενος στόλος απετέλει τότε το μέγιστον μέρος της ελληνικής ναυτικής δυνάμεως· συνέκειτο δε εκ της φρεγάτας: «Ελλάδος», 64 τηλεβόλων, των κορβετών «Σπετσών» και άλλης τινός, δύο ατμοπλοίων, του «Άστιξ» και της «Καλαυρίας», πολλών πυρπολικών και άλλων μικροτέρων πλοίων, Ο Μιαούλης διέταξε την εξόπλισιν των πλοίων τούτων, ίνα απαγάγη αυτά εις Ύδραν, μετεχειρίσθη δε πάσαν δυνατήν πειστικήν τέχνην, όπως προσηλυτίση υπέρ της «συνταγματικής μερίδος» τον έτερον δαφνοστεφή ήρωα Κ. Κανάρην, κυβερνήτην της κορβέττας αι «Σπέτσαι». Εις μάτην όμως· ο γενναίος ψαριανός ην φανατικός οπαδός του ρωσικού κόμματος, εις ό παρέμεινε πιστός καθ' όλον αυτού τον βίον, και προσέκειτο τω Κυβερνήτη μεθ' όλης της αφοσιώσεως εντίμου ψυχής. Ούτος αρνηθείς να παραδώση το πλοίον αυτού εις την κοινότητα της Ύδρας, απεχώρησεν, ότε ο Μιαούλης έτεινεν αυτώ την χείρα. Δακρύων ούτος επί τη πεισμοσύνη του παλαιού συμμαχητού, διέταξε προς το θεαθήναι την φυλάκισιν αυτού, και την εξ Υδραίων πλήρωσιν των «Σπετσών», αλλ' απέλυσε πάλιν εντός ολίγου τον γενναίον πυρπολητήν.
Το παράβολον τούτο πραξικόπημα του Μιαούλη ενεποίησε βαθείαν εντύπωσιν τω Κυβερνήτη. Εσωτερική δε τις άλλη επανάστασις εφαίνετο γινομένη εν αυτώ. Αι εκφράσεις και η συμπεριφορά αυτού ενέφαινον τον άγριον πόθον προσωπικής εκδικήσεως· επεκαλέσατο δε νόμους και δικαιοσύνην, όπως καταδικασθώσιν εις θάνατον οι ηγήτορες της αντιπολιτεύσεως. Τους Υδραίους εθεώρει ως στίφος βαρβάρων και πειρατών, οίτινες προσέβαλλον την αρχήν αυτού, διότι είχε κλείσει εις αυτούς την οδόν του κακουργήματος και της ληστεύσεως. Τούτου δ' ένεκα εδήλωσεν, ότι σκοπόν είχε να πλύνη διά του αίματος των εχθρών την εστίαν εκείνην της αποστασίας.
Εν Ναυπλίω επεκράτει μεγίστη κατάπληξις επί τοις εν Πόρω γινομένοις. Ουδέν εφαίνετο σαφέστερον, ή ότι δυσκόλως θα κατώρθου ο Κυβερνήτης να καταστείλη την στάσιν δι' Ελληνικών δυνάμεων. Ούτω δε ετράπη ούτος προς τους τρεις αντιπρέσβεις, και δι' επισήμου εγγράφου της 16)28 Ιουλίου, εν ώ καταφαίνεται αμηχανία, παρέστησε την πράξιν του αρχηγού των Υδραίων. Απήτησε δε παρ' αυτών να λάβωσι πάραυτα παν δυνατόν μέτρον, όπως πείσωσι τους Υδραίους, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις δεν ήθελον ανεχθή, αλλά παραδειγματικώς τιμωρήσει τοιαύτας άφρονας και εγκληματικάς πράξεις. Εκ τυχαίας συμπτώσεως, ήτις παρέχει ημίν ύποπτον λαβήν, ο τε γάλλος αντιπρεσβευτής και οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς ευρέθησαν απόντες του Ναυπλίου κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν. «Λυπούμαι πολύ, έγραφεν ένεκα τούτου ο Κυβερνήτης προς τον βαρώνον Ρούκμαν, «ότι ο βαρώνος Ρουάν είνε απών, ότι ο κύριος Λαλάνδ ευρίσκεται εν Ναβαρίνω, και ότι ο κύριος Λάιονς απέπλευσε χθες εντεύθεν. Ελπίζω όμως ότι υμείς, απέναντι της σοβαρότητος των πραγμάτων, θέλετε παρακινήσει τον ναύαρχον Ρίκορδ να μεταβή εις Πόρον, όπως κωλύση τους πειρατάς της Ύδρας από της εκτελέσεως των σχεδίων αυτών.»
Ο ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ, άμα αγγελθέντων των εν Πόρω γενομένων, είχε μεταβή εις Ναύπλιον, και εξέφρασε το κατ' αρχάς, δισταγμούς τινας και ενστάσεις κατά της μονομερούς επεμβάσεως των Ρώσων εις την ελληνικήν εμφύλιον έριδα, αλλ' ο Κυβερνήτης εγνώριζε τον άνθρωπον. Ανέλαβεν ενώπιον αυτού το ήθος του πρώην υπουργού του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και ο ρώσος ναύαρχος ηναγκάσθη να υπακούση. Ο Ρίκορδ απέπλευσε, συγχρόνως δ' ο Καποδίστριας απέστελλεν εις Πόρον διά ξηράς έν τάγμα πεζικού, 200 άνδρας τακτικού ιππικού υπό τον Δημήτριον Καλλέργην και ισχυρόν σώμα ατάκτων. Ο ρώσος ναύαρχος ηγκυροβόλησε μετά της φρεγάτας και του βρικίου αυτού, προ μεγάλου στομίου του λιμένος του Πόρου. Μικρόν δε μετ' αυτόν επεφάνη έξωθεν του Πόρου και η αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρ,» ήτις εξηκολούθησεν όμως, μετά μικράν διαμονήν, πλέουσα προς την Σαλαμίνα, όπερ ηύξησε μεν τας ελπίδας των επαναστατών, προυκάλεσε δε πικρότατα του Κυβερνήτου παράπονα. Ο Καποδίστριας υπέμνησε δριμέως προς τον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, ότι αι οδηγίαι του Λόρδου Πάλμερστον υπηγόρευον αυτώ να παράσχη ηθικήν συνδρομήν τη προσωρινή κυβερνήσει και αφήκεν αυτόν να κρίνη, οποίαν εντύπωσιν ήθελε προξενήσει τοις Έλλησιν η στιγμιαία εμφάνισις και η παραχρήμα αναχώρησις της «Μαδαγασκάρ».
Επειδή δε ο Κυβερνήτης ουδ' επί στιγμήν καν ηδύνατο να αμφιβάλλη περί των διαθέσεων του λαού, παρεδέξατο ανενδοιάστως, ότι δυνατόν ήτο να εκραγή εμφύλιος πόλεμος. Το Ναύπλιον ετέθη εις κατάστασιν πολιορκίας, η αστυνομία ανέπτυξε σωτήριον αυτής ενέργειαν, έρευναι κατ' οίκον και φυλακίσεις εξετελούντο, και πας ύποπτος ηναγκάζετο να καταλίπη ανυπερθέτως την πόλιν. Ούτως ηρπάγησαν νυκτός εκ των οίκων αυτών οι ιατροί Αλεξόπουλος και Σπηλιόπουλος, εσύρθησαν χωρίς τινος ανακρίσεως ή εξετάσεως έξω των πυλών των τειχών και εξηναγκάσθησαν να φύγωσιν εις Ύδραν.
Ο γενναίος του Κολοκοτρώνη συναγωνιστής ο Τουρκοφάγος Νικήτας επετράπη και ανέλαβε την διοίκησιν παντός του εις Πόρον αποσταλέντος σώματος εκ χιλίων περίπου ανδρών, όπερ αποστολήν είχε να υποστηρίξη εκ της Στερεάς τας κινήσεις των Ρώσων. Οι προφυλακές αυτού προυχώρησαν αντίπεραν μέχρι της νήσου, αυτός δε εστρατοπέδευσεν εν τω προαστείω Γαλατά, κειμένω επί της Στερεάς απέναντι του Πόρου.
Ότε αφίκετο εις Πόρον ο ναύαρχος Ρίκορδ, ο Μιαούλης κατεγίνετο εις εξοπλισμόν των πλοίων, άτινα είχε καταλάβει, όπως απαγάγη αυτά κατόπιν εις Ύδραν. Προσκληθείς δε να παραιτηθή του σκοπού αυτού, εδήλωσεν ότι ενήργει τη διαταγή της συνταγματικής επιτροπής. Μάτην ηπείλησε βίαν ο Ρίκορδ. Ο Μιαούλης, διαβεβαιών την ευπείθειαν αυτού εις τας προστάτιδας Δυνάμεις, υπεδήλωσεν, ότι δεν ηδύνατο να λάβη διαταγάς παρά του Ρώσου ναυάρχου ατομικώς, και ότι ήθελεν υπερασπισθή εναντίον αυτού. Παρέπεμψε δε τον ναύαρχον Ρίκορδ εις τας δημοτικάς της Ύδρας αρχάς, όπερ εθεωρήθη φυσικώς υπό των Ρώσων ως ειρωνεία. Αι διαπραγματεύσεις ετραχύνθησαν, και βίαιαι επήλθον σκηναί· Ρώσος δε τις κήρυξ, σχίσας επιστολή του Μιαούλη και καταπατήσας αυτήν ενώπιον του ελληνικού πληρώματος, ολίγου δειν εφονεύετο υπό των αγανακτησάντων Ελλήνων, αν δεν προυστάτευεν αυτόν ο Μιαούλης. Κατά την κρίσιμον εκείνην στιγμήν επεφάνησαν οι της Αγγλίας και Γαλλίας κυβερνήται Λάιονς και Λαλάνδ, τυχαίως ελθόντες και έτοιμοι να επανακάμψωσιν εις Ναύπλιον. Ίνα διατηρήσωσι δε το κύρος της τριπλής συμμαχίας, συνετάχθησαν ταις ενεργείας του πρεσβυτέρου αυτών συναδέλφου, του Ρίκορδ. Προσεκάλεσαν τους επαναστάτας να αποχωρήσωσι και να αποδώσωσι τη κυβερνήσει τα τε πλοία και τον ναύσταθμον. Αλλ' ο Μιαούλης ησθάνετο έτι και νυν ότι ήτο πολίτης της Ύδρας· αντέταξε τας ρητάς διαταγάς της δημογεροντίας και επιτροπή, σταλείσα εις Ύδραν όπως ερωτήση περί τούτου, επεβεβαίωσεν αυτάς. Ο Λάιονς και ο Λαλάνδ ούτ' εξουσίαν ούτε διάθεσιν είχον να ασκήσωσι βίαν τούτου δ' ένεκα απήλθον εις Ναύπλιον, όπως μάθωσι την γνώμην των αντιπρέσβεων.
Αναντιρρήτως ο ένθεν κακείθεν πλους της «Μαδαγασκάρ», η αιφνίδιος εμφάνισις, η ατελής απειλή και η παραχρήμα αναχώρησις αμφοτέρων των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ήσαν πρόσφορα μόνον όπως αναζωογονήσωσι τας ελπίδας των επαναστατών.
Πριν ή αποπλεύσωσιν όμως συνεφώνησαν προς αμφοτέρους τους αντιπάλους να γείνη αποφυγή πάσης αιματοχυσίας, έλαβον δε παρά του Μιαούλη και του ναυάρχου Ρίκορδ την υπόσχεσιν, ότι δεν θα επιχειρήσωσί τι κατ' αλλήλων ιδιοβούλως, μέχρις ού επιστρέψωσιν εκ Ναυπλίου ο Λαλάνδ και ο Λάιονς κομίζοντες την απόφασιν των συμμάχων. Αλλά και διάθεσιν αν είχεν ο ρώσος ναύαρχος να υπομείνη μέχρι της προθεσμίας ταύτης, τα πράγματα έμελλον να κατισχύσωσι της υποσχέσεως αυτού. Ο Ρίκορδ έγραψε προς τους δύο συναδέλφους επιστολήν, αγγέλλουσαν ότι σκοπόν είχε να περιζώση τον Μιαούλην, να κλείση αυτώ το μεσημβρινόν στόμιον του πορθμού, και να εξαναγκάση αυτόν εις παράδοσιν· εις τοσούτον δε μάλιστα προυχώρει ο προς επέμβασιν ζήλος αυτού, ώστε ηξίωσε παρά των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων να υποστηρίξωσιν αυτόν εν ταις κατά του Μιαούλη και των Υδραίων ενεργείαις αυτού. Ούτω δε ευθύς αμέσως μετά τον απόπλουν των κυβερνητών του γαλλικού και αγγλικού στόλου, ανεκοίνωσεν ο Ρίκορδ προς τον Έλληνα ναύαρχον, ότι έμελλε να αποστείλη δύο πλοία εις το μεσημβρινόν στόμιον του στενού, άπερ και απέστειλε και κατέλαβον εν τω μέσω αυτών την κορβέταν «Σπέτσαι», απεκώλυσαν τον είσπλουν και έκπλουν των πλοιαρίων, άτινα μετέφερον ύδωρ και τροφάς εις το αντίπεραν κείμενον Μοναστήριον. Πρόδηλος σκοπός αυτών ήτο να διακοπή εντελώς η προς την Ύδραν συγκοινωνία, να αποκλεισθή δε και λιμοκτονήση ο Μιαούλης εν τω στενώ εκείνω πόρω. Τούτου δ' ένεκα κατά την νύκτα της 24 προς την 25 Ιουλίου επήλθε μάχη μεταξύ των ρώσων και των επαναστατών. Μικρά τις κορβέτα, φορτίον τροφίμων εξ Ύδρας κομίζουσα, απεπειράθη να εισχωρήση διά της μικράς εισόδου εις τον λιμένα. Ο κυβερνήτης του ρωσικού πλοίου ο «Τηλέμαχος» εξέπεμψεν ευθύς λέμβον, προσκαλών αυτήν να οπισθοχωρήση· αποκρουσθείσης δε της λέμβου διά πυροβολισμών, ήρξατο πυροβολών και αυτός κατά των επαναστατών. Το φρούριον του Πόρου, και η κορβέτα «Σπέτσαι» μετέσχον του επακολουθήσαντος κατά των Ρώσων αγώνος. Κατίσχυσαν όμως τα κάλλιον ωπλισμένα και πεπληρωμένα πλοία, και μετά δίωρον μάχην, η μεν κορβέτα «Σπέτσαι» είχεν απολέσει τους ιστούς αυτής, η δε άλλη ηναγκάσθη να επιστρέψη εις Ύδραν. Επέτυχον δε ούτως οι Ρώσοι να αναγκάσωσιν εις υποστροφήν και τους τρόφιμα κομίζον υδραϊκόν πλοίον. Το γεγονός τούτο βαθείαν ενεποίησεν εντύπωσιν τω Έλληνι ναυάρχω. Απέστειλε δε τον υπασπιστήν αυτού Αργυρόπουλον εις την ρωσικήν ναυαρχίδα, όπως εκφράση παράπονα κατά των παρακεκινδυνευμένων κινημάτων του ρωσικού στόλου. Αλλ' ο Ρίκορδ, ένθερμος ρώσος πατριώτης, θεωρών πάσαν την κατά του Κυβερνήτου επανάστασιν ως ειδικήν κατά του Τσάρου προσβολήν, απήντησε διά τινων τραχειών ναυτικών εκφράσεων, ότι «οι επαναστάται δεν ήξιζον τίποτε καλλίτερον». Επειδή δε ο Μιαούλης, και μετά τούτο δεν απετρέπετο του παραλόγου σκοπού αυτού, αλλά διέταξε την νέαν πλήρωσιν των «Σπετσών», και εζήτησεν επικουρίας παρά της κοινότητος της Ύδρας, αναγκαίον ενόμισεν ο Ρώσος ναύαρχος να προβή εις οριστικόν τινα κατ' αυτού κτύπον, και να συλλάβη αμφοτέρας τας κατά το μικρόν στόμιον του πορθμού ευρισκομένας ελληνικάς κορβέτας.
Η 29 Ιουλίου είχεν ορισθή υπό του Ρίκορδ προς εκτέλεσιν οριστικής τινος επιθέσεως. Ενώ το πυρ των ρωσικών πλοίων ήθελεν απασχολεί τους επαναστάτας, έμελλον να εξορμήσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα εκ των υψωμάτων του Γαλατά, να διαβώσι το αβαθές στενόν και να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το φρούριον του Πόρου, όπερ τοσούτον ζωηρώς είχε μετάσχει του κατά του «Τηλεμάχου» αγώνος. Το σχέδιον όμως τούτο απέτυχε. Καθότι ο του των επιλέκτων τάγματος διοικητής Διαμαντινός, όστις είχε προτείνει να οδηγήση το σώμα της εφόδου, ελπίζων ότι δεν ήθελε γείνει δεκτή η πρότασις αυτού, απώλεσε το θάρρος κατά την κρίσιμον στιγμήν· τα δε στρατεύματα της Κυβερνήσεως δεν εκινήθησαν εκ της θέσεως αυτών.
Εν τούτοις όμως η από της θαλάσσης προσβολή επέτυχε πληρέστατα. Δύο ρωσικά βρίκια προσέβαλον το φρούριον του Πόρου, δύο δε άλλα επετέθησαν κατά των ασθενώς πεπληρωμένων και κακώς ωπλισμένων ελληνικών κορβετών, ών ιδίως την άλωσιν εσκόπει ο Ρίκορδ. Μετά μιας ώρας μάχην ετινάχθησαν αι «Σπέτσαι» εις τον αέρα, ετέρα δε τις κορβέτα περιήλθεν εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν, ώστε το πλήρωμα αυτής ηναγκάσθη να καταλίπη αυτήν και να καταφύγη εις Πόρον.
Το άγγελμα της πρώτης ταύτης σπουδαίας συγκρούσεως μεταξύ Ελλήνων και Ρώσων διέπτη ταχέως εις Ναύπλιον
Ο δε αντιπρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν έγραψε·
«Μετά τοσαύτας ευεργεσίας, άς επεδαψίλευσεν η Ρωσία εις την χώραν ταύτην, μετά την πιστήν προστασίαν, ήν παρέσχεν εις τους Έλληνας, μεθ' όλας τας εκδουλεύσεις, άς ρώσοι πράκτορα παρέχουσιν έτι και νυν εις τους Υδραίους καθ' εκάστην, ηδύνατο βεβαίως να φρονή η Ρωσία, ότι ήτο ασφαλής κατά τοιαύτης προσβολής και τοσούτον μελανής αχαριστίας. Ευρίσκομαι εν λυπηρά ανάγκη να ανακοινώσω εις την αυλήν μου τας λεπτομερείας του αξιοθρηνήτου αυτού γεγονότος. Θέλω δ' επίσης εκθέσει το πράγμα εις την εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικήν πρεσβείαν, όπως λάβη αύτη πάραυτα όσα νομίση πρόσφορα μέτρα κατά των εν τοις λιμέσι του Ευξείνου ευρισκομένων σήμερον υδραϊκών πλοίων».
Προς ταύτα δ' απήντησεν ο Κυβερνήτης:
«Η Ελλάς εκ του προτέρου ήδη εστηλίτευσε τους εργάτας του κατά της αυτοκρατορικής ρωσικής σημαίας εγκλήματος, και καθιστά επομένως αυτούς μόνους υπευθύνους επί τη ζημία, ήν δύνανται να υποστώσι τα σπουδαιότατα Ελληνικά συμφέροντα, όταν η υμετέρα έκθεσις και η του ναυάρχου Ρίκορδ φθάσωσιν εις Ρωσίαν. Η Ελλάς και η κυβέρνησις αυτής ευελπιστούσιν, ότι ο Τσάρος εν τη δικαιοσύνη και τη αγαθότητι αυτού δεν θέλει συγχύσει την μεγάλην του έθνους ομάδα, ήν εμπνέει ευγνωμοσύνη προς τον αυτοκρατορικόν της ευεργέτην, τους ολίγους εκείνους ανθρώπους, οίτινες σκληροτραχήλως επιδιώκουσι παράφρονα και εγκληματικά σχέδια, καταδηλούντες ούτως ικανώς την τύφλωσιν αυτών.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας». — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ — Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην — Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν — Κρίσεις
Εν τω μεταξύ οι των δυτικών Δυνάμεων διπλωμάται υπέβαλον τω Κυβερνήτη εγγράφους διαβεβαιώσεις των εντολοδόχων αυτών, καθ' άς αι αυλαί θερμώς επεθύμουν να αποκατασταθή εν Ελλάδι η ησυχία υπό την κρατούσαν των πραγμάτων τάξιν. Συνεβούλευσαν δε τούτου ένεκα μέτρα συνδιαλλακτικά και σύγκλησιν Εθνοσυνελεύσεως, και ηρνήθησαν οριστικώς να διατάξωσι την σύμπραξιν των στόλων αυτών μετά του ρωσικού και την από κοινού μετά του Ρίκορδ επίθεσιν κατά του Μιαούλη. Ο Δώκινς ελάλει επιμονώτερον εί περ ποτε περί εθνικής συνελεύσεως και συντάγματος, και ο Ρουάν δ' αυτός συνίστα παραχωρήσεις υπέρ της συνταγματικής μερίδος. Ούτω δε ο Κυβερνήτης, δυσχεραίνων προφανώς και ενδόμυχον έχων πρόθεσιν να διακωλύση την εκτέλεσιν του αποφασισθέντος, συγκατένευσε τέλος εις συμβιβασμόν τινα: Ο Μιαούλης έμελλε να προσκληθή, εν ονόματι της τριπλής συμμαχίας, εις απόδοσιν της εθνικής ιδιοκτησίας· υπεσχέθη δ' αφ' ετέρου ο Καποδίστριας να παράσχη αμνηστίαν τοις μετασχούσι των εν Πόρω συμβάντων και να συγκαλέση ό,τι τάχιον εθνικήν συνέλευσιν.
Οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς έμελλον να ανακοινώσωσι τοις επαναστάταις τας σπουδαίας ταύτας αποφάσεις, και ανεχώρησαν προς τούτο εκ Ναυπλίου την 31 Ιουλίου, αλλά πριν ή φθάσωσιν εις Πόρον, είχεν ήδη επέλθει εκεί η απαίσιος και από μακρού επικρεμαμένη καταστροφή.
Η μάχη της 29 Ιουλίου είχε προξενήσει βαθυτάτην εντύπωσιν εις τους περί τον Μιαούλην. Την εσπέραν της 31 Ιουλίου απεφάσισαν οι εν Πόρω πατριώται, οίτινες τέως είχον υποστηρίξει πιστώς τον Έλληνα ναύαρχον, να προβώσιν εις διαπραγματεύσεις προς τον Ρίκορδ, ως στερούμενοι τροφών και πολεμεφοδίων. Συγκατένευσαν δε να καταληφθή η πόλις αυτών την επαύριον πρωίαν υπό του στρατού του Κυβερνήτου. Συνήνουν δ' αφ' ετέρου οι Ρώσοι να κλείσωσι τους οφθαλμούς αυτών, αν, διαρκούσης της νυκτός, μετεφέροντο εις Ύδραν οι εκτεθειμένοι εκ των κατοίκων και οι φοβούμενοι κρίσιν τινά Υδραίοι. Επί της φρεγάτας «Ελλάδος» απελείφθησαν τριάκοντα περίπου πρόσωπα μετά του Μιαούλη. Η γενική εν τούτοις αποθάρρυνσις δεν έκαμψε τον ατρόμητον ναύαρχον. Η αμηχανία εφαίνετο εκκρούσασα τον σπινθήρα εκ του λίθου και προκαλούσα πάσαν την πείσμονα αποφαστικότητα του Υδραίου ναυάρχου, όστις ανεκοίνωσε τω Ρώσω ναυάρχω διά του Σαχίνη, ότι εσκόπει να αναμείνη την άφιξιν των κυβερνητών του αγγλικού και γαλλικού στόλου, ίνα διαπραγματευθή προς αυτούς, συνάμα δ' ότι προς το ελάχιστον εχθρικόν κίνημα ήθελε πυρπολήσει τα υπ' αυτού κατεχόμενα πλοία. Επειδή δ' ευλόγως υπέθετεν, ότι ξέναι παραστάσεις ήθελον κάλλιον επιδράσει, διεβίβασε την αυτήν ταύτην δήλωσιν προς τους Ρώσους διά του κυβερνήτου του γαλλικού βρικίου «Le Grénadier». Η φοβερά εκείνη απειλή εφάνη το κατ' αρχάς προξενήσασα εντύπωσίν τινα τω Ρίκορδ, όστις απήντησε δι' αγαθών λόγων και διεβεβαίωσεν ότι ήθελεν αναμείνει την άφιξιν των συναδέλφων αυτού. Μετ' ολίγον όμως έλαβε διά ταχυδρόμου, σταλέντος διά ξηράς, την είδησιν των μεταξύ Καποδιστρίου και των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων εκκρεμών διαπραγματεύσεων, δι' ών επηγγέλλετο τοις επαναστάταις αμνηστία και η ποθητή εθνική συνέλευσις.
Εν τούτοις εν τω μεταξύ λαμβάνει επιστολήν του Κυβερνήτου λέγουσαν τάδε: «Φρονώ, ότι η υμετέρα ενεργητικότης θέλει έχει σωτήρια αποτελέσματα, καθότι οι Υδραίοι ναύται θέλουσι καταλείψει τα πάντα, άμα ως αισθανθώσιν έλλειψιν τροφών και χρημάτων, στενοχωρούμενοι μάλιστα υπό του κατέχοντος την πόλιν στρατού. Ο Μιαούλης μένει τότε μόνος μετ' ολίγων αξιωματικών. Τι μένει πλέον εις αυτούς να πράξωσι; Δυνατόν να ευρίσκωνται ήδη νυν εις τοιαύτην θέσιν. Δεν έχω λόγους, κύριε ναύαρχε, όπως εκφράσω υμίν τι θέλει σας οφείλει η Ελλάς. Μη συγχύσητε, προς Θεού, την χώραν ταύτην και την σπείραν εκείνην των ουτιδανών και αφρόνων, οίτινες ουδεμίαν έχουσιν ιδέαν περί εκπληρώσεως καθήκοντος». Η επιστολή αύτη ήρκεσε να εξεγείρη τον Ρίκορδ, όστις απεφάσισε να δοθή οριστικός τις κτύπος, προ της αφίξεως των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων. Μετά πολλής δε περισκέψεως διέθεσεν ούτος τα της προσβολής: Τα τηλεβόλα εδέσποζον της πόλεως και της εισόδου του στενού, επομένως και του εγγυτάτου συνδέσμου προς την Ύδραν. Το φρούριον Άιδεκ, εκκενωθέν υπό της ασθενούς υδραϊκής φρουράς, κατελήφθη υπό των στρατευμάτων του Κυβερνήτου. Η κορβέττα «Σπέτσαι» και υδραϊκόν τι βρίκιον ηγκυροβολημένον εν τω προ του Μοναστηρίου όρμω είχον υποκύψει, ως είδομεν, εις την υπέροχον ρωσικήν δύναμιν (79)· απόσπασμά τι δε τακτικού στρατού προυχώρησε την πρωίαν της 1 Αυγούστου προς τον Πόρον, όπως προστατεύση συνάμα την πόλιν κατά της λύσσης των ατάκτων, διότι οι κάτοικοι του Πόρου είχον λίαν χαλαρωθή και προύτειναν συνθηκολογίαν. Του Ρίκορδ ούτω παρεσκευασμένου, ο Μιαούλης είχε μόνον περί τους τριάκοντα μόλις ναύτας επί της «Ελλάδος», τάδε λοιπά αυτού πλοία ασθενέστατα πληρώματα. Ανεμένετο όμως από ώρας εις ώραν η άφιξις των κυβερνητών των δυτικών Δυνάμεων και των στόλων αυτών. Εν τούτοις, ούτως έχων ο Μιαούλης, ανεκοίνωσε προς τον Ρώσον ναύαρχον και προς τον προ μικρού αφικόμενον εις τον λιμένα μετά του πολεμικού βρικίου Γάλλον πλοίαρχον Λεβαγιάν, ότι απόφασιν είχε να επιχειρήση τα έσχατα.
Είχεν ελπίσει πεποιθότως, ότι ο Ρίκορδ ήθελεν αναμείνει την επάνοδον του Λαλάνδ και του Λάιονς, ότε η επίθεσις των ρώσων κατά του όρμου της Μονής εξήγειρεν αυτόν από της ησυχίας. Διά της ησκημένης οξυδερκείας του εν ναυμαχίαις πεπειραμένου ανδρός κατανόησε πάραυτα, ότι τα πλοία του Ρίκορδ εκινούντο προς κατάληψιν καιρίων θέσεων, όθεν να δύνανται, αβλαβή αυτά, να προσβάλωσι διά του πυρός τον Ελληνικόν στόλον. Ήτο 9 1)2 ώρα, ο δε Ρίκορδ είχε δώσει ακριβώς την διαταγήν εις προχώρησιν, και προσεπάθει να καταλάβη διά των πλοίων αυτού νέαν εγγυτέραν θέσιν, ότε φοβερά έκρηξις ανήγγειλεν, ότι ο Μιαούλης εξετέλεσε την απειλήν αυτού. Δευτέρα έκρηξις επηκολούθησε, σχεδόν αμέσως. Η φρεγάτα «Ελλάς» και η κορβέττα «Ύδρα» είχον ανατιναχθή εις τον αέρα. Ότε δε τα πυκνά νέφη του καπνού, άτινα είχον περιβάλει τον Ελληνικόν στόλον, διελύθησαν, εφάνησαν επιπλέοντα των υδάτων τα συντρίμματα της λαμπράς «Ελλάδος» και της πρώην λείας αυτής «Ύδρας.» Ο Έλλην ναύαρχος είχε ριφθή, αμέσως προ του γεγονότος, εντός λέμβου τινός μετά των περί αυτόν, και διαφυγών ως εκ θαύματος την από των ρώσων βροχήν σφαιρών, εσώθη εις Ύδραν. Μόλις μετά πολλού κόπου κατωρθώθη να διασωθή εκ των καταστρεπτικών φλογών ο μέχρι τούδε σωζόμενος ναύσταθμος και μέρος τι των επιλοίπων πλοίων καθότι πανταχού είχον θέσει πυρ οι επιδέξιοι της Ύδρας πυρποληταί. Εν κινδύνω δε ζωής κατωρθώθη να αποκοπώσι και σβεσθώσιν εγκαίρως τα καίοντα εναύσματα.
«Το γεγονός τούτο, ην λιπηρότατον διά την Ελλάδα, ηδύνατο δε να θεωρηθή ως αντίρροπον της εν Ναβαρίνω καταστροφής,» λέγει έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως, της 14)26 Αυγούστου 1831. Δι' αυτού κατεστράφησαν δύο λαμπρά πλοία διά πολλών κόπων αγορασθέντα εν Αμερική και τοσούτον χρησιμεύσαντα κατά τον αγώνα.
Προσέβαλεν αληθώς καιριώτατα η πυρπόλησις του στόλου το νέον Ελληνικόν Κράτος, και κατέστρεψε διά μιας την βαρυτίμως εξαγορασθείσαν ανάπτυξιν του πολεμικού ναυτικού· και είνε βεβαίως αξιοθρήνητος η τύφλωσις εκείνη, ήτις οπλίζει το φατριαστικόν πάθος εις ζημίαν του κοινού καλού, και εγχειρίζει αυτή προς τούτο τον δαυλόν της καταστροφής. Ευτυχώς εσχάτως ο εν Πόρω μοίραρχος της εκπαιδευτικής ναυτικής μοίρας ανήγγειλε προς το υπουργείον των Ναυτικών, ότι ο δύτης Γεώργιος Τρασάνης αιτείται την άδειαν να ανελκύση άνευ αποζημιώσεως από μέρους του δημοσίου ταμείου την ιστορικήν φρεγάταν «Ελλάδα», ήτις κατασκευασθείσα, ως είπομεν, εν Αμερική εκ των χρημάτων του εθνικού δανείου του 1824 και μέγα κατά τον αγώνα διαδραματίσασα πρόσωπον, τοιούτον επέπρωτο να έχη τέλος. Ο ρηθείς δύτης κατελθών εις το βάθος της θαλάσσης ανεύρε την φρεγάταν, εξ ής υπολείπεται το κάτω μέρος του σκάφους φαίνεται δε εν αυτώ το έρμα και το σκάφος κεκλιμένον προς αριστερά, βεβυθισμένον δε εν τη ιλύι. Ευχής έργον θα ήτο αν ανειλκύετο η φρεγάτα αυτή, ής τα εσκωριασμένα λείψανα εν τω μουσείω της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος κατατιθέμενα να εγείρωσι τον ενθουσιασμόν άμα και την λύπην επί τη επελθούση συμφορά και χρησιμεύωσιν ούτως ως παράδειγμα τοις επιγιγνομένοις.
Την 2)14 Αυγούστου επήλθε ζωηρά ανταπόκρισις μεταξύ των συναδέλφων. Ο Λαλάνδ και ο Λάιονς προσεπάθησαν να αποτρέψωσι τον ναύαρχον Ρίκορδ της χρήσεως βίας κατά των Υδραίων, και απήτησαν ανακοίνωσιν των προς αυτόν διαταγών αφού, παρά την δήλωσιν του Κυβερνήτου, είχε προβή εις εχθροπραξίας προς στασιώτας και απεμονώθη από της συμμαχίας. Ο Ρίκορδ εδικαιολογήθη, λέγων ότι απέτρεψε μόνον την προσβολήν ελληνικών πλοίων, αλλ' οι δύο κυβερνήται απήντησαν, ότι η διά του πλοίου αυτού μεταφορά ελληνικών στρατευμάτων υπήρξεν αφορμή της επελθούσας καταστροφής, και παρετήρησαν ότι αι πρώται εχθροπραξίαι εγένοντο υπό των Ρώσων. Ο Κυβερνήτης όμως ενόμισεν αναγκαίον να ανακοινώση προς τον Ρίκορδ προς καθησύχασιν αυτού τα εξής: «Δύναμαι να σας αποδείξω δι' επισήμων εγγράφων το εναντίον εκείνον, όπερ δυσηρέστησεν υμάς εν ταις επιστολαίς των υμετέρων συναδέλφων».
Εν τούτοις, τα μετά την εν Πόρω κρίσιν επελθόντα κατά την ξηράν συμβεβηκότα κατέδειξαν, ότι ουδέν πλέον εδυσώπει ή περιέστελλε τον Κυβερνήτην. Το υπό τον Νικήταν και Καλλέργην σώμα της κατοχής, όπερ συνεπεία συνθηκολογίας της 31 Ιουλίου είχεν εισέλθει εις την πόλιν του Πόρου, εφέρετο προς αυτήν ως κατακτηθείσαν πόλιν. Οι ατυχείς του Πόρου κάτοικοι απέτινον αναγκαίως την οργήν των Καποδιστριακών επί τω εγκλήματι του Μιαούλη. Αι αρχαί ουδέν έπραττον προς περιστολήν των ακολασιών, αίτινες διεπράττοντο κατά τε των πραγμάτων και προσώπων. Πυρ και σίδηρος ελυμαίνοντο την πόλιν εκείνην, ήτις προ 24 ωρών είχεν υποταγή εκουσίως, και ής οι πράγματι ένοχοι κάτοικοι είχον προ καιρού καταφύγει εις Ύδραν. Μετά την αποκατάστασιν των πραγμάτων αξιωματικοί και στρατιώται επανέκαμψαν εις Άργος και Ναύπλιον.
Οι ξένοι μόνοι, όσοι διετέλουν έτι εν ελληνική υπηρεσία, δεν συνεμερίσθησαν τας διαθέσεις ταύτας. Οι Γάλλοι ειθισμένοι ανέκαθεν να συγκιρνώσι, δι' ελευθέρας εκφράσεως του πολιτικού αυτών φρονήματος, τον ζυγόν όν είτε υφίστανται ή και επιβάλλουσι πολλάκις έν τε τη πατρίδι αυτών και επί ξένης, εξέφραζον απροκαλύπτως την αγανάκτησιν αυτών, ο δε στρατηγός Ζεράρ εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν, εν ή δριμύτατα κατεμέμφετο τοις μετασχούσι της λεηλασίας στρατιώταις. Ούτω μετά της εν Πόρω κρίσεως εξερράγη εις εκφανή εχθρότητα η επικρατούσα τέως ψυχρότης μεταξύ του Κυβερνήτου και των Γάλλων. Η θέσις αυτών είχεν ήδη καταστή δυσχερής και δυσφόρητος, έμενον δε εισέτι, όπως αποτρέψωσι την εντελή διάλυσιν του τακτικού σώματος, ήτις ην άφευκτος μετά την αναχωρήσιν αυτών. Ο Καποδίστριας θεωρείτο πλέον υπό των αντιπρέσβεων Αγγλίας και Γαλλίας ως φατριαστής μόνον και ως ρωσίζων.
Διά τούτο αντέστησαν ούτοι ζωηρότατα, ότε ο ναύαρχος Ρίκορδ, συμμορφούμενος προς την επιθυμίαν του Καποδιστρίου, παρεσκευάσθη να αποκλείση την στασιάσασαν Ύδραν. Επειδή δε τα ρωσικά πολεμικά βρίκια ήρξαντο περιπλέοντα προ της νήσου, και ηπείλουν να βυθίσωσι παν πλοίον αποπειρώμενον να εξέλθη του λιμένος, απέστειλαν εκείσε πολεμικά πλοία ο τε Λαλάνδ και ο Λάιονς, όπως παρακωλύσωσι την έκρηξιν εχθροπραξιών. Ούτως η συγκεκαλυμμένη διάστασις μεταξύ των τριών προστατίδων Δυνάμεων απεκαλύφθη εντελώς, οι δε επαναστάται ηδύναντο πλέον απροκαλύπτως του λοιπού να επικαλεσθώσι την Γαλλίαν και την Αγγλίαν. Δεν προύκειτο πλέον περί στάσεως κατά της καθεστηκυίας αρχής, αλλά περί απαλλαγής από ξένης επιδράσεως, ως έλεγον.
Μεταξύ Ρίκορδ και των Υδραίων είχε συμβή προ μικρού εν Σύρω όμοιόν τι προς τα του Πόρου, τούτο δε εξηρέθισε το αίμα του Κυβερνήτου. Ο Ρώσος κυβερνήτης ηθέλησε να συλλάβη διά της βίας εν τω λιμένι της νήσου εκείνης ιδιόκτητόν τι βρίκιον του Μιαούλη. Αλλ' ο πλοίαρχος εδήλωσεν αυτώ, ότι συμφώνως προς τας οδηγίας του Μιαούλη ήθελε καύσει μάλλον ή παραδώσει το πλοίον. Εμεσίτευσε τότε ο Αυστριακός πρόξενος παρά τω Ρίκορδ, όπως αποτρέψη της Σύρου τας συνεπείας εμπρησμού, δυναμένου να εκταθή επί την πόλιν και τας αποθήκας, και κατώρθωσε να ακουσθεί η παράκλησις αυτού, εγγυηθείσης της κοινότητος της Σύρου, ότι το βρίκιον δεν ήθελεν επιχειρήσει τι κατά της ρωσικής σημαίας. Από της στιγμής εκείνης παράτησαν τα ελληνικά πλοία την ρωσικήν σημαίαν και ανέλαβον την τρίχρουν γαλλικήν. «Οι Ρώσοι μετέλαβον του μίσους, όπερ ησθάνθη ολόκληρον το ελληνικόν έθνος κατά του Κυβερνήτου Καποδιστρίου· μετέσχον δ' αυτού επίσης και τα περί αυτόν πρόσωπα, άτινα χωρίς τινος λόγου προσωπικού συμφέροντος διέμενον έτι εν υπηρεσία της κυβερνήσεως», κατά τινα έκθεσιν εξ Αθηνών και εκ Σύρου. Ο Καποδίστριας ως δεινός διπλωμάτης ιδών την διάστασιν των κυβερνητών των ευεργετίδων Δυνάμεων και επιθυμών να λυθή υπό ανωτέρου κριτηρίου η προς μεγίστην αυτού δυσαρέσκειαν αναφυείσα διάστασις αύτη απηύθυνε, κατά τας αρχάς Σεπτεμβρίου 1831, υπόμνημά τι προς την εν Λονδίνω σύνοδον, παραπονούμενος ότι οι κυβερνήται Λαλάνδ και Λάιονς δεν είχον ενεργήσει εκ συμφώνου μετά του ναυάρχου Ρίκορδ, καίτοι πάντες κατέκριναν την διαγωγήν αυτού. «Ο Κυβερνήτης — κατά τινα έκθεσιν εκ Κωνσταντινουπόλεως — διέγραψεν επί τη ευκαιρία ταύτη φρικτήν της Ελλάδος την εικόνα· απήτησε δε να δοθή πέρας εις την περί του μέλλοντος της χώρας επικρατούσαν αοριστίαν, να ορισθώσιν ό,τι τάχιον τα όρια και ο ηγεμών αυτής, να σταλώσι δε όμοιαι οδηγίαι προς τους αντιπρέσβεις και τους κυβερνήτας των στόλων, και να χορηγηθή, απέναντι του υπό των Δυνάμεων εγγυηθέντος δανείου, χρηματική τις συνδρομή προς την προσωρινήν κυβέρνησιν, ής είχον εντελώς εξαντληθή τα ταμεία». Αλλά και τα παράπονα και η αίτησις βοηθείας απήχησαν άνευ τινός αποτελέσματος παρά τη εν Λονδίνω Συνόδω. Ούτω δε εν Ελλάδι, άμα ως το ελληνικόν ναυτικόν εκοσμήθη διά της γαλλικής σημαίας, οι δε αντιπρόσωποι των δυτικών Δυνάμεων ουδόλως απέκρυπτον πλέον την απροκάλυπτον αυτών συμπάθειαν υπέρ της αντιπολιτεύσεως, επήλθεν άμεσος η διαλυτική κρίσις της πολιτικής αποσυνθέσεως. Ο Καποδίστριας, κάλλιστα τα επερχόμενα οσφραινόμενος, κατενόησεν ότι ευρίσκετο ενώπιον καταστροφής, και την στιγμήν ταύτην εξέλεξε προς εκτέλεσιν προφυλακτικού τινος πραξικοπήματος.
Μέχρι τούδε είχεν αναβάλει την σύγκλησιν της εθνικής συνελεύσεως προφασιζόμενος ότι ήτο ανάγκη να επέλθη πρότερον η απόφασις της εν Λονδίνω συνόδου, και να ανατεθή η περί πάντων κρίσις προς τον μέλλοντα ηγεμόνα, αλλά η παράτολμος του Μιαούλη πράξις διέλυσε πάσαν περιοριστικήν αυτού σκέψιν, και την δευτέραν ημέραν μετά την πυρπόλησιν του ελληνικού στόλου (2 Αυγούστου) εξέδωκε διάταγμα, δι' ού καθίστα γνωστόν, ότι αι περιστάσεις υπηγόρευον αυτώ να συγκαλέση ταχύτερον την συνέλευσιν, και ότι οι πληρεξούσιοι έπρεπε να συνέλθωσιν εν Άργει την 1)13 Σεπτεμβρίου. Η δ' εθνική συνέλευσις είχεν, ως είδομεν, αναβληθή τη 6 Αυγούστου 1829, υφίστατο δ' έτι νομίμως, και ο πρόεδρος Γ. Σισίνης υπέγραφε πάντοτε ως πρόεδρος της Εθνοσυνελεύσεως. Επειδή όμως ο Καποδίστριας προέβλεπεν, ότι αυτοί εκείνοι οι πληρεξούσιοι, μεταβαλλομένων νυν των πραγμάτων, δεν θα ήσαν πλέον τοσούτον ευάγωγοι όσον πρότερον, απεφάσισε να ασκήση το κινδυνώδες εκείνο προνόμιον, όπερ επιτρέπει εις τον ηγεμόνα να διαλύη βουλήν δυσαρεστούσαν αυτώ, όπως η βέβαιος, ότι εν τη νέα συνόδω θέλει απαντήσει ολιγωτέραν ιδιότροπον αντίστασιν. Απεφάσισε δε να διαλύση σιωπηρώς την υφισταμένην συνέλευσιν διατάσσων νέας εκλογάς. «Οι εκλογικοί σύλλογοι, δύνανται ή να επικυρώσωσι τους πληρεξουσίους, οίτινες μετέσχον της εν Άργει συνελεύσεως του 1829, ή να εκλέξωσι νέους, όσους και όπως ο νόμος διατάσσει.»
Διέταξε δε συγχρόνως τον πρόσκαιρον επί της δικαιοσύνης γραμματέα _Μ. Σικελιανόν, όπως εξαιτήσηται, δήθεν οικεία βουλήσει υπέρ του Μιαούλη και των οπαδών αυτού επιείκειαν· αλλά συγχρόνως εν τη αυτή εκθέσει απήτει εξαιρετικόν δικαστήριον εκ πέντε γερουσιαστών και ενός εισαγγελέως των Εφετών όπως δικάση τους πρωταιτίους πάσης στάσεως, ταραχής και συνωμοσίας, τους την «συνταγματικήν επιτροπείαν» της Ύδρας αποτελούντας: Γεώργιον Κουντουριώτην, Ανδρέαν Μιαούλην, Σαχίνην, Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και Αναστάσιον Πολυζωίδην. Επειδή δε η κατακραυγή πάντοτ' εξηκολούθει κατά του κυρίου αιτίου της καταστροφής, του Βιάρου, και του υπερβολικόν υπέρ της κυβερνήσεως ζήλον επιδεικνυμένου Γιαννετά, ο Καποδίστριας, όπως καταπραΰνη την κοινήν γνώμην έπαυσεν αυτούς των θέσεων και διέταξε να καταλίπωσι το Ελληνικόν έδαφος. Αλλά ταύτα πάντα εγένοντο λίαν αργά· ο αγών έμελλε να διακριθή δι' αίματος· οι Υδραίοι εξωπλίσθησαν προς διάδοσιν της στάσεως· ο Τσάμης Καρατάσος ο αποτυχών, ως είρηται, εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι, επιβάς νυν υδραϊκού πλοίου έπλεεν εις Πελοπόννησον, όπως εξεγείρη εκεί τα πνεύματα κατά του Κυβερνήτου, όστις στερούμενος στόλου ελληνικού, ανέβηκε τω Ρώσω ναυάρχω Ρίκορδ την καταπολέμησιν της επιτεινομένης επαναστάσεως.
Ο Ρίκορδ περιπλέων τα παράλια της Πελοποννήσου, εν τω κόλπω της Κορώνης ηνάγκασεν Υδραίους επιβαίνοντας τριών πλοίων προς εξέγερσιν των Μανιατών, ίνα, πυρπολήσαντες τα εαυτών πλοία, αποβώσιν εις Αλμυρόν.
