Ο Βίος του Χριστού (part 2 of 2)
Εις υπαινιγμόν προς τας παμμεγίστας ταύτας λυχνίας, ο Ιησούς ήρχισε να διδάσκη· «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Ήτο διαρκώς το σχέδιόν Του να περιβάλλη το σχήμα των λόγων Του με τας εξωτερικάς εκείνας εικόνας αίτινες θα εξήγειρον την βαθυτάτην προσοχήν, και θα ενετύπουν ανεξαλείπτως τους λόγους εις την μνήμην των ακροατών Του. Οι Φαρισσαίοι ακούσαντες τους λόγους τούτους, τον κατηγόρησαν επί ματαία κομπορρημοσύνη· αλλ' Εκείνος έδειξεν εις αυτούς ότι είχε του Πατρός Του την μαρτυρίαν, αλλά και αν ούτω δεν είχε, το φως δύναται μόνον να οραθή, μόνον να γνωσθή, διά της εμφανείας της ιδίας υπάρξεώς του· άνευ αυτού, ούτε αυτό ούτε άλλο τι είνε ορατόν. Τον ηρώτησαν, «Πού είνε ο Πατήρ Σου;» Είπεν αυτοίς ότι, μη γνωρίζοντες Αυτόν, δεν ηδύναντο να γνωρίζουσι τον Πατέρα Του· είτα και πάλιν θλιβερώς τους ενουθέτησεν ότι η αναχώρησίς Του ήτο εγγύς, και ότι τότε θα αδυνατώσι να έλθωσι προς Αυτόν. Η μόνη απάντησίς των ήτο σκωπτική ερώτησις αν ήθελε ν' αποκτείνη Εαυτόν και να βυθισθή ούτω εις τα βαθυτέρα σκότη του άδου. Όχι, τους έδωκε να εννοήσωσι, δεν ήτο Αυτός, αλλ' εκείνοι, οίτινες ήσαν εκ των κάτω, εκείνοι, όχι Αυτός, ήσαν προωρισμένοι, εάν επέμενον εν τη απιστία, εις το σκοτεινόν τούτο τέλος· «Συ τις ει;» ηρώτησαν πάλιν εν οργίλη και απίστω αμηχανία. «Την αρχήν ό,τι και λαλώ υμίν», απήντησεν. Εκείνοι ήθελον ν' αναγγείλη Εαυτόν ως Μεσσίαν, και ούτω να καταστή ελευθερωτής των εγκόσμιος και πρόσκαιρος· αλλ' Αυτός θέλει μόνον να τους είπη τας πολλώ βαθυτέρας αληθείας, ότι Αυτός είνε το Φως και η Ζωή και το Ύδωρ το Ζων, και ότι ήλθε παρά του Πατρός — καθώς και αυτοί έμελλον να γνωρίσωσιν όταν ήθελον Τον υψώσει επί του Σταυρού. Εκείνοι απέβλεπον μόνον προς τον Μεσσίαν των Ιουδαίων. Αυτός θα τους κάμη να γνωρίσουν Αυτόν ως Λυτρωτήν του κόσμου και Σωτήρα των ψυχών.
Καθώς ήκουον Αυτόν ομιλούντα, πολλοί, και εκ των ασπόνδων τούτων εχθρών, ειλκύσθησαν εις πίστιν προς Αυτόν. Αλλ' ήτο πίστις κλονουμένη, ατελής πίστις, πίστις ψευδής, πίστις μεμιγμένη με χιλιάδας εγκοσμίων και πεπλανημένων φαντασιών, όχι πίστις ήτις να έχη εν εαυτή την σώζουσαν δύναμιν, ή εφ' ης να βασισθή Εκείνος. Και την έθεσεν εις άμεσον δοκιμασίαν, δι' ης επεκαλύφθη το κενόν αυτής, και η πίστις μετεβλήθη εις μανιώδες μίσος. Είπεν αυτοίς, ότι το πιστόν και το υπήκοον είνε τα σημεία της αληθούς μαθητείας, και τα γνωρίσματα της αληθούς ελευθερίας. Η λέξις ελευθερία επενήργησεν ως λίθος προσκόμματος εις το να δείξη το νόθον και επιπόλαιον της πίστεώς των. Εκείνοι δεν εγνώριζον άλλην ελευθερίαν ειμή την πολιτικήν ελευθερίαν την οποίαν σφαλερώς διεξεδίκουν· εδυσχέραινον προς την επαγγελίαν μελλούσης πνευματικής ελευθερίας αντί της απολαβής της παρούσης εθνικής ελευθερίας. Όθεν ο Ιησούς έδειξεν αυτοίς ότι ήσαν ακόμη δούλοι της αμαρτίας, και ονόματι μόνον, όχι πράγματι, τέκνα του Αβραάμ, ή τέκνα του Θεού. Εκείνοι εσεμνύνοντο επί τη γνησιότητι της αρχαίας καταγωγής των, και επί τω προνομίω της αποκλειστικής μονοθεΐας των· πλην Αυτός τους είπεν ότι τη αληθεία ήσαν, διά της πνευματικής συγγενείας της σκληρότητος και του ψεύδους, τέκνα εκείνου όστις ήτο ψεύστης και ανθρωποκτόνος απ' αρχής, τέκνα του διαβόλου. Η επιτίμησις αύτη τους εκέντησε μέχρι μανίας. Ανταπέδωκαν ταύτην διά της ασεβούς ύβρεως, «Σαμαρείτης ει και δαιμόνιον έχεις». Ο Κύριος ημών φιλευσπλάγχνως και πάλιν έτεινε προς αυτούς την χαριτόβρυτον δεξιάν, λέγων ότι, εάν θέλωσι να τηρήσωσι τα ρήματά Του, ου μόνον δεν θ' αποθάνωσιν εν ταις αμαρτίαις αυτών, αλλά δεν θα ίδωσι θάνατον. Αι νωθραί καρδίαι των δεν ηδυνήθησαν ουδέ να φαντασθώσι πνευματικήν έννοιαν εις τους λόγους Του. Ηδύναντο μόνον να Τον επιβαρύνωσι με δαιμονιώδες γαυρίαμα και ύβριν επί τούτοις. «Μη Συ μείζων ει του πατρός ημών Αβραάμ, ος απέθανε, και οι προφήται απέθανον ομοίως; Ο Ιησούς τους είπεν ότι εν προφητική δράσει, ίσως δε και διά πνευματικής επιπνοίας, εις εκείνον τον άλλον κόσμον, ο Αβραάμ, όστις δεν είνε νεκρός, αλλά ζων, είδε «και ηγαλλιάσατο ιδείν την ημέραν την Εμήν». Τοιούτος ισχυρισμός τους εφάνη ή ανόητος ή βλάσφημος. Ο Αβραάμ είνε τεθνεώς από ετών χιλίων και επτακοσίων. «Πεντήκοντα έτη ούπω έχεις, και Αβραάμ εώρακας;» «Πώς να εννοήσωμεν λόγους ως αυτούς;» Θα ηδύναντο καλώς να τους εννοήσουν αν το ήθελον, διότι οι ίδιοι Ραββίνοι των είπον ύστερον: «Όταν ο Θεός έκαμε την Διαθήκην προς τον Αβραάμ, απεκάλυψε προς αυτόν και το Ολάμ αυτό (την Διαθήκην), και το μέλλον Ολάμ», (δηλ. την Διαθήκην του Μεσσίου). Και τοιαύτην εξήγησιν τους έδωκεν ήδη ο Ιησούς όταν πραέως, αλλ' εν μεγίστη επισημότητι, και με τον τύπον εκείνον της εμφαντικής βεβαιώσεως, τον οποίον μόνον μετεχειρίζετο όταν ανήγγελλε τας πανδημοτάτας αληθείας Του, ο Σωτήρ απεκάλυψε προς αυτούς την αιωνιότητά Του, την θείαν προΰπαρξίν Του πριν εισέλθη εις το σκήνωμα της θνητής σαρκός:
«Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ ειμι».
Τότε, εν εκρήξει ακρατήτου λύσσης, ενί των παροξυσμών εκείνων της αιφνιδίας, αχαλινώτου, φρενιτικής λύσσης εις ην ο λαός ούτος υπέκειτο καθ' όλας τας εποχάς εν πάση προσβολή κατά των θρησκευτικών δοξασιών του, ήραν λίθους, ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν. Πλην αυτή η τυφλότης της λύσσης των ευκολώτερον κατέστησε το να τους αποφύγη. Η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη. Μετ' εντελούς αταραξίας απεχώρησε του Ναού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. Ο εκ γενετής τυφλός
«Τις ήμαρτεν;» — «Ύπαγε νίψαι εις του Σιλωάμ την κολυμβήθραν». — Εν ημέρα Σαββάτου. — Ο άνθρωπος εξεταζόμενος παρά του Συνεδρίου. — Γίνεται αποσυνάγωγος. — Ο Ποιμήν ο Καλός και οι μισθωτοί ποιμένες.
Ή ενώ επέστρεφεν εκ του ναού μετά την αποτυχούσαν λιθοβόλησιν, ή το επόμενον Σάββατον, ενώ διέβαινεν, ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής.
Όλοι οι Ιουδαίοι ήσαν συνεισθισμένοι να θεωρώσι πάσαν ιδιαιτέραν ταλαιπωρίαν και παν πάθημα ως άμεσον επακολούθημα ιδιαιτέρας τινός αμαρτίας. Ίσως οι μαθηταί υπέθεσαν ότι οι λόγοι του Κυρίου προς τον παραλυτικόν τον οποίον είχε θεραπεύσει εις την κολυμβήθραν Βηθεσδά, ως και προς τον άλλον παραλυτικόν της Καπερναούμ, θα ηδύνατο να σημαίνωσι κύρωσιν της τοιαύτης γνώμης. Ερώτησαν άρα πώς συνέβη να γεννηθή τυφλός ο άνθρωπος. Μήπως οι γονείς του ήμαρτον; Μήπως αυτός; Η πρώτη υπόθεσις ήτο αδύνατος. Η δευτέρα σκληρά. Ευρίσκοντο άρα εις αμηχανίαν.
Εις τας ακάρπους χώρας τοιαύτης αγόνου θεωρίας, ο Κύριος δεν ηθέλησε να τους ακολουθήση, και ως πάντοτε, απεθάρρυνε την ροπήν προς κρίσιν επί των αμαρτιών των άλλων. «Ούτε ούτος ήμαρτεν, είπεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή το έργον του Θεού εν αυτώ. Εμέ δει εργάζεσθαι τα έργα του Πέμψαντός Με». Αυτός, το φως του κόσμου, έμελλεν εν μια στιγμή να διασκεδάση το σκότος του. Τότε έπτυσε χαμαί, έκαμε πηλόν με το πτύσμα, και επιχρίσας τους οφθαλμούς του τυφλού εκέλευσεν, «Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Ο άνθρωπος απήλθεν, ενίφθη, και ανέβλεψεν.
Ο σίελος του μη προσφάτως λύσαντος την νηστείαν επιστεύετο παρά τοις παλαιοίς ότι είχεν ιαματικήν δύναμιν διά τους ασθενείς οφθαλμούς, και πηλόν μετεχειρίζοντο ενίοτε προς ίασιν οιδημάτων επί των βλεφάρων. Αλλ' ότι τα όργανα ταύτα ουδαμώς παρέβλαψαν την λαμπρότητα του θαύματος είνε προφανές· και δεν έχομεν μέσον όπως αποφασίσωμεν εις τούτο, όπως και εις άλλας παραπλησίας περιστάσεις, διατί ο Κύριος ημών, όστις πολλάκις διά λόγου εθεράπευε, προέκρινεν άλλοτε να μετέρχηται βραδυτέρας και επιμελεστέρας μεθόδους προς διενέργησιν της υπερφυούς δυνάμεώς Του. Εις τούτο ουδέποτε απεκάλυψε τας αρχάς της δράσεως, αίτινες αναμφιβόλως επήγαζον από την ενδόμυχον γνώσιν των περιστάσεων, και από την διερεύνησιν των καρδιών εκείνων εφ' ων αι ιάσεις Του εγίνοντο. Δυνατόν να έπραττε με σκοπόν να διδάξη πλείονας αιωνίους αληθείας διά των επακολουθούντων συμβεβηκότων.
Σημειωτέον ότι η έκφρασις του Χριστού προς τους μαθητάς, «ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ», δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος εγεννήθη τυφλός επίτηδες όπως φανερωθή η δόξα του Θεού διά της ιάσεώς του. Το ί ν α εκφράζει συνέπειαν και όχι σκοπόν, έχει εκβατικήν, όχι τελικήν έννοιαν. Τούτο παρετήρησαν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος, ο θεοφύλακτος, και άλλοι. Και εκ της ερωτήσεως των μαθητών δε πρέπει να φαντασθώμεν ότι οι απλοϊκοί Γαλιλαίοι εγνώριζον το δόγμα της μετεμψυχώσεως, ή το ραββινικόν δόγμα περί προγενεθλίου αμαρτίας· ή την πλατωνικήν και αλεξανδριανήν φαντασίαν περί προϋποστάσεως· ή την νεωτερικήν θεωρίαν περί προληπτικής τιμωρίας δι' αμαρτίας προεγνωσμένας.
Όπως και αν έχη, εις την περίστασιν ταύτην ο τρόπος της ενεργείας του Σωτήρος ήγαγεν εις σοβαρά αποτελέσματα. Επειδή ο άνθρωπος ήτο γνωριμώτατος εις Ιερουσαλήμ ως τυφλός επαίτης διά βίου, και η εμφάνισίς του με την χρήσιν της οράσεως, επροξένησεν έξαψιν και ταραχήν, εδυσκολεύοντο όσοι κάλλιστα τον εγνώριζον να πιστεύσωσι την ιδίαν μαρτυρίαν του, ότι αυτός ήτο πράγματι ο τυφλός επαίτης όστις ήτο τόσον γνωστός εις αυτούς. Δεν ηδύναντο να συνέλθωσιν από την έκπληξίν των, και τον ηνάγκαζον να διηγήται και πάλιν να διηγήται την ιστορίαν της ιάσεώς του. Αλλ' η διήγησις αύτη ενεφύσα εις την έκπληξίν των νέον στοιχείον Φαρισαϊκής αγανακτήσεως· διότι και η ίασις αύτη είχε γείνη εν ημέρα Σαββάτου! Οι Ραββίνοι είχον απαγορεύσει εις πάντα άνθρωπον να χρίη και τον ένα των οφθαλμών του με πτύσμα εν Σαββάτω, παρεκτός εν κινδύνω θανάτου. Και ο Ιησούς, όχι μόνον επίχρισε και τους δύο οφθαλμούς του ανθρώπου, αλλ' ανέμιξε τον σίελον με χώμα! Τούτο, ως πράξις ελέους, ήτο εν βαθυτάτη συμφωνία προς αυτάς τας αφορμάς δι' ας το Σάββατον είχε θεσπισθή, και προς τα μαθήματα δι' ά ήτο προωρισμένον να είνε εις διηνεκές μαρτύριον. Αλλά το πνεύμα της στενής γραμματολατρίας και της δουλικής μικρολογίας και της ποσοτικής υπακοής — το πνεύμα το οποίον ήλπιζε να σωθή διά της αλεγβρικής εξισώσεως των καλών και κακών πράξεων — είχε προ πολλού εξευτελίσει το Σάββατον από της αληθούς ιδέας της θεσμοθετήσεώς του ως επιβλαβή δεισιδαιμονίαν. Το Σάββατον του Ραββινισμού, μεθ' όλης της ταπεινής δουλοπρεπείας του, ουδόλως ήτο το Σάββατον του φιλανθρώπου και αγίου νόμου του Θεού. Είχεν εκπέσει ως εκείνο το οποίον ο Παύλος αποτελεί π τ ω χ ι κ ό ν ήτοι επαιτικόν, σ τ ο ι χ ε ί ο ν.
Και οι Ιουδαίοι ούτοι ήσαν τόσον εμποτισμένοι με την μικρότητα αυτήν, ώστε έν μοναδικόν θαύμα ελέους εξήγειρεν εν αυτοίς όχι τόσην έκπληξιν και ευγνωμοσύνην, όσην φρίκην επί τη ολιγωρία της Σαββατικής δεισιδαιμονίας των. Επομένως έσπευσαν να προσαγάγωσι τον άνθρωπον ενώπιον των Φαρισαίων εν συμβουλίω. Τότε επηκολούθησεν η σκηνή την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναγράφει κατά τρόπον τόσον αμιμήτως γραφικόν εν τω θ' κεφαλαίω. Πρώτον ήλθε κατ' επανάληψιν η ερώτησις: Πώς συνέβη το πράγμα; ακολουθουμένη υπό της επανειλημμένης βεβαιώσεως ενίων εξ αυτών ότι ο Ιησούς δεν ηδύναντο να είνε εκ του Θεού, επειδή δεν ετήρει το Σάββατον· και της αποκρίσεως άλλων ότι το να ενδιατρίβωσιν εις την αθέτησιν του Σαββάτου εσήμαινεν, ότι παραδέχονται το θαύμα, και παραδεχόμενοι το θαύμα ανεγνώριζον κάπως το γεγονός ότι ο τελέσας τούτο δεν ηδύνατο να είνε κακοποιός οίον άλλοι τον περιέγραφον. Είτα, περιελθόντες εις αδιέξοδον, ηρώτησαν τον τυφλόν τίνα γνώμην είχε περί του ιατήρος του· κ' εκείνος, όστις δεν ήτο εμπεπλεγμένος εις τον πλημελή κύκλον των συλλογισμών των, απήντησε μετ' αφόβου ετοιμότητος ότι, «Προφήτης εστί».