Πανταχόθεν απειλούμενος ο Καποδίστριας οτέ μεν μετεχειρίζετο βίαν, οτέ δε την αλωπεκήν. Επήλθεν η κυρία ημέρα συγκλήσεως των πληρεξουσίων, η 1 Σεπτεμβρίου, και παρήλθεν· αλλ' ο Καποδίστριας υπό παντοίας προφάσεις ανέβαλλε την έναρξιν των εργασιών· η αναβολή εξηρέθιζε τον λαόν. Καθήρεσε Βασίλην τινά αξιωματικόν του τακτικού στρατού, όστις ομνύων δεύτερον υπό του Κυβερνήτου επιβαλλόμενον όρκον εξείπε φράσεις προσβλητικάς κατ' εκείνου· αλλ' ο καθαιρεθείς μεταβάς εις Ύδραν εξήγειρε, καθ' εκάστην, θύελλαν κατά του Κυβερνήτου· Ημέρα τη ημέρα οι υπάλληλοι εκ μωρίας ή υπερβολικού ένεκα ζήλου εκίνουν την χολήν κατά του Καποδιστρίου, όν ήθελον καταστήσωσιν αγαπητόν παρά τω λαώ. Τα πνεύματα ήσαν εις άκρον εξεγηγερμένα κατά του Κυβερνήτου· παντοίαι διαδόσεις αληθείς και ψευδείς υπέθαλπον παρά τω λαώ κρυφίαν τινά ταραχήν και φόβον περί του μέλλοντος της πατρίδος· ότε μεν παρίστατο υπό των αντιπολιτευομένων ο Καποδίστριας ως Ρώσος τοποτηρητής, όστις ητοίμαζε τη Ρωσία την υποταγήν της Ελλάδος, ότε δε διεδίδετο τη ενεργεία, ως εικός, των Άγγλων και Γάλλων, ότι ο Καποδίστριας ως κωλύων την ανάρρησιν Βασιλέως της Ελλάδος εκώλυε συγχρόνως και την ευδαιμονίαν του έθνους.
Είχεν ήδη μάλιστα συλληφθή η ιδέα του «φόνου του τυράννου». Ο Πρόκες — Όστεν μάλιστα γράφει, ότι «έρανος προς μίσθωσιν δολοφόνων περιεφέρετο σχεδόν αναφανδόν, και ότι ο μεν Μαυροκορδάτος ηνείχετο, ο δε Ζωγράφος και υπεστήριζεν αυτόν . . . . Ο δε ανίκανος Υψηλάντης είχεν αποσυρθή εις Άργος, και τοιούτον υπεδύθη ήθος, ώστε οι συνωμόται απήτησαν παρ' αυτού συνδρομήν προς εκτέλεσιν αποτροπαίου σχεδίου. — Ουχί! απήντησεν ούτος τότε. Ο Καποδίστριας δεν είναι τύραννος και η τυραννοκτονία δεν είναι αρετή. Αν δε ήτο τοιαύτη, δεν θα εμίσθουν δολοφόνους, αλλά θα εξετέλουν μόνος την πράξιν» (80).
Ο εν Παρισίοις μάλιστα Έλλην λόγιος Μηνάς Μινωίδης (81), εκήρυξεν ήδη ότι, ότε εξελέγη ο Καποδίστριας κυβερνήτης, κατ' Απρίλιον του 1828, επί εις Παρισίους αφίξει του Νικολάου Υψηλάντου, εσχηματίσθη μυστική τις εταιρία του Ηρακλέους, ής ο Κυβερνήτης μόλις ημέρας τινάς προ της δολοφονίας έσχε γνώσιν, ής ο σκοπός ην η διά παντός μέσου δολοφονία του Καποδιστρίου. Ημείς όμως εις ταύτα ουδαμώς πιστεύοντες καθώς και εις το άλλο το υπό του μέλους της αυτής εταιρίας (του Ηρακλέους) Παναγιώτη Καλεβρά αναφερόμενον εν τω βιβλίω αυτού: «Πολιτικός Βίος του αοιδίμου Ιωάννου Καποδιστρίου κυβερνήτου της Ελλάδος». Αθήναι 1873, ότι αντί 25,000 γροσίων, υποσχεθέντων τω υπηρέτη του Κυβερνήτου Νικολέτω να δηλητηριάση αυτόν διά του καφέ, θεωρούμεν την δολοφονίαν έργον κατ' εξοχήν ιδιωτικόν και προϊόν εκδικήσεως της γενναίας μεν, αλλά τοσαύτας προσβολάς υποστάσης παρά του Κυβερνήτου οικογενείας των Μαυρομιχαλαίων, ζητούντων διά του Κωνσταντίνου και Γεωργίου Μαυρομιχάλη να εκπλύνωσι, κατά τα έθιμα της πατρίδος αυτών ανυποτάκτου Μάνης, ιδιωτικάς όλως προσβολάς, ως λέγει και έκθεσίς τις εκ Κωνσταντινουπόλεως της 13)25 Οκτωβρίου 1831: «Καίτοι, ο φόνος υπήρξεν αποτέλεσμα ιδιωτικής εκδικήσεως της εχθρικώς πάντοτε κατά του Κυβερνήτου διακειμένης οικογενείας των Μαυρομιχαλών, δεν δύναται τις όμως να μη καταλογίση επίσης το έγκλημα τούτο εις την αγρίαν των πνευμάτων έξαψιν, ήτις είχεν έτι μάλλον κορυφωθή διά της επεμβάσεως ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων εν Πόρω και Μεσσηνία. Μέρος όμως του αξιοθρηνήτου τέλους του Κυβερνήτου πρέπει να αποδοθή εις την από μακρού παντελή αυτού εγκατάλειψιν υπό της Αγγλίας και Γαλλίας, όπως επίσης και εις τας εμψυχώσεις, άς παρείχεν εις τους αντιπάλους του Κυβερνήτου η την επανάστασιν διευθύνουσα παρισινή επιτροπή».
Και όντως ο Καποδίστριας είχε βαθμηδόν περιέλθει εις εχθρικάς σχέσεις προς την οικογένειαν των Μαυρομιχαλών, ής ό αρχηγός Πετρόμπεης κατείχε σπουδαίαν μοναρχικήν σχεδόν θέσιν, παρά τοις πολεμικοίς Μανιάταις και ωνομάζετο υπό του λαού «βασιλεύς της Μάνης». Ωραίος και μεγαλοπρεπής ανήρ πράος το φρόνημα, είχε παραγκωνισθή εντελώς ο Μανιάτης μπέης κατά την διάρκειαν του υπέρ ανεξαρτησίας πολέμου, απέναντι των άλλων οπλαρχηγών, οίτινες, ως ο Κολοκοτρώνης, διετυμπάνιζον και επέβαλλον ούτω διά της μεγαλαυχίας την αξίαν αυτών. Εννοείται όμως, ότι δεν ελησμόνησε τούτου ένεκεν ο Πετρόμπεης τας παραδόσεις της φυλής αυτού και την κλέφτικην αυτού φύσιν, ούτε της χρηματικής ωφελείας ημέλησεν, ούτε υστέρησε των άλλων, αρπαγής προκειμένης και λείας.
Αδιακόπως είχεν ανάγκην χρημάτων· ηγάπα δε το χρήμα διότι κατεσπατάλα αυτό και ήτο, ως επεκάλει αυτόν ο Καποδίστριας, αιώνιος απαιτητής. Μετρητά διέρρεον εν μια στιγμή εκ των χειρών αυτού, διότι κατ' ανάγκην, επιβαλλομένην υπό της πατρογονικής αυτού αλαζονείας, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς, διένεμεν ηγεμονικά δώρα προς πάντας τους οπαδούς αυτού, εξεπροσώπει αυτούς διά λαμπράς εξωτερικής επιδείξεως, και επεθύμει να εξαλείψη πάσαν ει δυνατόν της Μάνης την πτωχείαν. Πλην τούτου εκόμπαζεν επί τη μικρότητι και τη καλλονή της χειρός αυτού, άτινα εθεώρει ως σημεία αρχαίου γένους. Σπάνιοι μόνον εκ των κορυφαίων του Ελληνικού αγώνος, οίος ο Μάρκος Βότσαρης και ο Καραϊσκάκης, είχον προθύμως και μετά χαράς θυσιάσει πάντα τα ίδια εαυτών συμφέροντα υπέρ του κοινού καλού. Είχον μεν αληθώς οι στρατιωτικοί αρχηγοί της Πελοποννήσου διακινδυνεύσει γενναίως την περιουσίαν αυτών, αλλ' εμφύτως όμως πάντοτε υπολογίζοντες, ότι η θυσία αυτών δεν ήθελεν απομείνει άνευ αμοιβής, και ότι το κράτος των τούρκων πασάδων ήθελε διαδεχθή μικρά και συνεχής διοίκησις πασάδων Ελλήνων. Και αν δε τις αποδεχθή, ότι μανιάτης Μπέης ηδύνατο να παραιτήση το ίδιον εαυτού αξίωμα, απέναντι μεγάλου και καθαρώς εγνωσμένου σκοπού, ουδεμία όμως ήτο δεκτή προσδοκία, ότι ήθελεν αποβάλει τον βαθέως ερριζωμένον αυτού εγωισμόν χάριν του Κυβερνήτου, και προς όφελος κυβερνήσεως, ής καθ' εκάστην ετίθετο εν αμφιβόλω η εθνική ενέργεια, ήτις εθεωρείτο ως ηγορασμένη υπό της Ρωσίας, και ήν επολέμουν τοιούτοι ακριβώς άνδρες, οποίοι είχον θεωρηθή πάντοτε υπό των απαιδεύτων παλληκαρίων ως τα πρότυπα ευρωπαϊκής μορφώσεως και σοφίας. Εις ταύτα δε προσετέθη και η φυσική αποστροφή του εν μάχαις δεδοκιμασμένου και ήκιστα την εν ειρήνη ικανότητα εννοούντος πολεμιστού, προς άρχοντα ουδέποτε εν πυρίτιδι δοκιμασθέντα. Οι Μαυρομιχάλαι είχον χύσει το αίμα αυτών υπέρ της πατρίδος, εννέα δε και τεσσαράκοντα του γένους αυτού είχεν ίδει πίπτοντας ο Μπέης εν τω προς τους Τούρκους πολέμω. Τα ηρωικά ανδραγαθήματα του Κυριακούλη και του Ηλία Μαυρομιχάλη απολαύουσιν έτι εντίμου μνήμης παρά τω ελληνικώ λαώ.
Τότε, μόλις απηχήσαντος του κρότου των όπλων, ήλθεν ο Κυβερνήτης Καποδίστριας, όστις, ουδέποτε αυτός πολεμήσας διά του ξίφους υπέρ της πατρίδος, ηθέλησε να δρέψη τους καρπούς του αγώνος, στηριζόμενος επί των χαρτίνων αυτού κατορθωμάτων, και να δεσπόση μόνος αυτός και απεριόριστος της Ελλάδος.
Εν Νησίω είπε ποτε προς τους Μανιάτας: «Εγώ είμαι ο θυρωρός, ο ιστάμενος εις την θύραν και φυλάττων την παρθένον Ελλάδα.
Ούτω δε το κράτος των πολυαρίθμων μικρών τυράννων έμελλε να θραυσθή βιαίως διά της αυθεντίας ενός μεγάλου τυράννου, αι δε τοπικαί επιρροαί να καταβληθώσι και εξαλειφθώσι. Τούτο απεκαλείτο επισήμως: ισοπέδωσις των ταραχοποιών στοιχείων, νίκη της τάξεως και της συγκεντρώσεως, τρυφερά μέριμνα υπέρ της παρθένου Ελλάδος. Τοιαύται όμως ιδέαι δεν συνέφερον βεβαίως ούτε εις τους Μαυρομιχάλας ιδία, ούτε εις τους Μανιάτας εν γένει.
Ότε το πρώτον συνηντήθησαν ο Κυβερνήτης και ο τοσούτον δι' αυτόν ολέθριος Γεώργιος Μαυρομιχάλης, ο σφριγών νεανίας παρέστη προ του άρχοντος της Ελλάδος λαμπράν περιβεβλημένος στολήν, ως τις των κομψοπρεπών νέων. Ο Καποδίστριας απηύθυνεν αυτώ, ένεκα της εντελώς ατόπου εκείνης παραστάσεως εν καιρώ μεγάλης της πατρίδος πτωχείας, αυστηράν και μακράν παραίνεσιν, κατώρθωσε δε τοιαύτην να εμποιήση εις τον νεανίαν εντύπωσιν, ώστε το αίμα του Γεωργίου ανέβη εξ αιδούς εις τας παρειάς αυτού. Ουδένα όμως απέφερε διαρκή καρπόν η νουθεσία εκείνη (82).
Αφ' ετέρου δε ο Πετρόμπεης είχεν ήδη την 3)15 Οκτωβρίου 1827 προσαγορεύσει τον Κυβερνήτην διά πεφυσημένης επιστολής ως δώρον του ουρανού, επικαλούμενος επ' αυτόν μεν τας ευλογίας, επί τους εχθρούς δε την αράν του Θεού.
Αλλ' αφ' ενός μεν, αι εκ μέρους του γηραιού Μπέη οχληραί βοηθείας αιτήσεις, εν ονόματι του πατριωτισμού, κατόπιν αδιαφορία, υποψία και τέλος έχθρα, ήν ουδ' αυτό το θέλγητρον γερουσιαστικής θέσεως κατώρθωσε να πραΰνη· αφ' ετέρου δε, εκ μέρους του Καποδιστρίου, η παροχή μετ' αηδίας, σμικρύνουσα το δωρούμενον διά της σμικρότητος της δωρούσης ευμενείας, δυσπιστία και προσωπική ζηλοτυπία, ήτις ου μόνον εξήρει των κυβερνητικών χαρίτων την παντοδύναμον εν Μάνη οικογένειαν και τον αρχηγόν αυτής, αλλ' απεμάκρυνεν αυτήν μάλιστα των δημοσίων υπουργημάτων, και κατεδίωκεν αυτήν, και καθίστα αληθή αποδιοπομπαίον τράγον δι' όσα εν Μάνη συνέβαινον κακουργήματα, εγέννησαν την μεταξύ των Μαυρομιχαλών και του Καποδιστρίου έχθραν.
Τα ήθη και έθιμα των Μανιατών δεν ηδύναντο να συμβιβασθώσι, καθ' ολοκληρίαν, προς τας περί απολύτου υποταγής απαιτήσεις του Καποδιστρίου, ως και προς το καθόλου συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, όστις εφαντάσθη ότι ως εν τη λοιπή Ελλάδι ούτω ταχέως έμελλε να δεσπόση και της Μάνης, εν ή η υπεροχή των Μαυρομιχαλών ηνώχλει αυτόν· διό εκ παντός τρόπου εσπούδασε να καταβάλη αυτήν και προς τούτο αντέταξε την φιλοδοξίαν και αντιζηλίαν άλλων οίκων, οίον του Κουτούφαρη, Τζανετάκη, Μουρζίνου και εί τινος ετέρου. Εντεύθεν πάσα αίτησις των οίκων τούτων τάχιστα εξετελείτο υπό της κυβερνήσεως, απερρίπτετο δε πάσα των Μαυρομιχαλών. Οσάκις ο Πετρόμπεης απήτει χρηματικάς αποζημιώσεις ανθ' όσων απώλεσε κατά τον αγώνα, ο Καποδίστριας ή ουδόλως ή γλισχρότατα ήμειβε τον υπέροχον οίκον όστις και χρήμα και αίμα πολύτιμον εθυσίασεν υπέρ του ιερού αγώνος. Ενώ ούτω προσεφέρετο ο Καποδίστριας προς τον Πετρόμπεην, οι υπάλληλοι αυτού προσεφέροντο λίαν ιταμώς εν αυτή τη χώρα κατά τε του οίκου των Μαυρομιχαλών και των φίλα αυτοίς φρονούντων· ο νομάρχης μάλιστα Γενοβέλης ούτω παρώργισε τους Μαυρομιχάλας, ώστε κατά το Πάσχα του 1830 εξερράγη εν Τζίμοβα στάσις κατ' αυτού, ής ηγείτο ο αδελφός του Πετρόμπεη Τζανής, όν δι' απάτης συλλαβών ο Κυβερνήτης καθείρξεν εν Ναυπλίω ως φονεύσαντα, προ ετών, άνθρωπόν τινα· καθείρξε δε και τον υιόν του Τζανή Κατζάκον επί αποπείρα φόνου κατά του εξαδέλφου αυτού Πιεράκου. Πάντες δε οι Μαυρομιχάλαι επετηρούντο υπό της αστυνομίας ως επικίνδυνοι τη κυβερνήσει. Τούτο εξήγειρε τους Μανιάτας σύμπαντας φίλους τε και εχθρούς των Μαυρομιχαλών, διότι πάσα προσβολή παρά ξένου κατά Μανιάτου αντανακλά, κατά τα έθιμα των Μανιατών, κατά πάντων αυτών. Εντεύθεν ήρξατο απειλητική στάσις· πάντες ωπλίσθησαν ως επί επαναστάσεως κατά των Τούρκων ουδ' αυτών των γυναικών και των παίδων εξαιρουμένων· ενθουσιασμός φλογερός επύρωσε τους πάντας· πεντακισχίλιοι υπό τον Κωνσταντίνον Μαυρομιχάλην μαχηταί ωρκίσθησαν να εκστρατεύσωσι κατά του τυράννου, ει μη εντός μιας εβδομάδος απεφυλακίζοντο οι συλληφθέντες Μαυρομιχάλαι· συνέστη πρόσκαιρος επιτροπεία εκ δώδεκα ανδρών προς διοίκησιν της χώρας, καταργουμένης της εξουσίας του Καποδιστρίου· ο διοικητής των Καλαμών Κορνήλιος ο επιχειρήσας να καταπολεμήση τα λείψανα της υπό τον Τζανήν στάσεως, μόλις ηδυνήθη μετημφιεσμένος να δραπετεύση ως απλούς ναύτης επί πλοίου. Τούτων γινομένων, ο Πετρόμπεης διέτριβεν ως γερουσιαστής εν Ναυπλίω. Εις μάτην εζήτησε παρά του Καποδιστρίου ν' απέλθη εις την εαυτού πατρίδα, όπως, ως έλεγε, καθησυχάση τα πράγματα· ο Καποδίστριας δεν έδιδεν αυτώ άδειαν. Τότε εδραπέτευσε κατά Φεβρουάριον 1831 εις Ζάκυνθον επί αγγλικού πλοίου, του Γόρδωνος, αλλ' αποβιβασθείς εις Κατάκωλον της Ηλείας, οπόθεν εσκόπει να μεταβή εις Λιμένι, συνελήφθη υπό του Κωνσταντίνου Κανάρη, εις καταδίωξιν αυτού σταλέντος, και απήχθη εις Ναύπλιον. Ουδαμώς δε λαβών ο Καποδίστριας προ οφθαλμών επιστολήν του Πετρόμπεη, εν ή διεμαρτύρετο διά την προσγενομένην αυτώ βίαν, απλώς βουληθέντι ίνα μεταβή εις την ιδίαν αυτού πατρίδα προς υπεράσπισιν των οικείων και κατάπαυσιν των ταραχών, εκήρυξε διά διατάγματος αυτόν τε και τον Κωνσταντίνον ως λιποτάκτας· επιτροπεία δ' εκ γερουσιαστών προεδρευομένη υπό του Βιάρου εκήρυξε τον πολιόν Πετρόμπεην ένοχον εσχάτης προδοσίας, ού ένεκα καθείρχθη εν τω Ιτζ — Καλέ τω ετέρω φρουρίω του Ναυπλίου επί εννέα όλους μήνας ως κακούργος. Άμα ο αδελφός του Πετρόμπεη Κωνσταντίνος έμαθεν ότι ούτος καθείρχθη, αφίκετο εις Ναύπλιον επί τη υποσχέσει του Καποδιστρίου ότι θα έμενεν ελεύθερος· αλλ' άμ' αφικόμενος και ετέθη υπό αστυνομικήν επιτήρησιν. Μάτην δε ο Ρώσος Ρίκορδ, παρακληθείς υπό της έξ και ογδοηκοντούτιδος μητρός του Πετρόμπεη και υπό του Κατζάκου Μαυρομιχάλη, παρεκάλεσε Κυβερνήτην όπως δέξηται τον Πετρόμπεην εις συνδιαλέξιν κατ' οίκον προς συνδιαλλαγήν. Τέλος επείσθη ο Καποδίστριας. Προς τούτο δ' ωρίσθη η συνδιάλεξις να γίνη κατά την 5ην μετά μεσημβρίαν της 26ης Σεπτεμβρίου εν τω οίκω του Κυβερνήτου παρόντος και του ναυάρχου Ρίκορδ. Κατ' απαίσιον σύμπτωσιν ο Καποδίστριας παραβάς την εαυτού υπόσχεσιν ένεκα ταραχής έκ τινος άρθρου του «Ταχυδρόμου του Λονδίνου» κατακρίνοντος την πολιτικήν αυτού, δεν εδέξατο (26 Σεπτεμβρίου 1831) αυτόν εις ακρόασιν. Ούτω δ' ο γέρων Πετρόμπεης νομίσας ότι σκοπίμως προς εμπαιγμόν εξήχθη υπό φρουράν εκ του Ιτζ-Καλέ και υπό φρουράν ως κακούργος περιήχθη, εξεμάνη. Απαγόμενος δ' αύθις εκ της οικίας Καποδιστρίου εις τας φυλακάς παρεκάλεσε τους φρουρούς αυτού, ίνα ει δυνατόν επιτρέψωσιν αυτώ να διέλθη έμπροσθεν της οικίας, εν ή κατώκουν ο υιός αυτού Γεώργιος και ο αδελφός Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι. Αφικόμενος δ' εκεί υπό τα παράθυρα εκραύγασεν ο γέρων φωνή τρεμούση εξ οργής; «Για σας παιδιά»· πρώτος ο Γεώργιος αναγνωρίσας την φωνήν του πατρός προς το παράθυρον ορμά· και ιδών είπε προς τον Κωνσταντίνον: «ο γέρος». «Τι κάνεις;» ερωτώσιν αμφότεροι. «Τα βλέπετε», απαντά εν μανία και απέρχεται ο πολιός Μπέης. Αι λακωνικαί αύται λέξεις εδήλουν μυρίους όσους διαλογισμούς και σκοπούς κρυφίους, οίτινες συλλήβδην εγένοντο τω Κωνσταντίνω και Γεωργίω το σύνθημα της ταχίστης δολοφονίας του Καποδιστρίου, ήν και εξετέλεσαν πράγματι την επαύριον 27 Σεπτεμβρίου. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος διετέλουν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν, αλλά διά προσπεποιημένης υποταγής είχον κατορθώσει να καταστήσωσιν, από μακρού, λίαν ελαφράν την φρούρησιν αυτών· επρομηθεύθησαν δε και όπλα υπό τους οφθαλμούς αυτούς του επόπτου αυτών Καραγιάννη. Πολλάκις δε ήδη είχον ενεδρεύσει εν τη οδώ τον Κυβερνήτην· αλλά δεν ετόλμησαν το τόλμημα. Νυν όμως απήτουν τα εν Μάνη νόμιμα να μη αναβληθή επί πλέον η εκδίκησις.
Τα κατά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου ουτωσίν εκτίθησιν επακριβώς ο Γερμανός ιστορικός της νεωτέρας Ελλάδος Κάρολος Μένδελσον Βαλθόλδυς, ού πολλαχού ήδη εμνημονεύσαμεν:
«Η 27 Σεπτεμβρίου ην Κυριακή· η πρωία ην λαμπρά και αίθριος. Τη 6η ώρα καταλιπών το δωμάτιον, εν ώ από μιας ήδη ώρας ειργάζετο, απήλθεν εις τον μικρόν του αγίου Σπυρίδωνος ναόν, όπως ακούση την λειτουργίαν. Συνώδευον δ' αυτόν ο είς μόνον πιστός μονόχειρ απόμαχος ο Κοκώνης και ο στρατιώτης Λέοντας. Καθ' οδόν συνήντησαν αυτώ ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλαι, εχαιρέτισαν αυτόν και σπεύσαντες προεπορεύθησαν αυτού εις τον ναόν. Έστησαν δ' ούτως ένθεν και ένθεν της στενής θύρας, ώστε οι εισερχόμενοι εις τον ναόν ώφειλον να διέρχωνται μεταξύ αυτών. Είχον ενδυθή λαμπρώς, ως οι επί εορτή κοσμούμενοι. Αντικρύ δ' αυτών επί του αντιθέτου της οδού μέρους ίσταντο οι αστυνομικοί υπάλληλοι οι την τήρησιν των υπόπτων επιτετραμμένοι, ο Ιωάννης Καραγιάννης και ο Α. Γεώργης.
Και τούτο δηλοί την απελπιστικήν της κυβερνήσεως θέσιν: ότι ηναγκάσθη να εμπιστευθή την εκτέλεσιν των αυτής μέτρων υπαλλήλοις, οίτινες διαπραττομένου εγκλήματος κατά του αρχηγού του Κράτους, παρίσταντο αδρανείς εν αδιαφορία και μάλιστα συμπράττοντες. Αμφότεροι ήσαν μεμυημένοι τα των δολοφόνων σχέδια. Ο Καραγιάννης, ο ασυγγνώστω των αρχών αμελεία διατελών από τεσσαράκοντα ημερών επιτηρητής των Μαυρομιχαλών, γενόμενος επί τέλους συνωμότης αυτών, απεφάσισε να συντείνη όση δύναμις εις τον «φόνον του τυράννου». Έξ μόλις ημέρας προ της απαισίου εκείνης Κυριακής είχε μάθει η αστυνομία την προ μηνός γενομένην αγοράν των πιστολίων. Τοιαύτην αμέλειαν υπό την αυστηράν του Γιαννετά διοίκησιν ηδύνατό τις να φαντασθή. Προς τον Καποδίστριαν είχον ανακοινώσει ο αστυνόμος Ναυπλίου (83) και ο Άγγλος Δώκινς, ότι η ζωή αυτού εκινδύνευεν. Αλλ' εκείνος απέκρουσε τας θετικάς και ευλόγους αυτών παραστάσεις, απαντήσας αυτοίς διά θρησκευτικού αξιώματος: «Η Θεία Πρόνοια αγρυπνεί επί του Κυβερνήτου της Ελλάδος. Θα σεβασθώσι τας λευκάς μου τρίχας» (84). Οποία δαιμόνιος πεποίθησις. Έγκλημα σχεδόν φαίνεται ενώπιον των αιματηρών της Μάνης εκδικητών η της θείας Προνοίας επίκλησις. Ο Καποδίστριας εγίνωσκε τους Μανιάτας και της Μάνης τα έθιμα. Τούτου δ' ένεκα είπε βραδύτερον ο λαός: «Ήθελε ν' αποθάνη.
Συνεκλονήθη πως ο κόμης, ότε είδε τους Μαυρομιχαλέους ισταμένους προ της θύρας του ναού και η της προτεραίας νουθεσία επήλθεν αυτώ φοβερά. Επί βραχύ εδίστασεν· ανέβλεψε δε προς την οικίαν του επί των στρατιωτικών υπουργού Ροδίου και η της σωτηρίας ελπίς διέλαμψεν εν τη ψυχή αυτού· αλλ' αποβαλών αθύμως τον δειλόν στοχασμόν μετά μικράν ανάπαυλαν προεχώρησε και ανέβη τας προ της θύρας του ναού ολίγας βαθμίδας (85). Τότ' εξάγουσιν οι φονείς τας διπλάς σφαίρας εχούσας αυτών πιστόλας, σκοπεύουσι κατά του κυβερνήτου και πυροβολούσιν. Η σφαίρα του προδότου Καραγιάννη αποτυχούσα του σκοπού εισδύεται εις την αριστεράν της θύρας παραστάδα (86)· αλλ' ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης επιτυγχάνει τον κόμιτα όπισθεν κατά κεφαλήν· κλονούμενον δε τον Καποδίστριαν δις διά μαχαίρας πλήττει κατά την κοιλίαν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης και αμέσως το θύμα κλίνει νεκρόν, άφωνον. Ο Κοκώνης υπεδέξατο τον πίπτοντα Κυβερνήτην επί του αποκεκομμένου αυτού βραχίονος, όν είχεν αποβάλει πολεμών προς τους Αιγυπτίους και αποθείς τον νεκρόν χαμαί ετράπη προς καταδίωξιν των φονέων. Και επυροβόλησε μεν κατά του Κωνσταντίνου, αλλ' ακροθιγώς μόνον ήψατο αυτού η σφαίρα, ο δε φονεύς ανορθωθείς ηγωνίσθη να διεκφύγη. Αλλά νυν επέρχεται αγρία σκηνή προ του ναού, όστις ην έτι πλήρης προσευχομένων. Περί το πτώμα του Κυβερνήτου συναγείρονται φίλοι και γυναίκες παροτρύνοντες εις εκδίκησιν. Ο τραυματισθείς Κωνσταντίνος εν πολλή αγωνία συρόμενος περαιτέρω καταδιώκεται υπό του καταρωμένου πλήθους, μέχρις ού ο στρατηγός Φωτομάρας πυροβολήσας από του παραθύρου της αυτού οικίας ρίπτει αυτόν χαμαί. — Υβρίζων και καταρώμενος ο εκμανής λαός σύρει κατά γης τήδε κακείσε τον θανασίμως τετρωμένον· λακτίζει αυτόν και προπηλακίζει· πείσμων δ' εκείνος και θρασύς μέχρι τέλους ικετεύει μόνον τους συναγηγερμένους να φονεύσωσιν αυτόν ταχέως: «Μη με λερώνετε βρε παιδιά. Μωρέ δεν ευρίσκεται κανένα παλληκάρι να με φονέψη με μια πιστολιά;» Ο άγριος φονεύς ουδόλως έχρηζε να ικετεύση μακρότερον περί της αυτού απαλλαγής· η ιλαστήριος σφαίρα εύρεν αυτόν και επέρανε το μαρτύριον αυτού. Αλλά και κατ' αυτού του αψύχου πτώματος αυτού ετράπη η λύσσα του λαού, όστις σύρας αυτόν εις την πλατείαν της πλατάνου κατέρριψε βλασφημών και υβρίζων εις την θάλασσαν από των τειχών του κάτω φρουρίου. Ούτω δε η αμερικανική δικαιοσύνη του ελληνικού λαού (Λύντσιος νόμος) ετιμώρησε τον έτερον των φονέων του Καποδιστρίου.
Κατά τον πρώτον νωπόν της πράξεως θόρυβον, κατά την πρώτην προ του ναού φοβεράν σκηνήν, ηδύνατο ίσως ο άλλος της πράξεως αυτουργός Γεώργιος Μαυρομιχάλης να διεκφύγη ευκόλως μετά του Καραγιάννη διά της εγγύς πύλης του Ναυπλίου.
Εν Μάνη ην ελεύθερος. Τουναντίον όμως κατέφυγε διά της μεγάλης αγοράς εις την οικίαν του Έλληνος αξιωματικού Βαλλιάνου, εν ή εφάνη διατεθειμένος να πωλήση την ζωήν αυτού όσον το δυνατόν ακριβώτερον. Ότε όμως προσώρμησε το θορυβώδες πλήθος μετέβαλε σχέδιον και αναρριχηθείς εις χθαμαλόν τινα τοίχον κατεπήδησεν εις τον κήπον του κυρίου Ρουάν και μόλις αναπνέων εφώνησεν: «Ο τύραννος δεν ζη πλέον. Έπεσεν από τας χείρας τας ιδικάς μου και τον θείου μου. Να με ασφαλίσετε» Παρέδωκε το αυτού όπλον προς τον συνταγματάρχην Πελλιόν και ενόμισεν ότι εξησφαλίσθη. Περί την εσπέραν όμως αυτόπται εμαρτύρησαν ότι ο φονεύς Γεώργιος Μαυρομιχάλης είχε κρυβή εν τη οικία του Γάλλου πρεσβευτού· ευθύς δε πλήθος λαού λυσσών περιεκύκλωσε το μέγαρον της πρεσβείας απαιτούν διά κραυγών εκδίκησιν. Εν τω θορύβω επεφάνη ο φρούραρχος Αλμέιδας και εζήτησε την παράδοσιν του κακούργου, εν ονόματι της προσκαίρου τριανδρίας, ήν περί την μεσημβρίαν της αυτής ημέρας είχε συστήσει η Γερουσία εκ του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, του Κολοκοτρώνη και του Κωλέττη προς διοίκησιν των κοινών. Έδειξε προς τον Ρουάν το υπό τα παράθυρα αυτού συνηθροισμένον πλήθος και παρετήρησεν αυτώ ότι, εάν αρνηθή, έμελλε ν' αποβή αδύνατος η χαλίνωσις της μανίας του λαού (87). Παρέστησε τότε προς τον Μπετζαδέν (88) Γεώργιον, ότι προύκειτο περί τακτικής αυτού δίκης, ήτις έμελλε να γείνη υπό τα όμματα πάσης της Ευρώπης, και ότι ήθελεν είναι πολύ ασφαλέστερος εν ταις χερσί των δημοσίων αρχών ή εντός οικίας πολιορκουμένης υπό λυσσώδους πλήθους. Και διεμαρτυρήθη μεν εκείνος ζωηρότατα· αλλ' απεφάσισε τέλος ν' απέλθη, κατιδών ότι αυτή η προς προστασίαν αυτού καλή διάθεσις ουδόλως είχε την προς τούτο δύναμιν. Παρεκάλεσεν όμως όπως συνοδεύση αυτόν Γάλλος τις αξιωματικός· ο δε Ζεράρ και ο Ρουάν έπεισαν τον συνταγματάρχην Πελλιόν ίνα εκπληρώση το φιλάνθρωπον εκείνο καθήκον. Ούτω δε στηριζόμενος επί του βραχίονος του Πελλιόν διήλθεν ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης τον απειλητικόν και ένοπλον όμιλον.
Η συκοφαντία κατηγόρησε βραδύτερον τους Γάλλους ως συνενόχους του κακουργήματος, πρόφασιν ίσως λαβούσα την πράξιν του Πελλιόν· τουναντίον όμως, εύκαιρον είναι να αναμνήσωμεν οπόσον συμφέρον είχεν η Γαλλία να παραδοθή ο Μπεϊζαδές εις τακτικάς δικαστικάς αρχάς και να κριθή δικαστικώς. Νέα τις πράξις αμερικανικής δικαιοσύνης (Λύντσιος νόμος)» προ της φλιάς του αντιπρεσβευτού γενομένη ήθελε παράσχει ευρύ στάδιον εις τας μάλλον παρακεκινδυνευμένας υποθέσεις επί της τοσούτον συγκεχυμένης ταύτης υποθέσεως και ήθελε γείνει αφορμή σχολίων λίαν δυσαρέστων τη Γαλλία. Καθότι η αγανάκτησις του λαού είχε τοσούτον κορυφωθή, ώστε ούτος υλάκτει κατά γράμμα ζητών εκδίκησιν (89). «Ή σκοτώνετε τον γονέα και πιάνετε τους συμβούλους, ει δε μη θα κάνωμεν εκδίκησιν μοναχοί μας!» Ο Κολοκοτρώνης αναφέρει, ότι η κυβέρνησις ηναγκάσθη εκ των διαθέσεων τούτων του πλήθους να συστήση στρατοδικείον.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μετηνέχθη κατ' αρχάς εις το φρούριον Μπούρτζι, είτα δε εις την ειρκτήν του Ιτζ-Καλέ. Ότε ηγγέλθη αυτώ ότι έμελλε να παραπεμφθή ενώπιον στρατοδικείου, αντέστη αρνούμενος ναναγνωρίση την αρμοδιότητα τοιούτου εξαιρετικού δικαστηρίου. Είχεν, είπε, βαθμόν στρατηγού των ατάκτων του ελληνικού στρατού και ην μέλος της εθνικής συνελεύσεως, ήτις υφίστατο έτι νομίμως. Υπεδείκνυε δε ούτως ότι μόνη η εθνική συνέλευσις είχε δικαίωμα να δικάση αυτόν. Σαθρά βεβαίως ην η βάσις της εκ της γερουσίας πηγασάσης εκείνης διαδικασίας. Κατά την στιγμήν όμως εκείνην εμπαθούς ερεθισμού, καθ' ήν ήρχιζεν η δίκη και «η Ελλάς ολόκληρος πενθηφορούσα εζήτει δικαιοσύνην», κατά την έκφρασιν του Στούρτζα, ουδόλως ην δυνατόν να προσδοκά τις ότι ήθελε κατισχύσει ήρεμός τις και αμερόληπτος των πραγμάτων εκτίμησις. Μετά βιαίαν προανάκρισιν, καθ' ήν δεν επετράπη τω κατηγορουμένω μηδέ να συγκοινωνήση καν άνευ μαρτύρων προς τον δικηγόρον αυτού, τον Άγγλον φιλέλληνα Μάσσον, εκήρυξεν εαυτό αρμόδιον το υπό της γερουσίας συσταθέν στρατοδικείον, καίτοι ο Μάσσον σφοδρότατα και ευφυώς προσέβαλε την αρμοδιότητα ταύτην, και κατεδίκασε τους κατηγορουμένους Γεώργιον Μαυρομιχάλην και I. Καραγιάννην εις τον διά τουφεκισμού θάνατον, τον δε συνένοχον Α. Γεώργην εις δεκαετή δεσμά. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα κατεδικάσθη και εις την των πατροκτόνων ποινήν, την αποκοπήν δηλαδή της χειρός, ήν εχάρισεν όμως αυτώ ο αδελφός «του υψηλοτάτου θύματος»». Ο υπερασπιστής Μάσσον επεκαλέσατο υπέρ του πελάτου αυτού την δικαιοδοσίαν της εθνικής συνελεύσεως και εκήρυξεν ευπαρρησιάστως ότι πάσα καταδίκη του Γεωργίου υφ' οιουδήποτε άλλου δικαστηρίου ήθελεν είναι πολιτική δολοφονία. Ήχησε δε τούτο τόσω προσβλητικώς εις τα ώτα των ευαισθήτων δικαστών, ώστε ο γέρων Φωτομάρας ο πυροβολήσας κατά του Κωνσταντίνου και παριστάμενος νυν ως πρόεδρος του δικαστηρίου ανεκάλεσε τον Άγγλον εις την τάξιν. Ίδιον αναθεωρητικόν δικαστήριον προς τον σκοπόν τούτον κατασταθέν επεκύρωσεν απλώς την πρωτόδικον απόφασιν· απεκρούσθη δε η περί ακυρότητος ένστασις, ήν υπέβαλεν ο Μάσσον κατά της επικυρωτέας αποφάσεως. Η εκτέλεσις της ποινής του Καραγιάννη προτείναντος νανακαλύψη σπουδαία ανεστάλη· μετά δ' έξ μήνας επέτυχεν ούτος ναπολυθή εντελώς.
Η καταδίκη έμελλε να εκτελεσθή τη πρωία της 10 Οκτωβρίου επί των οχυρωμάτων του φρουρίου. Ο γηραιός Πετρόμπεης έβλεπεν από της ειρκτής αυτού το θλιβερόν θέαμα. Ο υιός αυτού απέτεινε προς αυτόν τρις τον έσχατον αποχαιρετισμόν, είτα δε προυχώρησεν ο εξημμένος νέος σφριγών και πλήρης ακμής. Η χάρις αυτού και η ανθούσα σωματική δύναμις είχον ανέκαθεν προσελκύσει προς αυτόν τας καρδίας των συμπολιτών αυτού. Ουδείς οφθαλμός έμεινεν άδακρυς, ότε προβάς στερρώ τω βήματι έστη προ των επιτετραμμένων την εκτέλεσιν στρατιωτών και απέσπασε το περί τους οφθαλμούς αυτού δέμα, όπως θεωρήση έτι την πόλιν, την θάλασσαν, τα πάτρια βουνά και αναπνεύση τον καθαρόν της πατρίδος αέρα. Ανέκραξε τότε προς τους παρισταμένους οιονεί κληροδοσίαν καταλείπων αυτοίς τους εξής σημαντικούς λόγους: — «Αδέλφια! ομόνοια, αγάπη»· και διέταξεν ο ίδιος: «πυρ!» δι' εντόνου φωνής. Αι πρώται βολαί επέτυχον και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έπεσε χαμαί νεκρός.
Θα ημάρτανε βεβαίως ο ιστορικός κατά του ηθικού νόμου, ει επεζήτει μεγαλορρήμονας φράσεις, όπως περικαλλύνη την πολιτικήν δολοφονίαν αναμιμνησκόμενος τον Αρμόδιον και Αριστογείτονα. Η δολοφονία είναι πάντοτε αποτρόπαιος, καίτοι ενίοτε η ηθική κατάστασις του φονέως δικαιολογεί επιεικεστέραν τινά κρίσιν. Οι εν ταις επαρχίαις οπαδοί του Κυβερνήτου απέμειναν ενεοί εκ της φρίκης. Ο Κολοκοτρώνης, όστις εφ' ολόκληρον εσπέραν ετήρησε μυστικήν την φοβεράν είδησιν εν Τριπόλει, λέγει: «Την αυγήν, όπου το έμαθαν οι πολίται της Τριπολιτζάς, έμειναν νεκροί· άφησαν τα εργαστήριά των, ταις δουλιαίς τους και επερπατούσαν εις τους δρόμους ωσάν τρελλοί», και ότι παρακληθείς υπό των προυχόντων της Τριπόλεως ηναγκάσθη να λαλήση μίαν όλην ώραν εις τους κατοίκους συνιστών αυτοίς ησυχίαν και τάξιν εν τη κρισίμω ώρα. Και εν Ναυπλίω ωσαύτως, όπου οδυνώμενος, προϋπήντησεν αυτώ ο λαός, λέγει ο Γέρος ότι παρήγγειλεν: «ησυχίαν!» Εκεί δεν έλειπαν βεβαίως μεταξύ των εκθύμων οπαδών του Κυβερνήτου και φανατικοί, οίτινες ευχαρίστως εξεμεταλλεύοντο το γενόμενον έγκλημα υπέρ των φατριαστικών αυτών σκοπών και οσφαινόμενοι τακτικήν και αποτελεματικήν συνωμοσίαν επέρριπτον τας σκοτεινοτάτας των υπονοιών κατ' ανδρών, οίοι ο Μαυροκορδάτος και ο Κωλέττης, και κατ' αυτών έτι των αντιπρέσβεων των δυτικών Δυνάμεων. Η αγρία δολοφονία του Μαυρομιχάλη πρέπει εν πρώτοις, να θεωρηθή ως έργον της αιματηράς εκείνης εκδικήσεως, ήτις εν Μάνη στενώτατα συνδέεται προς την φύσιν της χώρας και των ανθρώπων. Όπου η ζωή ομοιάζει προς διαρκή πόλεμον, άτοποι βεβαίως είναι αι ήρεμοι έννοιαι περί αγαθής αστικής συμπεριφοράς και αστυνομικής καλής διαγωγής. Το μέτρον του ευρωπαϊκού πολιτισμού δεν εφαρμόζεται εν τη Μάνη. Δυνατόν ίσως εν τη αρχαία Ελληνική ιστορία να ευρεθή ανάλογόν τι προς τον φόνον του Κυβερνήτου συμβάν· δυνατόν ν' αναμνησθή τις του Νάβιδος και του Ιππάρχου.
Απαιτείται όμως μεγίστη κοσμοπολιτική σύγχυσις κρίσεως, όπως προβή τις εις παραλληλισμόν του Μαυρομιχάλη προς τον Σανδ (90) και παραβάλη την γοργήν εκείνου πράξιν προς την βραδείαν ενέργειαν του αγαθού τούτου, αλλά νοσηρού και εξημμένου Γερμανού, όν είχεν υποτάξει η γόησσα πνευματική δύναμις του Καρόλου Φολλενίου (91). Ο Γεώργιος και ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλαι απείδον εις το όνειδος και την πτώσιν της οικογενείας αυτών, εις τα δεσμά του αυτών γενάρχου και απηλλάγησαν του οικογενειακού αυτών εχθρού άνευ πολλής σκέψεως διά τολμήματος, ούτινος το νόμιμον ήκιστα πρότερον ανελογίσαντο, ως γνήσια της φύσεως τέκνα. Δεν πρέπει τις όμως ένεκα τούτου ν' απογυμνώση την πράξιν του πολιτικού αυτής χαρακτήρος, όστις πρόδηλος κατεφάνη εν τη δίκη και κατά τας τελευταίας στιγμάς του Γεωργίου Μαυρομιχάλη.
Διπλωματικαί εκθέσεις μικρόν προ του φόνου του Κυβερνήτου γραφείσαι βεβαιούσι ρητώς ότι το πάθος, όπερ εκ της κτηνώδους επεμβάσεως της Ρωσίας εις τας εσωτερικάς της Ελλάδος έριδας και της εν Πόρω καταστροφής και της αναγκαίας πατριωτικής πράξεως του Μιαούλη εξηκολούθει έτι βιαίως συνταράσσον τας ψυχάς των Ελλήνων, επλήρου και έτρεφεν αυτάς δι' απαισίων σχεδίων. Το πάθος δι' ού ο Βέρνε (92) υποδεικνύει το πολιτικόν εμπύρευμα κατά την περίστασιν ταύτην, είναι αναντιρρήτως ζωηροτάτη απήχησις του ληκυθείου κόμπου της Νέας Γερμανίας. «Οι Έλληνες, λέγει, ηλευθερώθησαν του τυράννου αυτών Καποδιστρίου κατά γνησίως αρχαίον τρόπον ουχί δι' ημερίδων και ανάνδρου περί ελευθεριών φλυαρίας, αλλά διά ξίφους. Αυτή είναι αληθής, πλαστική ελευθερία· ουχί η ημετέρα, η εν εικόνι μόνον, η ρωμαντική· ουχί δολοφονία, αλλ' έντιμος μάχη. Βαθυτάτην πάντοτε ησθανόμην εν τη ψυχή μου αντιπάθειαν βλέπων τον πανούργον εκείνον διαπεπονηρευμένον και εν τη σχολή του δεσποτισμού γεγηρακότα πολιτικόν ηγούμενον λαού ζήσαντος και θανόντος υπέρ ελευθερίας μόνον και πίστεως. Ούτω δε και εκυβέρνησεν· ουδέν άλλο ην η κυβέρνησις αυτού ή αδιάκοπος παιδοκτονία, διαρκής απόπειρα δηλητηριασμού της ελευθερίας. Απηγόρευσε τανώτερα διδακτήρια τα υπερβαίνοντα τον κύκλον της αριθμήσεως και γραφής· την ελευθεροτυπίαν εξέσπασε πρόρριζον και επέβαλε λαώ παίδων και αυτήν της αρθρώσεως την λογοκρισίαν. Αναμφίβολος βεβαίως είνε η επίδρασις πολιτικού εμπορεύματος υπό την προ της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος καταστροφήν. Συνέπεσεν ίνα ο του οίκου των Μαυμιχαλών εχθρός φανή αυτοίς συγχρόνως και ως τύραννος της πατρίδος. Ην δε δυνατόν ίνα ούτοι παρίδωσιν ότι ο Κυβερνήτης εν τω εκρωσιαστικώ αυτού ζήλω έθηκε Ρώσους αξιωματικούς εφ' εκάστου πλοίου, ότι εταπείνωσε τον ελεύθερον της Ελλάδος στόλον εις όργανον των ανατολικών του Τσάρου σχεδίων, αυτά δηλαδή εκείνα τα αγανάκτησιν προξενούντα γεγονότα, άτινα παρώρμησαν τον ατρόμητον του Μιαούλη πατριωτισμόν εις το εν Πόρω ολοκαύτωμα; Ούτω δε συνεπλέχθησαν εις άλυτον δεσμόν το ψυχολογικόν αίτιον της αιματηράς εκδικήσεως και ο πολιτικός παράγων. Και αν δ' έτι σπινθήρ τις μόνος ευγνωμοσύνης παρέμενεν εν ταις καρδίαις αυτών από των χρόνων εκείνων, ούς ο Καποδίστριας παρέσχεν ευεργεσίας είς τινα μέλη της μαυρομιχαλικής οικογενείας, ήθελεν αναγκαίως σβεσθή, άμα προκειμένης εκλογής μεταξύ του προσωπικού φίλου και του εχθρού της Ελλάδος.
Και μείζον, όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμού λέγω.
Καθότι αναντίρρητον ήτο, ότι εν τη αγρία και αχαλινώτω φύσει των Μανιατών έβοσκεν ο μέγας και σφοδρός υπέρ της ελληνικής πατρίδος ενθουσιασμός, όστις είνε τοσούτον περιφανές και πλήρες ελπίδων χαρακτηριστικόν των σημερινών Ελλήνων. Ενώ δε ουδείς υπήρχε μεταξύ των ευγενεστέρων και μεμορφωμένων Ελλήνων ο μη καταδικάζων το μέσον, ουδείς υπήρχεν επίσης ο μη ελπίζων, ότι η κακή και απόβλητος πράξις ήθελεν αποφέρει κρείττονας καρπούς. Παρά τη αντιπολιτεύσει υπεχώρησε προς στιγμήν ενώπιον σοβαρών και γενικών πατριωτικών σκέψεων το μίσος, όπερ είχεν ομόσει αύτη κατά του Κυβερνήτου. Και αυτή η φατριαστική εφημερίς «ο Απόλλων», ώκτειρε την πράξιν εκ γενικής ανθρωπίνης επόψεως, δηλώσασα όμως, ότι πολύ απείχε του να καταδικάση αυτήν εκ πολιτικών λόγων. «Ως άνθρωποι, έγραψε, πενθούμεν μόνον και θρηνούμεν επί τοιαύτη τραγική καταστροφή· ως πολίται όμως σκεπτόμεθα άλλως». Τοιαύται υπήρξαν και αι διαθέσεις των χηρών του Μεσολογγίου αίτινες, πενθούσαι τέως, απέβαλον τα μελανά ενδύματα, ως παρελθόντος του επί τη πατρίδι πένθους. Οι μαθηταί του εν Αιγίνη Γυμνασίου εώρτασαν την πράξιν των Μανιατών, και έψαλαν το παλαιόν άσμα του Αρμοδίου και Αριστογείτονος. Και ο ποιητής δε Αλέξανδρος Σούτσος ανέμνησε τους χρόνους των Πεισιστρατιδών, και επανηγύρισεν ένθους τον νέον φονέα:
«Μιμητής του Αρμοδίου, και Αριστογείτων νέος, Σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου, με μυρσίνη. Τον προδότην της πατρίδος χτύπα, . . κτύπα και γενναίως Πέθανε καθώς εκείνοι.»
Προς την τοιαύτην, άμετρον πολλάκις εκδήλωσιν της επί τω «τέλει του τυράννου» αγαλλιάσεως συνεδέοντο χιμαιρικαί περί του μέλλοντος ελπίδες. Ενομίσθη εν γοητευτική πλάνη, ότι διά του αίματος του Κυβερνήτου είχε διαλυθή και εξαλειφθή πάσα έχθρα, και ότι μόνον το πρόσωπον του Κόμητος παρεκώλυσε την συνδιαλλαγήν των κομμάτων. Πρώτον όμως έπρεπε να χαρώσιν οι άνθρωποι, αν επήρχετο απλώς και μόνον ασφάλεια προσώπων και κτήσεων. Οι αντιπρέσβεις διετήρησαν εν Ναυπλίω την δημόσιον τάξιν και ησυχίαν, διατάξαντες να καταληφθώσι τα Φρούρια υπό ναυτικού στρατού των συμμάχων στόλων. Εν τω μεταξύ δε η Γερουσία, συγκειμένη εξ 27 Γερουσιαστών οπαδών του Κυβερνήτου, αντέγραψε και εξετέλεσε τολμηρώς και ταχέως τάδε: Διά κήρυκος απηγορεύθη τοις πολίταις να εξέλθωσιν εντός τριών ωρών των οικιών αυτών. Πριν ή δε παρέλθη η προθεσμία, συνήλθεν η Γερουσία και διώρισε περί την μεσημβρίαν τη 27 Σεπτεμβρίου προσωρινήν κυβερνητικήν επιτροπήν, συγκειμένην εκ του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου, ως προέδρου, του Θεοδ. Κολοκοτρώνη και του Ιωάννου Κωλέττη κατά το υπ' αριθ. 258 (27 Σεπτεμβρίου 1831) έγγραφον αυτής έχον ώδε:
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
&Η Γερουσία της Ελλάδος.&
Επειδή, κατά δυστυχίαν της πατρίδος, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Α. Καποδίστριας δεν υπάρχει ήδη.
Επειδή η Γερουσία, ως σώμα κυβερνητικόν, χρεωστεί να λάβη πρόνοιαν χωρίς μικράς αναβολής περί της κοινής ασφαλείας και ησυχίας και περί της αντικαταστάσεως κυβερνητικής αρχής.
Έχουσα υπ' όψιν τον παρ. § ΙΓ' του υπ' αριθ. Β' ψηφίσματος της εν Άργει Δ' εθνικής συνελεύσεως, εις έκτακτον συνεδρίασιν παρόντων και των Γραμματέων της Κυβερνήσεως.
&Ψηφίζει&
Α'. Μία τριμελής επιτροπή θέλει αναλάβει τα χρέη της κυβερνήσεως προσωρινώς υπό το όνομα Διοικητική επιτροπή.
Β'. Μέλη αυτής της επιτροπής διορίζονται οι κύριοι Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Ιωάννης Κωλέττης.
Γ'. Ο κύριος Αυγουστίνος Α. Καποδίστριας ονομάζεται πρόεδρος αυτής της επιτροπής.
Δ'. Η Γερουσία δι' επίτηδες διορισθείσης επιτροπής θέλει καταγίνει εις την ταχείαν σύνταξιν των καθηκόντων αυτής. Εν τοσούτω η διοικητική επιτροπή αναλαμβάνει ευθύς τα υψηλά χρέη της, και καταγίνεται εις την ησυχίαν και ασφάλειαν της Επικρατείας, και εις την ταχειαν συγκάλεσιν της Εθνικής συνελεύσεως.
Εν Ναυπλίω, 27 Σεπτεμβρίου 1831.
Ο Πρόεδρος Ο Γραμματεύς
&Δημ. Τζαμαδός Γ. Αναγνωστάκης.&
Η επιτροπή αύτη ανέλαβε την διατήρησιν της δημοσίου ησυχίας και την περί προσεχούς συγκλήσεως Εθνικής συνελεύσεως μέριμναν. Η Γερουσία τη αυτή ημέρα εξέδωκε προς τους Έλληνας προκήρυξιν, εν ή ένθεν μεν εδήλου εν βαθυτάτη λύπη και μετά δακρύων το φοβερόν και απροσδόκητον γεγονός: τον φόνον του Κυβερνήτου, ένθεν δε ήγγειλε τον διορισμόν της τριμελούς διοικητικής επιτροπείας. Ομοίαν δε σχεδόν προκήρυξιν εξέδωκεν η Γερουσία προς τους επιτρόπους και διοικητάς και νομάρχας και τη επαύριον (28 Σεπτεμβρίου) προς τα δικαστήρια· μετά δε δύο ημέρας (30 Σεπτεμβρίου) εξέδωκεν άλλην η τριανδρία προς τους Έλληνας. Επεφυλάξατο δε η Γερουσία να ορίση άνευ αναβολής τα λοιπά έργα και καθήκοντα της τριανδρίας ταύτης.
Τον Καποδίστριαν δολοφονηθέντα προ της θύρας του ναού του Αγίου Σπυρίδωνος μετήγαγον εις το κυβερνητικόν μέγαρον, ένθα ταριχεύσαντες (93) τον νεκρόν ετέλεσαν την νεκρώσιμον αυτού ακολουθίαν εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου· μετά την νεκρώσιμον ακολουθίαν ο επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ εξεφώνησε τον δε τον λόγον:
«Το σώμα αυτού εν ειρήνη ετάφη, και το όνομα αυτού ζη εις γενεάς» [Σειράχ, Κεφ. μδ'|.
«Και ήτον άρα γε της θείας προνοίας εξυμνητόν αποτέλεσμα, υπόθεσιν της ομιλίας μου να έχω σήμερον τον αείμνηστον Κυβερνήτην μας; Ήτον άρα προωρισμένον, εγώ οπού πέρυσιν εις την πάμφωτον εορτήν του εγκωμίασα τα υψηλά του προτερήματα, να γένω σήμερον νεκρολόγος της φρικτής δολοφονίας του; Νεκρολόγος εις ένα πλήθος ακροατών, εις του οποίου να βλέπω την κατήφειαν των προσώπων, την συστολήν των καρδιών, την αθυμίαν των ψυχών, και τα καρδιοστάλακτα δάκρυα χεόμενα κρουνηδόν από τους οφθαλμούς των διά την υστέρησιν του πατρός της πατρίδος και του θερμουργού Κυβερνήτου μας;
«Αχ! ποίος βάσκανος οφθαλμός μας εφθόνησε; Ποίος ολύμπιος κεραυνός επεβουλεύθη την υψίκομόν μας κυπάρισσον; Ποία λαίλαψ; Ποία ακατάσχετος καταιγίς; Ποία τρομερά κύματα κατερρόφησαν την σωτήριον ολκάδα μας;
«Άγγελοι ουράνιοι, οίτινες παρίστασθε αοράτως εις όλας τας κοινωφελείς πράξεις του, και εχειροκροτούσατε υπό της χαράς βλέποντες τον μεγαλοφυέστατον τούτον άνδρα χύνοντα νύκτα και ημέραν αμφιλαφείς ιδρώτας, μη φειδόμενον κόπων, αποδιώκοντα τον ύπνον, λησμονούντα την τράπεζαν, διά να πραγματοποιήση όλα εκείνα τα αναγκαία εις το να φέρη την Ελλάδα μας εις τον αρχαίον βαθμόν της δόξης της, να την ανυψώση εις τον κολοφώνα της ευτυχίας της, και ν' αποκαταστήση όλους τους Έλληνας να συγκαταλεγώσι με τας μεγάλας οικογένειας των φωτισμένων εθνών! Σεις, Σεις άυλα πνεύματα, ζωγραφίσατε εις την φαντασίαν μας, και ανυψώσατέ μας εις την θεωρίαν του μεγάλου τούτου ανδρός.
«Ευαγέστατοι οίκοι, άγιαι εκκλησίαι, φρικτά και σεπτά θυσιαστήρια του Τρισυποστάτου Θεού. Σεις, Σεις αφ' ού μελανοφορέσητε, κηρύξατε τον διακαέστατον ζήλον οπού είχεν εις την ευσέβειαν ο αοίδιμος ούτος· κηρύξατε την βαθυτάτην του ευλάβειαν, την μετά φόβου και τρόμου εις τας ιεράς ακολουθίας παράστασίν του, την παντελή υποταγήν του εις τας αναλλοιώτους αρχάς της αμωμήτου ημών πίστεως οπού εφύλαττε, και κηρύξαντες, κλαύσατε, επειδή και εχάσατε τον Κοσμήτορά σας.
«Εμφρονέστατοι, και μεγαλεπήβολοι υπουργοί των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, φανερώσατε τους μεγάλους στοχασμούς του ανδρός τούτου, τας κοινωφελείς και εμβριθείς ιδέας του, της πολιτικής του την μεγαλοφυά μεγαλοπρέπειαν, της οικονομίας του την στάθμην, και κλαύσατε διά την παράωρον υστέρησιν του συναδελφού σας. Κραταιότατοι, και θεοστήρικτοι βασιλείς της Ευρώπης! δεν θέλετε ιδεί πλέον εις τα σοφά και μεγαλονοήμονα συμβούλιά σας τον Καποδίστριαν παριστάμενον, δεν υπάρχει πλέον εις την γην· χείρες χριστιανικοί, χείρες ελληνικαί έχυσαν το αίμα του το πολύτιμον.
«Αχ φθόνε, φθόνε! Αχ πάθη μιαρά και αλλόκοτα! εκείνο οπού εμελετούσατε, κατωρθώσατε· εκείνο οπού επιθυμούσατε, είδατε· εκείνο όπου εδιψούσατε, απηλαύσατε· εσβύσατε το φως πολλών τυφλών, συνετρίψατε την βακτηρίαν πολλών χωλών, εξερριζώσατε το πολύφυλλον δένδρον, υπό την σκιάν του οποίου επαρηγορούντο τόσοι και τόσοι τετραυματισμένοι και δυστυχείς· ω ματαιότης του κόσμου! ω απιστία της εποχής μας! αλλ' εκείνος ο μακαρίτης διά τον χριστιανισμόν του, διά τας αρετάς του, διά τον ειλικρινή πατριωτισμόν του, διά την άδικον χύσιν του αίματός του, ανταλλαξάμενος τα επίγεια, ανέβη εις τους ουρανούς, και ίσταται έμπροσθεν του θρόνου του αρνίου ενδεδυμένος την στολήν οπού την ελεύκανε με το αίμα του μαρτυρίου του.
«Αλλ', ω καλέ και χριστιανικώτατε άνερ! ω καύχημα του γένους! άφες, άφες κατά την εντολήν του θεανθρώπου Σωτήρος σου, τοις φονευταίς σου την συγχώρησιν. Έμπνευσον εις τους Έλληνας την ομόνοιαν και αγάπην· δος αυτοίς και τας ολοϋστερινάς συμβουλάς σου· ακούσατε, ω τέκνα μου Έλληνες! μη λυπήσθε πλέον δι' εμέ· εγώ αν έπαθον, έπαθον δι' υμάς· έπαθον καθώς και οι περισσότεροι ευεργέται της πατρίδος έπαθον· σεις λοιπόν αγαπάτε αλλήλους, μακράν από το μέσον σας ο φθόνος, η μισαδελφία, η δοξομανία, μακράν όλα τα άγρια πάθη όσα διακόπτουσι της προς αλλήλους αγάπης τον σύνδεσμον· μη φέρεσθε αναίσθητοι εις τας συμφοράς του έθνους, έχετε υπακοήν εις τους νόμους, αφοσιωθήτε ολοκλήρως εις την Κυβέρνησίν σας, ενθυμηθήτε ότι η διχόνοια και τα τυφλά πάθη απέδειξαν πτώματα ελεεινά τους προπάτορας ημών, και έπεσαν εις την τρομεράν αιχμαλωσίαν· ω Παντάναξ βασιλεύ! ω Θεέ του ελέους και των οικτιρμών! ελέησον το πλάσμα σου· κήδου της Ελλάδος, και διατήρησον αυτήν ασινή και αλώβητον.
«Ηκούσατε, εν Χριστώ αδελφοί μου, και τέκνα, τας συμβουλάς του πατρός σας; ηκούσατε τας ευχάς οπού προσφέρει εις τον ουράνιον θρόνον της Τρισηλίου θεότητος υπέρ ημών; όθεν ποτέ ποτέ μη λησμονήσητε τας λαοσώστους συμβουλάς του, ποτέ ποτέ αι αρεταί του ας μη φύγωσιν από την ενθύμησίν σας, και επομένως φωνάξατε και τώρα, και πάντοτε· αιωνία σου η μνήμη αειμνημόνευτε Κυβερνήτα· αιωνία σου η μνήμη Ιωάννη Αντωνίου Καποδίστρια. . .
«Γαίαν έχοις ελαφράν. Αμήν».
Περατωθέντος του λόγου, οι πάντες συνωθούντο περί τον νεκρόν όπως ασπασθώσιν αυτόν· είτα δε, απολύσεως γενομένης, ο νεκρός εξετέθη επί πολλάς ημέρας εν τω ναώ προς προσκύνησιν και είτα μετεκομίσθη εις το Αρχείον (94), ένθα κατετέθη, μέχρι της εκ Ναυπλίου φυγής του Αυγουστίνου, όστις και παρέλαβεν, ως θέλομεν ιδεί, αυτόν εις Κέρκυραν.
Δεν έγραψα το εγκώμιον τανδρός· επειδή όμως το τέλος του μεγάλου Έλληνος παρακολουθεί δράμα φοβερόν και η ανεπανόρθωτος δυστυχία της Ελλάδος, οφείλω να προσθέσω ότι σπανίως έθνη ηξιώθησαν εν τη ιστορία αυτών κυβερνητών τοιαύτης πείρας, ικανότητος και πατριωτισμού και σπανιώτερον έπεσον υπό την μάχαιραν ουχί απλών δολοφόνων, αλλ' ενός ολοκλήρου κόμματος συγκροτουμένου εκ των ενδοξοτέρων οικογενειών της χώρας, υπέρ ής τοσαύτα εθυσίασαν.
Ότε ο Καποδίστριας κατήλθεν εις Ελλάδα, ως εκλεκτός του λαού, ο Ελληνισμός ήτο σχεδόν ολόκληρος υποτεταγμένος τω Σουλτάνω· διότι οι καταφυγόντες εις Αίγιναν, Πόρον και Σαλαμίνα Έλληνες δεν ήσαν βέβαια ο Ελληνισμός. Το Ναύπλιον ευρίσκετο εις τας χείρας του Γρίβα, του Στράτου και Φωτομάρα μη αναγνωριζόντων Κυβέρνησιν. Η Κορινθία εις χείρας Τριανδρίας νεμομένης αυτήν. Η Ύδρα και αι Σπέτσαι ευρίσκοντο εις αναρχίαν, η Σύρος ήτο ουδετέρα υπό την προστασίαν της Γαλλίας. Η Σάμος ανήκε τη Σάμω, η Γραβούσα ήτο φωλεά πειρατών, ο Ιβραχήμ κατείχε την Πελοπόννησον, οι Τούρκοι κατείχον την Στερεάν, η Αττική κατείχετο από της πτώσεως της Ακροπόλεως υπό Τούρκων, εκτός της Ελευσίνος και Μεγάρων, ο δε Καραϊσκάκης δεν έζη, θύμα των ανοησιών του Κόχραν και Τζουρτζ, πεσών εν τω Φαληρικώ αλιπέδω. Η χώρα ήτο σωρός ερειπίων, ο Κυβερνήτης της Ελλάδος μετέβαινεν από Αιγίνης εις Πόρον, και από Πόρου εις Ναύπλιον, μόλις ευρίσκων κατάλυμα δι' εαυτόν και την κυβέρνησιν αυτού· οι αντιπρόσωποι των ξένων δυνάμεων, αι ελληνικαί οικογένειαι αι τέως εν ευπραγία ζώσαι, διήγον εν πτωχικαίς καλύβαις, στερούμεναι παντός ό,τι αποτελεί τον βίον ευχάριστον. Δεν έβλεπέ τις εν μέσω των ερειπίων, ειμή πλήθος ενδεών και παλληκάρια φέροντα τα όπλα μετά δικαίας υπερηφανείας. Αυτοί αναδείξαντες την Ελλάδα ελευθέραν, είχον το δικαίωμα να σεμνύνωνται επί τω ηρωισμώ αυτών, αλλ' ενίοτε ελησμόνουν ότι η αποστολή αυτών έπαυεν εκεί, ένθα ήρχιζεν η ειρηνική οργάνωσις της Ελλάδος και αντεπεξήρχοντο κατά των νόμων.
Η ατμόσφαιρα ήτο πλήρης εισέτι της οσμής της πυρίτιδος. Τραχύτης τις και αγριότης επλήρουν εισέτι τας ψυχάς των πολεμιστών της χθες, πάντες δε οι περιηγηταί της εποχής εκείνης, αναφέρουσι την εντύπωσιν, ήν συνησθάνθησαν εκ της επικρατούσης εισέτι ταραχής των πνευμάτων. Μετά την γενομένην έκρηξιν το ηφαίστειον βραδέως σβέννυται, το δε έδαφος εισέτι εσείετο. Οι πλείστοι των επισκεψαμένων την Ελλάδα ολίγα έτη μετά την απελευθέρωσιν αυτής, είδον εν τη τότε δυσπραγία την ένδειξιν του ηρωισμού, μεθ' ού οι Έλληνες διεξήγαγον άνευ μέσων και πόρων τον μακρόν εκείνον αγώνα.
Ούτως εχόντων των εν Ελλάδι ο σωκρατικός την αρετήν και στωικός την λιτότητα Καποδίστριας νύκτωρ και μεθ' ημέραν εμόχθει και ηγωνία, όπως κτίση τα θεμέλια της ευνομουμένης πολιτείας. Ότε κατέπλευσεν εις την Ελλάδα, οι πρόχειροι αυτού πόροι, οι κατά μέγα μέρος παρά των εν Ρωσία, Γαλλία και Ελβετία φιλελλήνων κεχορηγημένοι, δεν υπερέβαινον τας τριακοσίας χιλιάδας φράγκων. Διά του γλίσχρου δε τούτου ποσού και των ουδέν ήττον γλίσχρων προσόδων, τι πρώτον, τι δ' ύστατον να επιχειρήση εν χώρα, άρδην κατεστραμμένη και ηρημωμένη; Αλλ' όμως ο Καποδίστριας εθαυματούργησεν, εντός βραχυτάτου χρόνου, καταλύσας την πειρατείαν, εδραιώσας την δημοσίαν ασφάλειαν, δημιουργήσας Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν, Γεωργικήν και Στρατιωτικήν Σχολήν, επιμεληθείς του φορολογικού και δασμολογικού συστήματος, συστήσας δικαστήρια και αλληλοδιδακτικά σχολεία, σπείρας αραβόσιτον και γεώμηλα, τέως εν Ελλάδι άγνωστα, ιδρύσας το εν Αιγίνη Ορφανοτροφείον, συγκροτήσας αξιόλογον εθνικόν στόλον, προστατεύσας το εμπορικόν ναυτικόν, χορηγήσας 3,000 διπλωμάτων εμποροπλοιάρχων (95), συντάξας και διελών τον στρατόν εις χιλιαρχίας, πεντακοσιαρχίας, και εκατονταρχίας, συγκροτήσας δύο στρατόπεδα, το της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος, εκδούς δε νομισματικήν εθνικήν διατίμησιν επί τη βάσει του εθνικού νομίσματος Φοίνικος και άλλα πολλά και ωφέλιμα νομοθετήματα. «Κυριώτατον του Καποδιστρίου μέλημα, λέγει ο Θερειανός, ήτο το κοινόν συμφέρον, και τούτου ένεκα ο αείμνηστος ανήρ, ου μόνον δεν εδέξατο μισθόν, αλλά και εξ ιδίων εισήνεγκε προς ίδρυσιν Τραπέζης, έδωκε δε τα εν Κερκύρα ίδια κτήματα εις υποθήκην δανείου προς αγοράν σίτου χάριν των πεινώντων.» Όσοι νυν πρεσβεύουσιν ότι ουδαμώς αδικεί την πατρίδα ο ευφυώς οικονομών και προβιβάζων τα ίδια συμφέροντα αναλώμασι των δημοσίων, ίσως υπολάβωσι την εθελοθυσίαν του Κυβερνήτου παρά πολύ πατριαρχικήν, ίσως δε και παρά πολύ ευήθη, επομένως αναξίαν μιμήσεως. Αλλ' είναι άρα γε αληθές ότι, ούτω πολιτευθείς ο Καποδίστριας εσκόπει πρώτιστα και μάλιστα να εξασφαλίση εαυτώ διά παντός του βίου την προεδρίαν και, όπερ χείρον, να κυβερνήση την Ελλάδα επ' ωφελεία των Ρώσων; Περί του φιλορρωσισμού του Κυβερνήτου ο ιστοριογράφος της Ελληνικής Επαναστάσεως και πολιτικός εκείνου αντίπαλος, Σπυρίδων Τρικούπης, λέγει: «Ουδενός Έλληνος καρδία ήτο ελληνικωτέρα της του Καποδιστρίου· υπέρ της Ελλάδος μετεχειρίσθη την ρωσικήν επιρροήν του και όχι υπέρ της Ρωσίας την Ελληνικήν αρχήν του». Αυτόχρημα μύθος είναι και η ετέρα κατηγορία, καθ' ήν ο Καποδίστριας εμελέτα να κατασταθή της Ελλάδος ηγεμών. Πλέον ή άπαξ καταληφθείς υπό αθυμίας και απελπισμού, εν μέσω των φοβερών και ακαταπαύστων προσκομμάτων και αντιπράξεων διενοήθη να επανέλθη εις το εν Ελβετία αναπαυτήριόν του, αλλ' η συνείδησις του προς την Ελλάδα καθήκοντος ανέστελλεν εκάστοτε της αδημονούσης αυτού ψυχής τα κεντήματα. Προς τον φιλέλληνα βαυαρόν συνταγματάρχην (και είτα στρατηγόν εν Ελλάδι) Έιδεκ, επιθυμούντα να επανέλθη οίκαδε, έγραφεν ο Καποδίστριας κατά τον Ιανουάριον του 1829: «Περιμείνατε ολίγον· αμφότεροι θα απέλθωμεν, αλλά πρέπει ν' απέλθωμεν ως τίμιοι άνθρωποι». Και προς τον Εϋνάρδον έγραφε τον Δεκέμβριον: «Θα συναποχωρήσωμεν και θα διέλθωμεν ομού τας τελευταίας της ζωής ημών ημέρας εν τη παρά την λίμνην της Γενεύης μικρά και ερατεινή ημών επαύλει». Κατά δε τον Ιούνιον του 1831 επέστειλε προς τον κόμητα Μοσενίγον: «Άδηλον πότε θα με λυτρώση ο Θεός, εκ των δημοσίων υποθέσεων· θα επωφεληθώ την θείαν χάριν, προς αποκατάστασιν της υγείας μου». Ούτω πως δεν θα έγραφεν ανήρ γλιχόμενος της διά βίου ηγεμονίας της Ελλάδος.
Ο Καποδίστριας διεκαίετο βεβαίως υπό δεινού πόθου ν' αποβή ανορθωτής της πολυπαθούς πατρίδος, αλλ' ούτος ο πόθος ήτο φυσικόν ακολούθημα ευγενούς φιλοδοξίας, ής μόνον ορμητήριον, μόνον υπομόχλιον υπήρξεν η διάθερμος και γνησία του ανδρός φιλοπατρία. Ως οξυδερκέστατος πολιτικός ενόησεν, ότι οι από του ζυγού ελευθερωθέντες Έλληνες έχρηζον επί πάσι χρηστής αγωγής και όχι γραμμάτων πολυτελείας και ότι η ίδρυσις δημοτικών σχολείων, έδει να προηγηθή της ιδρύσεως Πανεπιστημίων και ακαδημιών· ήρξατο δε του ανακαινισμού της Ελληνικής πολιτείας, κατά τας προτέρας παραινέσεις του Κοραή, κάτωθεν και ουχί άνωθεν, από της κρηπίδος και ουχί από της κορυφής. Ο διαβληθείς ότι εξήλασεν εκ των σχολείων τον Πλάτωνα, έσχεν οδηγόν και πνευματικόν σύμβουλον αυτόν τον θείον φιλόσοφον, διδάσκοντα εν τη «Πολιτεία» ότι μόνη η χρηστή ανατροφή είναι πάσης πολιτείας το θεμέλιον:
«Και μην πολιτεία, εάν περ άπαξ ορμήση ευ, έρχεται ώσπερ κύκλος αυξανομένη· τροφή γαρ και παίδευσις χρηστή σωζομένη φύσεις αγαθάς εμποιεί, και αυ φύσεις χρησταί, τοιαύτης παιδείας αντιλαμβανόμεναι, έτι βελτίους των προτέρων φύονται, εις τε τάλλα και εις το γεννάν, ώσπερ και εν τοις άλλοις ζώοις»· Ως διπλωμάτης δε και πολιτικός, υπερεπόνησεν επ' αγαθώ της πολιτικής της Ελλάδος ανεξαρτησίας, καταπολεμήσας τελεσφόρως το περιβόητον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, καταλιπών δε αθάνατα υπομνήματα της μεγάλης και θαυμασίας αυτού τριβής, περί την διεξαγωγήν των πολιτικών υποθέσεων. Οι νεόπεπτοι εν Αθήναις διπλωμάται, οι κατά την σύνταξιν και αυτών των στοιχειωδεστάτων εγγράφων παραβαίνοντες τους κανόνας του μετρίου και του πρέποντος, και χωρίς της ελαχίστης διαγνώσεως υπεροπτικόν και θρασύδειλον λόγου υφήν επιτηδεύοντες, ασκέπτως δε και κενώς απειλούντες, και είτα μικροψύχως υφιστάμενοι των ισχυρών τα ραπίσματα, πολλά θα εμάνθανον επερχόμενοι ενίοτε τας απαραμίλλους του Καποδιστρίου ανακοινώσεις και πολιτικάς επιστολάς. Οποίον βρίθος νοημάτων, οποία φράσεων λεπτότης, οποία χάρις και ευπρέπεια, οποία λόγου συμμετρία και φιλοκαλία, επιλάμπουσιν εις πάντα τα αριστουργήματα της αγαθής και βαθείας του Κυβερνήτου διανοίας.
Πάντες γινώσκομεν μεθ' οπόσου ζήλου εσπούδασαν οι περί την αντιβασιλείαν να μειώσωσι την αξίαν των της προτέρας κυβερνήσεως έργων, αλλ' όμως ο πολυμαθέστατος και κριτικώτατος των αντιβασιλέων, ο Λ. Μάουρερ, ο και ίδιον σύγγραμμα περί της Ελλάδος γράψας υπό τον τίτλον: «ο Ελληνικός λαός υπό δημοσίαν, εκκλησιαστικήν και ιδιωτικήν έποψιν προ και μετά τον υπέρ ελευθερίας αγώνα μέχρι της 31 Ιουλίου 1831» εν τρισί τόμοις μετ' εγκωμίων θερμών αναφέρει τα διπλωματικά εκείνα έγγραφα, ιδίως δε μεταγράφει την περί ελληνικής εκκλησίας επιστολήν του Κυβερνήτου προς τον Πατριάρχην και την Σύνοδον της Κωνσταντινουπόλεως. Τω 1842 δ' έξοχος Ελβετός πολιτικός έγραφε περί του Κυβερνήτου: «Αν ο Κυβερνήτης της Ελλάδος εν τη επιλύσει της χαλεπής αυτού εντολής, περιέπεσεν εις αμαρτήματα και πλάνας, ετέλεσε τον κοινόν φόρον εις την ανθρωπίνην ασθένειαν· αλλ' η αγνότης των σκοπών του και των πράξεων, και η μεγαλογνωμοσύνη αυτού, ουδεμίαν, ουδέ την ελαχίστην επιδέχονται αμφιβολίαν. Ο Καποδίστριας θα τύχη θαυμασμού παρά τοις επιγενομένοις· εντός των χριστιανικών αυτού στέρνων ενεφώλευε μεγάλη και αρχαϊκή ψυχή». Και ο Γάλλος δε στρατηγός Πελλιόν αντιπολιτευόμενος του Καποδιστρίου, ως Γάλλος και οπαδός της Γαλλικής Πολιτικής εν τω εν έτει 1855 εκδοθέντι έργω αυτού: «η Ελλάς και οι Καποδίστριαι» περί του Καποδιστρίου επιλέγει: «Ούτως έληξε το πολιτικόν στάδιον του Καποδιστρίου εν Ελλάδι· επί κρισίμων περιστάσεων ο κόμης Ιωάννης παρέσχε προς την πατρίδα εξόχους υπουργίας, αίτινες δεν πρέπει να εξαλειφθώσι διά των ελλειμμάτων, άτινα έγκεινται εν τη φύσει παντός ανθρώπου». Ο δε μέγας Γάλλος πολιτειολόγος Καπεφίγος: «Ο Καποδίστριας ουδέποτε επελάθετο της καταγωγής του. Δι' αυτόν η πατρίς ήτο προσφιλεστέρα των αξιωμάτων. Ήτο δε αφωσιωμένος εις την υπηρεσίαν της Ρωσίας· διότι εθεώρει το μυστικοσυμβούλιον της Πετρουπόλεως ως όργανον υπό της Προνοίας επιφυλασσόμενον προς απελευθέρωσιν της Ελλάδος . . . Προσεπάθησε δε να πείση τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον ότι εις αυτόν απέκειτο να φιλήση το ένδοξον μέτωπον της χριστιανικής παρθένου αποτινάσσων τας δουλικάς αυτής αλύσεις και το νεκρικόν σάβανον».
«Ο Καποδίστριας συνήνου εν εαυτώ πάντας τους αναγκαίους όρους προς εκπλήρωσιν της δυσχερεστάτης αυτού αποστολής, γράφει ο βαρώνος Ζιουσερώ Δεσαινδενύ, ο κατά το 1828 αντιπρέσβυς της Γαλλίας εν Ελλάδι, ο εκ του πλησίον γνωρίσας και εκτιμήσας τον άνδρα, καίτοι η πολιτική της κυβερνήσεως αυτού δεν ήτο λίαν ευνοϊκή προς αυτόν ήτο ανήρ μεγάλων προσόντων, δεξιός πολιτικός και πεπειραμένος κυβερνήτης· αι νομοθετικαί αυτού γνώσεις ήσαν ευρύταται, επιτρέπουσαι αυτώ ορθώς να εκτιμήση τας ανάγκας του έθνους αυτού· χάριν της ευδαιμονίας της χώρας ο Καποδίστριας ανέλαβε την διοίκησιν μετά ζήλου ακαταπονήτου· ειργάζετο νυκτός και ημέρας άνευ αναπαύσεως, συνεβούλευεν, έγραφε διαρκώς και εφέρετο πάντοτε συνετώς και αμερολήπτως. Οι γενικοί νόμοι αυτού, αι ιδιαίτεραι αποφάσεις, αι διαταγαί και αι οδηγίαι αυτού, αίτινες δημοσιευόμεναι ήθελον πληρώσει ολοκλήρους τόμους, αποτελούσιν ένδοξον δι' αυτόν μνημείον αποκαλύπτον την ευρείαν διάνοιαν και την έξοχον δραστηριότητα αυτού. Άμα όμως ήρξατο του έργου της μεταρρυθμίσεως και διοργανώσεως, πολλαί δυσχέρειαι ήρξαντο αυτώ παρεμβαλλόμεναι. Διδαχθείς ότι αι εθνικαί συνελεύσεις, τα βουλευτικά και τα εκτελεστικά, διά των αιωνίων διενέξεων αυτών, έφερον την Ελλάδα εις την τελευταίαν της αγωνίας περίοδον, διεκήρυξεν ότι δεν θέλει προσκαλέσει την Εθνοσυνέλευσιν μέχρις ότου περατώση και εγκαταστήση ασφαλώς τα νομοθετήματα, ών η πατρίς επείγουσαν είχεν ανάγκην· από της στιγμής εκείνης κατηγόρησαν αυτού φιλοδοξίαν και τυραννίαν».
Ου μόνον δ' ομογενείς, αλλά και αλλογενείς ιστορικοί, απεχθώς έχοντες προς την Ρωσίαν: ο Κ. Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο Γ. Φίνλαϋ, ο Γ. Γερβίνος και άλλοι, επέκριναν κατά το μάλλον ή ήττον σφοδρώς την διοίκησιν του Κυβερνήτου, εκ προκαταλήψεως, αφορώντες εις το προγενέστερον διπλωματικόν αυτού εν Ρωσία στάδιον. Το πρώτιστον δε του Καποδιστρίου αμάρτημα είναι, κατ' αυτούς, ότι διετέλεσεν επί πολύν χρόνον υπουργός εν Ρωσία, επομένως και προαιρούμενος και θέλων, δεν ήτο δυνατόν να πολιτευθή κατά τα παραγγέλματα της ελευθερίας. «Άμα αποβάς εις Ναύπλιον τη 6)18 Ιανουαρίου 1828, λέγει ο Γερβίνος, εχαιρετίσθη ο Καποδίστριας ως σωτήρ και άγγελος ειρήνης. Εφάνη προς καιρόν, ότι εξέλιπον τα μίση των πολιτικών μερίδων, η αλαζονεία των προεστώτων και η αγριότης των αγωνιστών. Η πρώτη αυτού προκήρυξις ενέπνευσεν εις την δεδηωμένην και ησυχίας και τάξεως διψώσαν Ελλάδα, φαιδράς ελπίδας. Το χάος είχε προβή εις το κατακόρυφον· όλη σχεδόν η Στερεά κατείχετο υπό των Τούρκων, οι Αιγύπτιοι ελεηλάτουν την Πελοπόννησον, χιλιάδες δε φυγάδων και επαιτών διέτριβον εν ταις επαρχίαις ταις από του εχθρού απελευθερωθείσαις.
Η Κυβέρνησις δεν είχεν άλλας προσόδους ή τας των νήσων· το δημόσιον ταμείον ωμοίαζε προς πίθον Δαναΐδων, περί όν γοερώς εκραύγαζον οι απορούντες άρτου και αργυρίου· το δε ναυτικόν ήτο επιδεδομένον εις πειρατείαν. Ο Καποδίστριας επεδείξατο, κατ' αρχάς, φιλοπατρίαν, αφιερωθείς εις το έργον αυτού ψυχή τε και καρδία, μετά συντόνου δραστηριότητος. Αλλά στερούμενος ειδικών γνώσεων περί ενός εκάστου της διοικήσεως κλάδου, κατέτριψε τον ζήλον αυτού, εις υπέρμετρόν τινα και λεπτολόγον πολυπραγμοσύνην, κατηνάλωσε δε την πρώτην ακμήν της δυνάμεώς του εις αμφίβολα και πρόσκαιρα πειράματα. Όπως δε το ανεπαρκές της πολιτικής του ικανότητος έβλαψεν ανέκαθεν την ενέργειαν αυτού, ούτω και ύστερον πολλώ ολεθριώτεραι απέβησαν αι προς την Ρωσίαν σχέσεις αυτού. Κατά τον Γερβίνον, ο Καποδίστριας απέβλεψεν εις τρία τινά· 1) να εξασφαλίση εαυτώ διά βίου την Κυβέρνησιν της Ελλάδος· 2) να φανή ευχάριστος προς την Ρωσίαν· 3) να προαγάγη την ευημερίαν της Ελλάδος, εφ' όσον αύτη συνηρμόζετο προς τους δύο τούτους σκοπούς.
Κατ' εξοχήν δε ψέγεται λέγει ο Θερειανός, ότι δεν μετεφύτευσε (διά μαγικής ράβδου) εις την Ελλάδα, την βιοτεχνικήν δεινότητα και τα εκπαιδευτικά σχολεία των Ελβετών· ότι δεν διένειμε γην εις τους πένητας και ακτήμονας αγρότας· ότι δεν μετεποίησε παραχρήμα τους «κλέφτας» εις ωφελίμους και ειρηνικούς εργάτας· ότι εφύτευσε μόνον δένδρα και γεώμηλα, ουδαμώς επιμεληθείς, όπως μεταρρυθμίση επί το Ευρωπαϊκώτερον τα γεωπονικά εργαλεία· ότι ηρνήθη την υφ' Ολλανδών αιτηθείσαν άδειαν περί συστάσεως τραπέζης· ότι περιεφρόνησε «μέχρι βανδαλισμού» της Ελληνικής αρχαιότητος τα λείψανα· ότι έβλαψε την πνευματικήν διάπλασιν της νέας γενεάς, κολοβώσας την εκπαίδευσιν, περιορίσας την διδασκαλίαν, δεσμεύσας την φιλολογίαν και τη συμβουλή του Στούρζα αποδοκιμάσας την σύστασιν πανεπιστημίου· ότι την εν Ελλάδι Εκκλησίαν ανεκήρυξεν ανεξάρτητον διά της εγκαθιδρύσεως Ιεράς Συνόδου· ότι, αντί της διαλυθείσης βουλής, συνέστησε το λεγόμενον Πανελλήνιον· ότι ενεκαίνισε πολύπλοκον γραφειοκρατίαν· ότι απέτυχε να συνομολογήση δάνειον, παρά πάσαν του Εϋνάρδου την μεσιτείαν· ότι η κακώς νοουμένη φιλοπατρία περιήγαγεν αυτόν εις ξενοφοβίαν και ξενηλασίαν, η δε φιλαυτία του εις μίσος και αποστροφήν του συνταγματικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών· ότι άμα αναλαβών την κυβέρνησιν, επεχείρησε να αποπέμψη τους αντιπροσώπους του έθνους και να καταλύση τας δημοκρατικάς αρχάς· ότι επειράθη να εξευτελίση τους οπλαρχηγούς και να περιστείλη την ολιγαρχικήν των προεστώτων δύναμιν· ότι εβδελύσσετο τους ναυτικούς, και μάλιστα τους Υδραίους, διά τας χρηματικάς αυτών αξιώσεις· ότι ήθελε να καταστρέψη την νόμιμον υπεροχήν και πατροπαράδοτον ηγεμονίαν οίκων τινών και μάλιστα των Μαυρομιχαλών, περί πλείστου δ' εποιείτο τους συγγενείς φίλους του, γενόμενος νευρόσπαστον των δύο αυτού αδελφών, και κατ' εξοχήν του Βιάρου, οίτινες εισήγαγον την κατασκοπίαν· ότι, επί τέλους, κατεδίωξεν αμειλίκτως την αντιπολίτευσιν, κατεφίμωσε την δημοσιογραφίαν, υπεξείλεν ιδιαίτερα γράμματα κτλ.
Ο Γερμανός Κάρολος Μένδελσον Βαρθόλδυς, ο ιστοριογράφος της νεωτέρας Ελλάδος, αφιεροί σπουδαίον μέρος του β' τόμου της Ιστορίας αυτού περί του Ιωάννου Καποδιστρίου, περί ού και ιδίαν, ως είπωμεν, μονογραφίαν εξέδωκεν υπό τον τίτλον: ο κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, αλλ' εκ ταύτης εξάγεται εκφανώς, ότι παν άλλο είναι ή αμερόληπτος ιστοριογράφος, ως δυστυχώς μέχρι τούδε υπήρξαν και οι πλείστοι των γραψάντων τον βίον του Καποδιστρίου.
Αι περί του Καποδιστρίου κρίσεις του Μένδελσον είναι επιπόλαιοι επί των βαθυτάτων ζητημάτων, άμοιροι δε ψηλαφητών αποδείξεων και αναμφισβητήτων επιχειρημάτων· άπασαι αι περί Καποδιστρίου δοξασίαι του Γερμανού ιστορικού περί των πολιτικών αυτού κρίσεων περιορίζονται εις τα δυο ταύτα: Ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας επλάσθη παρά της φύσεως δεσποτικού χαρακτήρος, αν ουχί τύραννος, και ότι ήτο τυφλόν όργανον της Ρωσίας, αφ' ής επάτησεν εις την Ελλάδα υπό τας εμπνεύσεις τον Τσάρου οργανίσας και διοικήσας αυτήν.
Ο Μένδελσον είναι ου μόνον ανακριβής εις τούτο, αλλά και εκ προμελέτης μεροληπτικός. Διαστροφεύς δε πολλών φράσεων των αυθεντικών εγγράφων εις ά καταφεύγει, όπως υποστηρίξη τας κρίσεις αυτού, εκτός εάν η κριτική αυτού ήτο ελαφροτάτη και δεν ηδύνατο να καταβυθισθεί μέχρι του επικρατούντος πηλού εν τω πυθμένι των τότε συμβάντων και παθών, όπως αναζητήση και ανεύρη την αλήθειαν. Ο άλλως φιλέλλην Γερμανός εκ του όλου συγγράμματος αυτού καταφαίνεται ου μόνον ότι είχε προσωπικάς συμπαθείας και αντιπαθείας εν Ελλάδι, αλλ' ότι απετέλει μέρος κόμματος, προ πάντων δε, ότι παρακολουθεί τας συγγραφάς των γραψάντων προηγουμένως Ελλήνων και φιλελλήνων κατά του Καποδιστρίου, οίτινες και χρωματισθέντες διά το κομματικόν αυτών μένουσιν εν τη ιστορία αναξιόπιστοι. Ουχ ήττον όμως, μεθ' όλα ταύτα, έχων υπ' όψει το αρχαίον: «οίδε και πολέμιος αρετήν ανδρός θαυμάζειν» δεν ηδυνήθη να παρασιωπήση και τας αρετάς αυτού, περί ών λέγει τάδε:
Το εξωτερικόν του κόμητος ην επίχαρι και αξιοπρεπές. Ην μέτριος την αναβολήν και εύσωμος· εκυρτώθη δε, του γήρως επελθόντος και των φροντίδων. Αι ρυτίδες του ευρέος, αψιδωτού και αλαζόνος μετώπου του, και η ωχρότης της μορφής αυτού κατήλεγχον πνευματικούς κόπους και βαρείς εσωτερικούς αγώνας, ών το μάταιον είχεν εξαντλήσει την προτέραν αυτού σφριγηλότητα και υγείαν. Οι ωραίοι όμως μελανοί οφθαλμοί του ενέφαινον πάντοτε δεξιότητα και πανουργίαν· το μακρόν και αυστηρόν αυτού στόμα διέστελλε πάντοτε το υπέροχον και ειρωνικόν του εκείνο μειδίαμα· η δε ομιλία του είχεν έτι το θέλγητρον της θωπευτικής εκείνης πραότητος και ευμενείας, όπερ διέλυε και αυτών των πολιτικών αντιπάλων αυτού τας προλήψεις. Ο Καποδίστριας, διά των κανονικών χαρακτηριστικών της μορφής αυτού, διά της γλυκύτητος του βλέμματος και του δελεαστικού του στόματος και του κάτω χείλους του ανεμίμνησκε μάλλον το λεπτόν έμφυτον της φυσιογνωμίας της αλώπεκος.
Η λελογισμένη επιφύλαξις και η διπλωματική ηρεμία, αίτινες εφαίνοντο περιβάλλουσαι τον Κυβερνήτην εν πολυαρίθμω ομίλω, διελύοντο συνήθως, οσάκις ελάλει μεταξύ οικείων περί των μεγάλων ζητημάτων της Ανατολής και του μέλλοντος της πατρίδος αυτού. Αποβάλλων τότε την ψυχρότητα, και λαλών μεθ' ελκυστικής, πλήρους πεποιθήσεως, πολλάκις όμως και μονοτόνου φωνής περί του «σταυρού», όν είχεν αναλάβει επί των ώμων αυτού, παρίστατο ως χαρίεις και σοβαρός ομιλητής, όν περιέβαλλον συγκινητικήν πένθους χροιάν η ατυχία της πατρίδος αυτού και των ανθρώπων η αχαριστία. Ησθάνετό τις τότε συμπαθή τινα προς αυτόν έλεον και οίκτον· διότι εστεφάνου αυτόν και ανύψου η προαίσθησις του μαρτυρικού του υπέρ της Ελλάδος θανάτου.