Εν τω μεταξύ εκείνοι ενόησαν με ποίον χαρακτήρα είχον να κάμουν, και επιζητούντες πλαγίαν τινά θυρίδα δι' ης ν' αρνηθώσι το θαύμα, έστειλαν κ' εκάλεσαν τους γονείς του πρώην τυφλού. «Είνε αυτός ο υιός σας; Εάν ισχυρίζεσθε ότι εγεννήθη τυφλός, πώς γίνεται ότι τώρα βλέπει»; Ίσως ήλπιζον να εκπτοήσωσιν ή να δελεάσωσι τους γονείς τούτους εις άρνησιν της συγγενείας, ή εις αναγνώρισιν απάτης. Αλλά και οι γονείς επέμειναν εις την αλήθειαν, καίτοι μετά πανούργου δουλικότητος απέφυγαν να συναγάγωσι συμπεράσματα τα οποία θα τους εξέθετον εις δυσάρεστα επακόλουθα. «Ούτος βέβαια είνε ο υιός μας, και βέβαια εγεννήθη τυφλός· ως προς τα λοιπά δεν ειξεύρομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, και θα σας είπη».
Τότε — σχεδόν οικτείρει τις την πονηράν αμηχανίαν των — εστράφησαν πάλιν προς τον πρώην τυφλόν. Αυτός, καθώς και οι γονείς του, είξευραν ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ήσαν σύμφωνοι να εκδίδωσι το Χ ε ρ έ μ, ήτοι την από της Συναγωγής αποκήρυξιν, παντός όστις θα ετόλμα ν' αναγνωρίση τον Ιησούν ως τον Μεσσίαν· και οι Φαρισαίοι πιθανώς ήλπιζον ότι ούτος θα έσπευδε να ακολουθήση την συμβουλήν των, «Δος δόξαν τω Θεώ», τουτέστιν ν' αρνηθή ή να παραγνωρίση το θαύμα, και να δεχθή την υπαγόρευσίν των, ότι ο Ιησούς ήτο αμαρτωλός.
Αλλ' ο άνθρωπος ήτο κατεσκευασμένος εκ στερροτέρας μάζης ή οι γονείς του. Δεν επτοείτο από την εξουσίαν των, ούτε κατεβάλλετο υπό των ισχυρισμών των. Ανέπνεεν ελευθέρως εν τη λιπώδει ατμοσφαίρα της υπερτέρας αγιότητός των. «Η μ ε ί ς ο ί δ α μ ε ν, είχον ειπεί οι Φαρισαίοι, ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν». «Ει αμαρτωλός εστιν, απήντησεν ο άνθρωπος, ο υ κ ο ί δ α· έν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω». Τότε ήρχισαν πάλιν την κοπιώδη και ματαιόσχολον εξετασίν των. «Τι εποίησε σοι; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς;» Αλλ' ο άνθρωπος τους είχε βαρυνθή πλέον. «Είπον ήδη ημίν, και ου προσέχετε. Ίνα τι θέλετε πάλιν ακούειν; Μη και υμείς θέλετε μαθηταί Αυτού γενέσθαι;» Τολμηρά ειρωνεία αύτη· να ερωτά τις τους σεμνούς τούτους, τους επιτρεπτούς και λεπτολόγους Φαρισαίους, αν ήθελον να γείνωσι μαθηταί του Προφήτου του εκ Ναζαρέτ! Αυτός ο πρώην τυφλός ήτο άνθρωπος ανοικονόμητος! Αφού η εξουσία των, αι απειλαί, αι κολακείαι, ουδέν ίσχυσαν προς αυτόν, ήλθον εις τας ύβρεις. «Συ ει μαθητής Εκείνου· ημείς δε Μωσέως εσμέν μαθηταί· ημείς οίδαμεν ότι Μωσεί ελάλησεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστί». Παράδοξον, απήντησε, να μη γνωρίζητε τίποτε περί ανθρώπου όστις ετέλεσε θαύμα τοιούτον οποίον ούτε ο Μωυσής δεν ετέλεσε ποτέ· και γνωρίζομεν ότι ούτε Αυτός ούτε άλλος θα ηδύνατο να πράξη τούτο εάν δεν ήτο εκ Θεού». Πώς! Σκιαί του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ! είς τυφλός επαίτης, φύσει αμαθής, αιρετικός, ετόλμα να τους διδάξη, αυτούς! «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; — Και εποίησαν αυτόν αποσυνάγωγον».
Αλλ' ο Ιησούς δεν παρέβλεψε τον πρώτον ομολογητήν Του. Εύρε τον άνθρωπον, και λέγει αυτώ, «Πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;» — «Και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις Αυτόν;»
«Και εώρακας Αυτόν, και ο λαλόν μετά σου εστι».
«Πιστεύω, Κύριε, (είπεν ο άνθρωπος) και προσεκύνησεν Αυτώ».
Πρέπει να ήτο μικρόν μετά τον χρόνον τούτον ότι ο Κύριος ημών υπέδειξε την αντίθεσιν μεταξύ των διαφόρων αποτελεσμάτων της διδασκαλίας Του· τους μη ιδόντας ποτέ, τους έκαμνε να βλέπουν· και τους βλέποντες, τους έκαμνε τυφλούς. «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ελήλυθα ίνα μη βλέψαντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Οι Φαρισαίοι έτοιμοι πάντοτε να προκαλέσωσι λογομαχίας, ζηλότυποι και καχύποπτοι, ηρώτησαν: «Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί;» Η απάντησις του Ιησού υπήρξεν ότι εν τη φυσική τυφλότητι δεν δύναται να υπάρχη ενοχή, αλλ' εις εκείνους οίτινες μόνον προσκόπτουσιν εν τη τυφλώσει της εκουσίας πλάνης, η αξίωσις ότι βλέπουσι ποιεί αυτούς αυτοκατακρίτους.
Και όταν οι άρχοντες, οι διδάσκαλοι, οι οδηγοί, δεν βλέπωσι, πώς δύναται ο λαός να βλέπη;
Η σκέψις αύτη ευλόγως ήγαγεν Αυτόν εις την φύσιν των αληθών και των ψευδών διδασκάλων, την οποίαν ανέπτυξε και εξήγησεν εν τω ωραίω απολόγω (ημιπαραβολή και ημιαληγορία) των αληθών και των ψευδών ποιμένων. «Εγώ ειμι ο Ποιμήν ο Καλός, ο τιθείς την ψυχήν Αυτού υπέρ τον προβάτων». Το καλός είνε αμετάφραστον εις οιανδήποτε άλλην γλώσσαν. Σημαίνει εσωτερικήν αγαθότητα διαλάμπουσαν εν τω εξωτερικώ κάλλει. «Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν, φεύγει, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων, ότι μισθωτός εστι». Και πάλιν: «Εγώ ειμι η Θύρα· δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και είτα είπεν ότι, οικεία βουλήσει, θα θέση την ζωήν Του διά τα πρόβατα, της τε αυλής ταύτης και όλης της ποίμνης, και ότι, οικεία δυνάμει, θ' αναλάβη πάλιν αυτήν. Αλλά ταύτα τα θεία μυστήρια υπερέβησαν την κοινήν κατάληψιν· και οι μεν έλεγον ότι ήσαν μωρίαι δαιμονιζομένου μανιακού, οι δε μόνον παρετήρουν ότι δεν ωμοίαζον με λόγια δαιμονιζομένου, και ότι ο διάβολος δεν θα ήνοιγε τους οφθαλμούς του τυφλού.
Ούτω, με ολίγον καρπόν δι' αυτούς, εκτός του πικρού καρπού της οργής και του μίσους, ετελείωσεν η επίσκεψις του Ιησού εις την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Κ' επειδή η ζωή Του ήτο ήδη εις κίνδυνον, απεχώρησε και πάλιν εξ Ιερουσαλήμ εις την Γαλιλαίαν, προς βραχείαν επίσκεψιν, πριν αποχαιρετίση διά τελευταίαν φοράν την πάλαιαν κατοικίαν Του.
Η ομιλία του Χριστού περί του Καλού Ποιμένος προσείλκυε και κατεγοήτευε την φαντασίαν των πρώτων Χριστιανών. Μεταχειρίζονται ούτοι συχνά το σύμβολον μετά ποιητικής εξάρσεως εις τους κρυφούς και ανήλιους τόπους της λατρείας των. Οι θεολόγοι σπανίως την αναφέρουν. Ήτο πολύ απλή και μάλλον τρυφερά ή ώστε να παρέχη θέμα εις τας λεπτότητας της συστηματικής λογομαχίας. Αλλά το ευνοούμενον βιβλίον της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την β' εκατονταετηρίδα ήτο «ο Ποιμήν» του Ερμά, και παρά τοις πρώτοις Χριστιανοίς ο χαρακτήρ του Χριστού ως Καλού Ποιμένος ήτο γνωριμότατος. Ήτο «η τροφή της καθημερινής ζωής των· η ελπίς των κατά τας σκληροτάτας δοκιμασίας· η πίστις της πίστεώς των και ζωή της ζωής των».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. Χαίρειν τη Γαλιλαία
Τα μεταξύ της Σκηνοπηγίας και των Εγκαινίων. — Μέγα επεισόδιον εν τω Ευαγγελίω του Λουκά. — Χαρακτήρ του επεισοδίου. — Αποστολή των εβδομήκοντα. — Η σφαγή των Γαλιλαίων υπό του Πιλάτου. — Αυστηραί νουθεσίαι. — Η σκευωρία των Φαρισαίων. — «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη» — «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες».