Την έμπυρον ευγλωττίαν, ήν ανέπτυσσε, συνήθως, ο ιόνιος πολιτικός εν ταις περί πολιτικών πραγμάτων συζητήσεσι, δεν έπρεπέ τις βεβαίως τυφλώς να πιστεύη. Διότι και άν ποτε απροκατάληπτος, κατ' επιφάνειαν, επραγματεύετο περί σπουδαίων ζητημάτων της στιγμής, εις τον πολιτικόν όμως παρατηρητήν εγέννα έμφυτόν τινα φόβον η παρρησία εκείνη ακριβώς, ήτις αδιακόπως ούτως ειπείν εμαρτύρει περί της ειλικρίνειας της. Ούτως ο Βορύ Δεσαίν Βενσάν εφρόνει, ότι ο Καποδίστριας ήνοιγεν αυτώ την καρδίαν αυτού εκείθεν μόνον, όθεν επεθύμει να ανακοινωθώσι τα κατ' αυτήν εις τον Γάλλον υπουργόν Μαρτινιάκ, και ήκουε μετά προσποιητής ευπιστίας, πως ο κόμης ελάλει περί των δύο φυσικών της Ελλάδος εχθρών, των Τούρκων και των Άγγλων, του ναυτικού εκείνου έθνους, όπερ προσεπάθει να οικειοποιηθή την δύναμιν της Ενετίας εν Ανατολή· πώς κατεμέμφετο τον αφόρητον Άγγλον αντιπρεσβευτήν Δώκινς, και κατηγόρει αυτού, ότι εματαίωσε τα στρατιωτικά σχέδια του Μαιζόν, ών η σύλληψις μόνη κατεδείκνυεν, ότι ο στρατάρχης ην άξιος «μαθητής του μεγάλου σχολείου». Ότε δε ο Γάλλος ηθέλησε να αναγράψη εις πρωτόκολλον τους εγκαρδίους τούτους λόγους, χαρακτηριστικώτατον υπήρξεν, ότι ο προμηθεύς Κυβερνήτης συνήνεσε μεν, αλλά παρετήρησεν όμως, ότι καλόν ήτο να μη μνημονευθεί η συναίνεσίς του αύτη, ίνα μη υποληφθή τυχόν, ότι συνεφώνησαν αμφότεροι, όπως απατήσωσι τους Γάλλους υπουργούς διά προσπεποιημένης ειλικρινείας.
Η ειλικρίνεια αύτη, η αδιακόπως άγρυπνος, και φοβουμένη πάντοτε μη εκληφθή ως υπόκρισις, είνε χαρακτηριστικώτατον του διπλωμάτου γνώρισμα, και συνδέεται προς την τέχνην της αποφυγής αμέσων ερωτήσεων και την δεξιότητα περί τας αιφνιδίους μεταλλαγάς θέματος ομιλίας, ήν τα μέγιστα κατείχεν ο Κυβερνήτης. Συνέβαινεν όμως, εννοείται, πολλάκις, η θερμή φύσις του ανδρός της μεσημβρίας να θραύη τα δεσμά της υποκρίσεως, και να αισθάνηται ο Καποδίστριας, κατά τους τελευταίους ιδίως καιρούς βαρείας μερίμνης και πάλης, την ανάγκην της ανυποκρίτου εκχύσεως των αισθημάτων αυτού, έστω και κινδυνεύων να παράσχη λαβήν εις τους εναντίους. Η αγανάκτησίς του επί τη «καταχρήσει του ονόματος της πατρίδος υπό των εχθρών αυτού» ην τοσούτον ισχυρά, ώστε περιήγαγεν αυτόν να αναφωνήση μετ' εμπαθούς αγανακτήσεως: «Αν συρφετός τις δοξομανών καταστρέφη υπό την σημαίαν ταύτην την ευημερίαν εκατοντάδων χιλιάδων, και αφίνη αυτούς λιμοκτονούντας δίκην επαιτών, Πατρίς είνε τούτο; Υπάρχει πατρίς, ναι! και υπέρ αυτής προσήνεγκον αι ευγενέσταται καρδίαι τας μεγίστας των θυσιών αλλ' η πατρίς αύτη πρέπει να είναι αλήθεια και όχι ψεύδος!»
Η φύσις είχε προικίσει αφθόνως τον κόμητα Καποδίστριαν διά της πνευματικής εκείνης ευκινησίας και γοργότητος, ήτις ιδιάζει εις πάντας τους νεωτέρους Έλληνας, και ουδείς ποτε δύναται ν' αρνηθή, ότι έπραξε παν το κατ' αυτόν, όπως αναπτύξη τα δώρα ταύτα. Την έλλειψιν μεγάλης παιδεύσεως κατώρθου να αναπληροί δι' ενδελεχούς αναγνώσεως και ασυνήθους μνήμης, ήτις είχε πρόχειρον πάντοτε λόγιόν τι εκ τε των αρχαίων και νεωτέρων χρόνων. Έγραφε μεν δυσκόλως την Ελληνικήν, αλλ' ελάλει αυτήν όμως ευχερώς και ταχέως. Οσάκις εστερείτο επιχειρημάτων, κατέφευγεν εις αξιώματα, πολλάκις δε του αισθήματος η θερμότης συνεκάλυπτε την έλλειψιν πεποιθήσεως τουναντίον όμως κατείχε την υπέροχον εκείνην κοινωνικήν ευστοχίαν και σύνεσιν, ήν παρέχει η εν αυλαίς αναστροφή, το πανταχού σπάνιον προτέρημα του εν δέοντι σιγάν και ακούειν, και προ παντός απίστευτον δεξιότητα να προσαρμόζη την ομιλίαν αυτού προς τους ανθρώπους, λαλών μεν προς χωρικόν περί του ποιμνίου του, προς ιερέα δε περί του λόγου του Θεού, προς πεπαιδευμένον περί της κλασικής αρχαιότητος, και προς κυρίας περί ποιήσεως.
Εν γένει εγνώριζεν ο Καποδίστριας να κολακεύη λεπτότατα την κοινήν γνώμην. Εννοών δε, πόσον σπουδαίον είναι το εξωτερικόν του άρχοντος, και ότι πολλάκις εν ευκαίρω σεβαστότερον είναι κοινόν τι φόρεμα ή στολαί και παράσημα, εφαίνετο εν απλουστάτη ενδυμασία περιπατών εν ταις οδοίς του Ναυπλίου, και μόνον αυτού κόσμημα φέρων το κυανούν περιλαίμιον όπερ είχε κεντήσει αυτώ η κυρία Εϋνάρ. Μόνον δε κατά την εν Πελοποννήσω οδοιπορίαν απεφάσισε να φορέση στολήν, αφού συνεβούλευσε τούτο ο Κολοκοτρώνης, παρατηρών αυτώ, ότι ο λαός εγονυπέτει ενώπιον του προηγουμένου ιππέως, όν εξελάμβανεν ως Κυβερνήτην ένεκα της λαμπράς αυτού αναβολής. Εν Ναυπλίω κατώκει πενιχρόν οικίσκον, σκοτεινήν έχοντα την αυλήν και ξυλίνην την κλίμακα· ουδεμία δε ίστατο προ αυτού φρουρά ως αν η αγάπη του λαού ην η καλλίστη προστασία του Κυβερνήτου. Το κύριον κόσμημα της προς υποδοχήν αιθούσης του απετέλει ο ήλιος· κυκλικόν τι δε ανάκλιντρον και έν γραφείον ήσαν τα μόνα της έπιπλα. Ευχαρίστως ελάλει ο πρώην υπουργός του Αλεξάνδρου περί του λιτού αυτού βίου. Πώς είναι δυνατόν έλεγε, να τραπώ εις την πολυτέλειαν, όταν η Ελλάς καταστρέφεται σχεδόν εκ της παντελούς της πενίας; Ούτω δε και η δίαιτα αυτού ην απλουστάτη. Ό,τι απαύστως εφώνει προς τους Έλληνας: «ταν σκάφαν σκάφαν, και ταν μάζαν μάζαν» εφαίνετο θέλων εις εαυτόν πρώτον να εφαρμόση. Εν μέσω λαού ολιγαρκούς έζη και αυτός ολιγαρκέστατος, διά πολλής έχων φροντίδος, πώς ν' αναπληρώση διά νηφαλιότητος και τακτικού βίου τας αδυναμίας της κράσεως αυτού. Οι αναταμόντες το πτώμα αυτού ιατροί εύρον εν αυτώ πάντα τα προς βαθύ γήρας απαιτούμενα. Ηδύνατο δε να είπη καυχώμενος ο Κυβερνήτης:
«Ουδέποτ' εν νεότητ' εις το αίμα μου έμιξα πίνων πυρετού ερεθισμούς· ουδέποτε μ' αναίσχυντον το μέτωπον εδίωξα την νόσον κ' εξασθένωσιν. Ούτω το γήρας είναι δι' εμέ χειμών δροσώδης, αναψύχων, όχι παγερός».
Και αυτοί οι αδιαλλακτότατοι των πολεμίων αυτού δεν ετόλμων να προσβάλωσι την καθαρότητα ταύτην του ιδιωτικού βίου. Μετά της απλότητος δε και νηφαλιότητος του ανδρός συνεδέετο το φειδωλόν εκείνο και οικονόμον πνεύμα, όπερ πρωιμώτατα ήδη διεβόησαν ως φιλαργυρίαν οι εχθροί του. Αλλ' η φειδωλία του κόμητος δεν ήτο κενή μόνον και εγωιστική. Εδείκνυτο πάντοτε συμπαθής προς τους χρείαν έχοντας, οικτίρμων δε πολλάκις μέχρις αδυναμίας, ώστε να βοηθή και τους αναξίους συνδρομής. Τουναντίον δε μετά πολλής ευστοχίας επεχείρει την εκπλήρωσιν των δημοσίων και πατριωτικών σκοπών. Χαρμόσυνον προυξένησεν έκπληξιν, ότι απεποιήθη την ψηφισθείσαν αυτώ υπό της εθνικής συνελεύσεως αντιμισθίαν, ότι δεν εφείσθη της ιδίας αυτού περιουσίας, προκειμένου περί αγαθών και πατριωτικών σκοπών, ότι ανέλαβε την ιδία δαπάνη εκπαίδευσιν νέων απόρων Ελλήνων, και μετέσχεν εκ του γλίσχρου βαλαντίου του της ελληνικής εθνικής τραπέζης και της εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας. Ως ποτε ο μέγιστος της αρχαιότητος πολιτικός, ηδύνατο ευθαρσώς να προκαλέση τους εναντίους αυτού, αν ετόλμων να επιρρίψωσιν αυτώ το εθνικώτατον πάντων των ελαττωμάτων, την του χρήματος κατάχρησιν. Επιμελώς δ' απέφευγε να παράσχη τροφήν εις την υπόνοιαν, ότι εκαρπούτο δήθεν την υψηλήν αυτού θέσιν, όπως εκμεταλλεύηται το κράτος, και βαθύτατα ελύπει αυτόν η ιδιοτέλεια των επισήμων Ελλήνων.
Από πρωίας μέχρις εσπέρας παρά το γραφείον αυτού καθήμενος, αναίσθητος όλως εφαίνετο ο κόμης προς τας διασκεδάσεις, δι' ών άλλος τις άρχων ήθελεν αρτύσει τους κόπους της αρχής. Αι σοβαραί δημόσιαι ασχολήσεις του είχον αληθώς καταπνίξει το αίμα του και τα πάθη του, ξένος δε και απρόσιτος ήτο προς πάσαν ηδονήν και παρεκτροπήν.
Ενώ δε η απλότης και το άμωμον του ιδιωτικού αυτού βίου ήσαν πρόσφοροι να γεννήσωσι τον προς τον Κυβερνήτην θαυμασμόν εν τε τη Ελλάδι και τη αλλοδαπή, ηύξανεν έτι ούτος την αυτών εντύπωσιν, συμμορφούμενος πιστώς προς τους τύπους της καθεστώσης θρησκείας, ευλαβώς τα θρησκευτικά νόμιμα επιτελών και ενδελεχώς τούτο επιδεικνύμενος. Και εν αυτή τη πολιτική ανεμίγνυε τύπους θρησκευτικούς, η δε της θείας προνοίας επίκλησις είνε στερεότυπος εν ταις επισήμοις αυτού επιστολαίς και ομιλίαις. Κατ' αυτά ήδη της νεότητός του τα έτη συνέδεσαν λεπτοί, αλλ' ισχυροί δεσμοί τον ευσεβή άνδρα και τον πολιτικόν. Η προς την γαλλικήν επανάστασιν διάστασις, ήν πανταχού εκήρυσσεν ο Κυβερνήτης, ήν προ παντός διάστασις προς τας αντιθρησκευτικάς ιδέας του 1789. Ούτω δε ο Καποδίστριας είνε είς των εξοχωτάτων πολιτικών ανδρών, οίτινες εν πάση σχεδόν Ευρωπαϊκή αυλή διεκρίθησαν από της παλινορθώσεως διά της εκκλησιαστικής τάσεως του πνεύματός των. Εις την εκκλησιαστικοπολιτικήν ταύτην διάθεσιν περιέβαλεν αίγλην επιχάριτος αλλά σκοτεινής και ασαφούς θρησκομανίας η αναστροφή του κόμητος προς την κυρίαν Κρύδενερ, περί ής είπομεν, τον Βάδερ γερμανόν θεόσοφον και τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον. Βραδύτερον δε προσετέθη και η επίδρασις της αυστηράς αλλά ψευδευλαβούς κοινωνίας εν Γενεύη. Ούτω παραδοξότατα συνεφύρθησαν εις έν τα διάφορα στοιχεία: πολιτική, μυστικισμός, καλβινιστική και ανατολική προς τους τύπους ευλάβεια. Όπως δήποτε όμως και αν κρίνη τις περί του κράματος τούτου, αναντίρρητον είνε, ότι η ευλάβεια, ή τουλάχιστον η αυστηρά εκπλήρωσις των θρησκευτικών καθηκόντων, ήν σπουδαιότατον απαιτούμενον δι' άνδρα θέλοντα να κυβερνήση το ελληνικόν έθνος. Καθότι, πλην της γλώσσης και των δημοτικών θεσμών των Ελλήνων, ο κλήρος υπήρξεν η συντηρητική δύναμις, ήτις επί μακραίωνα δουλείαν προυφύλαξε τους Έλληνας από της διασπάσεως και του ολέθρου.
Ο Καποδίστριας ην βεβαίως κοινωνικός ανήρ ευαρεστότατος ` τους τρόπους, πνευματώδης και προσηνής, προσωπικώς άμωμος, απλούς δε και νηφάλιος την δίαιταν, και άψογος τον βίον· ην δε, προς τούτοις, ακάματος εργάτης και διπλωμάτης τέλειος. Εκ των δύο δε κατηγοριών, εις άς διακρίνει τον διπλωματικόν κόσμον ο αρχιγραμματεύς της γερμανικής αυτοκρατορίας, ήτοι της μεγάλης ομάδος των «θηρευόντων ύδνα και μεγαλοσταύρους» και των ολίγων διπλωματών, οίτινες διάθεσιν έχουσι να εργασθώσιν αληθώς υπέρ της πολιτείας, και πιστώς τα εαυτών καθήκοντα εκπληρούντες «τιμήν αυτών λογίζονται να είναι τα μισητότατα πάντων πρόσωπα», ο Καποδίστριας δεν ανήκε βεβαίως εις τους πρώτους. Ειργάζετο ακαμάτως, και ουδόλως εις υλικήν αμοιβήν αποβλέπων, ουδενός δε υπελείπετο κατά την δεξιότητα και την γραφικήν ευχέρειαν. Αλαζών τις φιλοδοξία, ήν ουδέποτε δύναται να εννοήση ο όχλος, κατείχε και εζωογόνει αυτόν. Ηγάπα την πατρίδα αυτού· αν δ' εσφάλη κατά την εκλογήν των μέσων, μομφής αξία είναι η κρίσις αυτού, ουχί δε το φρόνημα.
Τοιαύτη τις είναι η του Μένδελσον Βαλθόλδυ, προς όν ο εν Αθήναις διατρίβων κατά την μεταπολίτευσιν του 1862 Άγγλος ιστορικός, αλλά μισέλλην Γεώργιος Φίνλαϋ είπε να μη γράψη πολλά καλά περί Καποδιστρίου, κρίσις περί του Κυβερνήτου ως ατόμου.
Ο Κυβερνήτης έν, καθ' ημάς, διεπράξατο μέγιστον πάντων σφάλμα: δεν είχεν άδικον να ερείδηται επί του λαού, αλλά δεν έπρεπε να αφήση και τους διαπαιδαγωγήσαντας και ελευθερώσαντας αυτόν, ούτε τους δυναμένους να παρεμβάλωσιν αυτώ προσκόμματα· διά της γεννηθείσης αντιπολιτεύσεως, των φυγόντων εξ Ελλάδος φιλελλήνων και των εν αυτή διπλωματικών πρακτόρων, ο Καποδίστριας απώλεσε τας εν Ευρώπη συμπαθείας. Ως καλός διπλωμάτης ώφειλε να επωφεληθεί μάλλον των ελαττωμάτων του ρωσικού κράτους, εν ώ υπηρέτησεν ή να εξάψη και επαυξήση αυτά· διότι ουδέν είναι ευκολώτερον του να αφοπλίζη τις τους αντιπάλους αυτού ενδίδων και πείθων αυτούς διά των πραγμάτων, διεγείρων δε την φιλοτιμίαν αυτών εις το ορθώς πράττειν, αν δε αποδειχθή εκ των πραγμάτων ότι ούτοι έχουσι δίκαιον να ασπασθή την γνώμην αυτών.
Αλλ' ούτε ο Καποδίστριας ούτε ο Όθων ηθέλησαν να μεταχειρισθώσι το όπλον τούτο, και αν ο Καποδίστριας συνεκάλει τον Απρίλιον του 1828 την Εθνοσυνέλευσιν, αν ο Όθων παρείχε Σύνταγμα ευθύς ως υπεσχέθη, ούτε ο είς θα εδολοφονείτο, ούτε ο Όθων θα εξεθρονίζετο.
Ο Καποδίστριας, άτε Κερκυραίος, οι δε Κερκυραίοι μόλις είχον απαλλαχθή των Βενετών, ότε αυτός εσπούδαζεν εν Ιταλία, δεν εγίνωσκε καλώς την Ελληνικήν: «Ελάλει αλλά δεν έγραφεν Ελληνιστί», ως λέγει ο Σ. Τρικούπης εν τη Ιστορία της Επαναστάσεως και ως επιβεβαιοί και ο Νικόλαος Δραγούμης εν ταις Ιστορικαίς Αναμνήσεσι: «Κατά τους γραμματικούς κανόνας δεν ήτο πάντη άμεμπτος· ό,τι δε επεθύμει να γράψη έγραφεν αυτό γαλλιστί και οι περί αυτόν μετέφραζον αυτό εις την ελληνικήν· και όμως τοιούτος ων περί την ελληνικήν διέτριβε και περί τους αρχαίους Έλληνας συγγραφείς και περί το αναφανέν τότε πρώτον, νυν δε τοιαύτας λαβόν φάσεις γλωσσικόν λεγόμενον ζήτημα εν Παρισίοις, ένθα πρωτηγωνίστουν ο Κοραής, ο Κοδρικάς, ο Οικονόμος, ο Ρίζος Νερουλός, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Νεόφυτος Δούκας, ών ο μεν Κοραής, ως γνωστόν υπερεμάχει της καθομιλουμένης, ο Κοδρικάς της καθαρευούσης, ής χρήσις εγένετο εν τοις Πατριαρχικοίς γραφείοις της Κωνσταντινουπόλεως και τοις ηγεμονικοίς γραφείοις των ηγεμόνων Βλαχίας και Μολδαβίας, ο δε Δούκας της αρχαίας ελληνικής γλώσσης, ήν αυτός έγραφεν απταίστως, ως έστιν ιδείν εν ταις εκδόσεσι των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Πάντες ούτοι έσχον και τους υπέρ και τους κατ' αυτών, εντεύθεν δ' εγεννήθησαν οι λεγόμενοι Κοραϊσταί, αντικοραϊσταί και υπερκοραϊσταί. Κατά πάσαν πιθανότητα, ως αναφέρει ο Θερειανός, εν τω Αδαμαντίω Κοραή, ο Καποδίστριας έκλινε μάλλον προς τας θεωρίας του Παναγιώτου Κοδρικά, μεθ' ού εν Παρισίοις διατρίβων έλαβε και συνέντευξιν, καθ' ήν περί της γλώσσης ωμίλησαν, τούθ' όπερ βεβαίως πολύ ελύπησε τον Κοραήν. Ο Καποδίστριας και ως ιατρός και ως διπλωμάτης έγραψε διάφορα επί των θεμάτων τούτων έργα, ών τινα μεν εξεδόθησαν, τινά δε ουχί. Εκ των έργων αυτού αναγράφομεν όσα ηδυνήθημεν να περισυλλέξωμεν:
α') Αι Επιστολαί αυτού γαλλιστί το πρώτον εκδοθείσαι εν Γενεύη τω 1839 υπό Ε. A. Betant και είτα ελληνιστί εν Αθήνας εν τέσσαρσι τόμοις τω 1841 υπό Μιχαήλ Γ. Σχινά.
β') Λόγος Επικήδειος εις τον ηγεμόνα Σπυρίδωνα Γεώργιον Θεοτόκην, εν Κερκύρα 1883.
γ') Observations sur l' Etat actuel des îles Ioniennes.
δ') Saggi — sullo Stato de la medicina, chirurgia e farmacia del Jonio (ιδέ Κατάλογον των Υπομνημάτων εις την Ιόνιον Ακαδημίαν από του 1808 — 1812 υπό Ανδρέου Μουστοξύδου εν Πανδώρα τόμω Ζ' (1856) σελ. 297.
ε') Μémoire sur Ali Pacha de Janina (ιδέ Vretos, Notice Bibliographique Τόμ. Α', σελ. 18).
ς') Aperçu de ma carrière publique depuis 1798 jusqu' à 1822, St. Ρétersbourg 1868.
ζ') Περί της αρχής των ατομικών διαφορών του οργανισμού (ιταλιστί).
η') Επί τη περιπτώσει του τοκετού Ισραηλίτιδος γεννησάσης ομού 5 επταμηνιαία τέκνα (ιταλιστί).
θ') Rapport présenté à S. M. L' Empereur Alexandre par S. E. Mr le Comte de Capodistrias sur les Etablissements de Mr de Fellengerg à Hofwill en Octobre 1814 Paris και πλήθος άλλο υπομνημάτων και εκθέσεων διπλωματικών, ών συλλογή επί ταυτώ δεν εγένετο δυστυχώς μέχρι σήμερον.
Τοιαύτη ήτο, εν ολίγοις η βραχυχρόνιος διοίκησις της Ελλάδος υπό του μεγίστου των του ΙΘ' αιώνος Ελλήνων ανδρών Ιωάννου Α. Καποδιστρίου και τοιαύται αι αρεταί και τα μειονεκτήματα αυτού. Νυν δ' ειπόντες και βραχέα τινά περί των πόρων, ούς ως κυβερνήτης της Ελλάδος διέθηκεν υπέρ της αναπτύξεως και βελτιώσεως των κακώς κειμένων, μετά τον οκταετή εκείνον και δεινόν αγώνα, σπεύδομεν να συνεχίσωμεν την μετ' αυτόν ιστορίαν, την ιστορίαν της ελεεινής αναρχίας, ήν άνδρες σπουδαρχίδαι παρεσκεύασαν, ως μη ώφελε, τη μητρί Ελλάδι:
Το όλον των επί της τετραετούς σχεδόν διοικήσεως του Κυβερνήτου σταλέντων αυτώ υπό των συμμάχων Δυνάμεων ποσών συνέκειτο:
Εκ της Γαλλίας . . . . . . . 3,500,000 » Ρωσίας . . . . . . . 3,500,000 » Αγγλίας . . . . . . . . 500,000 --------- 7,500,000
Το όλον δε των εισπραχθέντων υπό του Κυβερνήτου χρημάτων έχει ούτως:
Εκ της Εθνικής τραπέζης κεφάλαιον . . . . . .1,100,000 » χαρτονομισμάτων . . . . . . . . . . . . . 500,000 » του κέρδους των αργυρών και χρυσών κοσμημάτων . . . . . 100,000 » διαφόρων κληροδοτημάτων και προσφορών . . . 600,000 » δανεισθέντων τω έθνει παρά του Κυβερνήτου. .800,000 » των προσόδων της χώρας . . . . . . . . . 14,000,000 ---------- 24,600,000 (96)
Διά του σχετικώς ελαχίστου τούτου χρηματικού ποσού διετήρησεν ο Κυβερνήτης στρατόν εν καλή καταστάσει, ανερχόμενον εις 11,300 άνδρας και είκοσι δύο πλοία καλώς εξηρτισμένα και αξιωματικούς καλώς μισθουμένους. Εάν δ' εις τα υπ' αυτού τελεσθέντα ανά την Ελλάδα έργα απίδωμεν, τότε δικαίως θέλομεν αναφωνήσει ότι περί Καποδιστρίου ήρμοζεν ό,τι έλεγε περί της αρχαίας Ελλάδος ο διασημότατος Γερμανός καθηγητής _Κάρολος Φρειδερίκος Χέρμανν: «ότι ουδεμία πώποτε πολιτεία κατώρθωσε διά σμικρών πόρων μείζονα ή όσα η αρχαία Ελλάς» (97).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας. — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. — Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. — Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως συνεχιζούσης την προηγουμένην — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη — Ο Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντεπολιτευομένων. — Ταραχαί εν Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλών αυτούς κατά των Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου.
Δυστυχώς μετά τον οικτρόν θάνατον του Καποδιστρίου επήλθε χάος· ουδείς εγίνωσκε τι τέξεται η επιούσα· και αυτοί δ' οι τέως αντιπολιτευόμενοι του Καποδιστρίου κατελήφθησαν υπό τρόμου, καθ' όσον ο λαός φοβούμενος περί της εαυτού σωτηρίας ηγανάκτει κατά των σφόδρα αντιπολιτευομένων των γενομένων κατά το μάλλον ή ήττον αιτίων της δολοφονίας του Καποδιστρίου. Εδείχθησαν μεν καί τινες επιχαίροντες τω θανάτω του Κυβερνήτου είτε πάθους ένεκα πολιτικού, είτε προσωπικού, επί βραχύ ελπίσαντες επί την μέλλουσαν του έθνους και εαυτών ευδαιμονίαν, αλλά τάχιστα απεδείχθη χίμαιρα η ελπίς αυτών. Παρ' άπασι λοιπόν τοις Έλλησιν επεκράτησε το αίσθημα του φόβου, της καταπλήξεως και της αβεβαιότητος του μέλλοντος. Διά του διορισμού της τριανδρίας ικανοποιούντο οι μεν Επτανήσιοι και προ πάντων οι την μνήμην του Καποδιστρίου έχοντες ιεράν οπαδοί της πολιτικής εκείνου επί τω διορισμώ του Αυγουστίνου, όστις, κατά τα φαινόμενα, ηρνείτο να μετάσχη της διοικήσεως, αλλ' εδέξατο μόνον «ίνα μη ματαιωθώσιν, ως είπε, διά μιας οι τοσούτοι αγώνες τον αδελφού μου»· οι δε Πελοποννήσιοι, διότι ο Κολοκοτρώνης είχε μεν εχθρούς, αλλ' ήν ο επισημότατος οπλιτάρχης της Πελοποννήσου· οι δε της εκτός του Ισθμού Ελλάδος, διότι ο Κωλέττης εθεωρείτο ως ευφυέστερος των άλλων. Και οι Υδραίοι αυτοί εφάνησαν διατεθειμένοι να αναγνωρίσωσι την προσωρινήν κυβέρνησιν. Έλεγον δε οι άνθρωποι, αυταρέσκως εαυτούς πείθοντες, ότι η σύνθεσις της τριανδρίας κατήλεγχεν έξοχον πολιτικήν περίνοιαν.
Μετά την δολοφονίαν, ως ην εικός, ο υπουργός των Στρατιωτικών Π. Γ. Ρόδιος φοβούμενος στάσιν στρατιωτικήν έγραψε προς πάντας τους αρχηγούς σωμάτων να φροντίσωσι περί της ευταξίας των υπ' αυτούς ανδρών. Ιδού δε πώς αναγγέλλει τον φόνον και την περί του στρατού επιμέλειαν έν τινι προς τον στρατηγόν Ιωάννην Ράγκον επιστολή:
«Φίλε και αδελφέ!
«Έχασεν η πατρίς τον σωτήρα! έχασεν η Ελλάς τον πατέρα! Εδολοφονήθη μετά πιστολών κατά κεφαλής και μαχαιρών επί κοιλίας από τον Κωνσταντίνον και Γεώργιον Μαυρομιχαλαίους χθες Κυριακήν, μόλις ανατέλλοντος του ηλίου, ότε επάτει το κατώφλιον της εκκλησίας του αγίου Σπυρίδωνος.
«Έπεσε πάραυτα κατά γης άλαλος και άφωνος. Ποία θλιβερά Κυριακή! ποίον τάχα τέλος περιμένει την πατρίδα εις τοιαύτας τρικυμίας πολιτικάς της Ευρώπης και εις τοιαύτας ραδιουργίας ολεθρίας τινών Ελλήνων.
«Άλλην θεραπείαν οπωσούν δεν βλέπω παρά την φρόνησιν των στρατιωτικών.
«Προσπαθήσατε, φίλε και αδελφέ, εις την ευταξίαν των _στρατιωτικών διότι άλλως χανόμεθα. «Ζητούν να θολώσωσι το νερόν διά να μας καταφάγωσιν οι περί ημάς λύκοι», ως έλεγεν ο μακαρίτης.
«Σας ασπάζομαι.
Ναύπλιον την 28 Σεπτεμβρίου 1831.
Π. Γ. Ρόδιος».
Και οι εν Ναυπλίω δ' αντιπρέσβεις Ρωσίας, Αγγλίας και Γαλλίας φροντίζοντες περί της τάξεως κατέλαβον τα φρούρια διά ναυτών. Ο δε Κολοκοτρώνης εν Τριπόλει μαθών τον διορισμόν αυτού δι' ιδιαιτέρου αγγέλματος του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου και διά δύο ταχυδρόμων της κυβερνήσεως αφίκετο (29 Σεπτεμβρίου) μετά σύντονον πορείαν εις Ναύπλιον ηγούμενος 150 ιππέων. Εκ των μελών της τριανδρίας ο μεν Αυγουστίνος, ως εικός, έπνεεν εκδίκησιν κατά των δολοφόνων του αδελφού και των οπαδών εκείνων, ο δε Κολοκοτρώνης συνετός ων συνέστελλε τας ορμάς εκείνου, ο δε Κωλέττης εγίνωσκε ν' αναμένη κρείσσονας περιστάσεις προς εκδήλωσιν των εαυτού πολιτικών φρονημάτων, άτινα ήσαν όλως αντίθεται προς τα των δύο συναρχόντων. Πριν ή συνέλθη η διοικητική επιτροπεία και ρυθμίση τα κατά την διοίκησιν, τάχιστα ήρξατο η κατ' αυτής αντιπολίτευσις. Αφίκοντο (30 Σεπτεμβρίου) εις Ναύπλιον εξ Ύδρας οι απεσταλμένοι της εκεί αντιπολιτεύσεως Μιαούλης, Ζαΐμης και Τρικούπης, φέροντες επιστολήν προς την Γερουσίαν υπογεγραμμένην (29 Σεπτεμβρίου) υπό τριάκοντα πληρεξουσίων, εν ή συν άλλοις υπήρχον και τάδε: «Θέλετε αναγνωρίσει, κύριοι, ότι μόνον οι νομίμως εκλεγμένοι και απαραβιάστως συζητούντες πληρεξούσιοι του έθνους δύνανται ν' αντικαταστήσωσι κατά νομίμους τύπους και δι' εθνικής δυνάμεως την προ μικρού λήξασαν εξουσίαν. Ελπίζομεν δε όχι η Γερουσία οργανισθείσα υπό εκλιπούσης αρχής ως συμβουλευτικόν μόνον σώμα δεν θέλει τολμήσει να υπερβή τον κύκλον των καθηκόντων αυτής, ούτε περιαγάγει ημάς εις την δυσάρεστον ανάγκην να διαμαρτυρηθώμεν κατά τοιαύτης ενεργείας».
Αλλ' η Γερουσία απέκρουσε την πρότασιν των Υδραίων, οίτινες νομίσαντες ότι ο Μιαούλης ην μισητόν πρόσωπον, ως δεινός γενόμενος πολέμιος του Κυβερνήτου, έπεμψαν αντ' αυτού άλλον πληρεξούσιον και απήτησαν παρά της τριανδρίας, ίνα προστεθώσι δύο έτι μέλη εκ της υδραϊκής αντιπολιτεύσεως, δοθή δε πλήρης αμνηστία διά τα πολιτικά εγκλήματα και συγκληθή τάχιστα η εθνοσυνέλευσις εν τόπω ασφαλεί, ής μέλη έμελλον να ώσι και οι εν Ύδρα εβδομήκοντα αντιπρόσωποι, διαταχθώσι δ' ελεύθεραι εκλογαί. Αλλ' αι προτάσεις των Υδραίων απεκρούσθησαν. Οι τρίανδροι δεν ηρκούντο τούτοις μόνοις, αλλ' υπέθαλπον παρά τω λαώ, εκ παντός τρόπου και διά χορηγίας χρημάτων την οργήν κατά των οπωσδήποτε συντεινάντων εις την κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσιν και εις τον φόνον, εν οίς περιελαμβάνοντο και οι Υδραίοι και μάλιστα ο Μιαούλης και τάλλα μέλη της εν Ύδρα «συνταγματικής επιτροπής». Ταύτα εκίνουν την χολήν Υδραίων και των συνταγματικών των αντιπολιτευσαμένων εν γένει τη τε κυβερνήσει του Καποδιστρίου και νυν τη της τριανδρίας. Την των Ελλήνων διαμάχην των τε συμπολιτευομένων υπέθαλπον και οι εξωτερικοί, εξ ών οι μεν Ρώσοι συνετάσσοντο τη τριανδρία, οι δε Γάλλοι και εν μέρει οι Άγγλοι τη αντιπολιτεύσει, εφ' ώ τόσον εξωργίσθη ο κούφος και ευόργητος Αυγουστίνος· ώστε έπαυσε της αρχηγίας του ελληνικού στρατού τον Γάλλον στρατηγόν Ζεράρ επί τη προφάσει ελλείψεως χρημάτων, ην προέβαλε τω στρατηγώ Γκεενέκ προς αιτιολογίαν της παύσεως· αλλ' ο γινώσκων το αληθές αίτιον στρατηγός αμέσως ανεκάλεσε πάντας τους Γάλλους αξιωματικούς εκ του ελληνικού στρατού. Η δε τριανδρία ένθεν μεν εκ παντός τρόπου ησχολείτο να διατηρή ακμαίαν παρά τω λαώ την λύπην επί τη απωλεία του φιλοστόργου πατρός, του σωτήρος, του ευεργέτου του ελληνικού έθνους και προς τούτο διέταξεν έξ εβδομάδων πένθος παρά πάσαις ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρχαίς, εξοπλίσασας δε τα ολίγα της κυβερνήσεως πλοία εξαπέστειλε (3 Οκτωβρίου) υπό την οδηγίαν των Μεταξά, Τσαμαδού, Χρυσογέλου και Παξιμάδη προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. Μάτην οι μετριοφρονέστεροι των αντιπολιτευομένων απετάθησαν προς άλλους φίλους της τριανδρίας και προς τον συνετόν Θεόδωρον Κολοκοτρώνην συμβουλεύοντες αυτώ μετριότητα, και μάλιστα ο Ανδρέας Ζαΐμης, όστις έγραφε τη 5 Οκτωβρίου προς τον Κολοκοτρώνην τάδε:
Κύριε,
«Ανάρμοστον εις την περίστασιν ταύτην το να επέμβω εις την ανάπτυξιν παρελθόντων πραγμάτων, όλοι γνωρίζομεν πώς αυτά διέτρεξαν· περιορίζομαι λοιπόν, κινούμενος από πατριωτισμόν και από ιδιαιτέραν υπόληψιν, την οποίαν πάντοτε εφύλαττον προς τον εαυτόν σας, να σας ειπώ μόνον περί των τωρινών.
«Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος δεν είναι πλέον εις τον κόσμον (αξιοθρήνητος κατ' αλήθειαν η στέρησίς του). Έχων αξιότητα έξοχον και αυτός ήτον εκείνος, όστις ηδύνατο να ανακαλέση την ησυχίαν, αλλ' ως είπον, εξέλειπεν. Αν επιμείνωμεν να διατηρήσωμεν την επικρατούσαν διαίρεσιν, κατ' εμήν ιδέαν, αλλοίμονον και εις ημάς και εις την πατρίδα.
«Πολύ εξαρτάται από τον εαυτόν σας, κύριε Κολοκοτρώνη, το να ενεργήσητε να ενωθή το έθνος δι' ενός εντίμου συμβιβασμού, διά να διαφυλάττη την αυτονομίαν του, και να στερεωθή, υπό πατρικήν κυβέρνησιν.
«Καιρός δεν είναι ούτε να μας φοβερίσητε, ούτε να σας φοβερίσωμεν· καιρός είναι να προλάβωμεν τον εμφύλιον πόλεμον, ο οποίος θα ετοιμάση την καταστροφήν μας. Συγχωρήσατέ μου το θάρρος και δεχθήτε την βεβαίωσιν της υπολήψεώς μου, μεθ' ής υποσημειούμαι.
1831 Οκτωβρίου 5 εξ Ύδρας. Εις τας προσταγάς σας &Ανδρέας Ζαΐμης.&
Αλλά και του Ζαΐμη η μετριότης απέβη ματαία. Τα κόμματα εμαίνοντο κατ' αλλήλων. Επικειμένης δε της συνόδου της εθνοσυνελεύσεως εκατέρα των πολιτικών φατριών ηγωνίζετο όπως έχη την πλειονοψηφίαν· πολύν χρόνον κατέτριψαν ερίζοντες περί αποδοχής ή μη εν τη συνελεύσει των εν Ύδρα συνελθόντων πληρεξουσίων.
Αμοιβαίαι συκοφαντίαι διεδίδοντο περί των αθεμίτων σκοπών εκατέρας των φατριών. Και η μεν τριανδρία ήθελε το Άργος ως τόπον της συνόδου της Εθνοσυνελεύσεως, οι δ' αντιπολιτευόμενοι απέκρουον αυτό ως όν υποχείριον τη κυβερνήσει· αγών μέγας ήρξατο περί του τρόπου της εξελέγξεως των εκλογών, άλλων άλλα βουλομένων και προτεινόντων. Επί τέλους υπερίσχυσεν η τριανδρία και συνέστη εξελεγκτική επιτροπεία εκ Γερουσιαστών, ήτις απέκλεισε τους Υδραίους πληρεξουσίους, οίς ουδέ την εμφάνισιν καν επέτρεψεν εν τη συνελεύσει· αποπειραθέντας δε ναποβιβασθώσιν εις τους Μύλους του Ναυπλίου ηνάγκασε, διά της βίας, να επιβιβασθώσιν αύθις εις τα πλοία· οι δε Μανιάται πληρεξούσιοι οι μη έχοντες διαβατήρια συνελήφθησαν και απεκλείσθησαν. Ούτως οι συμπολιτευόμενοι εφαίνοντο κατά πάντα ισχυρότεροι και η τριανδρία παντοδύναμος. Αλλά την φαινομενικήν ταύτην παντοδυναμίαν επέπρωτο να διαλύση εντός μικρού ο έτερος αυτής παράγων, ο Ιωάννης Κωλέττης, όστις καθ' όν χρόνον ο Αυγουστίνος κατεδίωκε πάντα αντιπολιτευόμενον, συμπράττοντος και του Κολοκοτρώνη, αυτός απεδοκίμαζε μεν τας πράξεις ταύτας, αλλ' υπείκεν εξ ανάγκης τη πλειονοψηφία των δύο άλλων της τριανδρίας μελών. Ούτω πράττων ο Κωλέττης, έτυχε της επιδοκιμασίας των αντιπρέσβεων Γαλλίας και Αγγλίας, έπειτα δε κατώρθωσε να συναθροίση περί εαυτόν πολλούς πληρεξουσίους επιδοκιμάζοντας τα πολιτικά αυτού φρονήματα και αποδοκιμάζοντας τα του Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη. Εκ των συνελθόντων 236 πληρεξουσίων, 146 ήσαν Καποδιστριακοί και 90 αντιπολιτευόμενοι, εξ ών οι της δυτικής Ελλάδος ήθελον την ανατροπήν της τριανδρίας πολεμούντες, προ πάντων, τον Αυγουστίνον και τους υπερμάχους εν γένει του πολιτικού συστήματος του Καποδιστρίου. Πρώτη δ' αφορμή εγένοντο οι ένοπλοι ακόλουθοι των της δυτικής Ελλάδος πληρεξουσίων, ών έκαστος ητήσατο υπέρ των εαυτού παρά της κυβερνήσεως τα της συντηρήσεως· προς δε τούτοις απήτουν οι οπλιτάρχαι ούτοι πληρεξούσιοι τους καθυστερουμένους αυτών μισθούς και άλλοι άλλας αποζημιώσεις, οι μεν δικαίας, οι δε παραλόγους.
Και ο μεν Αυγουστίνος μετά του Κολοκοτρώνη διαρρήδην απέκρουον πάντα τα αιτήματα αυτών, ο δε Κωλέττης ενεφανίσθη θερμότατος υπερασπιστής αυτών. Ούτω δε ενεργών επεσπάσατο πάντας τους οπλιτάρχας πληρεξουσίους της δυτικής Ελλάδος και τους οπλίτας αυτών ανερχομένους σύμπαντας περί τους 800, και εσχημάτισε ισχυράν και επικίνδυνον αντιπολίτευσιν κατά των Καποδιστριακών. Η αντιπολίτευσις αύτη επιτηδείως ανέλαβεν υπό την προστασίαν αυτής πάντα οπωσδήποτε αντιπολιτευόμενον τη τριανδρία μεν κατά το φαινόμενον, πράγματι δε τοις περί τον Αυγουστίνον και Κολοκοτρώνην, μάλιστα δε τους καταδιωκομένους Υδραίους πληρεξουσίους· εκ τούτου δ' ωνομάσθησαν ούτοι ως υπερασπισταί των «συνταγματικών», «συνταγματικοί πληρεξούσιοι». Επειδή δε η εξελεγκτική επιτροπεία της συνελεύσεως απέρριψε την αίτησιν αυτών υπέρ των Υδραίων, ούτοι συνήλθον τη 18 Νοεμβρίου 1831 και συνυπέγραψαν δήλωσιν, εν ή υπισχνούντο «την νόμιμον και πατριωτικήν κατά της κυβερνήσεως αντίστασιν», ειλικρινή σύμπραξιν, συγκρότησιν εξελεγκτικής επιτροπείας εξ αυτής της συνελεύσεως ειλημμένης και φρουράς εκ τε των εκτός του Ισθμού και εντός αυτού Ελλήνων ως και επί της εν Τροιζήνι συνελεύσεως και συνταγματικόν πολίτευμα, καθ' ό έμελλον να ρυθμισθώσι τα της πολιτείας, εκλογών, δικαιωμάτων των αγωνισαμένων και των πολιτών εν γένει, κλήρου, εκκλησίας, αποζημιώσεων, αμοιβών, διανομής εθνικών γαιών, εκλογής ηγεμόνος, ιδρύσεως προσκαίρου κυβερνήσεως μέχρι της αναρρήσεως του εκλεχθησομένον ηγεμόνος. Εν τέλει δ' εδηλούτο, ότι πας ός αν μεταβάλει γνώμην, έσται άτιμος και στηλιτευμού άξιος.
Τούτων γενομένων προ της ενάρξεως της συνελεύσεως υπό του Κωλέττη, ο Αυγουστίνος και ο Κολοκοτρώνης κατενόησαν οποία τις έμελλε να η η αντιπολίτευσις αύτη εν τη Εθνοσυνελεύσει· διό και πριν ή αύτη καταστή φοβερωτέρα, επέσπευδον την, ως τάχιστα, έναρξιν αυτής, ήν προυκήρυξαν διά την 5 Δεκεμβρίου 1831 διά τοιχοκολλήσεων.
Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απέσπασαν την προκήρυξιν και παντοίας ύβρεις εξετόξευσαν κατά του Αυγουστίνου, ως θέλοντος να υποδυθή πρόσωπον τυράννου, και ότι καλόν θα ήτο να ανεχώρει εγκαίρως διά την Κέρκυραν. Αλλ' η προσωρινή κατοχή της υπάτης αρχής, το παράδειγμα του αδελφού αυτού και αι εισηγήσεις των Ρώσων είχον τοσούτον ήδη μεθύσει τον κόμητα Αυγουστίνον, ώστε σπουδαίως εσκέπτετο να καταστήση διά πραξικοπήματος διαρκή την αρχήν αυτού, και να κατορθώση όπως εκλεγή ισόβιος Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ότε δε φανερόν αυτώ εγένετο, ότι οι Ρουμελιώται ούτε δι' απειλών, ούτε διά σαγηνευτικών υποσχέσεων, ούτε διά χρημάτων επείθοντο να συνταχθώσιν αυτώ, αλλ' ότι ητοιμάζοντο τουναντίον εις ένοπλον αντίστασιν, ήνοιγον πολεμίστρας εις τους τοίχους των οικιών, και παρεσκεύαζον αντισυνέλευσιν, διέταξε να στηθώσι τηλεβόλα, να κατασκευασθώσιν οχυρώματα, περί το κατάστημα της Συνελεύσεως και να γείνη έναρξις αυτής. Επί τούτω δε οι Καποδιστριακοί πληρεξούσιοι κατά την ορισθείσαν (5 Δεκεμβρίου) ημέραν, 146 τον αριθμόν, τη πρωία μετέβησαν εις τον ναόν της Παναγίας, έδωκαν τον νενομισμένον όρκον· περί δε την μεσημβρίαν υπό συνοδίαν πεζών τε και λογχοφόρων ιππέων, ών ηγείτο ένοπλος ο Κολοκοτρώνης επ' ώμου φέρων το πυροβόλον και πάνοπλος και περιστοιχιζόμενος υπό εκατοντάδος οπλιτών, ως ουραγός δ' είπετο ο στρατηγός Τσαβέλλας πολλών και αυτός ηγούμενος στρατιωτών, μετέβησαν εις το σχολείον του Άργους, εν ώ έμελλε να συνεδριάζη η Εθνοσυνέλευσις, ού τα πέριξ κατέλαβον, εξέλεξαν πρόεδρον τον Δ. Τσαμαδόν, αντιπρόεδρον δε τον Λάμπρον Νάκον (98).
Μετά δύο ημέρας (7 Δεκεμβρίου) ο Αυγουστίνος εκήρυξε την έναρξιν της Εθνοσυλεύσεως και ανέγνω επίσημον λόγον προς τους πληρεξουσίους ειπών: «Τα πένθιμα σημεία, τα οποία φορείτε όλοι, τα κατηφή πρόσωπά σας και οι ατενίζοντες εις το ιερόν τούτο της Πατρίδος βήμα οφθαλμοί σας αποδεικνύουν, ότι επιθυμείτε να ίδητε το πρόσωπον και να ακούσητε την φωνήν εκείνου, όστις σας συνεκάλεσεν εις συνέλευσιν, του Κυβερνήτου λέγομεν, της Ελλάδος. Δεν είνε πλέον εις τον κόσμον. Αντ' αυτού δε τι βλέπετε; Τρία άτομα, την σκιάν μόλις παρασταίνοντα του αειμνήστου εκείνου. Αλλά θαρσείτε· επί της σκιάς ταύτης ίσταται η πάνσεπτος εικών του Σωτήρος Χριστού. Εις αυτόν αναβλέψατε». Είτα δε ωμίλησε περί του εαυτού διορισμού: της «κυβερνητικής εκείνης σκιάς», περί των νομίμως υπό της νομίμου γερουσίας πεπραγμένων, περί των ευχαριστηρίων αναφορών του λαού, δι' ών επεδοκιμάζοντο τα γεγενημένα υπό τε της Γερουσίας και αυτού, περί προόδου της χώρας και ησυχίας, περί δικαιοσύνης, γεωργίας, περί αυξήσεως των αιγών και προβάτων και βοών, περί διανομής γαιών, περί δημοσίας πίστεως, περί ομονοίας και ευημερίας, περί ευαρέστου καταστάσεως του στρατού, περί σχολείων κτλ.
Είτα κατέκρινε τους μη ακολουθούντας τη πολιτική της Ρωσίας, ήτις εκθύμως υπεστήριζε την πολιτικήν των οπαδών του Καποδιστρίου, ειπών: «Το σέβας και η ευγνωμοσύνη, τα οποία χρεωστεί η Ελλάς προς την Ρωσίαν, παραλόγως παρεγνωρίσθησαν. Τούτο μαθών ο αυτοκράτωρ ελυπήθη· δικαίως. Αλλ' όμως η μεγαλειότης του διεκήρυξεν ότι δεν αναγνωρίζει ως Έλληνας τους όσοι δεν ευλαβήθησαν να χύσουν ρωσικόν αίμα. Το τόλμημα, εις το οποίον οι εν Ύδρα υπέπεσαν, ουδαμώς πορεί του λοιπού να μεταβάλει την μέριμναν, την οποίαν η Α. Μ. ευαρεστείται να αφιεροί εις σωτηρίαν της Ελλάδος». Ταύτα ειπών κατέθεσεν αμέσως δι' εαυτόν και διά τον Κολοκοτρώνην εξουσίαν, ήν έδωκεν αυτοίς η Γερουσία.
Η Εθνοσυνέλευση αποδεξαμένη την παραίτησιν αυτών εξέφρασε τη 15 Δεκεμβρίου, δι' εγγράφου του προέδρου αυτής Τσαμαδού προς τον Κολοκοτρώνην την ευγνωμοσύνην αυτής επί τη φιλοπατρία, ήν επεδείξατο διά της αποχωρήσεως και επί τω νοήμονι ζήλω και δεξιότητι, ήν ανέπτυξεν ως μέλος της τριανδρίας. Αλλ' επειδή ο Κωλέττης ηρνείτο να παραιτηθή την εξουσίαν, η συνέλευσις έπαυσεν αυτόν τε και τον Κολοκοτρώνην και διώρισε τον Αυγουστίνον Προεστώτα της Ελλάδος.
Εκατόν τεσσαράκοντα και έξ πληρεξούσιοι υπέγραψαν δήλωσιν, δι' ής ανετίθετο τω Αυγουστίνω η κυβέρνησις της Ελλάδος, μέχρις ού το σύνταγμα ήθελε καθορίσει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Την τοιαύτην δε δήλωσιν ετοιχοκόλλησαν ανά την πόλιν. Οι αντιπολιτευόμενοι όμως απεκώλυσαν την τοιχοκόλλησιν των κυβερνητικών προκηρύξεων, δι' ών ηγγέλλετο ο διορισμός του Αυγουστίνου. Οι συμπολιτευόμενοι επέμενον. Τότε επήλθε συμπλοκή Ρουμελιωτών στρατιωτών και των του Τσαβέλλα. Οι κάτοικοι διεσκορπίσθησαν εις Ναύπλιον, Κόρινθον και Τρίπολιν· η Εθνοσυνέλευσις απέδρα εις Ναύπλιον, ένθα συμβούλιον εγένετο παρά τω Αυγουστίνω του Κολοκοτρώνη, Τσαβέλλα, Ροδίου και Ρίκορδ, εν ώ απεφασίσθη να προσβληθώσιν οι εν Άργει αντιπολιτευόμενοι πριν ή έλθωσι και οι Υδραίοι και οι Μανιάται. Και πράγματι τη επαύριον, 9 Δεκεμβρίου, οι κυβερνητικοί στρατοί προσέβαλον υπό τον Ρώσον Ρογκώφ άγοντα τέσσαρα τηλεβόλα τους Ρουμελιώτας· ουδέν δ' όμως δυνηθέντες να πράξωσι κατ' αυτών ελαφυραγώγησαν την αγοράν της πόλεως και οικίας. Ευτυχώς ο Στράτφορδ Κάννιγκ πρεσβευτής της Αγγλίας παρά τη Πύλη διερχόμενος διά Ναυπλίου εις Κωνσταντινούπολιν, προκειμένου περί των ορίων της Ελλάδος, παρενέβη. Αλλά και η παρέμβασις αυτού ούτως ουδόλως ωφέλησε· διότι ο Αυγουστίνος πιστεύων ότι η κυβέρνησις αυτού ην ισχυρά συνέστησε Στρατοδικείον υπό τον οπλιτάρχην Ιωάννην Ράγκον, όπως τουφεκίσωσιν όσους αν Ρουμελιώτας αιχμαλωτίσωσι τα κυβερνητικά στρατεύματα· περιεκύκλωσαν οι κυβερνητικοί στρατοί τους Ρουμελιώτας εν ταις σκηναίς αυτών όπως αναγκάσωσιν εις παράδοσιν· προσέβαλον αίφνης αυτούς, ενώ ο Τσουρτς διεπραγματεύετο αποσταλείς υπό του Κάννιγγος περί συνδιαλλαγής μετά του Κωλέττη.
Οι Ρουμελιώται, γενομένης ανακωχής, απεχώρησαν εις Κόρινθον και Μέγαρα συμπαρακολουθούντων και 60 αντιπολιτευομένων πληρεξουσίων· εστρατοπέδευσαν δ' εν Περαχώρα (αρχαία Περαία) επί της ομωνύμου και εις τον Κορινθιακόν κόλπον εισεχούσης χερσονήσου της καταληγούσης εις το ακρωτήριον ο Άγιος Νικόλαος διώρισαν κυβερνητικήν επιτροπείαν εκ του Κωλέττη και των απόντων Ζαΐμη και Κουντουριώτου και ήρξαντο στρατολογούντες ίνα εκστρατεύσωσι κατά της κυβερνήσεως του Αυγουστίνου Καποδιστρίου. Ούτος δε, εν τούτω, διά προκηρύξεως της 10 Ιανουαρίου 1832 εκήρυξε τους γερουσιαστάς Ι. Κωλέττην, Τάτσην Μαγγίναν, Ζ. Γρηγοράκην και Πανούτσον Νοταράν ενόχους εσχάτης προδοσίας, οίτινες, ει μη προσήρχοντο εντός 12 ημερών, όπως δικασθώσιν υπό τακτικού δικαστηρίου έμελλον να στερηθώσι των πολιτικών αυτών δικαιωμάτων και αποκηρυχθώσιν ως άτιμοι και λησταί. Αλλ' οι αντιπολιτευόμενοι αντεκήρυξαν ότι συνέστη αντικυβέρνησις, ως πολιτικόν πρόγραμμα έχουσα το σύνταγμα, ούτινος θερμοί οπαδοί ήσαν συν τοις άλλοις ο Κώστας και Νότης Μπότσαρης, ο Τσόγχας, Κριεζώτης, Θεόδωρος Γρίβας, οι Υδραίοι και άλλοι νησιώται και οι Μανιάται. Οι τε συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι ήσαν λίαν εξημμένοι· μάτην εγένετο απόπειρά τις συμβιβασμού ενεργεία του Στράτφορδ Κάννιγγ, προς ό συνήλθον εν Λουτρακίω, αρχομένου Ιανουαρίου 1832 εκ μεν των συμπολιτευομένων ο Πλαπούτας, Νικήτας, Παπαδόπουλος και οι δύο Γιατράκαι, εκ δε των αντιπολιτευομένων ο Κ. Μπότσαρης, ο Δυοβουνιώτης, ο Μαγγίνας, ο Ζέρβας και ο Βαλτινός. Οι της αντιπολιτεύσεως πληρεξούσιοι δι' εγγράφου υπογεγραμμένου υπό του προέδρου αυτών Κ. Νοταρά, δυσπιστούντες εκ των προτέρων, είχον μεμφθή τοις εκ Ναυπλίου απεσταλμένοις επί ελλείψει συνδιαλλακτικού πνεύματος, κατηγορούντες αυτών ότι ήθελον να γεννήσωσι διχόνοιαν και διάστασιν. Απήτησαν δε, όπως οι πληρεξούσιοι πάντες, φιλονεικούμενοι και μη, εκλέξωσιν ευθύς μετά την συνέλευσιν αυτών πενταμελή ή επταμελή εξ αυτοχθόνων διοικητικήν επιτροπήν, ήτις να κυβερνήση μέχρι της αποφάσεως νομίμως συγκροτηθείσης Εθνοσυνελεύσεως. Εν τη απαιτήσει ταύτη περιείχετο σιωπηρώς η υπό του κόμητος Αυγουστίνου παραίτησις της εξουσίας. Ούτω δε οι συνελθόντες απεσταλμένοι διελύθησαν άπρακτοι, εξ ού εγεννήθη κατ' ολίγον ο εμφύλιος πόλεμος. Επειδή δε οι Ρουμελιώται ητοιμάζοντο να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον, η Κυβέρνησις ανέθηκε τω Κολοκοτρώνη (4 Ιανουαρίου 1832) ίνα στρατολογήση 4.000 ευζώνων εν Πελοποννήσω και αποτελέση δέκα τάγματα, ορίσασα μηνιαίον μισθόν 1000 φοινίκων τω αρχιστρατήγω Κολοκοτρώνη και αναλόγους χορηγίας τοις υπασπισταίς αυτού και γραμματεύσιν. Ο Κωλέττης διεμαρτυρήθη επισήμως δι' εγγράφου απευθυνομένου προς τους διοικητάς των στόλων κατά της εκλογής του κόμητος Αυγουστίνου ως Κυβερνήτου· ο δε ναύαρχος Ρίκορδ έκρινεν, ότι το κάλλιστον ήτο να επιστραφή το έγγραφον εκείνο, ένεκα της θρασύτητος του περιεχομένου αυτού, προς τους αντάρτας, «οίτινες κατεδείκνυον και κατά το νέον έτος οποίαν και κατά το παλαιόν ιταμότητα». Οι αντικυβερνητικοί, ουδαμώς απελπίσαντες, συνελθόντες εν Μεγάροις ανεκοίνωσαν τη 12 Ιανουαρίου 1832 προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων και τους ναυάρχους την σύστασιν της αντικυβερνήσεως και της αντισυνελεύσεως. Ενώ δ' εκατέρα των κυβερνήσεων της Ελλάδος ητοιμάζετο προς καταστροφήν της άλλης και ο εμφύλιος πόλεμος ην επί θύραις, κατέφθασε, Φεβρουαρίου λήγοντος, το της εν Αγγλία συνόδου πρωτόκολλον (26]7 Ιανουαρίου 1832), δι' ού οι αντιπρέσβεις των τριών Δυνάμεων ηναγκάσθησαν να υποστηρίξωσι τον Αυγουστίνον. Συνεβούλευσαν όμως συγχρόνως αυτόν να κηρύξη αμνηστίαν υπέρ των αντιπολιτευομένων, πλην των συνενόχων «του φόνου του Κυβερνήτου».
Ο Αυγουστίνος υπακούσας εξήρεσε της αμνηστίας τους συνενόχους του φόνου του αδελφού Καποδιστρίου και πάντας τους οπωσδήποτε κατηγορηθέντας ενώπιον των δικαστηρίων ή καταδικασθέντας, εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους του Κράτους ίνα μη δέχωνται υδραϊκά πλοία, μηδέ χορηγώσιν αυτοίς ναυτιλιακά έγγραφα, τα δε υπάρχοντα ν' αφαιρώσιν. Εντεύθεν ου μόνον ειρήνη δεν επήλθε μεταξύ των Ελλήνων και προ πάντων των αντιπολιτευομένων Υδραίων και της αντικυβερνήσεως και των οπαδών αυτής και του Αυγουστίνου, αλλά τουναντίον χάσμα μέγα διηνεώγη. Και οι μεν δημογέροντες της Ύδρας Κουντουριώτης, Βουδούρης, Βούλγαρης και Κριεζής απέστειλαν (21 Φεβρουαρίου 1832) προς τους ναυάρχους έγγραφον, εν ώ ελέγοντο τάδε:
«Μετά βαθυτάτης λύπης ανακοινούμεν υμίν έγγραφον, ότι η υμετέρα απόφασις ου μόνον δεν επέτυχε του παρ' υμών σκοπουμένου, αλλά και παρήγαγε δυστυχώς αντίθετα όλως αποτελέσματα. Η εν Ναυπλίω παράνομος εξουσία ερμηνεύσασα την απόφασιν υμών κατά τας επιθυμίας της, απεθρασύνθη και μη βλέπουσα ενεργόν τινα δύναμιν δυναμένην να χαλινώση τας ολεθρίας αυτής προθέσεις εξέδωκε διαταγάς προς τους υπαλλήλους αυτής, όπως μη δέχωνται πλέον υδραϊκά πλοία, αφαιρώσι δ' αυτών τα έγγραφα, ώστε να καταστραφή το εμπόριον της ημετέρας νήσου. Αι οσημέραι αύξουσαι ανάγκαι κατοίκων πεινώντων και στερουμένων των ειρηνικών αυτών πόρων επιβάλλουσιν ημίν το καθήκον, κύριοι ναύαρχοι, να ανακοινώσωμεν υμίν, ότι, αν δεν επιτρέψητε εις την ημετέραν νήσον να εκπέμψη τα πολεμικά της πλοία, όπως περιστείλη τας εχθρικάς ενεργείας της εν Ναυπλίω εξουσίας και προστατεύση το εμπόριον του Υδραϊκού λαού ή δεν ενεργήσητε εν τη υμετέρα φρονήσει, όπως καταστώσι σεβαστά τα παρά της ημετέρας κοινότητος εκδιδόμενα ναυτιλιακά έγγραφα, ουδεμίαν παρέχομεν ασφάλειαν, ότι δεν θέλουσι συμβή δυστυχήματα, άτινα ούτε να παρακωλύσωμεν, ούτε να προλάβωμεν δυνάμεθα. Ελπίζομεν ότι ημείς, ναύαρχοι της υψηλής συμμαχίας, οίτινες απαύστως μεριμνάτε περί του αγαθού της Ελλάδος, δεν θέλετε ανεχθή επί πλέον την διαγωγήν της εν Ναυπλίω εξουσίας, διαγωγήν στερούσαν τον Υδραϊκόν λαόν των μέσων της υπάρξεώς του και συνταράττουσαν το εμπόριον και την ναυτιλίαν και ότι η υμετέρα φρόνησις θέλει εξαλείψει πάσαν αφορμήν μελλόντων δυσαρέστων αποτελεσμάτων».
Ο δε Κωλέττης εκ Μεγάρων ως επίμετρον της αγανακτήσεως των αντιπρέσβεων εδημοσίευσε την προκλητικήν τήν δε προκήρυξιν προς τους Έλληνας:
Έλληνες!
«Έξ χιλιάδας επιλέκτους στρατιώτας μετρεί σήμερον η εθνική σας κυβέρνησις· εντός ολίγων ημερών θέλει μετρεί δέκα, και όλοι με μίαν ψυχήν και με έν φρόνημα κινούνται διά να καταργήσουν την βίαν και να ενθρονίσουν τους νόμους.
«Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας, ως παραβιαστής των νόμων, άρπαξ της υπερτάτης αρχής και πρωταίτιος του εκραγέντος εμφυλίου πολέμου, κατέστη μόνος του υπόδικος. Οι νόμιμοι πληρεξούσιοι του έθνους μετά το υπ' αριθ. 19 β' ψήφισμα τον παραδίδουν εις τα ανήκοντα δικαστήρια, και την ηρπαγμένην του αρχήν προσκαλούν τους Έλληνας παντού να την αποκρούσουν.
«Όστις των υπαλλήλων του Κράτους μετά την δημοσίευσιν της παρούσης εξακολουθεί οποιανδήποτε σχέσιν μετά της εν Ναυπλίω καταχθονίου φατρίας, και δεν φροντίση να αντικρούση την ηρπαγμένην αρχήν του Αυγουστίνου, υπόκειται εις ευθύνην.
Έλληνες!
«Το φρόνημά σας μη το πνίγετε πλέον· οι αστυνόμοι της παρανομίας και οι κατάσκοποι του σκότους δεν έχουν πλέον ύπαρξιν.-Εν ολίγοις μας έχετε εις το μέσον σας. Το οικοδόμημα της φατρίας του Ναυπλίου εδανείσθη την ύλην από τον δόλον, από το ψεύδος και από την πλάνην. Ογλήγορα πίπτει και συντρίβεται. Το ψεύδος έμπροσθεν της αληθείας διαλύεται ως η χιών έμπροσθεν του ηλίου»!
Την μέλλουσαν εμφύλιον στάσιν λαβόντες προ οφθαλμών οι αντιπρέσβεις τη 16 Φεβρουαρίου, συνεβούλευσαν τω Αυγουστίνω διά κοινής διακοινώσεως επιείκειαν, μετριοπάθειαν και αμεροληψίαν.
Ούτως εχουσών των φατριών εν Ελλάδι, το εν Λονδίνω συνέδριον των διπλωματών έσπευσε να ρυθμίση ως τάχιστα τα των Ελλήνων, όπως μη ο εμφύλιος πόλεμος κατερημώση την μόλις αναγεννηθείσαν Ελλάδα, ήν η δολοφονία του Καποδιστρίου ενέρριψεν εις την αναρχίαν, εξ ής προήλθεν η διετής εκείνη περίπου χαώδης της Ελλάδος κατάστασις. Σύμφωνος προς την διπλωματίαν ήτο και η γνώμη των Ελλήνων, οίτινες μη ιδόντες τους πόθους αυτών πληρουμένους μετά τον του Κυβερνήτου φόνον, ησθάνθησαν την ανάγκην συνεκτικού τινος βραχίονος, στιβαράς τινος χειρός, την ανάγκην Βασιλέως, όστις, εκ ξένου έθνους λαμβανόμενος και ουδεμίαν διαφοράν ή εύνοιαν προς τούτον ή εκείνον έχων, να διοικήση την αποκαταστάσαν ελευθέραν Ελλάδα, και να προαγάγη αυτήν εις την σταδιοδρομίαν του πολιτισμού και της ευημερίας, κατά τας αρχάς της μεγάλης εκείνης κοινωνικής μεταβολής, ήτις καλείται Γαλλική Επανάστασις. Ο ήδη και πρότερον, ως είπομεν, κληθείς Πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ- Κοβούργου (διάγγελμα της 23 Ιουλίου 1830 προς τας προστάτιδας Δυνάμεις διά της Γερουσίας, και πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830), ως «ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος», επεθυμών, ως είπομεν, όσον το δυνατόν, μεγαλειτέρας εδαφικάς υπέρ της Ελλάδος παραχωρήσεις και μεγαλειτέρας εγγυήσεις, υποβαλών εκ Κλαρμοντίου πέντε αιτήσεις προς τας προστάτιδας Δυνάμεις και μη γενομένας δεκτάς, ηναγκάσθη εκ Μάλβουργ-Χάους να γράψη εις απάντησιν του Πρωτοκόλλου της 8 Φεβρουαρίου, τη 3)15 Μαΐου 1830, ότι άνευ των υποδεικνυομένων τροποποιήσεων ηδυνάτει να λάβη το στέμμα της Ελλάδος· επειδή δε αι ευεργέτιδες Δυνάμεις προς το έγγραφον τούτο του πρίγκηπος αντέταξαν, ότι ή τε Τουρκία και η Ελλάς απεδέξαντο τους όρους του Πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, ο Λεοπόλδος ηναγκάσθη πλέον να απευθύνη αυτοίς εν μακρώ εγγράφω χρονολογουμένω από 9)21 Μαΐου του αυτού έτους την από του θρόνου της Ελλάδος παραίτησιν αυτού. Εντεύθεν δε αποτυχόντος του σχεδίου της βασιλείας του Λεοπόλδου, αι Δυνάμεις εσκέπτοντο περί νέου μνηστήρος του Στέμματος της Ελλάδος. Περί πολλών ηγεμόνων εγένετο λόγος, ών οι μεν ερωτηθέντες απέκρουσαν το Ελληνικόν στέμμα, οι δε εδίσταζον: ο Αιμίλιος της Έσσης-Δαρμστάτης, ο Γουλιέλμος και Φρειδερίκος της Πρωσσίας, οίτινες ηρνήθησαν· ως και ο δουξ της Ρεϊχστάτης· ο δε Παύλος της Βυρτεμβέργης και ο Φρειδερίκος της Ολλανδίας ηβούλοντο μεν, δεν είχον δε πλειονοψηφίαν υπέρ εαυτών. Επίσης υποψήφιοι ήσαν και οι Γάλλοι Ορλεανίδαι. Τέλος μετά πολλάς διαπραγματεύσεις εξελέγη διά Πρωτοκόλλου των τριών ευεργετίδων Δυνάμεων προτάσει της Γαλλίας ο Όθων, δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Το Πρωτόκολλον τούτο υπεγράφη εν Λονδίνω τη 1)13 Φεβρουαρίου 1832 μεταξύ των ευεργετίδων Δυνάμεων εν ώ ελέγετο ότι υποδεικνύουσι: «την Α. Β. Υ. τον πρίγκηπα της Βαυαρίας Όθωνα, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας, πρίγκηπα όστις εν ταις παρούσαις περιστάσεσι φαίνεται συνενών τας επιθυμητάς ιδιότητας υπέρ πάντα άλλον υποψήφιον». Η εκλογή αύτη επεκυρώθη υπό των αντιπροσώπων του Ελληνικού έθνους, διά συνθήκης δε μεταξύ Βαυαρίας και των τριών προστατίδων Δυνάμεων συναφθείσα υπό ημερομηνίαν 25)7 Μαΐου του 1832, ήτις δύναται να θεωρηθή ως το θεμέλιον της εν Ευρώπη διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, εκανόνισε λεπτομερώς τα του Ελληνικού στέμματος. Η συνθήκη αύτη είχεν ως εξής:
ΣΥΝΘΗΚΗ ΠΕΡΙ ΕΛΛΑΔΟΣ
μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, συνομολογηθείσα εν Λονδίνω τη 25 Απριλίου (7 Μαΐου) 1832.
Αι αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας ενεργούσαι δυνάμει της υπό του Ελληνικού έθνους ανατεθείσης Αυταίς εξουσίας να εκλέξωσι τον ηγεμόνα της Ελλάδος, κράτους ήδη ανεξαρτήτου, και επιθυμούσαι να χορηγήσωσιν εις τον τόπον τούτον νέον δείγμα των ευνοϊκών αυτών διαθέσεων, διά της εκλογής πρίγκηπος εκ βασιλείου οίκου, ού η συμμαχία θέλει ουσιωδώς ωφελήσει την Ελλάδα, και όστις εκτήσατο ήδη δικαιώματα εις την αγάπην και ευγνωμοσύνην αυτής, απεφάσισαν να προσφέρωσι το στέμμα του νέου Ελληνικού Κράτους εις τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
Αφ' ετέρου, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών υπό ιδιότητα επιτρόπου του ρηθέντος πρίγκηπος Όθωνος, διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτού, συμμεριζόμενος την πρόθεσιν των τριών Αυλών, και εκτιμών τους λόγους, δι' ούς αι ψήφοι αυτών έπεσαν επί Πρίγκηπα του οίκου αυτού, απεφάσισε να δεχθή το Ελληνικόν στέμμα υπέρ του δευτεροτόκου υιού αυτού, του πρίγκηπος Φρειδερίκου Όθωνος της Βαυαρίας.
Τούτου ένεκα, και διά να συμφωνήσωσι περί των υπό ταύτης της αποδοχής υπαγορευομένων μέτρων, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, αφ' ενός, και αι ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας, και ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών αφ' ετέρου διώρισαν πληρεξουσίους αυτών.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας τον κ. Αύγουστον Βαρώνον Κεττ, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν παρά τη Α. Β. Μ.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς των Γάλλων, τον κ. Κάρολον Μαυρίκιον Ταλλεϋράνδ Περιγόρδ, πρίγκηπα, δούκα Ταλλεϋράνδ, ισότιμον της Γαλλίας, έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν της Α. Μ. παρά τη Α. Β. Μ. κτλ.
Η Α. Μ. ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας τον εντιμότατον Ερρίκον Ιωάννην υποκόμητα Παλμερστώνα, Βαρώνον Ρεμπλ ισότιμον της Ιρλανδίας, σύμβουλον της Α. Β. Μ. εν τω ιδιαιτέρω αυτής συμβουλίω, μέλος του κοινοβουλίου, και πρώτιστον αυτής γραμματέα της επικρατείας επί των εξωτερικών υποθέσεων.
Η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών, τον κ. Χριστόφορον πρίγκηπα Λήβεν, στρατηγόν της γραμμής των στρατών αυτού, γενικόν αυτού υπασπιστήν και πληρεξούσιον παρά τη Α. Β. Μ. έκτακτον πρέσβυν κτλ.
Οίτινες, ανταλλάξαντες τα πληρεξούσια αυτών έγγραφα, ευρεθέντα εν τάξει, απεφάσισαν και υπέγραψαν τα επόμενα άρθρα:
1) Αι Αυλαί της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας, δυνάμει της προς αυτάς προσηκόντως δοθείσης πληρεξουσιότητος υπό του Ελληνικού έθνους, προσφέρουσι την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος προς τον πρίγκηπα Φρειδερίκον Όθωνα της Βαυαρίας, δευτερότοκον υιόν της Α. Μ. του βασιλέως της Βαυαρίας.
2) Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας, ενεργών επ' ονόματι του μνησθέντος υιού αυτού, ανηλίκου εισέτι, αποδέχεται αντ' αυτού την διαδοχικήν κυριαρχίαν της Ελλάδος, υπό τους εφεξής προσδιοριζομένους όρους.
3) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας θέλει φέρει το όνομα Βασιλεύς της Ελλάδος.
4) Η Ελλάς, υπό την κυριαρχίαν του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας και την εγγύησιν των τριών Αυλών, θέλει αποτελεί Κράτος μοναρχικόν ανεξάρτητον, ως τούτο ορίζεται υπό του κατά την 3 Φεβρουαρίου 1830, υπό των ρηθεισών τριών Αυλών, υπογραφέντος πρωτοκόλλου, και υπό της Ελλάδος και της Οθωμανικής Πύλης δεκτού γενομένου.
5) Τα όρια της Ελληνικής χώρας θέλουσιν είσθαι οριστικώς οία προσδιορισθώσιν υπό των, δυνάμει του πρωτοκόλλου της 26 Σεπτεμβρίου 1831, μεταξύ των Αυλών της Γαλλίας της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας προς την Οθωμανικήν Πύλην υφίσταμένων ήδη διαπραγματεύσεων.
6) Συμφώνως προς την υπό των τριών Αυλών γενομένην επιφύλαξιν να τρέψωσιν εις Συνθήκην οριστικήν το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου 1830, αμέσως μετά την αποπεράτωσιν των περί των ορίων της Ελλάδος διαπραγματεύσεων, και να γνωστοποιήσωσιν αυτήν προς απάσας τας επικρατείας, μεθ' ών ευρίσκονται εις σχέσεις, συνομολογείται ότι, αι τρεις Αυλαί θέλουσιν εκπληρώσει την συμφωνίαν ταύτην, και ότι η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Ελλάδος θέλει είσθαι μέρος συνομολογούν εν τη διαληφθείση Συνθήκη.
7) Αι τρεις Αυλαί θέλουσι μεσολαβήσει από τούδε, ώστε ν' αναγνωρισθή ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας ως Βασιλεύς της Ελλάδος παρ' απάντων των κυριαρχών και επικρατειών, μεθ' ών διατελούν εις σχέσεις.
8) Το στέμμα και το βασιλικόν αξίωμα, τα οποία θέλουσιν είσθαι διαδοχικά εν Ελλάδι, θέλουσι περιέλθει εις τους κατιόντας και κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους κληρονόμους του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας αποβιώση, άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον αυτού αδελφόν και τους, κατ' ευθείαν γραμμήν, γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας. Αν ο τελευταίος ούτος αποβιώση ωσαύτως άνευ γνησίων και κατ' ευθείαν γραμμήν απογόνων, το Ελληνικόν στέμμα θέλει περιέλθει εις τον νεώτερον τούτου αδελφόν, και τους κατ' ευθείαν γραμμήν γνησίους αυτού κατιόντας κληρονόμους, κατά τάξιν πρωτοτοκίας.
Κατ' ουδεμίαν περίπτωσιν, το Ελληνικόν στέμμα και το Βαυαρικόν δύνανται να ενωθώσιν επί της αυτής κεφαλής.
9) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας, ως Βασιλεύς της Ελλάδος, θέλει είσθαι ενήλικος, άμα συμπληρωθέντος του εικοστού αυτού έτους, ήτοι την 1 Ιουνίου (20 Μαΐου) 1835.
10) Διαρκούσης της ανηλικιότητος του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας, Βασιλέως της Ελλάδος, τα κυριαρχικά αυτού δικαιώματα θέλουσιν ενεργείσθαι εν Ελλάδι, καθ' όλην αυτών την έκτασιν, υπό Αντιβασιλείας, συγκειμένης εκ τριών συμβούλων, δοθησομένων αυτώ υπό της Α. Μ. του Βασιλέως της Βαυαρίας.
11) Ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας διατηρεί απαραμείωτον το επί της εν Βαυαρία ηγεμονικής αυτού χορηγήσεως δικαίωμα. Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας υποχρεούται ωσαύτως να παράσχη πάσαν δυνατήν συνδρομήν, διευκολύνουσαν την εν Ελλάδι αποκατάστασιν του πρίγκηπος Όθωνος μέχρι της οριστικής προικοδοτήσεως του στέμματος.
12) Προς εκτέλεσιν των διά του από 3 Φεβρουαρίου 1830 πρωτοκόλλου συνομολογηθέντων, η Α. Μ. ο αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών υποχρεούται να εγγυηθή, αι δε ΑΑ. ΜΜ. ο βασιλεύς της Γαλλίας, και ο βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας αναδέχονται να συστήσουν, ο μεν προς το κοινοβούλιον, ο δε προς τα βουλευτικά σώματα, να τους θέσωσιν εις κατάστασιν ν' αναδεχθώσι την υπό τους ακολούθους όρους εγγύησιν δανείου, συνομολογηθησομένου υπό του πρίγκηπος Όθωνος υπό την ιδιότητα του βασιλέως της Ελλάδος.
Α'. Το κεφάλαιον του υπό την εγγύησιν των τριών Δυνάμεων συνομολογηθησομένου δανείου δύναται ν' αναβή μέχρις εξήκοντα εκατομμυρίων.
Β'. Το δάνειον τούτο θέλει πραγματοποιηθή κατά τρεις σειράς, εξ είκοσιν εκατομμυρίων φράγκων εκάστης.
Γ'. Επί του παρόντος θέλει πραγματοποιηθή μόνον η πρώτη σειρά, αι δε τρεις Αυλαί θέλουσιν εγγυάσθαι εκάστη διά το τριτημόριον της πληρωμής των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου της ρηθείσης σειράς.
Δ'. Η δευτέρα και τρίτη σειρά του ρηθέντος δανείου δύνανται να πραγματοποιηθώσιν αναλόγως των αναγκών του Ελληνικού Κράτους, μετά προηγουμένην συνεννόησιν μεταξύ των τριών Αυλών και της Α. Μ. του Βασιλέως της Ελλάδος.
Ε'. Εάν, συνεπεία τοιαύτης συνεννοήσεως, πραγματοποιηθώσιν η δευτέρα και τρίτη σειρά του ρηθέντος δανείου, αι τρεις Αυλαί θέλουσιν εγγυάσθαι, εκάστη κατά το τριτημόριον, περί της πληρωμής των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου των δύο τούτων σειρών, ως και περί της πρώτης.
Ο κυριάρχης της Ελλάδος και το Ελληνικόν Κράτος υποχρεούνται να προσδιορίσωσιν εις την πληρωμήν των τόκων και του ετησίου χρεωλυσίου των υπό την εγγύησιν των τριών Αυλών πραγματοποιηθησομένων σειρών τας πρώτας της επικρατείας προσόδους, ώστε αι πραγματικαί εισπράξεις του δημοσίου ταμείου θέλουσι προ πάντων αφιερούσθαι εις την πληρωμήν των ρηθέντων τόκων και του χρεωλυσίου, χωρίς να δύναται να γίνη αυτών χρήσις προς οποιονδήποτε σκοπόν, ενόσω η υπηρεσία των πραγματοποιηθεισών σειρών του υπό την εγγύησιν των τριών Αυλών δανείου δεν ήθελεν εξασφαλισθή ολοσχερώς διά το τρέχον έτος.
Οι διπλωματικοί αντιπρόσωποι των τριών Αυλών θέλουσιν ειδικώς επιφορτισθή να επαγρυπνώσι προς εκτέλεσιν του τελευταίου τούτου όρου.
13) Εάν τυχόν αι προς οριστικήν ρύθμισιν των ορίων της Ελλάδος αρξάμεναι ήδη υπό των τριών Αυλών εν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις προκαλέσωσι χρηματικήν τινα αποζημίωσιν προς όφελος της Οθωμανικής Πύλης, συνομολογείται, ότι το προς την αποζημίωσιν ταύτην απαιτούμενον ποσόν θέλει προαφαιρεθή εκ του προϊόντος του εν τω προηγουμένω άρθρω μνησθέντος δανείου.
14) Η Α. Μ. ο βασιλεύς της Βαυαρίας θέλει διευκολύνει προς τον πρίγκηπα Όθωνα τα μέσα να στρατολογήση εν Βαυαρία και να παραλάβη εις την υπηρεσίαν αυτού, ως βασιλέως της Ελλάδος, σώμα στρατιωτικόν, μέχρι τρισχιλίων πεντακοσίων ανδρών, ού τον οπλισμόν, την αποσκευήν και μισθοδοσίαν θέλει χορηγήσει το Ελληνικόν κράτος· το σώμα τούτο θέλει αποσταλή αυτόσε όσον τάχιστα διά ν' αντικαταστήση τα μέχρι τούδε εν Ελλάδι διατελούντα συμμαχικά στρατεύματα, αλλ' ο τελευταίος ούτος στρατός θέλει διαμείνει εις την διάθεσιν της Α. Μ. του βασιλέως της Ελλάδος, μέχρι της αφίξεως του ανωτέρω ρηθέντος σώματος. Άμα αφιχθέντος του σώματος τούτου εν Ελλάδι, ο περί ού ο λόγος συμμαχικός στρατός θέλει αποσυρθή, και εκκενώσει ολοσχερώς την Ελληνικήν χώραν.
15) Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας θέλει ωσαύτως διευκολύνει προς τον Πρίγκηπα Όθωνα τα μέσα του να συμπαραλάβη αριθμόν τινα αξιωματικών Βαυαρών διά να συντρέξωσιν εις τον διοργανισμόν εθνικής στρατιωτικής δυνάμεως.
16) Άμα καταστή δυνατόν, μετά την υπογραφήν της παρούσης συμβάσεως, οι υπό της Α. Μ. του Βασιλέως της Βαυαρίας προς την Α. Β. Υ. τον Πρίγκηπα Όθωνα παραχωρηθησόμενοι τρεις σύμβουλοι προς συγκρότησιν της Αντιβασιλείας της Ελλάδος, θέλουσιν αναλάβει αυτόθι τα καθήκοντα της ρηθείσης Αντιβασιλείας, και θέλουσι παρασκευάσει όλα τα προς υποδοχήν του κυριάρχου απαιτούμενα μέτρα, όστις θέλει ωσαύτως μεταβή εις την Ελλάδα εντός βραχυτάτης προθεσμίας.
17) Αι τρεις Αυλαί θέλουσι διά κοινής δηλώσεως αναγγείλει προς το Ελληνικόν έθνος την παρ' αυτών γενομένην εκλογήν της Α. Β. Υ. του πρίγκηπος Όθωνος της Βαυαρίας, ως Βασιλέως της Ελλάδος, και θέλουσι χορηγήσει προς την Αντιβασιλείαν πάσαν την υπ' αυτών εξαρτωμένην υποστήριξιν.
18) Η παρούσα σύμβασις θέλει επικυρωθή, αι δε επικυρώσεις θέλουσιν ανταλλαχθή εν Λονδίνω εντός έξ εβδομάδων, ή πρότερον, εάν η δυνατόν.
Εις πίστωσιν τούτου οι πληρεξούσιοι υπέγραψαν αυτήν, επιθέσαντες και την σφραγίδα των.
(υπογρ) &Ταλλεϋράν, Πάλμεστρων, Λήβεν,
Ματουστζεβίκ, Δεσέτ.
Τοιαύτη ήτο η συνθήκη, ήν, επικυρώσαντος του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου τη 15)27 Μαΐου 1832, οι αντιπρόσωποι της Ελλάδος, κατά την εν Προνοία τη 14η Ιουλίου 1832 συγκροτηθείσαν Εθνικήν Συνέλευσιν, έμελλον να εγκρίνωσι και να αποδεχθώσιν.
Επί τη εκλογή Βασιλέως εγεννήθη μεν αληθώς εν Ναυπλίω στιγμιαία τις ελπίς συνδιαλλαγής και ομονοίας, και οι αντιπρέσβεις αυτοί ενεθάρρυναν σπουδαίως την ελπίδα ταύτην, ότε την 27 Φεβρουαρίου έλαβον εκ Λονδίνου το σπουδαίον άγγελμα, ότι ο από μακρού ήδη ποθούμενος ηγεμών εξελέγη τέλος, και ην ο πρίγκηψ Όθων της Βαυαρίας, προσέθηκεν όμως ούτω νέαν πλάνην εις τας πολλάς άλλας, άς εγέννησε παρά τοις διπλωμάταις το Ελληνικόν ζήτημα. Καθότι, ότε αφίκετο η περί της εκλογής του πρίγκηπος είδησις, τα εν Ελλάδι απείχον πολύ μάλλον ή άλλοτε της συγχωνεύσεως και συνδιαλλαγής των κομμάτων. Δεν έλειπον όμως, εκ των περί τον Θήρσιον ιδίως, οι έξαλλοι εκ χαράς επί τω αγγέλματι, και ο αγαθός Βαυαρός ουδαμώς αμφέβαλλε περί της ειλικρινείας των Ελληνικών εκείνων διαχύσεων.
Υπήρξε δε μάρτυς ο Θήρσιος της εν Σύρω αγαλλιάσεως, ότε την 7)19 Μαρτίου 1832 εγνώσθη, ότι ο πρίγκηψ Όθων είχεν εκλεγή ηγεμών της Ελλάδος. «Παρήλθον αι μέριμναι, έγραφεν, ελησμονήθησαν αι διαιρέσεις, και απεσβέσθησαν σχεδόν τα μίση. Την εσπέραν η πόλις δεν αναγνωρίζεται πάντες αναπνέουσιν, εκφράζονται ελευθέρως, και ό,τι ιδίως τιμά τον αγαθόν, παρεγνωρισμένον και κατασυκοφαντούμενον λαόν, είνε ότι ουδαμού ήκουσα έκφρασιν εκδικήσεως, πόθον καταδιώξεως, πανταχού δε τουναντίον κατείδον προθυμίαν εις λήθην των γενομένων και διάθεσιν εις εγκαίνισιν νέας εν Ελλάδι ζωής μετά των νέων ελπίδων. «Η χαρμόσυνος κίνησις διαρκεί, γενική και ομοία παρά τε τοις κυβερνητικοίς και τοις συνταγματικοίς. Οι ατυχείς καταδιωκόμενοι περιφέρονται ανωρθωμένην έχοντες την κεφαλήν και ελαφράν την καρδίαν, οι πολέμιοι αυτών συμμερίζονται τας φαιδράς προσδοκίας, και το εμπόριον ανέζησεν αίφνης ως διά μαγείας. Πλοία ναυλούνται, συμβόλαια συνάπτονται, παραγγελίαι δίδονται και ενεργούνται αγοραί. Ενώ δε χθες έτι οι πλουσιώτατοι των οίκων δυσκόλως εύρισκον εκατόν τάλληρα εν περιπτώσει ανάγκης αυτών, σήμερον ευρίσκονται χιλιάδες κυκλοφορούσαι. Ουδείς ενθυμείται τοιαύτην τινά γενικήν αιφνίδιον μεταβολήν. Είνε δε αύτη εντελής και πλήρης, ως πλήρης είνε η μετατροπή της προ τριών μόλις ημερών μαινομένης εν τω πελάγει τρικυμίας εις το εκτάκτως θερμόν και σφριγηλόν έαρ, όπερ επεφάνη έκτοτε, συμπίπτον θαυμασίως, κατά τε τον χρόνον και το είδος, προς το επελθόν πολιτικόν έαρ».
Εάν τους κυβερνητικούς ευχαρίστησεν η εκλογή του Όθωνος, την εναντίαν μερίδα των συνταγματικών ολίγον ηυχαρίστει η εκλογή του πρίγκηπος τούτου. Δυσηρεστήθη δε αύτη, διότι το πρωτόκολλον της 1) 13 Φεβρουαρίου ανεκοινώθη επισήμως προς την κυβέρνησιν του Αυγουστίνου και ουχί προς αυτήν, και ότι εκ προοιμίου, ούτως ειπείν, εχαρακτηρίσθησαν τα μέλη αυτής παρά τω νέω ηγεμόνι ως αντάρται. Εν τούτοις, αμφότεραι αι φατρίαι απόφασιν είχον να εκμεταλλευθώσι τουλάχιστον υπέρ εαυτών, όσον ηδύναντο κάλλιον· την ανάγκην του ξένου ηγεμόνος, ήν δεν ηδύναντο να αποφύγωσι. Σπουδαιότατον λοιπόν παρίστατο μέλημα, τοις μεν εν Άργει να μη παραιτήσωσιν, ανεγνωρισμένην ήδη τυπικώς κυβερνητικήν αρχήν, τοις δε εν Μεγάροις να καταλάβωσιν αυτήν, όπως δημιουργήσωσιν ούτω ούτε τετελεσμένον τι γεγονός.
Όθεν οι υπό τον Π. Νοταράν εν Μεγάροις συνηθροισμένοι πληρεξούσιοι, ως και η εν Περαχώρα κυβερνητική επιτροπή των συνταγματικών ανήγγειλαν εκφανώς, ότι δεν ήθελον καταθέσει τα όπλα, ενόσω ο κόμης Αυγουστίνος ευρίσκετο επί Ελληνικού εδάφους. Είχον δε προβή και μετ' επιτυχίας εις έναρξιν των εχθροπραξιών. Ενώ η κυβέρνησις του Άργους έβλεπεν, ότι ουδέν άλλο είχεν εις διάθεσιν αυτής, ή τα επιπόνως συναθροισθέντα άτακτα στίφη του Θ. Κολοκοτρώνη, την ασθενή εισφοράν του τακτικού πεζικού και την ιππικήν ίλην του Δημητρίου Καλλέργη, δαπανωμένην εις ανωφελείς περιπολίας μεταξύ Ναυπλίου και Άργους, οι Ρουμελιώται κατώρθωσαν να υποτάξωσιν ολόκληρον την Στερεάν Ελλάδα. Κατέλαβον την Ναύπακτον, επολιόρκησαν τον Μαμούρην εν τω φρουρίω της Αμφίσσης, προσέβαλον τον Κ. Μεταξάν εν Δελφοίς, ελαφυραγώγησαν την Αράχωβαν, απέκρουσαν τα κυβερνητικά στρατεύματα εν τη κοιλάδι του Κηφισσού και κατά τα στενά της Αττικής και παρεσκευάσθησαν να εισβάλλωσι και εις αυτήν την Πελοπόννησον! Τούτων προς Β. γινομένων επέκειτο εκ μεσημβρίας προσβολή των Μανιατών, οίτινες είχον ήδη καταλάβει την Μονεμβασίαν. Τι δε ηδύνατο ο Κυβερνήτης να αντιτάξη κατά των 6,000 ανδρών του Κωλέττη; Δισχιλίους κακώς τρεφομένους, απληρώτους και δυσηρεστημένους στρατιώτας· στερούμενος δε χρηματικών μέσων δεν κατώρθωσε να εμποδίση τας λιποταξίας πολλών οπλαρχηγών της Στερεάς, οίτινες υπηρέτουν έτι αυτώ και είχον γενικώς ανεγνωρισμένην γενναιότητα, ως και την απόστασιν του Τζαβέλλα. Και επ' αυτών έτι των Πελοποννησίων την πίστιν επί τοσούτο μόνον υπήρχε δυνατή πεποίθησις, εφ' όσον εξηκολούθει η μισθοδοσία αυτών. Η ανάγκη εις ήν ευρέθη ο Αυγουστίνος, όπως επεκτείνη την διάδοσιν του χαρτονομίσματος, η κατασπατάλησις της δεκάτης, δι' ήν ουδείς, πλην των ισχυρών, οίος ο Κολοκοτρώνης, ετόλμα να πλειοδοτήση, και ήτις εδαπανάτο εξ ολοκλήρου εις ανωφελείς ενόπλους επιδείξεις κατά ξηράν και θάλασσαν, εξηυτέλισαν επί μάλλον και μάλλον την κυβέρνησιν.
Εν Άργει επεκράτει πανικός. Έτρεμον οι άνθρωποι μη επαναληφθώσι τα Δεκεμβριανά, και εφοβούντο την εκδίκησιν των Ρουμελιωτών απειλησάντων, ως ελέγετο, ότι ήθελον αροτριώσει την τέφραν των πόλεων, αίτινες ήθελον αντιστή αυτοίς ενόπλως. Και αυτοί οι των δυτικών Δυνάμεων αντιπρόσωποι εν Ναυπλίω ήσαν ανήσυχοι, οι δε Άγγλοι και Γάλλοι ήρξαντο μετανοούντες, ότι τοσούτον είχον συγκαταβή προς την κυβέρνησιν του Αυγουστίνου, παραμελήσαντες «να αποκαλύψωσι την αντίφασιν μεταξύ του γράμματος και τον πνεύματος των λονδινείων αποφάσεων της ατομικής διπλωματικής αυτών εκτελέσεως εν Ελλάδι»!