Ευθύς μετά τα συμβεβηκότα τα αρτίως μνημονευθέντα, ο Ιωάννης διηγείται άλλο γεγονός, το οποίον συνέβη δύο μήνας ύστερον, κατά την χειμερινήν εορτήν των Εγκαινίων. Συμφώνως μ' ένα των σκοπών του κατ' αυτόν Ευαγγελίου, όστις ήτο να διηγηθή εκείνα τα έργα του Χριστού εν τη Ιουδαία, και ιδίως εν Ιερουσαλήμ, τα οποία οι Συνοπτισταί είχον παραλίπει, ουδέν λέγει περί μεσολαβούσης και τελευταίας επισκέψεως εις Γαλιλαίαν, ή εκείνων των τελευταίων οδοιποριών εις Ιερουσαλήμ, περί των οποίων εν μέρει οι άλλοι Ευαγγελισταί μας παρέχωσι τόσας πληροφορίας. Και όμως ότι ο Ιησούς πρέπει να επέστρεψεν εις Γαλιλαίαν γίνεται δήλον ου μόνον εκ των άλλων Ευαγγελιστών, αλλ' εκ της θέσεως των πραγμάτων και έκ τινων παρεμπιπτόντων γεγονότων εν αυτή τη αφηγήσει του Ιωάννου.
Είνε γνωστόν ότι έν όλον μέγα τμήμα εν τω κατά Λουκάν, από κεφ. θ', 51 έως κεφ. ιη', 15, αποτελεί έν επεισόδιον, εν τη Ευαγγελική αφηγήσει του οποίου πολλά συμβάντα ιστορούνται υπ' αυτού μόνον του Ευαγγελιστού, και εν ώ αι ολίγαι μνείαι του χρόνου και του τόπου δεικνύουσι βραδείαν και πανηγυρικήν πρόοδον από Γαλιλαίας εις Ιερουσαλήμ. Μετά την εορτήν των Εγκαινίων ο Κύριος απεχώρησεν εις την Πέραν του Ιορδάνου, άχρις ου εκλήθη εκείθεν διά του θανάτου του Λαζάρου· μετά δε την έγερσιν του Λαζάρου, έφυγεν εις Εφραΐμ· και ακολούθως μετέβη εις Βηθανίαν, έξ ημέρας προ του τελευταίου Πάσχα Του.
Η τελευταία αύτη επίσκεψις του Σωτήρος εις Γαλιλαίαν πρέπει να υπήρξε λίαν βραχεία, και φαίνεται να μη είχεν άλλο αντικείμενον ειμή την προπαρασκευήν διά την αποστολήν των Εβδομήκοντα, και τον εγκαινισμόν της οριστικής προκηρύξεως της βασιλείας του Χριστού καθ' όλον εκείνο το μέρος της Αγίας Γης, το οποίον υπήρξε μέχρι τούδε ολιγώτερον εξωκειωμένον προς τους λόγους και τα έργα Του. Αι οδηγίαι Του προς τους Εβδομήκοντα Αποστόλους εμπεριείχον τον τελευταίον αποχαιρετισμόν Του προς την Γαλιλαίαν, και η παροχή των οδηγιών εκείνων ίσως συνέπεσε χρονικώς με την αναχώρησίν Του. Αλλ' υπάρχουσι δύο άλλα συμβεβηκότα αναγραφόμενα εν τω ιγ' κεφαλαίω, τα οποία δυνατόν ν' ανήκωσιν εις την αυτήν βραχείαν διατριβήν, ήτοι το άγελμα περί σφαγής εν Γαλιλαία, και το μήνυμα όπερ ο Χριστός έλαβε περί των σχεδίων του Ηρώδου κατά της ζωής Του.
Η κατοικία του Ιησού κατά τας ολίγας ταύτας ημέρας φυσικά πρέπει να ήτο εις Καπερναούμ «Την ιδίαν πόλιν»· ενώ δε ητοιμάζετο εκεί προς πάνδημον αναχώρησιν, μέλλουσαν να μη έχη επιστροφήν, ήλθόν τινες και ανήγγειλαν Αυτώ νέας ταραχάς εξ εκείνων, οποίαι συχνά συνέβαιναν επί της πραιτωρείας Ποντίου Πιλάτου. Και ότι ολίγοι φιλοτάραχοι ζηλωταί πρέπει να κατεκόπησαν εις Ιερουσαλήμ υπό της ρωμαϊκής κουστωδίας, ήτο εις τους ταραχώδους εκείνους καιρούς γεγονός συνηθέστατον. Ο εύφλεκτος φανατισμός των Ιουδαίων κατά την εποχήν ταύτην, αι ανήσυχοι ελπίδες αίτινες συχνά τους εξήγειρον εις μανίαν εναντίον του Ρωμαίου άρχοντος, και αίτινες τους καθίστων έτοιμα θύματα παντός ψευδούς Μεσσίου, είχον καταστήσει αναγκαίαν την κατασκευήν του Πύργου της Αντωνίας, του ρίπτοντος την απειλητικήν σκιάν του επ' αυτού του Ναού. Ο Πύργος συνεκοινώνει με τον Ναόν διά κλιμάκων και βαθμίδων, ώστε οι Ρωμαίοι στρατιώται να δύνανται να τρέχωσι παραχρήμα, και καταστέλλωσι πάσαν έκρηξιν ταραχών συνήθη κατά τας εορτάς, όπως και τώρα συμβαίνει (9). Και εξ όλων των Ιουδαίων, οι Γαλιλαίοι, επειδή ήσαν οι πλέον εμπαθώς ευερέπιστοι, υπέκειντο υπέρ πάντας τούς άλλους εις κακοπαθείας εκ τοιούτων συγκρούσεων. Το δεινότερον το οποίον κατέπληξε τους αφηγητάς, δεν ήτο τόσον η σφαγή, όσον η περίπτωσις ότι το αίμα των σφαγέντων εν Ιερουσαλήμ Γαλιλαίων ανεμίχθη με το αίμα των ιερείων, των θυομένων εν τω Ναώ. Και οι κομίσαντες την είδησιν προς τον Ιησούν είχον, φαίνεται, μεγάλην φιλοπραγμοσύνην να μάθουν τίνα πρέπει να ήταν τα εγκλήματα, τα οποία επήνεγκον τόσον τραγικόν το τέλος των προσκυνητών εκείνων.
«Νομίζετε, είπεν ο Κύριος, ότι οι Γαλιλαίοι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί παρά πάντας τους Γαλιλαίους, όπως τοιαύτα πάθωσι; Σας λέγω, όχι· αλλ' εάν μη μετανοήσητε, όλοι ομοίως θ' απολεσθήτε». Και τότε ανέμνησεν αυτούς άλλο πρόσφατον παράδειγμα αιφνιδίου θανάτου, ότε ο Πύργος του Σιλωάμ πεσών κατεθρυμμάτισε δέκα και οκτώ ανθρώπους τυχόντας εκεί. Και τους είπεν ότι, όχι μόνον εκείνοι οι ταλαίπωροι δεν ήσαν εκτάκτως κακοποιοί, αλλ' όλοι, εάν μη μετανοήσωσιν, όμοιον όλεθρον θα πάθωσιν. Αναμφιβόλως ο Ιησούς ήθελε να διδάξη το μάθημα, ότι τα δυστυχήματα της ζωής εις όλους τους αμαρτωλούς κατά τόπους και χρόνους συμβαίνουσιν, αλλ' εκτός τούτου όλοι θα λάβωσιν εν καιρώ κατά τα έργα αυτών. Αλλ' οι λόγοι του είχον και ιδιαιτέραν προφητικήν έννοιαν και το ξίφος του Τίτου έμελλε να θερίση, μετ' ολίγας ενιαυτών δεκάδας, την γενεάν των θεοκτόνων και τα τέκνα αυτών.
Όσον βραχεία και αν ήτο η διατριβή του Ιησού εις την παλαιάν κατοικίαν Του, οι εχθροί Του ηνυπομόνουν να την καταστήσωσιν έτι βραχυτέραν. Εφοβούντο, είχον βαρυνθή τον Κύριον της Ζωής. Αλλ' όμως δεν ετόλμων φανερά να ομολογήσωσι τα αισθήματά των. Οι Φαρισαίοι ήλθον προς Αυτόν εν επιπλάστω μερίμνη περί της ασφαλείας Του, και είπον: «Έξελθε, και αναχώρησον εντεύθεν· ότι Ηρώδης ζητεί αποκτείναί Σε».
Αλλ' η απάντησις του Ιησού ήτο υπερόχως ατάραχος: «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη, ιδού, Εγώ εκβάλλω δαιμόνια και εργάζομαι ιάσεις σήμερον και αύριον, και τη τρίτη τελειούμαι». Και είτα προσθέτει εν πλήρει εμπιστοσύνη ασφαλείας μεμιγμένη μετ' ειρωνείας πικράς, «Αλλά πορευθήσομαι εις την οδόν Μου σήμερον, και αύριον και την ημέραν την επομένην· ότι ουκ εστι Προφήτην έξω της Ιερουσαλήμ αποκτανθήναι». Και ίσως κατά την θλιβεράν ταύτην κρίσιν να εταλάνισεν, ως και ύστερον, την πόλιν την ερυθράν εκ του αίματος των προφητών — ω, πόσον θαυμασίως η προφητεία εκείνη επληρώθη! Πόσον δε τρυφερά είνε η εικών της όρνιθος επισυναγούσης τους νεοσσούς υπό τας πτέρυγας αυτής — «και ουκ ηθελήσατε. Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».