Εν τη κρισίμω ταύτη στιγμή εύκαιρος υπήρξε τοις αντιπρεσβευταίς η εμφάνισις του Θηρσίου, επιστρέφοντος εις Ναύπλιον εξ εκδρομής τινός αυτού ανά τας νήσους του Αιγαίου. Ούτος δεν είχε μεν εντολήν τινα ειδικήν, ούτε χρηματικά μέσα, και απεδίδετο αυτώ, εκ της μέχρι τούδε ενεργείας αυτού, η πρόθεσις όπως καταστεί, δήθεν, αντιβασιλεύς μέχρι της αφίξεως του ηγεμόνος και διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτού. Είχε δ' επομένως εναντίας αμφοτέρας τας μερίδας, και άτομά τινα μόνον υπέρ αυτού. Οι αντιπρέσβεις όμως εθεώρησαν άξιον του κόπου να χρησιμοποιήσωσι τας ενεργείας του Θηρσίου, τας συμβουλάς αυτού, και την επίσημον βαυαρικήν αίγλην, ήτις περιέβαλλεν αυτόν, καίπερ αρνούμενον. Ούτω δε προσεκάλεσαν αυτόν ως έμπιστον εν ταις συνδιασκέψεσιν αυτών.
Ο Θήρσιος ησθάνετο ήδη εαυτόν προς την αντιπολίτευσιν μάλλον κλίνοντα ή προς την κυβέρνησιν. Συνέστησε μέτρα συνδιαλλακτικά και προύτεινε να αποφυλακισθή ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, να συναφθώσι διαπραγματεύσεις μετά του Ζαΐμη εν Πάτραις, και να διαταχθή η κατάληψις του Ισθμού υπό Γάλλων, ών η εμφάνισις ήθελε καταστήσει αδύνατον την βιαίαν διάβασιν των Ρουμελιωτών.
Ο Αυγουστίνος συνήνεσεν εις την απόλυσιν του Μπέη και ο γερμανός φιλέλλην έσχε την ευχαρίστησιν να ανοίξη τη 13)25 Μαρτίου 1832 την ειρκτήν του Πετρόμπεη, και να προσφέρη αυτώ την ελευθερίαν ως χάριν του μέλλοντος βασιλέως. Αντί τούτου υπεσχέθη ο οπλαρχηγός, ως και τα λοιπά απολυθέντα μέλη της οικογενείας αυτού, ότι ήθελον καθησυχάσει την Μάνην, και υπήρχεν ελπίς, ότι ήθελον νυν εκτελέσει την δεκάκις ήδη δεδομένην υπόσχεσιν ταύτην. Ούτω τα εν Μάνη εφαίνετο ότι προυλήφθησαν, αλλ' η κυρία δυσχέρεια ην προς βορράν απειλητική. Πριν δ' ή επέλθωσιν εκ μεσημβρίας οι Γάλλοι εις φρούρησιν του Ισθμού, ηδύνατο να επέλθη η κάθοδος των Ρουμελιωτών αι διαθέσεις δε του Γάλλου αντιπρέσβεως καθίστων πιθανόν, ότι η πορεία των Γάλλων δεν ήθελε επιταχυνθή. Ουδέν επίσης σπουδαίον αποτέλεσμα ηδύνατο να ελπίζη η κυβέρνησις εκ διαπραγματεύσεων προς τον Ζαΐμην ή άλλον τινά των ρουμελιωτών ηγέτην. Πλην δε τούτου έσχε και την τύφλωσιν να αποτείνη, εν εσχάτη ώρα, πρόκλησίν τινα προς τον Κωλέττην, ήτις εξώθησεν αυτόν εις επίθεσιν. Κυρία δε έρις μεταξύ των δύο φατριών υπήρξε: τις ήθελον έχει την διεύθυνσιν των δημοσίων υπό τον ανήλικον ηγεμόνα. Ο σχηματισμός προσωρινής πολυμελούς κυβερνήσεως, εξ αμφοτέρων, ήν και οι αντιπρέσβεις αυτοί επεθύμουν, ηδύνατο να παράσχη μέσον τι συνδιαλλαγής.
Αλλ' η εξ Άργους εις Ναύπλιον καταφυγούσα συνέλευσις τυφλώς αφωσιωμένη τη κυβερνήσει έσπευσε να ασφαλίση την διεύθυνσιν εις την ιδίαν αυτής φατρίαν. Μικρόν δε προ της διαλύσεως αυτής διώρισε τον Αυγουστίνον αντιβασιλέα μέχρι της αφίξεως του Όθωνος. Ταύτα μαθών ο Κωλέττης, απεφάσισε να προβή εις επίθεσιν, εισβάλλων εις την Πελοπόννησον.
Τότε, κατά τας κρισίμους ημέρας, περί τα τέλη Μαρτίου, απεφάσισεν ο Θήρσιος, κατ' εντολήν των αντιπρέσβεων, να σπεύση εις το εν Περαχώρα στρατόπεδον των Ρουμελιωτών, όπως μεσιτεύση και προλάβη την εις την Πελοπόννησον εισβολήν. Αλλά τόσον κατεγοήτευσεν αυτόν ο Κωλέττης, τόσον μετέτρεψε τας φρένας αυτού ο αιμύλος εκείνος ανήρ και η παρουσία και η λαμπρότης των οπλιταρχών και στρατιωτών, ώστε από μεσίτου κατέστη φίλος των Ρουμελιωτών. Επανήλθεν εις Ναύπλιον μάλλον υπερασπιστής των Ρουμελιωτών ή μεσίτης, των διαμαχομένων. Αποτυχούσης της πρεσβείας του Θηρσίου, εγένετο συμβούλιον επί του αγγλικού τρικρότου, όπερ συνέκειτο εκ των τριών ναυάρχων, των αντιπρέσβεων, του Αυγουστίνου και του Θηρσίου, και απεφασίσθη ίνα αντιτάξωσι βίαν κατά των Ρουμελιωτών. Αλλ' ούτοι πριν ή προς τούτο ετοιμασθεί ο Αυγουστίνος εξεστράτευσαν τη 25 Μαρτίου 1832, ενίκησαν τους υπό τον Νικήταν και Καλλέργην κυβερνητικούς στρατούς παρά το Λουτράκι· διεσκόρπισαν το ιππικόν του Καλλέργη, και έτρεψαν το πεζικόν του Νικήτα· τη δ' υστεραία (26 Μαρτίου) εισήρχοντο εις το Άργος έχοντες κλάδους ελαίους επί των όπλων και επί των φεσίων ως σωτήρες του έθνους και ελευθερωταί εκ του ζυγού του Αυγουστίνου· το πλήθος υπεδέχετο αυτούς εν αγαλλιάσει· και τη επαύριον, 27 Μαρτίου, αφίκοντο προ των πυλών του Ναυπλίου και εστρατοπέδευσαν εν τη Προνοία, ένθα πολλοί δυσηρεστημένοι εκ Ναυπλίου ηνώθησαν αυτοίς.
Οσημέραι αξιωματικοί και στρατιώται εγκαταλείποντες τας τάξεις των κυβερνητικών στρατευμάτων, ηνούντο μετά των Ρουμελιωτών, εφ' ώ και ο Αυγουστίνος εξέστη των φρενών βλέπων εαυτόν απογυμνούμενον τής τε των πολιτών και των στρατιωτών υπερασπίσεως. Τέλος δε τη επιούση (28 Μαρτίου 1832) ιδών ότι και οι αντιπρέσβεις και οι ναύαρχοι ώκνουν όπως υπερασπίσωσιν αυτού διά των όπλων, καίτοι ο Ρίκορδ ηβούλετο τούτο, αλλά δεν ετόλμα μόνος, παρητήθη την αρχήν.
Παραιτηθέντος του Αυγουστίνου Καποδιστρίου, η Γερουσία πιστεύουσα ότι μικτή τις κυβέρνησις εκ τε των συμπολιτευομένων και αντιπολιτευομένων ηδύνατο να συγκρατήση τα διεστώτα μέχρι της καθόδου του εκλεχθέντος βασιλέως Όθωνος, εξελέξατο πενταμελή διοικητικήν επιτροπήν συγκειμένων εκ των: Κολοκοτρώνη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κωλέττη και Βουδούρη. Αλλ' ήτο πρόδηλον ότι και διά της εκλογής ταύτης συνεκροτείτο κυβέρνησις. ενέχουσα εν εαυτή τα σπέρματα της διαιρέσεως, διότι οι συνταγματικοί, αντιπροσωπευόμενοι υπό του Κωλέττη, είχον και πάλιν την μειονοψηφίαν. Ουχ ήττον όμως επήλθε ποιά τις ειρήνη, τα στρατεύματα συνεφιλιώθησαν τη παρεμβάσει του Θηρσίου εν Προνοία, τα τε κυβερνητικά και συνταγματικά και περιήρχοντο ανά τας οδούς του προαστείου του Ναυπλίου κραυγάζοντα υπέρ του Βασιλέως, του Συντάγματος και του Κωλέττη, όστις τη επαύριον (29 Μαρτίου), προτροπή και εγγυήσει του Θηρσίου, εισήλθεν εις Ναύπλιον. Η είσοδος του Κωλέττη εις την πρωτεύουσαν της κυβερνήσεως ην θριαμβευτική· ο λαός εν ευφημίαις ηκολούθει αυτόν περιστοιχιζόμενον υπό είκοσι και πέντε λαμπρώς ενδεδυμένων οπλιταρχών· κατεφίλουν αυτόν ως σωτήρα· άπειρον πλήθος λαού ανευφήμουν αυτόν εν ταις οδοίς, εκ των στεγών των οικιών, εκ των παραθύρων. Η πομπή ην βασιλέως, στρατηγού νικητού, ανδρός μεγάλως ευεργετήσαντος την πατρίδα. Ο Αυγουστίνος Καποδίστριας ιδών κρυφίως έκ τινος παραθύρου του μεγάρου, εν ώ κατώκει πρότερον και ο φονευθείς Κυβερνήτης την λαμπράν υποδοχήν του αντιπάλου αυτού και απελπίσας περί της αρχής αυτού τε και του Καποδιστριακού εν γένει οίκου παρεσκευάσθη εις φυγήν, και τη αυτή νυκτί περί την 1Οην ώραν επεβιβάσθη επί της φρεγάτας του ναυάρχου Ρίκορδ μετά πάντων των οικείων και φίλων, αποκομίζων και τα κειμήλια και έπιπλα αυτού, κατευθυνόμενος εις Κέρκυραν· ούτω δε εξέλιπεν εκ της Ελλάδος, ήν καθίδρυσεν εις Κράτος, η οικογένεια Καποδιστρίου, προς ήν η νεωτέρα Ελλάς οφείλει μεγάλην την εθνικήν ευγνωμοσύνην. Ο Αυγουστίνος φεύγων έξ μήνας μετά την δολοφονίαν του αδελφού εκ Ναυπλίου εκόμισε το λείψανον του πρώτου της Ελλάδος Κυβερνήτου εις Κέρκυραν (99). Ο τότε Άγγλος των Ιονίων νήσων αρμοστής Αδάμ, ίνα μη το λείψανον του αοιδίμου Κυβερνήτου προκαλέση τας συγκινήσεις του Κερκυραϊκού λαού, παρεκάλεσε τους αδελφούς του τεθνεώτος, ίνα η αποβίβασις του λειψάνου εκ της ρωσικής φρεγάτας γίνη νύκτωρ. Τωόντι μεσονυκτίαις ώραις της ημέρας καθ' ήν έφθασε το πλοίον (αρχαί Απριλίου 1832), αποβιβάσαντες οι αδελφοί τον νεκρόν, συνώδευσαν άνευ νεκρικής ακολουθίας εις την εν τω προαστείω Μανδουκίω Εκκλησίαν της Πλατυτέρας, εν τω περιβόλω της οποίας και ετάφη, παρά τον τάφον του γονέως αυτού και του επιστηθίου φίλου Μουστοξύδου. Επί του ψυχρού και απλού τάφου του καλύψαντος τα οστά αυτού, εισί γεγλυμμέναι αι εξής λέξεις πολλών δηλωτικαί
ΙΩΑΝΝΗΣ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Οπόσον ο Ιωάννης Καποδίστριας εμερίμνησεν υπέρ του έθνους, αφ' ής στιγμής εξελέγη Κυβερνήτης και προ της εκλογής ότε διετέλει υπουργός εν Ρωσία και βραδύτερον ιδιωτεύων, μαρτυρεί η δημοσιευθείσα αλληλογραφία αυτού, ήτις καταδεικνύει τον μέγαν υπέρ της Ελλάδος ενθουσιασμόν του ανδρός.
Εφ' ώ και η ιδιαιτέρα αυτού πατρίς, η Κέρκυρα, ευγνωμονούσα ένεκα της δι' αυτού προσαφθείσης αυτή δόξης, ανήγειρεν ανδριάντα εν τη πλατεία της πόλεως, ού τα αποκαλυπτήρια μεγαλοπρεπώς επανηγύρισε τη 12 Απριλίου 1887 σύμπας ο ελληνισμός δι' αντιπροσώπων. Και η Εθνική μεν Βουλή είχε πέμψει τον πρόεδρον αυτής Ανδρέαν Αυγερινόν, η Κυβέρνησις τον υπουργόν των Ναυτικών και εκ Κερκύρας βουλευτήν Γεώργιον Θεοτόκην, το Πανεπιστήμιον τον Πρύτανιν αυτού Γεώργιον Καραμήτσαν και ο δήμος Αθηναίων τον Μιχαήλ Π. Λάμπρον, οίτινες και λόγους εξεφώνησαν καταλλήλους τη περιστάσει, καθώς και ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του δήμου Κερκυραίων και διευθυντής του εν Κερκύρα Λυκείου «Καποδιστρίου» Λεωνίδας Βλάχος, ός και προ τούτου ίδρυσεν εν τω ιδίω λυκείω μαρμαρίνην προτομήν του μεγάλου της νήσου των Φαιάκων πολίτου (100)· Ο τη 12 Απριλίου 1887 αποκαλυφθείς εν Κερκύρα ανδριάς του πρώτου της Ελλάδος κυβερνήτου Ιωάννου Α. Καποδιστρίου είναι λευκού μαρμάρου και έχει ύψος τριών μέτρων περίπου. Εικονίζει δε τον Καποδίστριαν σκεπτικόν και κρατούντα εν τη αριστερά εκτεταμένη χειρί κύλινδρον χάρτου, την δε δεξιάν έχοντα εν αναπαύσει κεκαμμένην προ του στήθους και ανοικτόν τον δείκτην. Ο Καποδίστριας φέρει ευρωπαϊκήν σύγχρονον στολήν, αλλ' επί το αρχαιοπρεπέστερον περιβάλλεται και υπό πολυπτύχου μανδύου εμπεπορπημένου κάτωθι της αριστεράς χειρός παρά την οσφύν. Ο ανδριάς βλέπει την αντικρύ της νήσου δούλην εισέτι Ελλάδα, την Ήπειρον, ήν τοσούτον αυτός εζήτησε να ελευθερώση, αλλά δεν επέτυχε και ίσταται επί βάθρου, ού το ανώτατον μέρος, κατά τας τέσσαρας πλευράς, κοσμείται υπό του οικοσήμου της οικογενείας του Καποδίστρια, ήτοι υπό θυρεών, εστεμμένων εντός κλάδων φοίνικος και φερόντων τρεις διαγωνίως αστέρας και ένα σταυρόν προς την άνω δεξιάν γωνίας εν τη κυρία δ' όψει του βάθρου την επιγραφήν:
I. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Εν δε τη δεξιά τω θεατή: «Τον περίδοξον πολίτην και της Ελλλάδος μέγαν ευεργέτην, ανδριάντι τώ δε Ιωάννης Τουρλινός εγέγηρε συμπροθυμησαμένου του Κερκυραίων δήμου, τη φιλοτίμω του μεγάλου ανδρός προαιρέσει» εν δε τη αριστερά: «Λεωνίδας Δρόσης έργου ήρχε, Γεώργιος Βενάκης επί πέρας ήγαγεν έτει ΑΩΠΕ'.»
Ευχής έργον θα ήτο, εάν το έθνος ίδρυε τω μεγάλω της Ελλάδος πολίτη και πρώτω Κυβερνήτη αυτής και έτερον ανδριάντα (101) είτε εν Ναυπλίω είτε εν Αιγίνη ή και εν Αθήναις, καταδεικνύον ούτω πόσον γινώσκει να τιμά τους μεγάλους αυτού άνδρας, ως έπραττον οι πατέρες ημών.
Επί τη ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος του ημετέρου Καποδιστρίου του τόσον οικτρώς τον βίον καταστρέψαντος, οι μεν εκάλουν αυτόν Τιμολέοντα, οι δε Φωκίωνα, οι δε Βασιγκτώνα, ο δε ιστορικός Ούρκβαρδ, ήττον κολακευτικός, παρέβαλεν αυτόν προς τον Νάβιν, αλλά, ως μοι φαίνεται, πάντες ούτοι οι ιστορικοί παραλληλισμοί εισίν άστοχοι κατά πολύ, και μάλλον αρμόζει η υπό του λαού είτα αποδοθείσα αυτώ πρoσωνυμία Καβούρ ως διοργανώσαντος την ελευθερωθείσαν Ελλάδα ως εκείνος την Ιταλίαν, προ τη Ελληνική μούση και η Ιταλική συνέθηκε δύο ύμνους ών ο μεν έχει: Giovanni Capodistriu inno patriotico del cav. Anv Giuseppe Ramelli, Corfu 1886, ο δε: «Τω μεγάλω διπλωμάτη κόμητι Ιωάννη Καποδιστρία, γραμματεί της Επικρατείας της Επτανήσου Πολιτείας, υπουργώ και καγκελαρίω του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, πληρεξουσίω λειτουργώ παρά τη Ελβετική ομοσπονδία, πολίτη της Γενεύης, ιππότη μεγαλοσταύρω των κυριωτάτων ταγμάτων της Ευρώπης, κυβερνήτη της Ελλάδος, όν η Ευρώπη εκήρυξε τον περινούστατον των Ελλήνων» nel giorno che Corcira sua patria innalzava gli publico monumento il Canonico Dr Darmanin questo umile omaggio consacrava. Corfù 1886.
Αλλά καίπερ φυγόντος του Αυγουστίνου, η ειρήνη εν τη επιτροπή ουδαμώς αποκατέστη. Ο Κωλέττης απεστρέφετο τα δύο αυτώ εχθρά μέλη, τον Μεταξάν και τον Κολοκοτρώνην· διό τα της πενταμελούς διοικητικής επιτροπής μέλη πριν άρξωνται των διοικητικών έργων εφιλονείκουν προς άλληλα· το κόμμα των Καποδιστριακών ηγωνίζετο, εκ παντός τρόπου, να υποσκελίση τον Κωλέττην· αλλ' ούτος είχε δύναμιν κραταιάν εν τω περί το Ναύπλιον στρατώ και υπεστηρίζετο υπό του Θηρσίου, οι δε αντίπαλοι ηρείδοντο επί μόνον τον Ρίκορδ. Τέλος μετά μακράς συζητήσεις, παραιτηθέντος τη 30 Μαρτίου 1832 του Κολοκοτρώνη, συνεφώνησαν προφορικώς ο τε Μεταξάς και Κωλλέττης, όπως ιδρυθή επταμελής επιτροπή εκ του Κωλέττη, Μεταξά, Ζαΐμη, Κουντουριώτη, Κολιοπούλου, Δημητρίου Υψηλάντου και Ζωγράφου. Αλλ' ό,τι συνέβη εν τη καταρτίσει της πενταμελούς επιτροπής, τούτ' αυτό συνέβη και εν τη της επταμελούς. Όπως η συγκρότησις εκείνης γενομένη υπό της Γερουσίας απήρεσε τω Κωλέττη, ούτω και η της πρώτης επταμελούς γενομένη υπό του Κωλέττη απήρεσε τη Γερουσία. Τοιαύτη ήτο η αναρχία. Και λοιπόν εσχηματίζοντο επιτροπαί και υποεπιτροπαί και διελύοντο προς ζημίαν του έθνους!
Η Γερουσία γινώσκουσα ότι ο Ζωγράφος και ο Υψηλάντης ήσαν υποχείριοι τω Κωλέττη, και ότι επομένως ο πολυμήχανος εκείνος ανήρ έμελλε να έχη την πλειονοψηφίαν, αντί των δύο εκείνων εξελέξατο τη 2 Απριλίου 1832, δύο ομόφρονας αυτή και τοις Καποδιστριακοίς: τον Πλαπούταν και τον Τρικούπην μενόντων των άλλων και αυτού του εχθίστου αυτή Κωλέττη, άτε μη τολμώση ν' αποκλείση αυτόν ως ισχυρότατον. Αλλ' η εκλογή της Γερουσίας απεδοκιμάζετο, ως εικός, υπό των περί τον Κωλέττην συνταγματικών· απεδοκίμαζον τον Τρικούπην ως μεταστάντα από της αντιπολιτεύσεως και εργασθέντα υπέρ της διατηρήσεως των Καποδιστριακών, οι δε Ρουμελιώται στρατιώται ηπείλουν ότι, εάν μη η Γερουσία ανεκάλει τον διορισμόν του Τρικούπη, έμελλον να ανατρέψωσι τα πάντα και κατακρεουργήσωσι τους γερουσιαστάς και άλλα τοιαύτα διαπράξωσι. Προς δε τούτοις, οι Ρουμελιώται απήτουν ίνα η εν Άργει συνέλευσις εξακολουθήση· αλλ' η Γερουσία αντέλεγε. Μάτην ο Θήρσιος συνεβούλευε, παρεκάλει, εξώρκιζε τους Γερουσιαστάς ίνα χάριν της πατρίδος πληρωθώσιν αι απαιτήσεις των επικινδύνων Ρουμελιωτών, οι Γερουσιασταί έμενον άκαμπτοι. Αποτυχών παρά τη Γερουσία ο Θήρσιος εστράφη προς τους δημογέροντας του Ναυπλίου παρ' οίς και επέτυχεν· ούτοι συναγείραντες τα πλήθη, περιεκύκλωσαν την Γερουσίαν, ηπείλησαν τους γερουσιαστάς και μάλιστα αναφανδόν ο Γάλλος αντιπρέσβυς Ρουάν είπε προς τον Γερουσιαστήν Γ. Αινιάνα ότι, εάν μη υπακούσωσι, θα διασυρθώσιν αι κεφαλαί αυτών διά των οδών, και ούτως ηνάγκασαν την Γερουσίαν να συνέλθη μετά της Κυβερνήσεως εις κοινήν συνεδρίαν, καθ' ήν τη 13 Απριλίου 1832 απεφασίσθη ίνα προσληφθή εν τη επιτροπή αντί του Τρικούπη ο Λιδωρίκης, ανθ' ού όμως προσελήφθη ο αγγλόφρων Κώστας Μπότσαρης, και συγκληθή τη 19 Απριλίου η Εθνική Συνέλευσις εν Άργει. Ούτω διά της βιαίας συμπράξεως της Γερουσίας προς την Κυβέρνησιν, ηττήθη η Καποδιστριακή μερίς· η δε Κυβέρνησις εξέδωκε προκήρυξιν τη 18 Απριλίου ότι τάχιστα συγκληθήσεται η συνέλευσις εν Άργει. Ωρίσθη δε ίνα έκαστον μέλος της Κυβερνήσεως προεδρεύη αυτής κατά μήνα, ως και παρά τη αρχαία Ελληνική Βουλή· πρώτος δε πρόεδρος εγένετο ο Κουντουριώτης. Αλλά τι ηδύνατο να πράξη επιτροπή, μεθ' ής βία συνέπραττεν η Γερουσία, τα δε μέλη αυτής διίσταντο προς άλληλα;
Το ταμείον μόλις περιείχεν 155 τάληρα! Ο Κωλέττης κηδόμενος του στρατού, δι' ού εμεγαλύνθη, αλλά και φοβούμενος στάσιν, ως εκ της μη πληρωμής των μισθών, ηβουλήθη να διανείμη αυτόν ανά την Πελοπόννησον προς διατροφήν· αλλ' ο Ζαΐμης, ο Πλαπούτας και ο Μεταξάς ανθίσταντο θέλοντες να ταπεινώσωσι τον Κωλέττην και καταβάλωσι τους Ρουμελιώτας, όπερ προϊδών ο Κωλέττης υπεχώρησε φρονίμως. Αλλά πλην τούτου διίστατο πάντοτε η Γερουσία προς την επταμελή κυβέρνησιν, απαιτούσα ίνα συνέρχωνται κοινή εις εκτάκτους συνεδρίας, συμπράττη τη κυβερνήσει εν τη εκλογή των πληρεξουσίων, ελέγχη το δημόσιον ταμείον· προς δε τούτοις, ίνα εντός πέντε ημερών ομόση η κυβέρνησις όρκον πιστής εκτελέσεως των εαυτής καθηκόντων ενώπιον αυτής, τα δε διατάγματα φέρωσι την υπογραφήν τουλάχιστον πέντε μελών της κυβερνήσεως. Αι διαφωνίαι αύται των τε μελών της κυβερνήσεως και προς άλληλα και προς την Γερουσίαν μετεδίδοντο, ως δήλον, και εις τον λαόν· η διχόνοια των φατριών υπεξεκαίετο και ο λαός εκλυδωνίζετο εν τω πολυκυμάντω των παθών πελάγει. Όπως ποτ' αν η, ενίκησαν, επί τέλους, οι συνταγματικοί και εν τω καταρτισμώ του υπουργείου εγένοντο υπουργοί: Ο μεν Μαυροκορδάτος επί των Οικονομικών, ο δε Τρικούπης επί των Εξωτερικών, ο Ζωγράφος επί των Στρατιωτικών, ο Κλωνάρης επί της Δικαιοσύνης, ο Βούλγαρης επί των Ναυτικών, ο Χρηστίδης επί των Εσωτερικών, και ο Ρίζος Νερουλός επί των Εκκλησιαστικών. Το υπουργείον τούτο καίπερ συνταγματικόν καλούμενον ουδέν σχεδόν συνταγματικόν έπραξεν· ουδ' αυτήν την προκηρυχθείσαν Εθνοσυνέλευσιν συνεκάλεσεν. Αλλά το μάλλον κατεπείγον ην η απειλητική κατάστασις του στρατού, όστις πολλαχώς ερραδιουργείτο υπό των Καποδιστριακών και μάλιστα υπό του Κολοκοτρώνη διαδίδοντος, μεταξύ άλλων, ότι ο Κωλέττης είχεν υποσχεθή τοις Ρουμελιώταις ως αμοιβήν την λεηλασίαν της Πελοποννήσου.
Και όντως πρώτος ο Θεόδωρος Γρίβας ηγούμενος άλλων τε και Αλβανών ηργυρολόγησεν εν Άργει, είτα ετράπη προς την Τρίπολιν· ο δε Τουρκαλβανός Ταφίλ Πούζης ελεηλάτει την Κόρινθον. Κατά των υπό τον Γρίβαν επήλθε προσκληθείς υπό των πολιτών ο Κολοκοτρώνης, όστις και κατέλαβε το Βαλτέτσι· ο δε Γενναίος Κολοκοτρώνης απαλλάξας τον Ευαγγέλην Κοντογιάννην περικυκλωθέντα περί τον Άγιον Πέτρον υπό των αντιπάλων και των εγχωρίων εστρατοπέδευσε παρά την Τρίπολιν· ο δε Νικήτας εισβαλών εις Μεσσηνίαν απέκρουσε τους εισβαλόντας Μανιάτας αιχμαλωτίσας και τον αρχηγόν αυτών τον Κατζάκον Μαυρομιχάλην. Μετά μικράς δ' αψιμαχίας παρά το Ζέλι και τα Τσιπιανά, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης προσβαλών τον Γρίβαν και Χατζηχρήστον παρά τον Μαντζαγράν ηνάγκασεν αυτούς ναπέλθωσιν εις Άργος, εξ ού εγένοντο σφοδρότεραι αι έριδες μεταξύ των μελών της κυβερνήσεως· διότι ο μεν Ζαΐμης, ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας κρυφίως υπέθαλπον τας ενεργείας του Κολοκοτρώνη, ο δε Κωλέττης, Κουντουριώτης και Μπότσαρης ήθελον ναποκηρύξωσιν αυτόν ως στασιώτην, όπερ και 48 πρόκριτοι και οπλιτάρχαι διά προκηρύξεως (18 Ιουνίου 1832) αυτών προύτειναν· αλλ' αρνηθέντος του Υψηλάντου, ουδέν κατά του δαφνοστεφούς στρατάρχου της Πελοποννήσου εγένετο, ούτως ώστε εν Πελοποννήσω ελάμβανον την υπεροχήν οι καποδιστριακοί. Αλλ' η κορύφωσις της αναρχίας εν Ελλάδι επήλθεν, ότε η επιτροπεία φοβουμένη μη τυχόν οι αυτοί αντιπολιτευόμενοι καταλάβωσι τα φρούρια επέτρεψε την φρουράν αυτών τοις Γάλλοις, ών 1200 υπό τον στρατηγόν Κορβέ κατέλαβον τη 7 Μαΐου 1832 το Ναύπλιον και τα φρούρια.
Αλλά τας Πάτρας πριν ή καταλάβωσιν αυτάς οι Γάλλοι προκατέλαβεν ο Κίτσος Τσαβέλλας ηγούμενος 500, όστις ην αντίθετος τη επιτροπεία. Αντίθετοι δε ταύτη ήσαν και τα πολλά της Αχαΐας, Αρκαδίας, Μεσσηνίας, Ήλιδος και μόνον εν Κορίνθω και Λακωνία υπερίσχυσεν αύτη. Εν δε τη εκτός του Ισθμού Ελλλάδι τα μεν άλλα ήσαν αδιάφορα, τα δε της Φωκίδος εφρόνουν τα των Καποδιστριακών.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, εγένοντο εν μυρίαις παρανομίαις και βία αι εκλογαί των πληρεξουσίων της Εθνικής συνελεύσεως, εφ' ώ και η Γερουσία και αι επαρχίαι Καρυταίνης, Αμφίσσης και Σπετσών διεμαρτυρήθησαν επισήμως κατά των τελουμένων εκλογικών οργίων διά την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν. Η συνέλευσις αύτη δύναται να θεωρηθή κυρίως έκτη, άτε νέων εκλογών γενομένων· αλλ' ως συνέχεια της πέμπτης εν Άργει συνελεύσεως της επί Καποδιστρίου συγκληθείσης θεωρηθείσα αριθμείται ως πέμπτη, ούτως ώστε ενέχει ποιάν τινα σχέσιν προς την πενθέκτην λεγομένην Οικουμενικήν Σύνοδον. Την συνέλευσιν ταύτην υπέβλεπον οι Καποδιστριακοί, διότι οι πλείστοι των πληρεξουσίων αυτής ήσαν συνταγματικοί. Τούτου ένεκα, ενώ οι πληρεξούσιοι συνήρχοντο εν Άργει, ο Δ. Καλλέργης επήρχετο αναφανδόν προς διάλυσιν αυτής, αλλ' απεστάλη κατ' αυτού ο Ν. Κριεζώτης και οι ως επικουρία αυτού πεμφθέντες πυροβοληταί και έν πολεμικόν πλοίον. Ο Καλλέργης ηττηθείς υπεχώρησε τη 8 Ιουνίου 1832 εις τα ενδότερα της Πελοποννήσου, οι δ' εν Άργει συνελθόντες 180 πληρεξούσιοι, επειδή ηπειλούντο υπό των Καποδιστριακών, ψυχρώς δε υπεστηρίζοντο υπ' αυτής της επιτροπείας, απεδοκιμάζοντο δε συγχρόνως υπό τε του Ρώσου και Άγγλου αντιπρέσβεως, ως συνερχόμενοι καθ' όν χρόνον επέκειτο η κάθοδος του βασιλέως, απήλθον εις το προάστειον του Ναυπλίου, την Πρόνοιαν, ασφαλείας ένεκεν (102).
Μετά τινας ημέρας ελύετο αισίως, οπωσδήποτε, και το ζήτημα των Ελληνικών μεθορίων. Η Πύλη υπεχώρησε προς τας αιτήσεις των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των Δυνάμεων, παρεδέξατο την τροποποίησιν των μεθορίων και υπέγραψε την 27)9 Ιουλίου 1832 την οριστικήν περί Ελλάδος συνθήκην. Πλην όμως η Πύλη υπογράφουσα την συνθήκην ταύτην εποιήσατο νέας τινάς προτάσεις, ήτοι να ορισθή διά πρωτοκόλλου ο αριθμός των στρατιωτικών και ναυτικών δυνάμεων της Ελλάδος, να υποχρεωθή η Ελλάς να μη παρέχη υπηρεσίαν τινά ή βοήθειαν προς τας δυνάμεις, κυβερνήσεις, λαούς και έθνη, μεθ' ών η Υ. Πύλη ήθελε περιέλθει εις πόλεμον, αλλά να τηρή αυστηρώς την αρχήν της ουδετερότητος, επί πλέον δε και να εκδίδη τους εις Ελληνικόν έδαφος καταφεύγοντας υπηκόους Οθωμανούς και τέλος να αποδώση τας Δαιμονονήσους και τα Ηλιοδρόμια, άπερ, ως εκ της προσφόρου θέσεως αυτών, η Τουρκική Κυβέρνησις έκρινεν αναγκαίας προς εξασφάλισιν των παρακειμένων οθωμανικών επαρχιών. Αλλ' ευτυχώς πάσας τας αιτήσεις ταύτας, η εν Λονδίνω συνδιάσκεψις απέρριψε διά του πρωτοκόλλου της 18)30 Αυγούστου, 1832, επισπεύδουσα εις τον οριστικόν καθορισμόν των Ελληνοτουρκικών μεθορίων· εφ' ώ και προσεκάλεσε τα δύο ενδιαφερόμενα Κράτη να ορίσωσιν επιτροπάς· αυταί δε απέστειλαν κατά το 3 άρθρον της συνθήκης της 27)9 Ιουλίου 1832 τους συνταγματάρχας: Βάκερ, Βαρτελεμύ και Σκαλόν, οίτινες μετά του Έλληνος επιτρόπου στρατηγού Σταΐκου και του Τούρκου τοιούτου Χουσεΐν βέη ήρξαντο του έργου αυτών εν Πρεβέζη τη 31 Αυγούστου 1832 και επεράτωσαν αυτό τη 13)25 Νοεμβρίου. Κατά την διαχάραξιν ταύτην των ορίων εγένοντο μεταβολαί τινες μάλλον υπέρ της Ελλάδος, ένεκα τεχνικών λόγων. Το έργον όμως της οροθετικής επιτροπής υπήρξε δυσχερέστατον, ένεκα της ιδιοτροπίας του Τούρκου επιτρόπου Χουσεΐν Βέη, όστις, κατά την ομόφωνον δήλωσιν των οροθετών των τριών δυνάμεων, «μετεχειρίσθη παν μέσον παρ' αυτόν εξαρτώμενον, προς παρεμπόδισιν των εργασιών, απαγορεύων τοις κατοίκοις να παρέχωσι πληροφορίας και να οδηγώσιν, απαγορεύων την προμήθειαν των αναγκαίων τροφίμων, διατάσσων τους αγωγιάτας ν' αποποιώνται όπως προχωρήσωσι κτλ., εις επίμετρον δε και εξέφρασε, κατά την τελευταίαν συνεδρίασιν, λόγους αναρμόστους και απειλάς.»
Ούτω διεκανονίσθησαν τα όρια του νέου Ελληνικού Βασιλείου, ανεπιτήδεια κατά πάντα και στενά, ουδαμώς αντάξια των μεγάλων θυσιών του ελληνικού έθνους, αγωνισθέντος υπερανθρώπως επί οκταετίαν όλην, ένεκα της γλισχρότητος των ευεργετίδων δυνάμεων, αίτινες πολύ μάλλον ήθελον εξυπηρετήσει και τον πολιτισμόν και την ειρήνην, εάν ανίδρυον Κράτος Ελληνικόν περιλαμβάνον, τουλάχιστον, την Ήπειρον μετά της Θεσσαλίας και των νήσων Κρήτης και Σάμου και παρείχον αυτώ τα μέσα της ευημερίας και της απροσκόπτου προόδου εν τη σταδιοδρομία του πολιτισμού. Και ούτως έδει να γίνη, αφ' ού και αυτός ο Αυστριακός αρχικαγκελάριος Μέττερνιχ, όστις υπήρξεν αληθώς αμείλικτος πολέμιος του Ελληνικού αγώνος, πρώτος προύτεινε την ανίδρυσιν ανεξαρτήτου βασιλείου και ουχί υποτελούς ηγεμονίας, ότε δε βραδύτερον το Οθωμανικόν κράτος διέτρεξε κίνδυνον άλλοθεν, απεφάνθη προς τον Πρόκες, ότι, εν Κωνσταντινουπόλει εκλιπόντων των Τούρκων, έπρεπε ν' ανιδρυθή Κράτος Ελληνικόν.
Εν τούτοις, ως είπομεν, τη 14η Ιουλίου 1832, υπό την προεδρίαν του Πανούτσου Νοταρά συνελθούσα η εν Προνοία Εθνική Συνέλευσις εψήφισε τάδε: «να κηρυχθή γενική αμνηστία χάριν της ειρηνοποιήσεως των διαφόρων κομμάτων· εκφρασθή ευγνωμοσύνη προς τε τας τρεις προστάτιδας δυνάμεις και τον βασιλέα Λουδοβίκον επί τη αποδοχή του ελληνικού στέμματος διά τον υιόν αυτού Όθωνα· αναθεωρηθώσιν οι συνταγματικοί νόμοι· συνταχθή νέον σύνταγμα προς ασφάλειαν του τε λαού και του θρόνου· διανεμηθή η εθνική γη· αμειφθώσιν οι αγωνισταί και οι απόγονοι των φονευθέντων υπέρ της πατρίδος· συγκροτηθή πρόσκαιρος κυβέρνησις μέχρι της καθόδου του βασιλέως» κτλ. Εκ τούτων εψηφίσθη τη 19 Ιουλίου το Α' ψήφισμα περί γενικής αμνηστίας, εν ώ: «παρεδίδοντο εις παντελή λήθην τα απ' αρχής του εθνικού αγώνος εγκλήματα, τα πηγάσαντα εκ πολιτικών δοξασιών και αι από έργων πολέμου εις τους ιδιώτας προκύψασαι υλικαί και αποδεδειγμέναι ζημίαι ήθελον αποδοθή υπό του δημοσίου». Αλλά πριν ή προβεί περαιτέρω η συνέλευσις, οι τρεις των δυνάμεων αντιπρέσβεις διεμαρτυρήθησαν αμέσως αντιπροτείναντες α') ότι η πρόσκαιρος κυβέρνησις έδει να μείνη η αυτή μέχρι της καθόδου του βασιλέως και ιδρύσεως της αντιβασιλείας· β') ότι απηγορεύετο η πώλησις των εθνικών γαιών μέχρι της ελεύσεως του βασιλέως· γ') ότι άνευ του βασιλέως ουδέν σύνταγμα ηδύνατο να ψηφισθή.
Η συνέλευσις απέστειλε δριμείαν απάντησιν προς τους αντιπρέσβεις αναιρούσαν τας αξιώσεις αυτών ταύτας ως παρανόμους· αλλ' ο Σ. Τρικούπης δεν επέδωκεν αυτήν παρά την θέλησιν της Εθνοσυνελεύσεως. Εάν το Σύνταγμα εψηφίζετο τότε, ίσως δεν θα εγίνοντο αι πολιτικαί εκείναι κομματικαί έριδες, αι πολλαχώς παραβλάψασαι τας σχέσεις του Βασιλέως Όθωνος προς το έθνος και επενεγκούσαι τω 1843 την στάσιν, εξ ής ο Όθων ηναγκάσθη άκων και μη βουλόμενος να επικυρώση Σύνταγμα, όπερ τελείως απεστρέφετο. Είτα δε τη 26 Ιουλίου 1832 εψηφίσθη το β' υπό της Συνελεύσεως ψήφισμα, δι' ού εγένετο η επικύρωσις της εκλογής του Όθωνος ως Βασιλέως, ήν εψήφισεν ήδη η Γερουσία και είχεν αποστείλει τη 26 Απριλίου προς τον Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκον η διοικητική επιτροπή (προσωρινή Κυβέρνησις). «Μετά την επίσημον επικύρωσιν οι πληρεξούσιοι αναστάντες πάντες ανεβόησαν ομοθύμως και επανειλημμένως: Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος Όθων ο Α'. Και το πλήθος δε των Ελλήνων περικύκλωσαν το παράπηγμα της Εθνοσυνελεύσεως, ών πολλοί εισώρμησαν εις αυτό, και μετά χαράς δακρύον, επεβόων επί πολύ έξαλλοι εκ χαράς: Ζήτω ο Βασιλεύς και πανταχού εν τε τω προαστείω και τω Ναυπλίω φαιδροί περιήρχοντο καθ' ομάδας οι Έλληνες, αποβαλόντες τον φόβον εκ της αβεβαίου πολιτικής του έθνους καταστάσεως, άτε ελπίζοντες τα βέλτιστα παρά του Βασιλέως Όθωνος. Διωρίσθησαν δε (19 Αυγούστου) υπό της διοικητικής επιτροπείας, ήτοι της προσωρινής Κυβερνήσεως, μετά ψήφισμα της Συνελεύσεως, ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, ο στρατηγός Κώστας Μπότσαρης και ο συνταγματάρχης Γενναίος Κολοκοτρώνης, όπως συνελθόντες εις επιτροπήν απέλθωσιν εις την βασιλεύουσαν της Βαυαρίας Μόναχον και προσενέγκωσι την αφοσίωσιν και υποταγήν τον έθνους προς τον Βασιλέα αυτού Όθωνα· αντί δε του Γενναίου μη δυνηθέντος να μεταβή, απήλθεν ο Δ. Πλαπούτας. Εκόμισαν δ' εις Μόναχον το τε ψήφισμα της επικυρώσεως της εκλογής εν πρωτοτύπω και τας αναφοράς της Συνελεύσεως περί ταχείας καθόδου του Βασιλέως εις Ελλάδα.
Μετά τινα δε χρόνον (τη 19 Αυγούστου), οι περί τον Φ. Θήρσιον, φιλέλληνα Βαυαρόν, αναλώμασι του Λουδοβίκου την Ελλάδα περιηγούμενον, αλλ' επί τοσούτον χρόνον μετά των Ελλήνων συγκρωτισθέντα, ως είδομεν, ώστε να αναμιγνύηται εις τα της Ελλάδος (103), διέλυσαν την εν Προνοία Εθνοσυνέλευσιν, ής ο σκοπός είχεν ήδη εκτελεσθή, μετά την επιψήφισιν των ανωτέρω.
Μετά την διάλυσιν της εν Προνοία Εθνοσυνελεύσεως, επήλθε μεγίστη και αύθις εν Ελλάδι αναρχία· διότι η μεν Εθνοσυνέλευσις, ήτις εν ομονοία ήρξε των εργασιών αυτής και ήτο η μόνη άγκυρα της τεταραγμένης ελληνικής πολιτείας, δεν υφίστατο πλέον· η δε Γερουσία, καίπερ καθ' ολοκληρίαν Καποδιστριακή, και δυναμένη ουχ ήττον να είναι σκιά αρχής ως τοσάκις πρότερον, είχε προδιαλυθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως· η δε διοικητική επιτροπεία η συνισταμένη εκ του Κουντουριώτου, Υψηλάντου, Ζαΐμη, Κωλέττη, Πλαπούτα, Μεταξά, Τρικούπη, και αντ' αυτού του Αναγνώστου Λιδωρίκη και αντ' αυτού του Κώστα Μπότσαρη, ήτις, ει μη τι έτερον, ηδύνατο τουλάχιστον να συνέχη και συγκρατή τα ταραχώδη στρατιωτικά, προ πάντων, στοιχεία, ως κεκολοβωμένη και κατεσπαραγμένη, — διότι ο μεν Κουντουριώτης χολωθείς απήλθεν εις Ύδραν, ο Υψηλάντης απέθανεν, ο Κώστας Μπότσαρης και ο Πλαπούτας ή Κολιόπουλος απήλθον εις Μόναχον — ουδ' αύτη πλέον υφίστατο· η δε γραμματεία, το υπουργείον τουτέστι, συγκείμενον εκ του Τρικούπη, Μαυροκορδάτου, Ζωγράφου, Βούλγαρη, Ρίζου, Κλωνάρη και Χρηστίδου διίσταντο προς αλλήλους. Προς δε τούτοις, ως είρηται, η Εθνοσυνέλευσις αντί του Υψηλάντου και του Μεταξά διώρισε τον Α. Μαυρομιχάλην και Μ. Μηλαΐτην. Εντεύθεν δε προήλθε μέγας κυκεών, επαυξηθείς διά των ραδιουργιών των αντιπρέσβεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας ών έκαστος επεζήτει να τρέψη τα της Ελλάδος προς εαυτόν. Ο γέρων του Μωριά όμως, διαλυθείσης ήδη της Εθνοσυνελεύσεως, ανεκτήσατο το κράτος αυτού εν Πελοποννήσω. Συνεκάλεσε λοιπόν τους οπαδούς αυτού εις Αχλαδόκαμπον και είτα τους Ρουμελιώτας εις Τζιβέρι, ένθα απεφάσισαν ότι έπρεπε να εξέλθη της Πελοποννήσου ο πολλάς καταχρήσεις εν αυτή ποιήσας Θεόδωρος Γρίβας, όστις και απήλθεν εις την δυτικήν Ελλάδα, εν ή ο αδελφός αυτού Γαρδικιώτης είχε κυριεύσει το Μεσολόγγιον. Η απόφασις αύτη ήτο αναγκαία· διότι οι διάφοροι λησταί και λωποδύται και λιποτάκται στρατιώται, ών πολλοί ήσαν Ρουμελιώται, πολλάς καταχρήσεις διέπραττον εν Πελοποννήσω. Ούτοι, κατ' εκθέσεις των χρόνων εκείνων, «ελεηλάτησαν πόλεις και χωρία, απλώς δ' ειπείν, η χώρα ολόκληρος υπήρξεν έρμαιον τοιαύτης φοβεράς αναρχίας και παραλυσίας των αρχών, ώστε επί 20 όλας ημέρας ουδεμία απολύτως υπήρχε κυβέρνησις. Εκτός του Ναυπλίου, όπερ χάρις εις τας λόγχας των Γάλλων υπήκουε προς τους τρεις αντιπρέσβεις, πάσα η λοιπή χώρα ήτο παραδεδομένη εις την διάκρισιν του Κολοκοτρώνη και των λοιπών συμμοριαρχών, οίτινες, συμφώνως προς την εν Τζιβέρι συνομολογηθείσαν ανακωχήν, προσεπάθουν να εκμυζήσωσι, κατά γράμμα, την χώραν προς όφελος των ιδίων στρατιωτών και ίδιον εαυτών πλουτισμόν διαρκούσης της μεσοβασιλείας εκείνης και μέχρι της αφίξεως της βαυαρικής αντιβασιλείας».
«Ύστερον δε ο Κολοκοτρώνης, διαλυθείσης της Γερουσίας, ελθών εις Ναύπλιον επί της φρεγάτας του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορδ συνδιελέχθη μετά των Ρουμελιωτών οπλιταρχών Φωτομάρα, Μπότσαρη, Κριεζώτη και αυτού του εχθρού αυτού Θεοδώρου Γρίβα περί ιδρύσεως κυβερνήσεως και της ανασυστάσεως πάλιν της διαλυθείσης Γερουσίας.
Εκ της συνεννοήσεως ταύτης του Κολοκοτρώνη, προέκυψεν η ανίδρυσις αύθις της Γερουσίας· υπό δε ταύτης επεκυρώθη η τριμελής επιτροπεία συνισταμένη εκ του Κωλέττη, Ζαΐμη και Μεταξά, ήτις έμελλε να κυβερνά μέχρι της καθόδου του βασιλέως τηρούσα τα αυτά δικαιώματα, άπερ είχε και η επταμελής επιτροπεία. Αλλ' οι οπαδοί του Κωλέττη βλέποντες ότι εν τη τριμελεί επιτροπεία ο προϊστάμενος αυτών, ο Κωλέττης, έμελλε να είναι πάντη ανίσχυρος ως μειονοψηφών, ανεκήρυξαν τον συμβιβασμόν τούτον και την ανασύστασιν και τας πράξεις της Γερουσίας ως παρανόμους. Γάλλοι δε στρατιώται οπαδοί των συνταγματικών απέσπασαν (18 Οκτωβρίου 1832) την προκήρυξιν της Γερουσίας, δι' ής ερρυθμίζοντο τα της τριμελούς επιτροπείας, άπερ απεδοκίμαζον, τους δε αντιστάντας τακτικούς στρατιώτας απέκρουσαν και επέτυχον διά των αντιπρέσβεων να εκβάλωσιν αυτούς του φρουρίου. Η γαλλική λοιπόν φατρία υπερίσχυσε και εκ παντός τρόπου, απεδοκίμαζε τας πράξεις της Γερουσίας. Τω γαλλικώ κόμματι συνέπραττε, συμφέροντος ιδίου ένεκεν, και η τριανδρία, ήτις κατέλυσε (8 Οκτωβρίου) πάντα τα ελληνικά δικαστήρια. Τέλος δε και αυτός ο πρόεδρος της Γερουσίας Τσαμαδός συνελήφθη (19 Οκτωβρίου) υπό του Γάλλου διοικητού.
Οι Ρωσόφρονες προς καταπολέμησιν των συνταγματικών προσείλκυσαν την Γερουσίαν, ής τα μέλη είχον διαφθαρή διά χρημάτων Ρωσικών, ίνα εκλέξωσι κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ρίκορδ, προς τούτο δε ουδέν ήτο το κωλύον· διότι «η εν Ναυπλίω Εθνοσυνέλευσις είχεν απονείμει τω Ρώσω ναυάρχω τα δικαιώματα του πολίτου Έλληνος, ένεκεν των προς την Ελλάδα αγώνων αυτού και του υπέρ της ευδαιμονίας αυτής φιλογενούς αυτού ζήλου»·
Αλλ' όπως τούτο γένηται, κατεβλήθησαν πολλά χρήματα υπό του γενικού της Ρωσίας προξένου Βλασσοπούλου, όπως οι Γερουσιασταί, ίνα ώσιν ασφαλείς και αι πράξεις αυτών έγκυροι, απέλθωσιν εις Άστρος διά της μεγάλης λέμβου της φρεγάτας «Πριγκηπίσσης Λουίζας». Οι γερουσιασταί έλαβον μεθ' εαυτών τα αρχεία, το πιεστήριον και την εφημερίδα αυτών τον «Ελλητικόν καθρέπτην», και εκεί εξέδωκαν (9 Νοεμβρίου), ως η μόνη, δήθεν νόμιμος εξουσία, διάταγμα, δι' ού ηκυρούντο πάνθ' όσα, ακόντων αυτών, εγένοντο υπό της εν Ναυπλίω κυβερνήσεως. Τη αυτή ημέρα παραπλεύσασα και η Ρωσική ναυαρχίς παρέλαβε τους Γερουσιαστάς Αινιάνα και Περούκαν, τον Καλλέργην και τον Κολοκοτρώνην, όπως συνδιασκέψωνται μετά του Ρίκορδ περί του τρόπου της ανακηρύξεως αυτού ως κυβερνήτου της Ελλάδος· Αλλ' επειδή όμως εκτός των δαπανηθέντων χρημάτων, ο Περούκας εζήτησεν έτι 200,000 φράγκων, ο Ρίκορδ ηρνήθη. Τότε η Γερουσία φοβηθείσα εξ Άστρους απέπλευσεν εις Σπέτσας· εδημοσίευσε δε πρότερον ο «Ελληνικός καθρέπτης», ότι η Γερουσία κατέλιπε το Ναύπλιον, αλλά τούτο έπραξεν ίνα ελευθέρως ενεργή τα υψηλά αυτής καθήκοντα. Πλην το μυστικόν εγνώσθη, οι δε ναύαρχοι συνέχαιρον τω Ρίκορδ επανελθόντι εις Ναύπλιον, επί τη εκλογή αυτού, ως κυβερνήτου της Ελλάδος· ο Ρώσος όμως αντιπρεσβευτής επέπληξεν αυτόν σφοδρώς επί τη πράξει· ούτος δε επέρριψε πάσαν την ευθύνην επί του κόμητος Πάλμα και Βούκοτιτς, ως δήθεν εν αγνοία αυτού διενεργησάντων τα περί υπόψηφιότητος αυτού ως κυβερνήτου. Αλλ' ει και απέτυχεν η υποψηφιότης του Ρίκορδ εν Άστρει, εν Σπέτσαις όμως επέτυχε, διορισθέντος υπό της φυγάδος Γερουσίας Κυβερνήτου της Ελλάδος. Και το μεν αξίωμα ούτε απεδέξατο, ούτε ενήσκησεν ο Ρίκορδ, το επίσημον όμως έγγραφον του διορισμού αυτού απέστειλεν ο φιλόδοξος ναύαρχος εις Πετρούπολιν.
Εντεύθεν όσω προσήγγιζεν η κάθοδος του βασιλέως Όθωνος, τόσω αγών μέγας κατεβάλλετο, όπως, πάση δυνάμει, έκαστος των δυναμένων ληστεύη τό τε δημόσιον και ιδιώτας, σκεπτόμενος ότι, μετά την κάθοδον του βασιλέως, έμελλε πλέον να ισχύση ο νόμος· εξ άλλου δε μέρους και οι σκιάν αρχής έχοντες συνεκράτουν αυτήν, ίνα παραστώσι κατόπιν προς τον βασιλέα ως περιβεβλημένοι αρχήν του Κράτους. Επειδή δε οι στρατιωτικοί ήσαν οι έχοντες τα ισχυρότερα όπλα ως μάλλον ησκημένοι των χωρικών περί το λαφυραγωγείν, αυτοί μάλιστα διέπρεψαν επί τούτω.
Ο Κολοκοτρώνης εφαίνετο, κατ' αρχάς, ότι υπερήσπιζε τους παλαιούς δημοτικούς θεσμούς των δημογεροντιών των επί τε της τουρκοκρατίας και επί Καποδιστρίου, ισχυσασών, αίτινες εν χαλεποίς χρόνοις διέσωζον την κατά τόπους εξουσίαν και ευταξίαν. Τας δημογεροντίας δε ταύτας προβαλλόμενος ως ασπίδα ο Κολοκοτρώνης την τε τάξιν, όσον το δυνατόν, συνεκράτει και φόρους όμως εισέπραττε, παρά την θέλησιν της εν Ναυπλίω κυβερνήσεως, και παρά πάντα νόμον· ούτω δε ο άλλως ευεργέτης του έθνους, στρατάρχης ούτος καθίστατο αίτιος πάσης αυταρχίας και παρανομίας. Τας πράξεις δε ταύτας του Κολοκοτρώνη εμιμήθη και ο Κριεζώτης, εν τη βορείω Πελοποννήσω· αυτός δε ου μόνον εισέπραττε φόρους, αλλά και εδίκαζε και κατεδίκαζε και προυβίβαζεν αξιωματικούς εν τω στρατώ και ίδρυεν αρχάς και ετιμώρει και ήρχε, τρόπον τινά, ως ηγεμονίσκος ανεξάρτητος. Εις τοσούτον δ' αυταρχίας προέβησαν οι στρατιωτικοί, ώστε ήθελον μόνον αυτοί να φαίνωνται παρά τω λαώ ως άρχοντες και νομοθέται, ως ανώτατοι δημόσιοι λειτουργοί του Κράτους και στρατιωτικοί ανεξέλεγκτοι, έχοντες απεριόριστον εξουσίαν. Πάντα δ' αντίπαλον αυτών πολιτικόν τε και στρατιωτικόν εθεώρουν ως εχθρόν της πατρίδος και παντί τρόπω κατερραδιούργουν αυτούς. Ούτω δε, παν ό,τι οι Γάλλοι εν Μεσσηνία εποίουν υπέρ της συγκοινωνίας, τούτο κατέστρεφον οι ημέτεροι στρατιωτικοί διαδιδόντες παντοία άλλα ψεύδη και ότι οι Γάλλοι παρέμενον εν Ελλάδι επί σκοπώ δήθεν να καταλάβωσιν αυτήν. Εντεύθεν δ' εν Νησίω, Καλάμαις, Κορώνη και αλλαχού αενάως ήριζον οι ημέτεροι στρατιώται προς τους Γάλλους και οσημέραι εξήπτετο το μίσος μεταξύ αυτών και των φιλελλήνων εκείνων. Επειδή δε οι ημέτεροι ήθελον να παραστώσιν ισχυροί και άρχοντες, κατά την κάθοδον του βασιλέως, πανταχού συνενοούντο ίνα ομοφώνως ενεργώσιν ό,τι προς τούτο απέβλεπε· συνενοείτο δ' αυτοίς και ο πολλών τοις Έλλησι κακών αίτιος γενόμενος Ρίκορδ. Εντεύθεν δ' εξηγούνται και αι θερμαί εκείναι ενέργειαι του Κολοκοτρώνη, του Ρίκορδ, του Τσώκρη, των γερουσιαστών και εν γένει των οπαδών του Καποδιστριακού κόμματος. Εντεύθεν εξηγείται, προς τούτοις, και το οσημέραι αυξανόμενον μίσος τούτων προς τε τους Γάλλους και τους συνταγματικούς, όπερ επετείνετο, ημέρα τη ημέρα, εφ' όσον προσήγγιζεν η κάθοδος του βασιλέως, πανταχού όπου υπήρχον αντισυνταγματικοί. Ως κέντρον δε συναθροίσεως των αντισυνταγματικών ωρίσθη το Άργος, εξ ού, κατά την απόβασιν του βασιλέως, έμελλον να πορευθώσιν εις Ναύπλιον προς υποδοχήν αυτού επιδεικνύμενοι ως οι μόνοι κραταιοί, προς ούς ο βασιλεύς ώφειλε να στραφή και ερεισθή επί τη αυτών δυνάμει. Ταύτα κατανοούντες οι συνταγματικοί (104), ητοιμάζοντο προς απόκρουσιν των αντισυνταγματικών.
Εν ώ λοιπόν έσπευδον πανταχόθεν εις Άργος οι αντισυνταγματικοί, έσπευδον και οι συνταγματικοί. Η πόλις του Άργους ήτο πεπληρωμένη στρατιωτών του Τσώκρη, του Κριεζώτη και ανεμένοντο, από ημέρας εις ημέραν, και εκ των οπαδών του Κολοκοτρώνη και του Νικήτα, ότε η τριανδρία: Κωλέττης, Ζαΐμης και Μεταξάς, γινώσκοντες τον σκοπόν της συναθροίσεως προσεκάλεσαν διά των αντιπρέσβεων τον στρατηγόν Κορβέ, όπως τάχιστα εξαποστείλη στρατόν εις Ναύπλιον. Ο στρατηγός Γκεενέκ μαθών τούτο παρά του Κορβέ έπεμψεν εκ Κορώνης αμέσως υπό τον ταγματάρχην Νωδ τέσσαρας λόχους εκ του 21ου συντάγματος του ελαφρού Πεζικού μετά δύο ορεινών πυροβόλων, οίτινες κατέλυσαν εν τω στρατώνι του ιππικού. Εις Άργος έμελλον ούτοι ναμείνωσι τέσσαρας έτι λόχους μετά πυροβολικού υπό τον συνταγματάρχην Στόφφελ. Ότε το Γαλλικόν τούτο σώμα οδεύον εις Αργός, αφίκετο τη 2 Ιανουαρίου 1833 εις Τρίπολιν ο Κολοκοτρώνης εφάνη φίλα φρονών αυτώ· αλλά πράγματι όμως, εάν δεν απετρέπετο υπό του Χατσηχρήστου, εσκόπει να προσβάλη αυτούς αίφνης, όπερ οι Γάλλοι διέγνωσαν εκ του αγρίου τρόπου των Ελλήνων στρατιωτών προς αυτούς.
Τούτου ένεκα οι Γάλλοι ερχόμενοι εκ Τριπόλεως προς το Άργος εβάδιζον λίαν προφυλακτικοί. Φθάσαντες δ' αυτόσε (3 Ιανουαρίου) εύρον μεν τους Έλληνας εχθρικώς διακειμένους, αλλ' ουδέποτε επίστευον, ότι θα συνεπλέκοντο άνευ σπουδαίας ανάγκης. Τούτου ένεκα οι Γάλλοι στρατιώται περιήρχοντο αφρόντιδες και άοπλοι. Αλλ' όμως ημέραν τινα, 13 Ιανουαρίου 1833, ότε υπασπιστής τις μετέβη εις Ναύπλιον ως αγγελιοφόρος, τινές δε στρατιώται περιήρχοντο ανά την πόλιν αγοράζοντες ζωοτροφίας, διά τον στρατόν, Έλληνες στρατιώται ένοπλοι επέπεσον λιθοβολούντες και πυροβολούντες εν χλεύη κατ' αυτών, ών καί τινας εφόνευσαν. Ούτω δε οι Γάλλοι καταδιωκόμενοι κατέφυγον εις τα καταλύματα αυτών, ένθα εύρον ένα σχεδόν λόχον έτοιμον εις μάχην, όν είχεν ετοιμάση εν τω μεταξύ ο διοικητής Νωδ μαθών την κατά την πόλιν, επίθεσιν. Μετ' ού πολύ εφάνησαν και Έλληνες στρατιώται, αθρόοι επιτιθέμενοι κατά του στρατώνος των Γάλλων και διαρκώς άλλοι προσερχόμενοι πυροβολούντες και απειλούντες. Τότε εξώρμησαν οι Γάλλοι εκ του στρατώνος, εξεδίωξαν εν ακαρεί τους Έλληνας εκ των πέριξ αυτού, κατέλαβον τας πέριξ οικίας, εφόνευσαν πολλούς και τους άλλους διά της λόγχης, έτρεψαν εις φυγήν. Υπό πανικού καταληφθέντες οι Έλληνες διεσπάρησαν ανά τους οδούς της πόλεως ζητούντες σωτηρίαν· αλλά τέσσαρες λόχοι Γάλλων καταδιώκοντες εξέβαλον αυτούς και εξ αυτής της πόλεως πλην των κρυβέντων εν ταις οικίαις, εν οίς και ο Τσώκρης, όστις μόλις εν αχυρώνι εσώθη εκ της λόγχης των Γάλλων. Ούτω δ' εντός τριών ή τεσσάρων ωρών διεσκορπίσθησαν οι Έλληνες οπλίται εις τα εκτός της πόλεως· ουδ' εκεί όμως επί της πεδιάδος και των λόφων ευρίσκοντες ασφάλειαν ετράπησαν εις άτακτον φυγήν. Ουδέποτε Έλληνες οπλίται κατησχύνθησαν τοσούτον, όσον κατά την συμπλοκήν ταύτην, ής αιτία εγένοντο αυτοί ούτοι προσβαλόντες αδίκως και ανάνδρως και φονεύσαντες, κατ' αρχάς, εκ παρασκευής, ένοπλοι αυτοί αόπλους. Έπεσον δ' εκ μεν των Ελλήνων περί τους 160, επληγώθησαν πολλοί και συνηλήφθησαν αιχμάλωτοι άλλοι τε και ο έτερος αρχηγός, ο ατιμίαν τοις Έλλησι περιάψας και αχαρίστους καταστήσας ένεκα της πράξεως ταύτης Κριεζώτης. Και τούτου όμως μεγαθύμως φερόμενος ο διοικητής Νωδ, εφείσθη, παρά την κοινήν απαίτησιν των Γάλλων στρατιωτών, εκ δε των άλλων αιχμαλώτων διέταξε να τουφεκίσωσι δύο. Εκ δε των Γάλλων, εφονεύθησαν μόνον 18 καί τινες ετραυματίσθησαν. Η πράξις αύτη εσωφρόνισε μεν τους αντισυνταγματικούς και τους κακοποιούς, εν γένει, στρατιωτικούς, εχαροποίησε δε, υπό κομματικήν έποψιν, τους συνταγματικούς και πρώτιστα τους οπαδούς της τριανδρίας, ήτις διά προκηρύξεως απεδοκίμασε την κακήν εκείνην πράξιν του εν Άργει στρατιωτικού συρφετού προσβαλόντος στρατόν ευεργέτιδος δυνάμεως. Επί τούτω δε ωμολόγησαν πολλάς χάριτας η τε Ελληνική Κυβέρνησις και οι δημογέροντες Ναυπλίου τω στρατηγώ Γκεενέκ. Η δ' εν Άργει αύτη άδοξος χύσις ελληνικού αίματος ήτο η τελευταία σκηνή του βδελυρού δράματος της απαισίου αναρχίας, ήτις εμάστισε το πολυπαθές ελληνικόν έθνος, από του θανάτου του Καποδιστρίου μέχρι της καθόδου του βασιλέως Όθωνος (105).
ΤΕΛΟΣ
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ. Εν τη ιστορία του Καποδιστρίου, προς ταις κατωτέρω αναφερομέναις πηγαίς εχρησάμεθα και επισήμοις της εποχής εκείνης εγγράφοις πολλών επιφανών οικογενειών· τελευταίον δε ενετύχομεν και εγγράφοις της ο ι κ ο γ ε ν ε ί α ς Ρ ά δ ο υ, αλλ' επειδή η έκδοσις είχε προχωρήσει, δεν ηδυνήθημεν, μετά λύπης, να επωφεληθώμεν αυτών.
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Άφιξις Κυβερνήτου εις Ναύπλιον — Ελεεινή του Ναυπλίου ιδίως και εν γένει της Ελλάδος κατάστασις. Εισβολή Στερεοελλαδιτών εις Πελοπόννησον. — Απαιτήσεις του Θ. Γρίβα και φόβος των Ναυπλιέων. — Έγκαιρος άφιξις Καποδιστρίου προς πρόληψιν των εμφυλίων σπαραγμών. — Ανακούφισις Ναυπλιέων επί τη αφίξει του Κυβερνήτου — Αποβίβασις Καποδιστρίου εις Ναύπλιον. — Χαρά του λαού. — Επίσκεψις των κατεχόντων τα φρούρια Ναυπλίου Γρίβα και Στράτου και των άλλων προυχόντων. — Συμφιλίωσις αυτών. Επιστολαί Καποδιστρίου προς τε τον Γρίβαν, τον Στράτον και τον Κωλέττην. — Αναχώρησις Καποδιστρίου διά την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν. — Η εν Αιγίνη υποδοχή του Κυβερνήτου. — Πανηγυρικός λόγος Θ ε ο φ ί λ ο υ Κ α ΐ ρ η. — Υποδοχή των Γραμματέων. Σελ. 120-151
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Πρώται κυβερνητικαί πράξεις του Καποδιστρίου: — Ύδρυσις του Πανελληνίου. — Δημιουργία του Γραμματέως της Επικρατείας. — Διορισμός των μελών του Πανελληνίου. — Υπουργικόν Συμβούλιον — Όρκος Κυβερνήτου. — Μέτρα κατά της πειρατείας της τε Γραμβούσης και των βορείων Σποράδων. — Εξάλειψις της πειρατείας διά του ναυάρχου Α. Μιαούλη. — Πρόσκλησις των αδελφών του Κυβερνήτου Βιάρου και Αυγουστίνου Καποδιστρίου — Ιωάννης Γεννατάς. — Οικονομικά νομοθετήματα του Κυβερνήτου. — Αποστολή βοηθημάτων Ρωσίας και Γαλλίας. — Γενική Γραμματεία. — Ίδρυσις Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης. — Φορολογικά. — Νομισματικά. Σελ 152-168
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός. — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις — Έκτακτοι επίτροποι — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατοδικείων. — Σχολή των Ευελπίδων — Ναυτικά. Γεωργικά — Δημόσια καταστήματα — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά. Σελ. 168-236.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως — Εκλογαί πληρεξουσίων. — Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. — Ανανέωσις του Πανελληνίου. — Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829. — Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως.— Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα πρακτικά και τα ψηφίσματα — Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι αποφάσεις αυτής — Η 6η Αυγούστου 1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως. Σελ. 236-275.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'
Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος» — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μαλβούρ-χάους. Σελ. 275-315.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων. — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. — Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου. Σελ. 315-334.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'
Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τη παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ύδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις. — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων. Σελ. 334-372
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'
Η Αντιπολίτευσις οσημέραι καθίσταται σφοδροτέρα. — Ανταρσία εν Μάνη. — Ο Τσάμης Καρατάσος και η εν Στερεά ανταρσία. — Οι συλληφθέντες παρεπέμφθησαν εις το Στρατοδικείον. — Αφορμαί της ανταρσίας εν Ύδρα. — Αι εφημερίδες «Απόλλων» και «Ηώς». — Ο ποιητής Αλέξανδρος Σούτσος και αι κατά του Καποδιστρίου σάτυραι. — Αφορμαί της εν Μάνη ανταρσίας κατά του Κυβερνήτου. — Οποία τις ήτο η Μάνη προ του 1821. — Η οικογένεια Μαυρομιχαλαίων. — Αι περί Μάνης αξιώσεις αυτών. — Και πάλιν αι εφημερίδες της αντιπολιτεύσεως. — Αι αποζημιώσεις των τριών ναυτικών νήσων. — Οικονομικά μέτρα του Καποδιστρίου. — Τα περί συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Σελ. 372-404
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'
Τα εν Πόρω. — Η ανατίναξις της φρεγάτας «Ελλάδος» και της κορβέττας «Ύδρας. — Η λεηλασία του Πόρου. — Τα μετά τα εν Πόρω. — Αναβολή της Εθνοσυνελεύσεως. — Η αντιπολίτευσις μαίνεται. — Μελετάται η του Καποδιστρίου δολοφονία. — Σύλληψις του Πετρόμπεη υπό του ναυάρχου Κανάρη και φυλάκισις αυτού εν τω Ιτς-Καλέ. — Αποτυχία της συνεντεύξεως Πετρόμπεη προς τον Κυβερνήτην. — Διάλογος Πετρόμπεη Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών. — Απόφασις της δολοφονίας. — Η δολοφονία. — Φόνος του δολοφόνου Κωνσταντίνου. — Καταφυγή του Γεωργίου Μαυρομιχάλη εις το μέγαρον της Γαλλικής πρεσβείας. — Παράδοσις αυτού. — Καταδίκη εις θάνατον. — Η Γερουσία εκλέγει τριμελή επιτροπήν εκ των Αυγουστίνου Καποδιστρίου, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη και Ιωάννου Κωλέττη. — Τα μετά την δολοφονίαν. — Κρίσεις. Σελ 404-464.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Τα μετά την δολοφονίαν. — Ενέργειαι των αντιπρέσβεων περί της τηρήσεως της ησυχίας. — Άφιξις εκ Τριπόλεως του Κολοκοτρώνη. — Άφιξις των αντιπροσώπων της εν Ύδρα αντιπολιτεύσεως αιτουμένης αμνηστίαν. — Απόρριψις των προτάσεων των αντιπολιτευομένων υπό της τριανδρίας — Ο Γάλλος και εν μέρει ο Άγγλος αντιπρέσβυς υποστηρίζουσι τους εν Ύδρα. — Παύσις του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ. — Αποστολή πλοίων προς υποταγήν των αντιπολιτευομένων νησιωτών. — Επιστολή μετριόφρων του Ζαΐμη προς τον Κολοκοτρώνην περί συνενώσεως του έθνους. — Αποτυχία της αποστολής. — Αμοιβαίαι συκοφαντίαι Καποδιστριακών και αντιπολιτευομένων. — Οι πληρεξούσιοι. — Έναρξις της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως συνεχιζούσης την προηγουμένην. — Παραίτησις Αυγουστίνου και Κολοκοτρώνη. — Ο Κωλέττης αρνείται να παραιτηθή. — Συνέλευσις αντιπολιτευομένων. — Ταραχαί εν Άργει. — Φυγή των περί τον Κωλέττην εις Στερεάν Ελλάδα. — Κυβέρνησις της Περαχώρας. — Προκήρυξις Κωλέττη προς τους Έλληνας καλούντος αυτούς κατά των Καποδιστριακών. — Απειλή εισβολής εις Πελοπόννησον. — Ο Κολοκοτρώνης ετοιμάζει στρατόν κατ' αυτών. — Ματαίωσις της μεσιτείας προς συνδιαλλαγήν. — Εισβολή των Ρουμελιωτών εις Πελοπόννησον. — Κατάληψις Άργους και Ναυπλίου. — Τέλος της εν Ελλάδι διοικήσεως της οικογενείας Καποδιστρίου. Σελ.464-528.
ΕΙΚΟΝΕΣ
Κέρκυρα Σελ. 8 Το φρούριον της Κερκύρας » 9 Ιωάννης Α. Καποδίστριας » 16 Η οδός Νικηφόρου εν Κερκύρα » 17 Αλέξανδρος ο Α'. » 25 Το Συνέδριον της Βιέννης του 1814 » 33 Μέττερνιχ » 41 Ναπολέων ο Α' » 49 Λουδοβίκος ο ΙΗ' » 57 Ταλλεϋράν » 65 Φρειδερίκος Γουλιέλμος της Πρωσσίας. » 73 Φραγκίσκος Β' της Αυστρίας » 81 Βαρόνος Στάιν » 89 Αλή Πασάς » 97 Η ναυμαχία του Ναυαρίνου » 113 Το Ναύπλιον » 129 Το παλάτιον του Κυβερνήτου εν Ναυπλίω.» 137 Α. Κοντόσταυλος » 145 Νομίσματα κοπέντα επί Καποδιστρίου » 153 I. Γ. Εϋνάρδος » 161 Ιβραχήμ Πασάς » 169 Γεώργιος Κάνιγγ » 177 Ιουλία Κρύδενερ » 185 Η Πρόνοια » 193 Το Παλαμήδι » 201 Κανάρης » 209 Μαυροκορδάτος » 217 Κόδριγκτον » 225 Δερινύ » 225 Άιδεν » 225 Κολοκοτρώνης » 241 Μιαούλης » 249 Κωλέττης » 257 Λεοπόλδος » 265 Κανέλλος Δεληγιάννης » 273 Άστιγξ » 281 Σισσίνης » 289 Ανδρέας Μεταξάς » 297 Σπυρίδων Τρικούπης » 305 Πετρόμπεης » 313 Ιωάννης Ράγκος » 321 Ε. Τομπάζης » 329 Νικόλαος Κριεζώτης » 337 Μνημείον των Γάλλων εν Ναυαρίνω » 345 Σαλαμίς » 353 Γ. Τομπάζης » 361 Κόρινθος και πέραν αυτής ο Παρνασσός » 369 Π. Μπότασης » 377 Σαχτούρης » 385 Ν. Πετμεζάς » 401 Ανδρέας Ζαΐμης » 409 Δ. Πλαπούτας » 417 Κοραής » 425 Β. Μπουντούρης » 433 Δ. Υψηλάντης » 449 Το μνημείον του Δ. Υψηλάντου εν Ναυπλίω » 465 Η πλατεία Γεωργίου εν Κερκύρα » 481 Ο εν Κερκύρα ανδριάς του Κυβερνήτου Καποδιστρίου » 497
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ
Κ. Μ e n d e l s o n Β a r t h o l d y, Graf Johann Kapodistrias, Berlin 1864.
Του αυτού: Gechichte Griechelands, Leipzig 1870-72. (Μετεφράσθη και παρ' ημίν ο μεν Α' τόμος υπό του Μ. I. Παπαρρηγοπούλου, Αθήναι 1872, αμφότεροι δε υπό Αγγέλου Βλάχου, Αθήναι 1873).
Ν. Δραγούμη, Ιστορικαί Αναμνήσεις, Αθήναι 1878, τόμ. Α'.
W. F. S c h m e i d l e r, Geschichte des Königsreichs Griechenlands, Heidelberg 1877.
Γενναίου Κολοκοτρώνη, Διάφορα Έγγραφα και Επιστολαί εκ της εκλογής του υποστρατήγου Γ. Κολοκοτρώνη αφορώντα τας κατά το 1832 μετά τον θάνατον του Κυβερνήτου I. Καποδίστρια συμβάσας κατά την Ελλάδα ανωμαλίας και αναρχίας, Αθήναι 1855.
E. A. B e t a n t, Correspondance du Conte J. Capodistrias president de la Grèce, Geneve 1839, τόμ. 4. (Μετεφράσθησαν και ελληνιστί και εξεδόθησαν εν Αθήναις υπό Μιχαήλ Γ. Σχινά τω 1841 εν τέσσαρσι τόμοις).
Παναγιώτου Καλεβρά, Πολιτικός βίος του αοιδίμου Ιωάννου Καποδίστρια κυβερνήτου της Ελλάδος, Αθήναι 1873.
Μηνά Μηνωίδου, Έλεγχος προδοτών· ή λόγος πραγματικός προς τους Έλληνας περί του φόνoυ του Κυβερνήτου, Ρaris 1831.
R e n s i g n e m e n t s sur la Grèce et sur l 'administration du Comte Capodistrias, par un Grec, Paris 1831
L e C o m t e J. C a p o d i s t r i a s president de la Grèce jugé par lui même, Paris 1842.
Μάρκου Θεοτόκη, ο Ιωάννης Καποδίστριας εν Κεφαλληνία κτλ. Κέρκυρα 1889.
Α. Ρ. Ραγκαβή, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1894, τόμ. Α'.
Ιωάννου Μαθαρίκου, Θρηνωδία του Κυβερνήτου της Ελλάδος I. Α. Καποδιστρίου, Αθήναι 1857.
Οι εκφωνηθέντες λόγοι κατά τα αποκαλυπτήρια του ανδριάντος του αειμνήστου Κυβερνήτου της Ελλάδος I. Καποδίστρια, Κέρκυρα 1887.
Ιωάννου Σάββα Αννίνου, Προς τους αξιοτίμους κ. κ. συνδαιτημόνας της 12 Απριλίου 1887 ημέρας των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος του Καποδιστρίου, Κεφαλληνία 1887.
Α. Γούδα, Παράλληλοι Βίοι, τόμ. Ζ', Αθήναι 1875, σελ. 1-48.
H. T h i e r s c h, Griechenlands Schicksale von Anfang des Befreiungsskriege bis auf die Gegenwärtige Krisis, Frankfurt, 1863.
G. G e r w i n u s, Das Schicksal Griechenlands in den Händen der Diplomatie, Leipsig 1862, τόμ. VI, σελ. 279 — 580.
G. F. H e r z b e r g, Geschichte Griechenlands im 19 Jahrhundert (87 τόμος της Εγκυκλοπαιδείας Ersch-Gruber σελ. 108- 236.
P r o k e s c h - O s t e n, Geschichte des Abfalls der Griechen u. s. w. Wien 1862.
Γ. Κρέμος, Νεωτάτη Γενική Ιστορία, Αθήναι 1890, τόμ. Δ', Μέρος Β'.
D e t r i o A r l i o t t i, La Vita di G. A. Capodistrias, Corfù 1859.
M. C a p e f i g u e, Les Ηommes d' Etat de l' Europe, Ρaris 1843.
F r a n ç o i s L e n o r m a n t, La question Ionienne devant l' Europe Paris 1859.
A n d r é P a p a d o p o u l o - V r e t o s, Memoires Biographiques — Historiques, Paris 1837-1838, τόμ. 2.
R e v u e E n c y c l o p é d i q u e d e P a r i s 1819, τόμ. Γ', σελ. 373.
Ι. Φιλήμονος. Δοκίμιον ιστορικόν Φιλικής Εταιρίας εν Ναυπλίω 1834.
N o u v e l l e M i n e r v e, Τόμ. II (σελ. 480).
S i t u a t i o n politique de la Grèce, Athénes 1837.
Σ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμ. Δ'.
Ιωάννου Ζαμπελίου, Ιωάννης Καποδίστριας τραγωδία εις πράξεις πέντε, Ζάκυνθος 1860, Τόμ. Α'. σελ. 369-436.
J. v o n B e r n h a r d i, Geschichte Russlands und der Europäischen Politik in den Jahren 1814-1831, Leipzig 1863.
Λόγοι, εκφωνηθέντες μετά την υπέρ της μνήμης του αοιδίμου Ιωάννου Καποδιστρίου τελεσθείσαν ιερουργίαν. Κέρκυρα 1861.
G. Finlay, History of the Greek revolution, London 1861.
«Πατρίς», εφημερίς εν Κερκύρα του 1849.
G. Regaldi, Cenni Storici, il Conte Giovanni Capodistria, Torino 1862.
Στεφάνου Θ. Ξένου, Ο Ιωάννης Καποδίστριας εν τη «Ποικίλη Στοά» του 1886 σελ. 377-446.
Π. Χαλκιοπούλου, Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος, εν τω αυτώ Ημερολογίω του 1885 σελ. 434-469.
Αθ. Γ. Δουρούτη, Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος εν Αγκώνι τω 1827 εν «Αττικώ Ημερολογίω» του 1887 σελ. 411-422.
Φρ. Αλβάνα, Ιωάννου Καποδιστρίου Βιογραφικόν ιχνογράφημα εν τω αυτώ Ημερολογίω του 1888 σελ. 273-287.
Όθωνος Πυλαρινού, άρθρον εν τω Εγκυκλοπαιδικώ Λεξικώ Μπαρτ και Χιρστ εν λέξει.
S. Bulgari Notice sur le compte Jean Capodistrias president de la Grèce, Paris 1832.
Α. Σούτσου, Ο εξόριστος του 1831, Αθήναι 1835.
Π. Χιώτου, Ιστορία της Επτανήσου εν Κερκύρα 1863.
Γ. Μαυρογιάννη, Ιστορία της Επτανήσου, Αθήναι 1892, Τόμος Β'.
P o r t f o l i o p a p e r relative to the affair of Greece London 1828-32, τόμ. 2.
L e s u r, Annuaire Historique 1821-31.
D e t a i l s de la Correspondence de M. Dutröne avec le President de la Grèce, Paris 1831.
M e t t e r n i c h, Memoires, documents et écrits divers, τόμ. 1-5.
Lettres et documents sur les derniers évenements de la Grèce qui ont precedé la mort du Comte Capodistrias, Paris 1831.
G é n é r a l F a b r i e r. Correspondence et papiers inédits.
N. M e t a x a s, Souvenirs de la guerre de l' independance, Paris 1888.
M. D e b i d o u r, Άρθρον εν τη Grande Encyclopédie, εν λέξει.
Απομνημονεύματα Ρώσου διπλωμάτου, του κόμητος I. Ριμποπιέρ εκ του ρωσικού υπό Κ. Α. Παλαιολόγου (Παρνασσός Τόμ. ΣΤ'. 1883 σελ. 686) και τόμ. Ε' σελ. 1016.
A. de G o b i n e a u, Le Compte Capodistrias εν τη Revue de deux mondes του 1841 (της 5 Απριλίου)
M a n g e a r t, Sοuvenirs de la Morée pendant le sejour des Français dans le Peloponnèse, Paris 1830.
L a g a r d, Lettres et Documents rélatifs à la Grèce.
H. P a r i s h, the diplomatic history of the Monarchy of Greece, London 1838.
Ιακώβου Ρώτα, Απάνθισμα επιστολών Αδαμαντίου Κοραή. Aθήναι 1839.
Λ. Σ. Βροκίνη, Σύντομος αφήγησις του βίου του Ιωάννου Καποδιστρίου, Κέρκυρα 1886.
Αλεξάνδρου Τόμπρου, Νύξεις περί του βίου Ιωάννου Καποδιστρίου Κυβερνήτου της Ελλάδος αφιερούμεναι εις τα αποκαλυπτήρια του aνδριάντος αυτού, Κέρκυρα 1886.
«Εστία», (1887) σελ. 225 και 265.
Α. Βαλαωρίτου Δοκίμιον περί πατριωτισμού προς τους κατοίκους των Ιονικών επτά νήσων. Έκδ. β'. εν Φιλαδελφία 1817.
A. d e S t o u r t z a, Notice Biographique sur le Comte J. Capodistrias president de la Grèce,εν τοις Προλεγομένοις των Επιστολών αυτού, Geneve 1839, τόμ. Α'. σελ. 1-119.
Ρ e l l i o n, La Grèce et les Capodistrias, Paris 1855.
D o r a d' I s t r i a, Excursions en Morèe et en Roumelie, Zurich 1863, τόμ. Β'.
Ζ i n k e i s e n, Geschichte der Griechischen Revolutions, τόμ. IV.
Διονυσίου Θερειανού, Αδαμάντιος Κοραής, Τεργέστη 1890, τόμ. Β' και Γ'.
ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
Ο εραστής μέσ' στο βαρέλι, κωμωδία· Κωνσταντινούπολις 1884, εις 8ον, σελ. 1-76 (πρωτότυπον).
Η τυφλή του Σορρέντου, μυθιστορία του Φραγκίσκου Μαστριάννη (εκ του Ιταλικού). Αθήναι, 1887, εις 8ον, σελ. 1-336.
Η τελευταία ημέρα του καταδίκου, μυθιστορία Βίκτωρος Ουγγώ· Αθήναι 1888, εις 8ον, σελ. 1-125.
Ο Καμπούρης των Παρισίων, μυθιστορία του Πωλ-δε-Κοκ· Αθήναι 1888, εις 8ον, σελ. 124.
Κιανών Πολιτεία, ήτοι ιστορία της Βιθυνιακής πόλεως Κίου Αθήναι 1892, εις 8ον, σελ. 1-74 (αρχαϊστί).
Ιστορία του Μεγάλου Ναπολέοντος, του Ρογήρου Παΰρ (μετάφρασις). Αθήναι 1892, εις 8ον, σελ. 1-752.
Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Αθήναι 1893, εις 8ον, σελ. η'.- 280 (πρωτότυπον).
Ιστορία του Όθωνος· Αθήναι 1893, α'. έκδοσις εις 8ον, σελ. δ'- 848, (πρωτότυπον).-1894 β'. έκδοσις.
Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, (πρωτότυπος) Αθήναι 1894 εις 8ον, Τόμ. 2, σελ. δ'-672.
Ιστορία του Κυβερνήτου της Ελλάδος I. Α. Καποδιστρίου (πρωτότυπος), Αθήναι 1894 εις 8ον, σελ. δ'-528.
Αβδηρίται αρχαϊκόν μυθιστόρημα του γερμανού Χ. Μ. Βείλανδ (μεταφρασθέν υπό το ψευδώνυμον Χρυσοσθένης Χρυσοσπάθης) Αθήναι 1893 εις 8ον, σελ.-135.
Η Κυρία με τας Καμελίας δράμα του Αλεξάνδρου Δουμά εις πράξεις πέντε Αθήναι 1893, εις 8ον, (μετάφρασις).
Ο Ρακοσυλλέκτης των Παρισίων, μυθιστορία λαϊκή του Φήλικος-Πια (μετάφρασις ανώνυμος) Αθήναι 1893 εις 8ον, σελ. 832.
Ελάσσονες δ' αυτού άλλαι συγγραφαί αι δε: Ιστορία του Βρυλλίου (Τριγλείας εν «Πλάτωνι» (έτος 1888, τόμ. Ι' σελ. 274-286), εν «Σωτήρι» (1889, τόμ. ΙΒ', σελ. 93 και εφεξής επί πολλά φυλλάδια) και εν «Εβδομάδι» (1890, φύλ. 23, σελ. 11). Ιστορία Δασκυλλείου εν «Πλάτωνι» ένθ' ανωτέρω, σελ. 156-171. Ιστορία της Βισβύκου νήσου (νυν Καλωνύμου) εν «Πλάτωνι» ένθ' ανωτέρω, σελ. 83-89 και 246-249. Επίσκοποί τινες Απαμείας (της Βιθυνίας) εν τω Δελτίω της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος (Τόμ. Γ'. Τεύχος 9ον (1890) σελ. 219-225). Επίσκοποί τινες Κίου εν «Νεολόγω» (Κων]πόλεως) της 19 Δεκεμβρίου του 1891. Περί του εν Κωνσταντινουπόλει Πορφυρού Κίονος εν «Πλάτωνι» σελ. 178-185 H μυθιστογραφία παρά τοις αρχαίοις Έλλησιν» εν «Αττικώ Ημερολογίω» του 1889, σελ. 124-142· και πολλαί φιλολογικαί, επιγραφικαί και κριτικαί μελέται εν τοις περιοδικοίς «Εβδομάδι» και «Θελξινόη» και εν ταις εφημερίσιν «Εφημερίδι», «Νέα Εφημερίδι» «Συλλόγω» και «Εθνική»
--------------
1) Πολλοί των βιογραφησάντων αυτόν έτος γεννήσεως του Καποδιστρίου ώρισαν το 1779, ένιοι δε το 1780, ως ο Κρέμος, ο Γούδας και ο Κούμας, αλλ' ο Μάρκος Θεοτόκης εν τω εν έτει 1889 εκδοθέντι έργω αυτού: Ο Ιωάννης Καποδίστριας εν Κεφαλληνία κτλ. σελ. 195 και άλλοι αποδέχεται το 1776, ώτινι και ημείς ηκολουθήσαμεν. Σημειωτέον δ' ότι ο H. Thiersch, Griechenlands Schicksale, Francfurt à] M. 1863 σελ. 49 λέγει ότι εγεννήθη τω 1772.
2) Κατά τα βιβλία βαπτίσεως του εν Κερκύρα ναού της «Αντιβουνιωτίσσης», ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας εβαπτίσθη τη 11 Φεβρουαρ. 1776. Σημειούσθω δ' ότι το όνομα Καποδίστρια ή Καβοδίστρια φέρουσι μέχρι σήμερον πολλαί εν Κερκύρα οικογένειαι πάσης τάξεως. Ο δε ιστοριογράφος της Κερκύρας [Α ν δ ρ έ α ς Μ α ρ μ ο ρ ά ς (Della Historia di Corfù σελ. 312) απαριθμών 112 κερκυραϊκάς οικογενείας συγκαταλέγει μεταξύ αυτών και την των Καβοδιστρίων (Cavodistria).
3) Η Ιστρία είναι επαρχία της Αυστρίας κειμένη προς τα ΝΑ αυτής, ήτις σχηματίζει μίαν των τριών περιφερειών του Κυβερνείου των Μεθορίων και αποτελείται εκ χερσονήσου κειμένης εν τω μυχώ της Αδριατικής θαλάσσης. Ο πληθυσμός αυτής ανέρχεται εις 240,000 ψυχών πλην δε του Πισίνου πρωτευούσης αυτής έχει και τας εξής σημαντικάς πόλεις: την Πόλαν, το Ροβίνον, την Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ν (Ιουστινούπολιν) και το Πίρανον. Κατά τας μαρτυρίας των αρχαίων συγγραφέων (Στράβων, 5,209. — Δίων Κάσσιος 54, 20. — Πτολεμαίος, 3, 1, 27, 28. — Παυσανίας 10, 32, 19. — Στέφανος Βυζάντιος ε ν λ έ ξ ε ι), φαίνεται ότι η Ιστρία κατωκήθη, ως και η γείτων αυτή Ιλλυρία, υπό Πελασγικού τινος φύλου, εξ εκείνων, άπερ κατώκησαν και εν τη κυρίως Ελλάδι.
4) Η πόλις Καποδίστρια πρότερον καλουμένη Α ί γ ι ς, κατά τον Μελέτιον, κατεστράφη, ανοικοδομηθείσα δε υπό του αυτοκράτορος Ιουστίνου απεκλήθη από του ονόματος αυτού Ιουστινούπολις : «Ιουστινούπολις, η οποία τανύν Καποδίστρια καλείται, την ονομασίαν λαβούσα από Ιουστίνου του αυτοκράτορος, όστις ανωκοδόμησε καλουμένην Αιγίδα». Ιδέ Μελετίου Γεωγραφίαν Τόμ. Β'. 137-138 έκδ. Βενετίας 1807. — Κατ' άλλους όμως Ιουστινιανούπολις καλείται (Παρβλ. Ν. Σπηλιάδην, Απομνημονεύματα κτλ. Τομ. γ', σελ. 477 και άλλους). Η Καποδίστρια είναι λίαν οχυρά πόλις, έχει δε και λιμένα ομώνυμον εν τω κόλπω της Τεργέστης. Είναι επισκοπή υπό την δικαιοδοσίαν του Ουδίνου και έχει ωραίαν μητρόπολιν, δημαρχείον και μεγάλας αλυκάς. Άλλοτε υπό τους Βενετούς υπαγομένη ην πρωτεύουσα της Ιστρίας (Capo d' Istria).
5) Τινές επί τη ευκαιρία των αποκαλυπτηρίων του εν Κερκύρα ανδριάντος του Καποδιστρίου (12 Απριλίου 1887) εκ των δημοσιογραφούντων εν Αθήναις (Βασίλειος Ζώτος ο Μολοσσός, εν τη «Νέα Εφημερίδι» της 10 Μαΐου 1887 και εφεξής, ο Θ. Μπόβος αυτόθι, της 12 Μαΐου και εντεύθεν και Αθ. Πετρίδης εν τη «Εφημερίδι» του αυτού μηνός), έγραψαν ότι ο κυβερνήτης κατήγετο εξ Αργυροκάστρου της Ηπείρου, αλλ' οι τοιούτοι, ως παρατηρεί ο κ. Φρ. Αλβάνας (Αττικόν Ημερολόγιον 1888 σελ. 273) φαίνεται, ότι ηπατήθησαν εκ τούδε: Οι Κερκυραίοι Γονέμη, εξ ών και η μήτηρ του Ιωάννου Καποδιστρίου Αδαμαντίνη, ένεκεν της προς τους Βενετούς υπηρεσίας αυτών έλαβον εις ανταμοιβήν μεγάλην έκτασιν γαιών μετ' επαύλεως και παροικίας σωζομένης μέχρι του 1798 εν τω Ηπειρωτικώ Εξαμιλίω, εν Βρύσει και εν Βουθρωτώ. Εκ τούτου λοιπόν υπέλαβον ότι ο Καποδίστριας ήτο ηπειρώτης εκ θηλυγονίας. Αλλ' ουδέν παράδοξον, αφ' ού και η Biographis Générale του Michaud εν λέξει λέγει, ότι ο πατήρ του κυβερνήτου ήτο κρεωπώλης!