Η μικρά σκευωρία των Φαρισαίων τούτων απέτυχεν. Είτε ο Ηρώδης πράγματι έτρεφεν αόριστον σκοπόν να θανατώση τον Ιησούν, καθώς είχε θανατώσει τον συγγενή Αυτώ Ιωάννην, είτε η φήμη ήτο απλή επίνοια, ο Ιησούς την εθεώρησε μετ' αδιαφορίας. Ό,τι και αν εσχεδίαζεν ο Ηρώδης, η ιδία Αυτού πρόθεσις ήτο να συμπληρώση την βραχείαν διατριβήν Του εν Γαλιλαία εις τον πρέποντα καιρόν και όχι πρότερον. Μία ή δύο ημέρας έμενον έτι εις Αυτόν, καθ' ας θα εξηκολούθει να εκτελή τα έργα του ελέους Του επί πάντας τους ζυτούντας Αυτόν· μετά τούτο, ο χρόνος θα ήρχετο ότε θα ανεχώρει διά τελευταίαν φοράν από τον τόπον ένθα διήλθε την νεότητά Του, και θα έστρεφε το πρόσωπόν του ευσταθώς προς την Ιερουσαλήμ. Έως τότε, (ούτω πρέπει να είπωσι προς τον πανούργον κύριον των μεθ' ου αυτοί ωμοίαζον) ήτο υπό προστασίαν και άσυλον, το οποίον ούτε η πονηρία αυτών ούτε η σκληρότης του αυθέντου των ηδύνατο να παραβιάση.
Και αξίως απένειμεν εις Ηρώδην τον Αντίπαν την μόνην λέξιν της αμιγούς περιφρονήσεως, ήτις μνημονεύεται ότι διήλθέ ποτε τα χείλη Του. Εάν ποτε υπήρξεν άνθρωπος άξιος περισσής και δαψιλούς περιφρονήσεως, ούτος ήτο ο φαύλος και επίορκος ηγεμονίσκος, ο κίβδηλος προς την θρησκείαν, κίβδηλος προς το έθνος του, κίβδηλος προς τους φίλους, κίβδηλος προς τους αδελφούς του, κίβδηλος προς την γυναίκα του, εις τον οποίον ο Ιησούς έδωκε το όνομα «η αλώπηξ αύτη». Αι απάνθρωποι κακίαι των Καισάρων αντανεκλώντο εις τους μικρούς τούτους Νερωνίσκους και Καλιγουλίσκους των επαρχιών, εις τους επιχωρίους τούτους τυράννους, τους ημιιδουμαίους και ημισαμαρείτας, οίτινες επιθήκιζον την χειρίστην διαφθοράν του Καισαρισμού εις ον ώφειλον αυτήν την ύπαρξίν των.
Αν η «αλώπηξ αύτη» ήκουσέ ποτε τον τρόπον καθ' ον τον εχαρακτήρισεν ο Κύριος αγνοούμεν. Εν τη ζωή δεν συνηντήθησαν ειμή την πρωίαν της Σταυρώσεως, ότε ο Αντίπας εξέσπασε κατά του Ιησού τους χλευασμούς του. Αλλά νυν ο Ιησούς συνεπλήρωσε το τελευταίον έργον Του εν Γαλιλαία. Συνεκάλεσε τους οπαδούς Του, και εξ αυτών εξέλεξεν εβδομήκοντα όπως προετοιμάσωσι την οδόν Του. Ο αριθμός των ήτο πιθανώς συμβολικός (λέγουσί τινες ότι αντεστοίχουν εις τα εβδομήκοντα έθνη, εις όσα ο κόσμος διηρέθη, ως λέγεται, κατά την σύγχυσιν των γλωσσών εν τω Πύργω της Βαβέλ), και η αποστολή τοσούτων όπως απέλθωσι προ Αυτού ανά δύο και δύο, και προπαρασκευάσωσι διά την άφιξίν Του εις πάσαν πόλιν ην προυτίθετο να επισκεφθή, υποδηλοί διά την τελευταίαν ταύτην πορείαν άπειρον δημοσιότητα. Αι οδηγίαι όπως έδωκεν αυτοίς πολύ ωμοίαζον μ' εκείνας ας είχε δώσει προς τους Δώδεκα· και διαφέρουσι μόνον κατά την βραχύτητα, επειδή αναφέρονται εις μάλλον παροδικόν διακόνημα. Παρέλιπε τον νυν περιττόν περιορισμόν περί μη επισκέψεως των εθνικών και των Σαμαρειτών· και ίσως απένειμεν αυτοίς ολιγώτερον δαψιλή την θαυματουργόν δύναμιν. Η απαγόρευσις του προσαγορεύειν τινά καθ' οδόν είνε παροιμιώδης περί πάσης εσπευσμένης αποστολής, και προήρχετο εκ τούτου, ότι οι χαιρετισμοί των Ασιανών είνε πολύ μακρότεροι και διεξοδικώτεροι από τους παρ' ημίν συνήθεις. Αι οδηγίαι Του αποπνέουσι προσέτι θλιβερώτερον τόνον, εμπνεόμενον από την πείραν της συνεχούς απορρίψεως.
Και τώρα ήλθεν ο καιρός δι' Αυτόν ν' αναχωρήση, και ν' αναχωρήση εν θλίψει. Άφηνεν εν τούτοις πιστάς τινας καρδίας όπισθέν του, αλλά πόσον ολίγας! Η Γαλιλαία Τον είχεν απορρίψει, ως η Ιουδαία τον απέρριψεν. Επί της μιας όχθης της λίμνης ην ηγάπα, όλος ο όχλος Τον είχε παρακαλέσει ν' αναχωρήση από τα μέρη των· επί της ετέρας, μάτην είχον προσπαθήσει να πικράνωσι τας τελευταίας παρ' αυτοίς ημέρας Του δι' αθλίας σκευωρίας όπως τον τρομάξωσι να φύγη. Εις Ναζαρέτ, την τερπνήν ορεινήν κώμην των παιδικών ημερών Του, εις Ναζαρέτ, την πλήρη από τας αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας Του και της εστίας της πανάγνου Μητρός Του, είχον ζητήσει να τον κατακρημνίσωσιν από την οφρύν του βουνού. Και εις Χοραζίν, εις Καπερναούμ, και εις Βηθσαϊδά, επί των παραδεισίων εκείνων οχθών της αργυράς λίμνης, εις την τερπνοτάτην πρασίνην πεδιάδα, της οποίας πάντα αγρόν είχε διέλθη μετά των Αποστόλων Του, εκτελών έργα ελέους και εκφέρων λόγους αγάπης, κ' εκεί ακόμη έστεργον τους κεκονιαμένους τάφους της Φαρισαϊκής σεμνοπροσωπίας, και τους κενούς τύπους της λευιτικής παροδόσεως, καλλίτερον παρά το φως και την ζωήν ήτις προσεφέρετο αυτοίς υπό του Υιού του Θεού. Ετρέφοντο με σποδόν· και η καρδία των πλανηθείσα διέστρεψεν αυτούς. Εις πολλάς μεγάλας πόλεις της αρχαιότητος, εις την Νινευή και την Βαβυλώνα, εις την Τύρον και την Σιδώνα, επί των Σοδόμων και της Γομόρρας είχεν επιπέσει η οργή του Θεού· αλλά και αυτή η Νινευή και η Βαβυλών θα εταπείνουν τας πομπώδεις ειδωλολατρείας των, αυτή η Τύρος και Σιδών θα επεστρέφοντο εκ των αρπακτικών ματαιοτήτων των, αυτά τα Σόδομα και η Γόμορρα θα μετενόουν από των ρυπαρών ακαθαρσιών των, εάν είχον ιδεί τα κραταιά έργα τα γενόμενα εις τας πολίχνας ταύτας και τας κώμας της θαλάσσης της Γαλιλαίας. Και διά τούτο, Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! και εις σε, Καπερναούμ, την «ιδίαν πόλιν» Του, ουαί και τρις ουαί!
Με τοιούτους στοχασμούς εν τη καρδία, και τοιαύτας λέξεις εις τα χείλη Του, απεχώρησεν από της σκηνής του απορριφθέντος κηρύγματός Του· και επί πάσαν την χώραν ταύτην, και μάλιστα επί του μέρους εκείνου, το ουαί έπεσε. Εκλεκτή ακόμη την καλλονήν, είνε έρημος και κινδυνώδης την κατάστασιν. Τα πετεινά του ουρανού κελαδούσιν ακόμη εκεί, και οι ρύακες ρέουσι, και η γη χλοάζει· αλλ' αι άμπελοι και οι κήποι εξέλιπον, οι στολίσκοι και τα αλιευτικά πλοιάρια έπαυσαν να διασχίζωσι την λίμνην, ο βόμβος ο ανθρώπινος και η τύρβη εσίγησε. Τα ονόματα και αι τοποθεσίαι των πόλεων ελησμονήθησαν. Ερημικός φοίνιξ πλησίον σειράς τινος καλυβών σημειοί τον τόπον και αναμιμνήσκει το όνομα της πολίχνης, όπου έζη η μετανοούσα εκείνη αμαρτωλός, ήτις ένιψέ ποτε του Χριστού τους πόδας διά των δακρύων της και απέμαξεν αυτούς διά των τριχών της κεφαλής της.