6) Ο τίτλος ούτος ανεγνωρίσθη υπό της Βενετικής κυβερνήσεως ως αληθής (vera titola)· ιδέ Αρχείον της Γερουσίας Κερκύρας Decreti del Conti 1796. Εκείνο δ' όπερ ο καθηγητής Κάρολος Χοπφ εν τη Εγκυκλοπαιδεία του Ersch-Gruber, εν άρθρω Goth, ανέγραψεν ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας κατήγετο από των ομωνύμων τιμαριωτικών βαρώνων, φαίνεται, κατά τας εν Κερκύρα χειρογράφους σημειώσεις της γενεαλογίας του Καποδιστρίου και κατά τον Κάρολον Μένδελσον Βαρθόλδυν, όστις συνέγραψεν ιστορίαν του Καποδιστρίου: Graf Johann Kapodistrias, Berlin 1864 επί τη βάσει χειρογράφων πολλών, ουχί αληθές. Το Οικόσημον του γένους των Καποδιστρίων αποτελείται εξ αργυράς ασπίδος τεμνομένης διαγωνίως υπό ταινίας ερυθράς, εκ τριών χρυσών αστέρων και εκ σταυρού γεγραμμένου εν δεξιά προς τα άνω της ασπίδος. Ο σταυρός ούτος είναι των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ.
7) Παρά Κ. Ν. Σάθα, εν Νεοελληνική Φιλολογία, Αθήναι 1868 σελ. 343 αναφέρεται Ά γ γ ε λ ό ς τ ι ς Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ς ως μέλος της Κερκυραϊκής συγκλήτου (1681) εν σελίδι δε 419 και 421 αναφέρονται ως μαθητεύσαντες εν τω εν Παταβίω Γυμνασίω, ο Λ α υ ρ έ ν τ ι ο ς Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ς Κερκυραίος και ο Ι ε ρ ώ ν υ μ ο ς Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ς Κερκυραίος. Αναφέρονται δε προσέτι και ο Α ν τ ώ ν ι ο ς Κ α π ο δ ί σ τ ρ ι α ς προπάππος του Ιωάννου, όστις τω 1700 εστάλη εκτάκτως παρά της πόλεως Κερκύρας, ίνα συγχαρή τω Πελοποννησιακώ Μοροζίνη, επί ταις κατά των Τούρκων νίκαις αυτού.
8) Μήνας τινας μετά την συγκινητικήν διά πάντα Έλληνα τελετήν ταύτην κατέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν και το πρώτον εμπορικόν πλοίον φέρον την ιονικήν σημαίαν, όπερ προϋπήντησαν, κατά διαταγήν του Σουλτάν Σελίμ του Γ', ο πατριάρχης, ο μέγας διερμηνεύς, οι υπουργοί και ο αρχηγός των σωματοφυλάκων αυτού δωρησαμένου προς το νέον κρατίδιον και τον ετήσιον φόρον, λόγω της επικυριαρχίας, εξ 75,000 γροσίων.
9) Τα κατά την αποστολήν αυτού ταύτην ιδέ εν εκτάσει εν τω υπό Μάρκου Θεοτόκη εκδοθέντι εν Κερκύρα τω 1889 έργω, ένθ' ανωτέρω.
10) Ο λόγος ούτος εδημοσιεύθη εν Κερκύρα εκ του δημοσίου Τυπογραφείου τω 1883.
11) Περί αυτών ιδέ την ημετέραν Ιστορίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», Αθήναι 1894, τόμ. Β', σελ. 383-389.
12) Ιδέ την κατά μετάφρασιν ημών «Ιστορίαν του Μεγάλου Ναπολέοντος», Αθήναι 1893, σελ. 452-454.
13) Αρχαία Μονή των καθολικών Καπουτσίνων εν Κερκύρα μεταβληθείσα τότε εις Εκπαιδευτήριον.
14) Τον Καποδίστριαν ηκολούθουν και οι αξιωματικοί Τιμόθ Απέργης, Ούγγαρος κόμης Βούλγαρις, Βατάλιας και Ριζακάρης, ως καί τινες υπαξιωματικοί και στρατιώται. Γραμματεύς αυτού είχε διορισθή ο Παύλος Πεδεμόντης, προγυμναστής δε των πολιτοφυλάκων πυροβολητών ο λοχαγός του πυροβολικού Πιέρρης
15) Του Καποδιστρίου υπήρχον και άλλοι αδελφοί: ο Βίκτωρ και ο Αυγουστίνος· τούτων ο μεν μετά του Γεωργίου είχε σπουδάσει την αγρονομίαν και την φιλολογίαν, ο δε Βίκτωρ την ιατρικήν, αλλ' απέθανε προώρως παθών διανοητικήν διατάραξιν, ο δε Βιάρος εγένετο διάσημος νομικός, ως και τέσσαρες αδελφαί, ών αι μεν δύο εκάρησαν μοναχαί, αι δε άλλαι ενυμφεύθησαν η μεν τον Σπυρίδωνα Πολυλάν, η δε τον Νικόλαου Ροδόσταμον. Ως βλέπει ο αναγνώστης, εκ των πέντε υιών του Αντωνίου Μαρία Καποδιστρίου ουδείς υπήρξε στρατιωτικός· διότι η μακκιαβελική πολιτική της Βενετίας, εξ ής κατεστράφη, δεν επέτρεπε τοις Έλλησιν, ούς διά τίτλων ευγενείας και άλλων προνομίων καθίστα χειροήθεις, να σπουδάζωσι τα στρατιωτικά, ίνα μη ούτω καθίστανται επικίνδυνοι αυτή. Ίνα δε σαγηνεύη τους ευγενείς, επέτρεψεν αυτοίς να σπουδάζωσιν εν τω Βενετικώ Πανεπιστημίω της Παδούης την ιατρικήν και νομικήν, λαμβάνωσι δε τα διπλώματα του διδάκτορος μετά μεγάλης ευκολίας και σχεδόν ανεξετάστως. Ούτω λοιπόν οι Έλληνες εσπούδαζον θεολογίαν, ιατρικήν φιλολογίαν ή νομικήν και αγρονομίαν. Η αισχρά αύτη πολιτική της Βενετικής δημοκρατίας εζήτει, προς τοις άνω, να διαφθείρη, ως και κατώρθωσε μέχρι τινός, την γλώσσαν και τα ήθη των Επτανησίων, ίνα επιτύχη τον εις τον καθολικισμόν προσηλυτισμόν των ορθοδόξων διά της ιδρύσεως καθολικών ναών και άλλων καθολικών εκπαιδευτηρίων, εις ά προσείλκυον πολλούς.
16) Ο Ιωάννης Δομπόλης απέθανεν εν Πετρουπόλει τη 28 Οκτωβρίου του 1850 αφήσας διά διαθήκης εις την Α υ τ ο κ ρ α τ ο ρ ι κ ή ν Τ ρ ά π ε ζ α ν τ η ς Ρ ω σ ί α ς ρούβλια αργυρά 285,744, ήτοι φράγκα 1252,274, όπως τη 1 Ιανουαρίου του 1906 το κεφάλαιον και οι τόκοι αυτού αποσταλώσιν εις την Ελλάδα και οικοδομηθή εν τη πρωτευούση αυτής πανεπιστήμιον φέρον την επωνυμίαν «Κ α π ο δ ι σ τ ρ ι α κ ό ν». Τα χρήματα ταύτα κατετέθησαν την 17 και 28 Ιουλίου 1851 παρά των εκτελεστών της διαθήκης αυτού εν τη Αυτοκρατορική Τραπέζη της Ρωσίας, δι' αυτών δε και των τόκων ηγοράσθησαν ομολογίαι του εν Ρωσία παγίου δανείου των 4 0)0 . Το κεφάλαιον μετά των τόκων και του κληροδοτήματος ήτο εν συνόλω κατά την 15 Ιανουαρίου του 1893 φρ. χρυσά 3,777,155,37. Ώστε το άνω ποσόν ανατοκιζόμενον επί 4 ο)ο μέχρι του 1906, ότε θα αποσταλή ενταύθα, θα συμποσώται εις 6,000,000 περίπου φράγκων χρυσών. Περί τούτου ιδέ εν εκτάσει την ημετέραν πραγματείαν εν τη «Νέα Εφημερίδι» της 20 Μαΐου 1894, δι' ής συμπληρούμεν τ' εν τη «Ακροπόλει» της 11ης του αυτού μηνός, γραφέντα. Πρβλ. και «Ακρόπολιν» της 19 Μαΐου και της 30ής, εν ή έγραψε συμπληρωτικά τινα ο ανεψιός του Δομπόλη.
17) Ο Γερμανός διπλωμάτης Στάκκελβεργ το κατ' αρχάς εδέξατο ψυχρώς τον Καποδίστριαν, ως υπεράριθμον α κ ό λ ο υ θ ο ν της πρεσβείας μη ζητηθέντα και εφέρετο προς αυτόν καχυπόπτως, νομίζων ότι αφίκετο εις Βιέννην έχων μυστικήν τινα αποστολήν, αλλά βραδύτερον συνειδώς το λάθος και την διπλωματικήν επιτηδειότητα του Έλληνος διπλωμάτου αναγνωρίσας, ηγάπησε και εξετίμησεν αυτόν μεγάλως και διώρισεν αυτόν εν τη διεξαγωγή των την Τουρκίαν και τους Χριστιανούς της Ανατολής αφορώντων ζητημάτων, άπερ διεκπεραιούμενα απεστέλλοντο εις Πετρούπολιν υπό του Στάκκελβεργ κατονομάζοντος εν τοις εγγράφοις τον Καποδίστριαν ως συγγραφέα αυτών.
18) Αναλυτικώτερον τα κατά την διάλεξιν ταυ αυτοκράτορος, Βαρκλαί Δετολλύ και Καποδιστρίου ιδέ παρά τω Demetrio Adriotti, La Vita di Giovanni Conte Capodistria, Corfù 1859, σελ. 21-24.
19) Το δίπλωμα τούτο απεστάλη τω κόμητι Καποδιστρία εντός χρυσής πυξίδος απλουστάτης μεν αλλά φερούσης γεγλυμμένην την θέσιν της Γενεύης μετά της λίμνης και των πέριξ. Τα δ' άνω γράμματα ήσαν γεγλυμμένα εν τω βυθώ της πυξίδος ελληνιστί. Επειδή όμως δεν ηδυνήθημεν να εύρωμεν την πρωτότυπον επιγραφήν, μεταφράσαντες εδημοσιεύσαμεν αυτήν ανωτέρω εκ της «Εφημερίδος των Συζητήσεων» των Παρισίων της 16 Ιανουαρίου 1817. Σημειούσθω δ' ότι την τιμήν ταύτην εθεώρησε μεγίστην του βίου αυτού ο Καποδίστριας και αείποτε υπογραφόμενος εν ταις συνθήκαις και συμβάσεσιν, άς εν ονόματι του Τσάρου συνήπτε μετά των διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών, μεταξύ των πολλών τίτλων προσετίθει και ότι ήτο πολίτης της Γενεύης κτλ.
20) Κατά Φεβρουάριον του 1809 ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής της Αγγλίας εκήρυττεν επισήμως ότι: «εις τα όμματα της Βρεττανικής κυβερνήσεως, αποποιηθείσης ν' αναγνωρίση την εν Τίλσιτ συνθήκην, η σύμβασις της 21 Μαρτίου 1800, επομένως η ανεξαρτησία της Επτανήσου, ουδέποτε έπαυσεν ισχύουσα». Όρα Revue des deux Mondes, 1 Avril: L e s I l e s I o n n i e n n e s, par Saint-Marc Girardin.
21) Ιδέ Ch. Eynard, La vie de Madame de Krüdener, Paris 1849. Πρβλ. Αικατερίνης Ζάρκου, Η μυθιστορία εν Αττικώ Ημερολογίω του 1884 σελ. 357-368.
22) Ιδέ Δοκίμιον Ελλ. Ιστορίας Τόμ. Α' σελ. 395.
23) Ιδέ το ιταλιστί γεγραμμένον έργον: Carte Secrete atti ufficiali della Polizia Austriaca in Italia, Capolago, 1851, τόμ. Α', σελ. 186 και εφεξής.
24) Ιδέ την εφημερίδα: Gazetta degli Stati Uniti delle Isole Ionie της)13 Μαρτίου 1819.
25) Ιδέ La Νοuvelle Minerve, τόμ. XI σελ. 480.
26) Ήδη από του 1824 εκλήθη επισήμως ο Καποδίστριας υπό του προέδρου του Εκτελεστικού Π. Μαυρομιχάλη εις Ελλάδα όπως συντελέση εις την κοινήν σωτηρίαν, αλλ' απεποιήθη ειπών ότι δεν επετρέπετο αυτώ να λάβη μέρος εν τοις πράγμασι της Ελλάδος, εν όσω ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας δεν απεδέχετο την από του υπουργού παραίτησιν αυτού· (Ιδέ το από 1 Ιανουαρίου 1824 έγγραφον του Π. Μαυρομιχάλη και την από 12 Δεκεμβρίου 1825 απάντησιν του Καποδιστρίου εν τω Δ' τόμω των Επιστολών αυτού σελ. 427).
27) Η λέξις αντικυβερνητική δεν εσήμαινεν εναντίον του Κυβερνήτου, αλλά αντί του Κυβερνήτου αι λέξεις αντιβασιλεύς, αντιβασιλεία κτλ. Επίσης βραδύτερον (Δεκέμβριος του 1831) ο Κωλέττης ίδρυσεν εν Περαχώρα την αντισυνταγματικήν (= αντί της συνταγματικής).
28) Ιδέ Ανδρέου Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Θ', σελ. 97-98. Ο Βρετός εν τη Notice Biographique, τόμ. Α', σελ. 77, αναγράφει ότι πάντες οι πληρεξούσιοι υπέγραψαν πλην των της Ύδρας και των Σπετσών. Πρβλ. και το έργον του ανωνύμου: Renseignements sur la Grèce, Paris 1833, Κεφ. IV.
29) Τα δύο άλλα ήσαν το του 1824 και το του 1825.
30) Ιδέ Πρόλογον του Α' τόμου των Επιστολών του Καποδιστρίου, Γενεύη 1839.
31) Ιδέ Επιστολάς Καποδιστρίου, ελληνικήν έκδοσιν, Αθήναι 1841, τόμ. Α', σελ, 112-115.
32) Ιδέ G. Gervinus, Insurrection et regenaration de la Grèce. Traduction francaise, τόμ. Β', σελ. 681. Τα αυτά επαναλαμβάνει και ο μονογραφίαν ιδίαν περί αυτού γράψας Μ έ ν δ ε λ σ ο ν Β α λ θ ό λ δ υ ς.
33) Ιδέ το φύλλον της 6 Αύγουστου 1827. The arrival of Cont Kapodistrias led to some inquiry after Greek loans which rose about)4 per cent, leaving of at 15)4.
34) Ιδέ Ιστορίαν Ελληνικής επαναστάσεως Σ. Τρικούπη, τόμ. δ' σελ. 534.
35) Ο Καποδίστριας εν Λονδίνω μένων είδε και τον ψυχορραγούντα, είτα αποθανόντα, τη 14 Σεπτεμβρίου, επιστήθιον φίλον και ποιητή Ο ύ γ ο ν Φ ώ σ κ ο λ ο ν περί τούτου Ugo Foscolo, Epistolario Firenze. Le Momier τόμ. Β' σελ. 401 και Γ' σελ. 270.
36) Ούτος είναι ο κατόπιν γυμνασιάρχης Πατρών, ο εν έτει 1836 εν Αθήναις εκδούς τον Ηρόδοτον. Πρβλ R. Nicolai, Geschichte der neugriechischen Literatur, Leipzig 1876 σελ. 116, 139, 201.
37) Ιδέ την ημετέραν πραγματείαν εν τη «Νέα Εφημερίδι» της 20 Μαΐου 1894, δι' ής συμπληρούμεν τα εν τη «Ακροπόλει» της 11 του αυτού μηνός εκ Κερκύρας δημοσιευθέντα. Πρβλ. και τα εν τη «Ακροπόλει» της 19 και 30 του αυτού μηνός υπό του ανεψιού του Δομπόλη Ν ι κ ολ ά ο υ Π ά ρ κ α γραφέντα.
38) Ιδέ Εθν. Ημερολόγιον Μ. Π. Βρετού του 1866 σελ. 260-261.
39) Κατ' άλλους Λ έ ο ν τ ο ς.
40) Τούτο ο μεν Στέφανος Ξένος μετέφρασε; «Πολεμοπείσμων», άλλοι δε «Πολεμοπτύων» Ημείς αφίεμεν την αγγλικήν ονομασίαν.
41) Τούτο εγένετο κατ' απαίτησιν αυτού του Κυβερνήτου, όστις προς τους γράψαντας εκ τε Κερκύρας και αλλαχόθεν να λάβη πρόνοιαν περί της προσωπικής ασφαλείας απήντησε: «Δεν φρονώ ότι η νέα Ελληνική κυβέρνησις πρέπει να έλθη εις την Ελλάδα επί κεφαλής λόχων και πυροβόλων· τούτο είναι έξω των δυνάμεών μου αλλά και αν ηδυνάμην, δεν θα ηρχόμην τοιουτοτρόπως» και άλλοτε: «Όλα τα γραφόμενα είναι καλά εις γνώσιν, αλλά καθώς και προ ολίγου το είπον (εννοεί τα ανωτέρω γραφέντα τη 27 Νοεμβρίου 1827) δεν είναι επ' εμοί να φθάσω εις την Ελλάδα παραπεμπόμενος από Πραιτοριανήν φρουράν και επ' εμοί δ' αν ήτο, πάλιν θα το απέφευγον και ίσως απατώμαι, όμως δεν πταίω εγώ.» Ταύτα έγραψε κατά την 7 Δεκεμβρίου 1827.
42) Ιδέ Γενικήν Εφημερίδα της Ελλάδος 1828 αριθμός 7 και 8 Ημερολόγιον Βρετού του 1871 σελ. 497-506 και Α. Γούδα. Παραλλήλους βίους. Τόμ. β' σελ 175-182.
43) Ιδέ Renseignement sur la Grèce et sur l' administration du Compte Capodistrias par un Grec.
44) Αοίδημος: Αείμνιστος, αλησμόνητος
45) Έπονται τα άλλα άρθρα από του 3 μέχρι του 10, διαγράφοντα τα καθήκοντα και τον οργανισμόν του Πανελληνίου, άπερ χάριν συντομίας παραλείπομεν παραπέμποντες τον αναγνώστην εις του Α. Μίμουκα τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος τόμ. Ι' σελ. 39-42.
46) Ιδού οποίος τις ήτο ο υπό της εν Τροιζήνι εθνοσυνελεύσεως συνταγείς όρκος του Κυβερνήτου, όν όμως δεν απεδέξατο ο Καποδίστριας.
«Ορκίζομαι εις το όνομα του Υψίστου να διατηρήσω απαρασαλεύτως τους θεμελιώδεις Νόμους της Ελληνικής Πολιτείας, και εις καμμίαν περίστασιν ή διά καμμίαν πρόφασιν να μη τους αθετήσω, μηδέ να συγχωρήσω ν' αθετηθώσιν.
«Ορκίζομαι προσέτι να υπερασπίσω και να διατηρήσω με όλας μου τας δυνάμεις την ανεξαρτησίαν του Ελληνικού Έθνους, και την κοινήν και ατομικήν ελευθερίαν· να σέβωμαι τα δικαιώματα όλων υμών και ενός εκάστου των πολιτών, και προς διατήρησιν και αύξησιν της γενικής και μερικής ευδαιμονίας, να μη παραμελήσω κανέν από τα μέσα, όσα οι νόμοι ενεπιστεύθησαν εις την εξουσίαν μου.»
47) Αύτη ήτο φυσική συνέπεια της καταμαστιζούσης τον τόπον πενίας, ως εκ του μακρού πολέμου και εκ της απροθυμίας, ήν επεδείκνυεν ο διοικών τον αγγλικόν στολίσκον ναύαρχος Ά μ ι λ τ ο ν, ακολουθών ταις συμβουλαίς του φιλέλληνος πατρός αυτού.
48) Ούτος κατέλιπεν ημίν και Απομνημονεύματα λαμπρώς γεγραμμένα περί της εποχής εκείνης και της μετά ταύτα υπό τον τίτλον «Ιστορικαί Αναμνήσεις», Αθήναι 1878. τόμοι 2 έκδοσις β'.
49) Ο Α. Κοντόσταυλος εν τω περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου βιβλίω, Αθήναι 1855, σελ. 260, σημ. α', αναφέρει ότι, ότε παρεδόθη αυτώ υπό του γραμματέως της οικονομίας το εθνικόν ταμείον, περιείχεν έν μόνον, και εκείνο κίβδηλον νόμισμα!
50) Της 2 και 3 Ιανουαρίου 1894.
51) Τα κατά την ίδρυσιν του Νομισματοκοπείου ιδέ εν τω έργω του Α Κοντοσταύλου «Τα περί των εν Αμερική ναυπηγηθεισών φρεγατών και του εν Αιγίνη Νομισματοκοπείου», Αθήναι 1855, σελ. 259 και εφεξής.
52) Ιδέ Γ. Κρέμου «Γενικής Ιστορίας» τόμ Δ'. Μέρος Β', σελ. 955.
53) Ιδέ την εμήν Ι σ τ ο ρ ί α ν τ ο υ Ό θ ω ν ο ς, Αθήναι 1893.
54) Ιδέ περί αυτού την υπό Σπυρ. Π. Λάμπρου μονογραφίαν, εν τη «Εστία», του 1887, σελ. 225.
55) Περί των Προνομίων ιδέ την υπό ανωνύμου τινός εν Αθήναις της «Εφημερίδος» εκδοθείσαν μονογραφίαν υπό τον τίτλον: Τα Προνόμια των εν Τουρκία Χριστιανικών κοινοτήτων, ιστορική και πολιτική μελέτη, Αθήναι 1890, σελ. 1-96 (ατελές). Πρβλ. και την ημετέραν Ιστορίαν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, Αθήναι 1894, τόμ. Α', σελ. 250-65
56) Ιδέ L. Μaurer, Das Griechische Volk, in. offentlicher, Kirchlicher und Privat-Rechtlicher Pezichung κτλ. Heidelberg 1835 Τόμ. 3
57) Ταύτα εφήμιζον οι από Κωνσταντινουπόλεως πεμφθέντες Αρχιερείς, διότι άλλως δεν εσύμφερεν εις αυτούς.
58) Η πρώτη μοίρα, η διοικουμένη παρά του στρατοπεδάρχου Τιβουρτίου Σεβαστιανού, περιείχε το 8ον τακτικόν σύνταγμα, διοικούμενον παρά του χιλιάρχου Σαλ Περβίκκου· το 11ον παρά του χιλιάρχου Βοργαλλέρη Ίππωνος το 27ον παρά του χιλιάρχου Κουβιέρου· το 3ον συντάγμα των ευζώνων ιππέων παρά του χιλιάρχου Φωδέκ.
Δευτέρα μοίρα, η διοικουμένη παρά του στρατοπεδάρχου Χυγονέ μέλους της των αντιπροσώπων Βουλής το 29ον τακτικόν σύνταγμα παρά του χιλιάρχου Δελασιώ· το 3ον παρά του χιλιάρχου Ρισλιέρου· το 24ον παρά του χιλιάρχου Λασσέρου.
Τρίτη μοίρα, η διοικουμένη παρά του στρατοπεδάρχου Σνέιδερ· το 58ον τακτικόν σύνταγμα παρά του χιλιάρχου Δεκεσνέου· το 51ον παρά του χιλιάρχου Λαυρεγκνίκου· και το 46ον πεζικόν τακτικόν σύνταγμα παρά του χιλιάρχου Μιλίου.
Πυροβολικού δε 4 τάγματα, εκ των πεζικών συνταγμάτων το 5ον, και 8ον, και δύο ορεινά πυροβόλα, διοικούμενα επί κεφαλής παρά του αρχιστρατήγου.
59) Ούτος ελθών κατά Ιούνιον (1828) προσήνεγκε τω Καποδιστρία εκ μέρους του φιλέλληνος βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι' 500,000 φράγκων.
60) Κατά το πρωτόκολλον τούτο της 7)19 Ιουλίου 1828, οι εν Λονδίνω πληρεξούσιοι των ευεργετίδων δυνάμεων συνεφώνησαν να αποσταλή όσον τάχος Γαλλικός στρατός εις Πελοπόννησον διά να πολιορκήση αυστηρώς τα στρατεύματα του Ιβραχήμ.
61) Ιδού το 10 άρθρον της συνθήκης της Αδριανουπόλεως το αφορών τα της Ελλάδος:
62) Η διά την παράδοσιν του Μεσολογγίου γενομένη συνθήκη είχεν ούτως ισχύουσα και διά την του Αιτωλικού:
«Συνθήκη γενομένη μεταξύ του Μουσταφά Κρητικού πληρεξουσίου του φρουρίου Μεσολογγίου και Ανατολικού, και λοιπών πρωτίστων Οθωμαννών, και του Γ. Βαρνακιώτου και I. Παπαρρηγοπούλου, κατ' επιτροπήν του εκλαμπροτάτου πληρεξουσίου Τοποτηρητού του Κυβερνήτου της Ελλάδος.
»Αφ' ού οι εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ Οθωμανοί επολιορκήθησαν διά ξηράς και διά θαλάσσης διά πολύν καιρόν, βλέποντες ότι δεν ημπορούν να αντιτείνουν περισσότερον, απεφάσισαν, ως ακολουθεί.
α'. «Να υπάγουν διά θαλάσσης αι φαμηλίαι των εις Μεσολόγγιον και Αιτωλικόν Οθωμανών, συντροφευμέναι με τους άνδρας των, συμποσούμεναι όλαι ψυχαί σχεδόν 600, και να πληρωθή ο ναύλος έως εις Αγιάδα ή Πρέβεζαν, από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν· τα άνω πλοία θέλουν είναι συντροφευμένα από δύο πολεμικά δι' ασφάλειαν.
β'. «Αι άνω φαμηλίαι θέλουν εμβαρκαρισθή ευθύς οπού ειδοποιηθούν ότι τα πλοία είναι έτοιμα, πέρνοντες μαζή των όσα από τα κινητά είδη των, ή πράγματα θέλουσιν, εκτός των ζώων.
γ'. «Ευθύς οπού αι φαμηλίαι έμβουν εις τα πλοία, όλα τα λοιπά στρατεύματα με τα ζώα των θέλουν αναχωρήσει διά ξηράς, πέρνοντες ενέχυρα αμοιβαίως κατά την θέλησιν του καπετάν Γεωργίου Νικολάου, όστις θέλει τους συντροφεύσει έως εις την Πούντα Πρεβέζης, διά να μην ενοχληθούν καθ' οδόν.
δ'. «Όλοι τόσον οι διά ξηράς καθώς και οι διά θαλάσσης θέλουν αναχωρήσει με τα άρματα και την λοιπήν κινητήν περιουσίαν.
έ'. «Αφ' ού έμβουν εις τα πλοία αι φαμηλίαι των, θέλουν διορισθή εκ μέρους του πληρεξουσίου Τοποτηρητού δύο γυναίκες να εξετάσουν με ακρίβειαν· και όσαι γυναίκες θέλουν να μείνουν με τους οθωμανούς, μένουν με αυτούς, όσαι δε θελήσουν να μείνουν με τους Χριστιανούς, να μείνουν με αυτούς· εάν καμμία από εκείνας όπου μείνουν με τους Έλληνας έχη παιδί ομολογούμενον από την ίδιαν μητέρα ότι είναι από Οθωμανόν, να το κρατή ο πατήρ του.
ς'. «Τα ανήλικα, είτε θηλυκά, είτε αρσενικά παιδία, όντα ολιγώτερα των δεκατεσσάρων χρόνων, εάν είναι και Τουρκευμένα, να κρατώνται από τους Έλληνας χωρίς να εξετάζηται η θέλησίς των, τα οποία υπόσχονται οι Οθωμανοί να φανερώσουν όλα, και αν ευρεθή κανένα χωρίς να παραστήσουν, ή θέλοντες να το περάσουν διά Τούρκον, θέλουν είναι παραβάται της συνθήκης.
«Όσα πράγματα έχουν κινητά, τα οποία θέλουν να πωλήσουν, ημπορούν να τα δώσουν εις όποιον θέλουν, όμως χωρίς άργητα.
«Τα Ελληνικά στρατεύματα δεν θέλουν έμβει, ούτε πλησιάσει εις το φρούριον του Μεσολογγίου, εάν πρώτον δεν έβγουν οι εν αυτώ όλοι Οθωμανοί.
«Της παρούσης συνθήκης έγειναν δύο ίσα, και επεκυρώθησαν από τον πληρεξούσιον Τοποτηρητήν, και εσφραγίσθησαν από τα μέρη αμφότερα διά να έχουν όλην την ισχύν και βεβαιότητα.
«Προσθέτομεν ότι εις την άνω Συνθήκην εννοούνται και οι εν τω Αιτωλικώ Οθωμανοί.»
Εν Μεσολογγίω, την 3 Μαΐου 1829
&Κατής Σουμουλά εφέντης& &Μουσταφάς Κρητικός& (Τ. Σ.) (Τ. Σ)
&Χασάν Τοπτζή Πασάς& &Νουρή Τζονής& (Τ. Σ.) (Τ. Σ.)
&Χατζή Χουσεϊνάκης& &Μερτζ. Τζοριγούνης& (Τ. Σ.) (Τ. Σ.)
&Φετάς Τουκουφλής& (Τ. Σ.)
Ίσον τω πρωτοτύπω απαράλλακτον.
Επιβεβαιώ την άνωθεν Συνθήκην &I. Παπ. Ρηγόπουλος& &Γ. Νικολάου& (ο και &Βαρνακιώτης&).
63) Ιδέ σελ. 74-79.
64) Ιδέ σελ. 215-221.
65) Ο Στόκμαρ ήτο αντιπρόσωπος του πρίγκηπος Λεοπόλδου αποσταλείς επίτηδες ίνα βολιδοσκοπήση τον Κυβερνήτην και το εν Ελλάδι πνεύμα· διότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος του Κοβούργου, όστις από του Νοεμβρίου 1828 μέχρι του Μαρτίου 1829 διέμεινεν εν Νεαπόλει, είχε μάθει παρά των πρέσβεων των Δυνάμεων, ότι ο Καποδίστριας είχε συστήσει αυτόν, κατά την εν Πόρω συνδιάσκεψιν ερωτηθείς, ως υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου, και, ικανώς αιματώδης την κράσιν, είχεν αποφασίσει να αποδεχθή την εις Ελλάδα κλήσιν. Ίνα παρασκευάση δε την κ λ ή σ ι ν ταύτην, πρόσκλησιν δηλαδή εκ μέρους του Ελληνικού έθνους, απέστειλε κατά τας αρχάς Μαΐου προς τον Κυβερνήτην τον αδελφόν του εμπίστου αυτού Κ ά ρ ο λ ο ν Σ τ ό κ μ α ρ. Παρεκάλει δε διά φιλοφρονεστάτης επιστολής να διαφωτισθή περί του μέλλοντος της Ελλάδος, και εξέφραζε τρυφεράν μέριμναν περί της πολυτίμου υγείας του Κυβερνήτου, ήν ηύχετο «να διαφυλάττη ο Θεός, όπως μη πάθη υπό το βάρος των κυβερνητικών ασχολιών.»
66) Βλ. Διήγησιν της Ελληνικής Φυλής, σελ. 231.
67) Ο Μένδελσον Βαρθόλδυς εν τη περί Καποδιστρίου μονογραφία καλεί αυτόν Ρισάγνον, αλλά τοιούτον όνομα δεν απαντά εν τω καταλόγω των πληρεξουσίων, ο μεταφραστής του Μένδελσον (Ιστορία της Ελλάδος τόμ. Β', Αθήναι 1876 σελ. 204) Άγγελος Βλάχος υποθέτει ότι είναι όνομα παρεφθαρμένον πληρεξουσίου τινός.
68) Βλέπε Διήγησιν Συμβάντων της ελληνικής φυλής. σελ. 131.
69) Τα κατά την Εθνοσυνέλευσιν ταύτην ιδέ εν εκτάσει παρά Α. Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. 11.
70) Μνημείον η Ελληνική Κυβέρνησις δεν ανήγειρε μέχρι τούδε, ως μη ώφειλεν, αλλ' η Γαλλία ίδρυσε τοιούτον προ τριετίας, νυν δε σκοπεί, ως εν τω «Άστει» ανέγνωμεν, ιδρύση και η Ρωσική Κυβέρνησις.
71) Εκθέσεις εξ Αθηνών της 4 και 12 Δεκεμβρίου 1829, και του Πρόκες, της 17 και 20 Ιανουαρίου 1830. Παράρτημα.
72) Τα κατά την κοινοποίησιν του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου των αντιπρέσβεων και την απάντησιν του Καποδιστρίου προς αυτούς ως και το υπόμνημα της Γερουσίας ιδέ εν Δ' τόμω σελ 92-129 των Ελληνικών Κωδήκων, έκδ. Γ. Δ. Ράλλη, Αθήναι 1875.
73) Ιδέ Γενικήν Εφημερίδα του 1830, σελ. 146.
74) Observations of an eligible line of frontier of Greece, by Leut. Gen. Sir R. Church, London, 1830.
75) Ο Λεοπόλδος ήτο θαυμαστής της ωραίας πριγκηπίσσης Λουίζης του Ορλεάν, πρωτοτόκου θυγατρός του Λουδοβίκου Φιλίππου, όστις πεσόντος του Καρόλου Γ' κατά την Ιουλιανήν επανάστασιν, εγένετο βασιλεύς της Γαλλίας.
76) Περί αυτών ιδέ τα εν τη «Εστία» του 1892 άρθρα του Θεοδώρου Βελλιανίτου.
77) Παρίσιοι 1827 σελ. ιζ-ξδ'. — Υπερμεσούντος του 1827, εφρόνει ο Κοραής ειλικρινώς και νομίμως ότι ο Καποδίστριας έμελλε να σώση την Ελλάδα, όπως άλλοτε ο Τιμολέων την Σικελίαν.
78) Τούτου η κατά του Κυβερνήτου αντιπολίτευσις προήρχετο εκ της μη αποδοχής του Καποδιστρίου των όρων αυτού προς έκδοσιν εν Αιγίνη Γαλλικής Εφημερίδος.
79) Κατά τινα επιστολήν του υπουργού των Στρατιωτικών Π. Γ. Ροδίου υπό ημερομηνίαν 29 Ιουλίου 1831 προς τον στρατηγόν Ιωάννην Ράγκον, εκ μεν των Υδραίων εφονεύθησαν 30, εκ δε των Ρώσων 5.
80) Geshichte des Abfalls der Griechen, τόμ, Β', σελ. 456. Πρβλ. και Leben des Friedrich Thiersch, υπό H.W.J. Thiersch, Leipsig 1866, εν ώ δημοσιεύεται επιστολή του Θηρσίου προς τον πρίγκηπα Βρέδε λέγουσα· «Ουδείς εφοβείτο μάλλον τοιαύτην τινά καταστροφήν, ή η μερίς των πολιτικών αντιπάλων του Κυβερνήτου. Η δολοφονία είναι ξένη εις τον ελληνικόν χαρακτήρα».
81) Μ. Μηνά, Έλεγχος Προδοτών, σελ. 10 και εφεξής. Πρβλ. του αυτού τον «Μενέδημον», διάλογον γραφέντα κατά των Ελλήνων εκείνων των κηρυξάντων, ότι ο Καποδίστριας θα επώλει την Ελλάδα τοις Ρώσοις.
82) Ιδέ Τερτζέτη, Διήγησις κλ. σελ. 299.
83) Ο Καποδίστριας, κατά τα δύο τελευταία της κυβερνήσεως αυτού έτη ήδρευεν εν Ναυπλίω, πόλει καθορισθείση δια του ΙΗ' Ψηφίσματος της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως, ως πρωτευούση της Επικρατείας, ήν όμως, ως εκ της αναρχίας, είχεν εγκαταλίπη η α ν τ ι κ υ β ε ρ ν ητ ι κ ή Ε π ι τ ρ ο π ή και μετέφερε την έδραν της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. Των πραγμάτων αποκατασταθέντων, το Ναύπλιον ωρίσθη διαρκής έδρα του Κυβερνήτου και διετέλεσε τοιαύτη μέχρι του 1834 (18 Σεπτεμβρίου), ότε, πολλών πόλεων της Πελοποννήσου προταθεισών, οίον του Άστρους και της Κορίνθου, η πρωτεύουσα του Κράτους μετηνέχθη, λόγω τιμής προς την πόλιν της Παλλάδος, εις Αθήνας (1 Δεκεμβρίου (1835).
84) Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης μάλιστα, εις τοσούτον ωργίσθη κατά του Κυβερνήτου διά την προς τον πατέρα του προσβολήν, ώστε ώμοσε την πράξιν ως αυτός ούτος είπε προς τον Π ά ν ο ν Ρ ά γ κ ο ν, φίλον αυτού τε και του Καποδιστρίου, όν παρεκάλεσε να είπη τω Κυβερνήτη την απόφασιν αυτού. Ο Ράγκος ανεκοίνωσεν αυτήν τω Καποδιστρία, αλλ' ο αγαθός γέρων απήντησεν: «Αυτά είναι παράδοξα και αδύνατα· ειπέ εις τους φίλους σου ότι δεν πιστεύω να τολμήσωσί τι τοιούτον· διότι μετ' εμού θα φονεύσωσι την πατρίδα». Ο μεσιτεύσας εξώρκισε τον Κυβερνήτην να δειχθή επιεικής προς τους Μαυρομιχάλας, αλλ' εκείνος έμεινεν άκαμπτος.
85) Εντεύθεν προήλθεν η παροιμιώδης φράσις: «τ ο φ ι λ ό τ ι μ ο έ φ α γ ε τ ο ν Κ υ β ε ρ ν ή τ η ν»
86) Η οπή αύτη σώζεται μέχρι σήμερον. Ουδείς δ' ο μεταβαίνων εις Ναύπλιον και μη επισκεπτόμενος τον ναόν του αγίου Σπυρίδωνος.
87) Η διαπρεπής διαγωγή του εκ Πορτογαλλίας συνταγματάρχου Α λ μ έ ι δ α παρώξυνε τους αντιπρέσβεις Δώκινς και Ρουάν, προσωπικώς δ' ελέγξαντες ούτοι τον Αλμέιδαν ηπείλησαν ότι θα διακόψωσι τας διπλωματικάς σχέσεις και θα επιβώσιν εις τα πλοία αυτών· ο Αλμέιδα απήντησε προς αυτούς: «ε ν τ η π ε ρ ι π τ ώ σ ε ι τ α ύ τ η, κ ύρ ι ο ι, κ α λ ό ν τ α ξ ε ί δ ι, ε γ ώ δ ε ε ι ς τ α χ ρ έ η μ ο υ» και έστρεψε τα νώτα.
88) Ούτως καλείτο ως υιός του Μπέη (Πετρόμπεη).
89) Εζήτει μάλιστα και την κεφαλήν του πρίγκηπος Κ. Καρατζά, ούτινος η κατά του Καποδιστρίου έχθρα ην γνωστοτάτη.
90) Ο Μένδελσον Βαρθόλδυς εννοεί τον περιβόητον εν Γερμανία καταστάντα φονέα του Γερμανού κωμωδοποιού Κ ο τ ζ ε β ο ύ. Ο εξημμένος ούτος νεανίας, υπολαβών, ως και πολλοί τότε των ομηλίκων αυτού, Κοτζεβού ως όργανον της κατά των εθνικών πόθων των γερμανών αντιδράσεως, και εκ τοιούτων ιδεών ερμηνεύσας τον εν ταις κωμωδίαις αυτού σατυρισμόν της ακαδημαϊκής ελευθερίας, υπέρ ής εμάχετο τότε έκθυμος η γερμανική νεότης, μετέβη εξ Ιέννης εις Μάγχαϊμ, όπου διέμενεν ο ποιητής, και εφόνευσεν αυτόν δι' εγχειριδίου εν τω δωματίω του την 11 Μαρτίου 1818, ανακράζων: «Λάβε, προδότα της πατρίδος».
91) Ο Φ ο λ λ έ ν ι ο ς ην φίλος του Σανδ, υποστάς μάλιστα και καταδιώξεις ένεκα της δολοφονίας του Κοτζεβού.
92) Διάσημος Γερμανός Πεζογράφος μετά του Ερρίκου Χάινε αρχηγός «της Νέας Γερμανίας» ομάδος ποιητών και λογογράφων, αγωνισθέντων μετά την Ιουλιανήν του 1830 εν Γαλλία επανάστασιν υπέρ της κοινωνικής, επιστημονικής και φιλολογικής ανακαινίσεως της Γερμανίας.
93) Την ταριχείαν εξετέλεσεν ο εκ Ζακύνθου ιατρός Σ π υ ρ ί δ ω ν Κ α ρ β ε λ λ ά ς, προς όν ο Αυγουστίνος εχάρισε το ωρολόγιον του Κυβερνήτου και τα χειρόκτια, άπερ έφερεν ο Καποδίστριας κατά την ημέραν της δολοφονίας αυτού. Ταύτα καθημαγμένα διατηρεί εν θήκη η οικογένεια Καρβελλά. Καλόν θα ήτο, εάν απεστέλλοντο εις το Μουσείον της ιστορικής και εθνολογικής εταιρίας της Ελλάδος, εν ώ κατάκεινται προς τω γραφείω μετά χαρτοθηκών του αοιδίμου Καποδιστρίου (αριθ. 70?) και σφραγίδες αυτού τε και της αντικυβερνητικής επιτροπής.
94) Οι αντιπολιτευόμενοι ου μόνον δεν προσήλθον εις προσκύνησιν του νεκρού του Κυβερνήτου, αλλά και περιφρονητικώς εκάλουν αυτόν μ π α κ α λ ά ο ν.
95) Τω 1829 μόνον εις τον λιμένα της Κωνσταντινουπόλεως είχον καταπλεύσει 800 πλοία, εφ' ών εκυμάτιζεν η κυανόλευκος Ελληνική σημαία, τω δε 1830 1027 πάσης χωρητικότητος, εκτός των άλλων λιμένων της τε ανατολής και της δύσεως.
96) Πλην τούτων, η Γαλλία τω 1829 εχορήγησεν αυτώ 1,500,000 φράγκων προς συντήρησιν του τακτικού στρατού, ο δε Εϋνάρδος 200,000 φράγκων, ώστε πάνθ' όσα κατά τους τεσσαράκοντα και τέσσαρας μήνας της κυβερνήσεως αυτού εδαπάνησεν ο Καποδίστριας ανέρχονται εις 26,300,000 φράγκων. Αποθανών όμως, πλην των έργων, άπερ εν τω οικείω τόπω ανεφέραμεν αφήκε και τέσσαρας κανονοστοιχίας πεδινάς πλήρεις και 2,000 τυφεκίων και πλέον ή 300,000 λιτρών πυρίτιδος.
97) Τοσαύτην ο Καποδίστριας περί της πατρίδος επεδείξατο αγάπην, ώστε, τω 1829, της Αττικής και της Ευβοίας εισέτι δουλευούσης, αυτός μεταπεμψάμενος τον μηχανικόν Β ι ρ λ έ Δ α ο ύ σ τ ανέθηκεν αυτώ την εκπόνησιν σχεδίου διωρυχής του Ισθμού της Κορίνθου, όν εθεώρει ότι παρεκώλυε τα ναυτικά συμφέροντα της Ελλάδος. Αλλ' ως εικός, εν τούτω ο Καποδίστριας απέτυχεν, ως απέτυχε προ αυτού ο Περίανδρος και ο Νέρων και τοσούτοι άλλοι προ και μετ' αυτόν· διότι επέπρωτο μόλις πέρυσι να συντελεσθή το μέγα τούτο έργον των αιώνων, όπερ έδωκεν εις το προς νότον ήμισυ μέρος της Ελλάδος το αληθές αυτού όνομα: «νήσος του Πέλοπος»
98) Συγχρόνως τη εισηγήσει του Κωλέττη συνήλθεν αλλαχού και η συνέλευσις των 90 αντιπολιτευομένων, οίτινες εξέλεξαν πρόεδρον τον Π αν ο ύ τ σ ο ν Ν ο τ α ρ ά ν
99) Ο Στέφανος Ξένος λέγει ότι εκόμισεν εις Πετρούπολιν.
100) Προτομήν του Καποδιστρίου ανήγειραν και εν Πόρω τη κατ' εξοχήν πεφιλημένη αυτώ νήσω.
101) Ως γνωστόν, και αυτοί οι πρόσθεν του Καποδιστρίου πολέμιοι, ψηφίσαντες υπέρ αυτού εν τ η ε θ ν ι κ ή σ υ ν ε λ ε ύ σ ε ι τ ο υ 1 8 4 3 την ανέγερσιν α ν δ ρ ι ά ν τ ο ς τω Κυβερνήτη, διηρμήνευσαν εν πανηγυρική μεταγνώσει την οφειλομένην προς τον μεγαλόφρονα Κερκυραίον ευχαριστίαν των Ελλήνων. Αλλά δυστυχώς έκτοτε ουδέν ηκούσθη περί ανδριάντος, ως ουδέ περί Ό θ ω ν ο ς, καίπερ πολλάκις λόγου γενομένου εν τη Βουλή και πολλάκις υπό ιδιωτών προφορικώς τε εν λόγοις πανηγυρικοίς και εγγράφως.
102) Τα κατ' αυτήν ιδέ παρά Λουδοβίκω Ρος.
103) Ούτος συνέγραψε το υπό τον τίτλον: De l' Etat actuel de la Grèce et des moyens d' arriver à sa restauration, Leipzig 1833
104) Ως γνωστόν τα κόμματα κατά την εποχήν εκείνην εν Ελλάδι ήσαν τρία, αναλόγως των αισθημάτων του λαού προς ταύτην ή εκείνην των τριών προστατίδων δυνάμεων. Και οι μεν Ρωσόφρονες, οι και οπαδοί του Καποδιστρίου, εκαλούντο Ν α π α ί ο ι έκ τινος Νάπα καποδιστριακού φανατικού, οι Αγγλόφρονες Μ π α ρ λ α ί ο ι έκ τινος Μπάρλα φανατικού οπαδού του Αγγλικού κόμματος, οι δε Γαλλόφρονες, οι του Κωλέττη, δηλαδή οπαδοί Μ ο σ χ ο μ α γ γ ί τ α ι έκτινος Μόσχου οπαδού του Κωλέττη ενθέρμου και της Μάγκας = δεκαρχίας. Ούτοι εκαλούντο και συνταγματικοί. Α ν τ ι σ υ ν τ α γ μ α τ ι κ ο ί δε πάντες οι κατά τούτων.
105) Την τουντεύθεν συνέχειαν της ελληνικής ιστορίας μέχρι του 1862 ιδέ εν τη ημετέρα Ι σ τ ο ρ ί α τ ο υ Ό θ ω ν ο ς, Αθήναι 1893.