Και η γενεά ήτις Τον απέρριψιν, ήτο καταδικασμένη ν' αναπολήση εν αγωνία τας μακαρίας εκείνας ημέρας της επί γης παρουσίας του Υιού του Θεού. Τριάκοντα έτη μόλις παρήλθον, και ο τυφών της Ρωμαϊκής εισβολής ενέσκηψεν επί την τερπνήν εκείνην χώραν. Και όστις θέλη, ας αναγνώση εις τον Ιώσηπον τας φρικωδεστάτας λεπτομερείας των ανηκούστων εκείνων συμφορών, αίτινες επανειλημμένως απέσπασαν από του Εβραίου ιστορικού την ομολογίαν, ότι, αναντιρρήτως, ο Θεός ήτο όστις έφερε τους Ρωμαίους διά να τιμωρήσωσι τους Γαλιλαίους. Εκ των χιλιάδων εκείνων των σφαγέντων εντός της λίμνης, εκ των χιλιάδων και μυριάδων των σφαγέντων ανά την χώραν, εκ των χιλιάδων των σταλέντων να βοηθήσωσι τον Νέρωνα εις την διόρυξιν του Ισθμού του Άθω, εκ των μυριάδων των εξανδραποδισθέντων και ως δούλων πραθέντων, πόσοι άρα ήσαν οίτινες να ενθυμήθησαν τότε Εκείνον ον απώθησαν, και ν' ανεπόλησαν ότι το τέλος των χαριτοβρύτων λόγων όσα εξήλθον εκ του στόματός Του ήτο εκείνο το ο υ α ί, το οποίον η σκληροτραχηλία των προυκάλεσε!
Δεν ηδύναντο ειμή να είνε θλίψις εις τοιαύτην αναχώρησιν από τοιαύτης σκηνογραφίας. Και όμως το θείον πνεύμα του Ιησού δεν ηδύνατο επί μακρόν να κυριεύηται υπό καταναλισκούσης θλίψεως. «Εν εκείνη τη ώρα ηγαλλιάσατο ο Ιησούς τω πνεύματι». Και είπεν. «Εξομολογούμαι Σοι, Πάτερ, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις· ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν Σου». Και τότε, εν αυτή τη ώρα της χαρμονής και της εκστάσεως, εξεστόμισε τας τρυφερωτάτας εκείνας λέξεις τας εξενεχθείσας ποτέ εν γλώσση ανθρωπινή, ως πρόσκλησιν του Θεού προς τα τέκνα Του εν τη πασχούση οικογενεία της ανθρωπότητος, «Δεύτε προς Με οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς, και μάθετε απ' Εμού ότι πράος ειμι, και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».
Και αν η αληθής χαρά πρέπει να είνε αυστηρά και αγνή και αμιγής και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού. Τους προέτρεψε δε μάλλον διότι τα ονόματά των ενεγράφησαν εν τοις ουρανοίς.
Προσέτι δε εχάρη τω πνεύματι διότι απορριφθείς υπό των Γραμματέων και Φαρισαίων, ηγαπάτο και ελατρεύετο υπό τελωνών και αμαρτωλών. Οι πτωχοί τους οποίους ευηγγελίζετο, οι τυφλοί ων τους οφθαλμούς είχεν έλθη ν' ανοίξη, οι ασθενείς τους οποίους είχεν έλθει ν' ιατρεύση, οι απολωλότες τους οποίους αποστολήν είχε να ζητήση και να σώση, όλοι ούτοι συνέρρεον μετ' εγκαρδίου ευγνωμοσύνης προς τον Καλόν Ποιμένα, τον Μέγαν Ιατρόν. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, ως συνήθως, εγόγγυζον, αλλά τι τούτο προς τους χαίροντας ακροατάς; Προς τους κοπιώντας και πεφορτισμένους ελάλει εν πάση ποικίλη μορφή ελπίδος, ευλογίας και παραμυθίας. Διά της παραβολής της Πτωχής Χήρας τους εδίδαξε το χρέος της πίστεως και το βέβαιον της αμοιβής εις την άπαυστον και ένθερμον προσευχήν. Διά της παραβολής του αλαζόνος, ευυπολήπτου, νηστεύοντος, ελεούντος, αυτάρκους Φαρισαίου, όστις ανελθών ίνα προσευχηθή εις το Ιερόν, απήλθεν οίκαδε ολιγώτερον δεδικαιωμένος ή ο ταλαίπωρος Τελώνης, όστις μίαν μόνον κραυγήν εξέπεμπεν ενώ ίστατο τύπτων το στήθος και ταπεινών τους οφθαλμούς, τους εδίδαξεν ότι ο Θεός καλλίτερον αγαπά την εν ταπεινώσει μετάνοιαν ή την κομπάζουσαν αγαθοεργίαν, και ότι πνεύμα συντετριμμένον και καρδία τεταπεινωμένη είνε κρείττων θυσία εις τον Θεόν. Ου μόνον δε τούτο, αλλά τους έκαμε να αισθανθώσιν ότι είνε προσφιλείς τω Θεώ, ότι, καίτοι πλανώμενα τέκνα, είνε τέκνα Του. Και διά τούτο εις τας παραβολάς του Απολωλότος προβάτου και της Απολομένης Δραχμής επιπροσέθηκε την του Ασώτου υιού.
Είπον ήδη ολίγα περί της παραβολής ταύτης, αλλά θα μοι συγχωρηθή να προσθέσω ενταύθα ότι, ουδέποτε βεβαίως εν τη ανθρωπίνη γλώσση τοσούτος και τοιούτος θησαυρός, ή μάλλον κόσμος ολόκληρος αγάπης, σοφίας και τρυφερότητος συνεπτύχθη εις τόσον ολίγας αθανάτους λέξεις. Εκάστη γραμμή, εκάστη απόχρωσις της εικόνος είνε έμπλεως υπερφυούς καλλονής. Η τολμηρά και κενόδοξος απαίτησις του πτωχού νέου δι' ό,τι θα ηδύνατο ν' απολαύση εκ της ζωής, η από της πατρώας οικίας αναχώρησις, η εις μακράν χώραν αποδημία, ο βραχύς σπασμός της απολαύσεως εκεί, ο ισχυρός λιμός εν τη χώρα εκείνη, η πρόωρος εξάντλησις παντός ό,τι θα ηδύνατο να καταστήση την ζωήν ευγενή και αγαστήν, η επακολουθήσασα άβυσσος του εξευτελισμού και της πτωχείας, η περιφρονητική ολιγωρία την οποίαν ηναγκάζετο να υποφέρη παρά των πολιτών της χώρας την οποίαν είχε προκρίνει της ιδίας πατρίδος του, το πώς ήλθεν εις εαυτόν και ανελογίσθη παν ό,τι είχεν αφήσει οπίσω του, η επάνοδος η εν συντριβή καρδίας και εν ταπεινώσει και μετανοία, το πώς ο πατήρ του τον είδε μακρόθεν και πώς κατενύγη και ευσπλαγχνίσθη επί τον πτωχόν τούτον άσωτον, η θορυβώδης χαρά της όλης οικίας επ' αυτώ όστις ήτο αγαπητός και απολωλώς και είχεν επανέλθη νυν εις την εστίαν, η άδικος ζηλοτυπία και το ευτελές παράπονον του πρεσβυτέρου υιού, και τέλος η κατακλείς εκείνη της παραβολής, ως εν υψηλή μελωδία:
«Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και τα εμά πάντα σα εστι. Ευφρανθήναι δε και χαρήνει έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»· όλα ταύτα όντως είνε θεία τις επιτομή της πλάνης του ανθρώπου και της αγάπης του Θεού, οποίαν ουδέ ους ανθρώπου ήκουσέ ποτε αλλαχού. Βάλετε από το έν μέρος της πλάστιγγος όλα όσα ο Κομφύκιος, ο Βούδδας, ο Ζωροάστρης και ο Σωκράτης έγραψαν ή είπαν, βάλετε από το άλλο μέρος μόνην την παραβολήν του Ασώτου, και θα ίδητε πού θα βαρύνη η πλάστιγξ. Η παραβολή αύτη είνε η θεία προσαρμογή εις τας ανάγκας του ανθρώπου.
Ούτως η μεγάλη πορεία επλησίαζε βαθμηδόν εις το τέρμα της. Η φοβερά επισημότης, η σκιά, ούτως ειπείν, της επερχομένης καταδίκης, το υπονοούμενον «πολύ αργά», χαρακτηρίζουσι την αφήγησιν ταύτην ην διετήρησεν ημίν μόνος ο ιερός Λουκάς. Φαίνεται ως ν' ακούωμεν απ' αρχής μέχρι τέλους έν ημιτόνιον της βαθείας εκείνης περιπαθείας την οποίαν είχεν εκφράσει ο Χριστός: «Έχω βάπτισμα βαπτισθήναι· και πώς κωλυθήσομαι έως αν πληρωθή τούτο». Ήτο λύπη δι' όλην την διακοπείσαν ειρήνην και την οργίλην αντίδρασιν την οποίαν το έργον Του θα επροκάλει επί της γης, και το αίσθημα ότι ήτο παρασκευασμένος να βαπτισθή (ήτοι να βυθισθή) εις την εκούσιον αγωνίαν της ήδη εξαναφθείσης φλογός. Και τούτο φαίνεται να εξέπληξε τα πνεύματα όλων των ακουόντων Αυτού. Ούτοι είχον προσδοκίαν, έμφοβον ή χαρμόσυνον κατά την κατάστασιν της ιδίας συνειδήσεώς των, μεγάλου τινός. Νέα τις φανέρωσις, αποκάλυψις διαλογισμών εκ καρδιών ανθρώπων, επέκειτο ήδη. Τέλος οι Φαρισαίοι έλαβον θάρρος να Τον ερωτήσωσι, «Πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού;» Υπήρχεν ανυπομονησία και υλοφροσύγη τις, ίσως και δόσις σαρκασμού, εις το ερώτημα, ωσανεί έλεγον, «Πότε όλον το κήρυγμα και η προπαρασκευή αύτη λαμβάνει πέρας, και ο καιρός της ενεργείας έρχεται;» Η απόκρισίς Του, ως συνήθως, υπεδείκνυεν ότι η άποψίς των ήτο όλως σφαλερά. Η έλευσις της βασιλείας του Θεού δεν ηδύνατο να εξακριβωθή διά της περιέργου εκείνης επισκοπήσεως εις ην επεδίδοντο ούτοι. Ψευδόχριστοι και ψευδοδιδάσκαλοι δυνατόν να έκραζον «ίδε ώδε» και «ίδε εκεί», αλλ' η βασιλεία αύτη ήτο ήδη εν τω μέσω αυτών. Η απάντησις αύτη ήρκει διά τους Φαρισαίους, αλλά προς τους μαθητάς Του προσέθηκε ρήματα εμπερικλείοντα την πληρεστέραν εξήγησιν. Και αυτοί εντελώς δεν κατενόουν ότι η βασιλεία είχεν έλθει ήδη. Οι οφθαλμοί των ητένιζον εις τα εμπρός εν απλήστω προσδοκία ενδόξου τινός μέλλοντος· αλλ' εις το μέλλον, όσον ένδοξον και μονήρης, πόσον άφατος και άρρητος και ανεκλάλητος πρέπει να ήτο η χαρά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, όστις ήλθε ίνα δώση εις πάντας τους αγαπώντας Αυτόν, από του νυν και έως του αιώνος, χαράν ην «ουδείς αίρει απ' αυτών», χαράν ην ο κόσμος ούτε να δώση ούτε ν' αφαιρέση δύναται!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. Τα καθ' οδόν
Αγροικία των Σαμαρειτών. — Το πάθημα των Υιών της Βροντής. — Επιτίμησις του Ιησού. — Πέραν του Ιορδάνου. — Οι Δέκα Λεπροί. — Η αχαριστία. — «Οι δε εννέα πού;»
Οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν την ακριβή οδόν την οποίαν έλαβεν ο Ιησούς ως απήλθε της Γενησαρέτ. Αλλ' επειδή πιθανώς απέφυγε την Ναζαρέτ, με τας βαθέως ευτυχείς και βαθέως θλιβεράς αναμνήσεις της, δυνατόν να διέβη την γέφυραν της μεσημβρινής άκρας της λίμνης, και ούτω να έφθασεν εις την πεδιάδα Εσδραελών, αφού δε διέτρεξε ταύτην, θα έφθασεν εις την σειράν των ορέων την αποτελούσαν το βορεινόν όριον της Σαμαρείας. Παρά τους πρόποδας της πρώτης ανωφερείας τούτων κείται η πολίχνη Εγγανίν, ήτοι Κρήνη Κήπων. Τούτο θα ήτο το πρώτον Σαμαρειτικόν χωρίον εις το οποίον θα έφθασε, κ' εκεί, ως φαίνεται, έστειλε δύο αποστόλους του να ετοιμάσωσι δι' Αυτόν. Κατά τους μεν οι δύο ούτοι ήσαν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οίτινες και θα ησθάνοντο ζωηρότερον την προσβολήν της απορρίψεώς Του. Οι κάτοικοι του χωρίου (οίτινες μέχρι της σήμερον διακρίνονται επί αφιλοξενία, κατά τας μαρτυρίας των περιηγητών) απέσχον να δεχθώσιν Αυτόν. Προηγουμένως, όταν διήλθε διά της Σαμαρείας μεταβαίνων εις τα βόρεια, εύρε τους Σαμαρείτας ου μόνον προθύμους να δεχθώσιν, αλλά φιλοτιμουμένους να παρατείνωσι την παρουσίαν Του παρ' αυτοίς, και απλήστως έχοντας όπως ακούσωσι τους λόγους Του. Αλλά τώρα αι περιστάσεις διέφερον. Πρώτον Αυτός επορεύετο νυν προς την πόλιν την οποίαν εμίσουν και τον Ναόν τον οποίον κατεφρόνουν, και δεύτερον συνοδεύετο, ουχί υπ' ολίγων Αποστόλων, αλλ' υπό μεγάλου πλήθους, οίτινες Τον προέπεμπον ως Προφήτην και Μεσσίαν. Αν το Γαριζίν και όχι η Ιερουσαλήμ ήτο το τέρμα της πορείας Του, το πράγμα πολύ θα διέφερε δι' αυτούς, αλλά τώρα εξήπτετο το μίσος των κατά των Ιουδαίων. Και αν τοιαύτα ήσαν τα αισθήματα του Εγγανίμι, δήλον κατέστη ότι κίνδυνος και ανωφελής προσπάθεια θα ήτο πάσα απόπειρα όπως διέλθη διά του κέντρου της Σαμαρείας. Ο Ιησούς άρα μετέβαλε τον δρόμον Του, και επέστρεψε πάλιν προς την κοιλάδα του Ιορδάνου. Απορριφθείς εν Γαλιλαία· αποκρουσθείς εν Σαμαρεία, άνευ γογγυσμού κατεύθυνε τα βήματά Του προς την Περαίαν.
Αλλ' η βαθεία αποθάρρυνσις η εκ της αρνήσεως ταύτης του να δεχθώσιν Αυτόν ανεμίχθη εις το πνεύμα του Ιακώβου και του Ιωάννου με σφοδράν αγανάκτησιν. Έμπλεοι λοιπόν των ελπίδων της βασιλείας του Μεσσίου, ήτις επίστευον ότι νυν ήτο εις ακμήν ν' ανακηρυχθή, οι δύο αδελφοί επεθύμησαν να ίδωσι μίαν εκδίκησιν εξ ουρανού, όπως ούτω στερεωθή, η πίστις των οπαδών, η αρξαμένη ν' αποθαρρύνεται έκ τοιαύτης αμέσου απωθήσεως. «Κύριε, θέλεις προστάξωμεν του κατελθείν πυρ εξ ουρανού, και καταναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;» Τι το άπορον, λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος, αν οι Υιοί της Βροντής κεραυνούς επεζήτουν; Και αυτή η φλέγουσα ορμητικότης των εφαίνετο να ευρίσκη δικαιολογίαν ου μόνον εν το παραδείγματι του Ηλιού, αλλ' εν τη συγκυρία ότι το γεγονός εν αυτή τη Σαμαρεία συνέβη. Ήτο άρα αναγκαιότερον προς προσωπικήν υπεράσπισιν ενός Προφήτου ή προς διεκδίκησιν της τιμής του Μεσσίου και των συνοδών Αυτού; Αλλ' ο Ιησούς στραφείς επετίμησεν αυτοίς. Ο ουρανός του Θεού εχρησίμευε δι' άλλα πράγματα ή διά κεραυνούς. «Ουκ οίδατε υμείς, είπε, τίνος πνεύματός εστε.» Δεν είχον κατανοήσει την διαφοράν ήτις εχώριζε το Σινά και το Καρμήλιον όρος από το Θαβώρ και τον Γολγοθάν. Αυτός είχεν έλθη ίνα σώση, ουχί ίνα απολέση· και αν τινές ήκουον τους λόγους Του και δεν επίστευον, Αυτός δεν τους έκρινε. Και ούτω, χωρίς έν ρήμα οργής, απήλθεν εις άλλην κώμην· και αναντιρρήτως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όστις εν τω μεταξύ είχε γνωρίσει τίνος πνεύματος ήτο, ανεπόλησε τους λόγους τούτους του Χριστού, όταν συναπήλθε μετά του Πέτρου εις Σαμάρειαν, όπως στηρίξη τους προσηλύτους, και απονείμη εις αυτούς το δώρον του Αγίου Πνεύματος.
Ίσως ήτο κατά την περίστασιν ταύτην (διότι βεβαίως ουδεμία ευκαιρία θα ήτο προσφορωτέρα ή η δοθείσα εκ της ταχείας ταύτης και βαναύσου αποπομπής) ότε ο Ιησούς, στραφείς προς τα πλήθη, τα οποία Τον συνώδευον, απήγγειλε προς αυτά την ομιλίαν εν η ενοθέτει αυτά ότι όλοι όσοι θέλουν να γείνωσι μαθηταί Του οφείλουν να έλθωσι προς Αυτόν χωρίς να περιμένουν αμοιβάς επιγείους, αλλά να περιμένουν αποξένωσιν από του κόσμου και εναντίωσιν. Οφείλουν να εγκαταλίπωσιν εν ανάγκη πάντα γήινον δεσμόν, να λάβωσι δε τον σταυρόν και να Τον ακολουθήσωσι. Παράδοξος γλώσσα, της οποίας την πλήρη σημασίαν ύστερον μόνον έμαθον εκείνοι! Καλλίτερον να μη Τον ακολουθήσωσι, παρά να Τον ακολουθήσωσι χωρίς να είνε παρεσκευασμένοι εις την πλήρη θυσίαν των εγκοσμίων. «Ουδείς δύναται Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».
Επειδή και η Γαλιλαία και η Σαμάρεια εκλείσθησαν ήδη εις Αυτόν, εξηκολούθησε τον δρόμον Του εις την Πέραν του Ιορδάνου χώραν. Εκεί συγκινητικώτατον γεγονός συνέβη. Εις τα περίχωρα μιας κώμης, θλιβερά, παραπονετική κραυγή έπληξε τα ώτα Του, και αναβλέψας είδε δέκα ανθρώπους λεπρούς, ηνωμένους εν κοινότητι θανασίμου ταλαιπωρίας. Ούτοι ευρίσκοντο μακράν έξω, διότι δεν ετόλμων να πλησιάσωσιν, επειδή η προσέγγισίς των ήτο μίασμα, και ήσαν υπόχρεοι να ειδοποιώσιν όλους τους πλησίον ερχομένους, διά της σπαραξικαρδίου κραυγής. Τ α μ έ, Τ α μ έ! (Ακάθαρτος! ακάθαρτος!) Ενυπήρχέ τι εις τον ζωντανόν εκείνον θάνατον της λεπρότητος, το οποίον πάντοτε φαίνεται ότι εκίνει την καρδίαν του Κυρίου εν ακαρεί εις συμπάθειαν. Και ποτέ τούτο δεν συνέβη ζωηρότερον παρά τώρα. Μόλις ήκουσε την ελεεινήν κραυγήν των, «Ιησού, Διδάσκαλε, σπλαγχνίσθητι εφ' ημάς»» και, χωρίς να σταματήση σχεδόν ή να τους πλησιάση εγγύτερον, έκραξε μεγαλοφώνως προς αυτούς. «Υπάγετε, δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Εκείνοι εγνώριζον την σημασίαν του προστάγματος τούτου, εγνώριζον ότι τους παρήγγελλε να τρέξουν να ζητήσουν από τον ιερέα την αναγνώρισιν της ιάσεώς των, εις πίστωσιν της επανορθώσεώς των εις παν έθος και προνόμιον του ανθρωπίνου βίου. Ήδη εις τον ήχον της κραταιάς εκείνης φωνής, ησθάνθησαν ρεύμα υγιούς ζωής, ανακτηθείσης ρώμης, και καθαρωτέρου αίματος σφύζοντος εις τας φλέβας των και καθώς εβάδιζον ήσαν καθαρισμένοι ήδη.
Φοβερώτατον δεινόν είνε η νόσος εκείνη, και άμετρος ήτο η ευεργεσία η γενομένη υπό του Χριστού εις εκείνους τους πάσχοντας. Θα ενόμιζέ τις ότι ούτοι θα έτρεχον υπερνικώντες παν πρόσκομμα όπως πέσωσιν εις τους πόδας του ιατήρος και Τον ευχαριστήσωσι. Ποία άρα ιδιοτέλεια, ποία Ιουδαϊκή κενοδοξία, ποία ιερατική επέμβασις, ποία νέα και χειροτέρα λέπρα αισχράς αχαριστίας, τους παρεκώλυσεν; Αγνοούμεν. Γνωρίζομεν μόνον ότι εκ δέκα θεραπευθέντων, είς μόνος επέστρεψε, και ούτος Σαμαρείτης. Παρά τα μεθόρια των δύο χωρών είχον συναθροισθή, ως ο αφρός εις τα όρια του κύματος και της άμμου, η αθλιότης αμφοτέρων· αλλ' ενώ οι εννέα Ιουδαίοι υπήρξαν ατίμως αχάριστοι, ο είς, ο Σαμαρείτης, υπέστρεψεν και μεγάλη τη φωνή εδόξασε τον Θεόν, και έπεσε παρά τους πόδας Αυτού, ευχαριστών Αυτώ. Η καρδία του Ιησού, καίτοι εξοικειωθείσα προς την αχαριστίαν, πάλιν συνεκινήθη υπό του καταφώρου τούτου δείγματος. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, (ηρώτησεν εν οδυνηρά εκπλήξει), οι δε εννέα, πού; Ουχ ευρέθη ο αποδώσων δόξαν τω Θεώ, ειμή ο αλλογενής ούτος;» Ήτο ως να έπιπτον όλαι αι ευεργεσίαι αύται εις βαθύν σιγηλόν τάφον. Η φωνή της ταλαιπωρίας των είχεν εξεγείρει εν ακαρεί την ηχώ του ελέους Του· αλλά η θαυματουργός ευποιία των οικτιρμών Του, καίτοι διαπερώσα αυτήν την φυσικήν ύπαρξίν των, δεν διήγειρεν ευγνωμοσύνην εις τας γηίνους και λεπράς καρδίας των.
Ουχ ήττον ο αλλογενής ούτος δεν επέστρεψεν εις μάτην, ουδέ θα μείνη η σπανία αρετή της ευγνωμοσύνης του αβράβευτος. Όχι το σώμα του μόνον, αλλ' η ψυχή Του έμελλε να καθαρισθή διά των λόγων του Σωτήρος:
«Εγερθείς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. Διδασκαλίαι καθ’ οδόν
Συζητήσεις περί Σαββάτου. — Η Χαμαί Συγκύπτουσα. — Ο υδρωπικός. — Αυτάρκεια των Φαρισαίων. — Έριδες περί πρωτοκαθεδρίας. — Η παραβολή του Δείπνου του Γάμου. — Φιλαργυρία των Φαρισαίων. — Ο Πλούσιος και ο Λάζαρος. — Ο Καλός Σαμαρείτης. — Επάνοδος των Εβδομήκοντα. — Το πτώμα και οι Αετοί.
Και κατά την τελευταίαν ταύτην οδοιπορίαν, ο Κύριος δεν διέφυγε τους ελέγχους, την αντίδρασιν, τας ενστάσεις, ενί λόγω τον Φαρισαϊσμόν των Φαρισαίων και των ομοίων ταυτοίς. Αι περιστάσεις αίτινες τους παρώργιζον εναντίον Του ήσαν αι αυταί οποίαι είχον υπάρξει καθ' όλον το στάδιόν Του — ακριβώς εκείναι, καθ' ας το παράδειγμά Του ήτο υψηλότατον και η διδασκαλία Του ευεργετικωτάτη — τουτέστιν η εκτέλεσις εν Σαββάτω έργων ελέους, και η μετά τελωνών και αμαρτωλών αναστροφή.
Μία των Σαββατικών συζητήσεων συνέβη έν τινι Συναγωγή. Ο Ιησούς φαίνεται ότι σπανίως εισήλθεν εις Συναγωγάς κατά την περίοδον ταύτην. Την ημέραν ταύτην εκάθητο μεταξύ των άλλων εν τη Συναγωγή μία πτωχή γυνή, ήτις επί δεκαοκτώ έτη, ήτο χαμαί συγκύπτουσα, υπό πνεύματος ασθενείας. Η συμπαθής καρδία του Ιησού δεν ηδύνατο να παρίδη την άφωνον επίκλησιν της παρουσίας της. Την εκάλεσε προς Εαυτόν, και ειπών αυτή. «Γύναι, απολέλυσαι από της ασθενείας σου», επέθηκεν επ' αυτήν τας χείρας. Πάραυτα ησθάνθη το θαυματουργόν αποτέλεσμα, και ο κορμός της εδυναμώθη και ανωρθώθη, και ήρχισε να ευχαριστή τω Θεώ.
Αλλ' αι ευχαριστίαι της διεκόπησαν διά της αμαθείας και της αγανακτήσεως του αρχισυναγώγου. Εκεί, προ των οφθαλμών του, και χωρίς να ζητήση την άδειαν αυτού, όστις ήτο ο άρχων της Συναγωγής, μία γυνή, έν μέλος της Συναγωγής του, είχε την αυθάδειαν να θεραπευθή! Οπλισθείς με τα ευνοούμενα ρητά του, και εν πάση τη σοβαρότητι της επισήμου υποκρισίας, εγείρεται και επιτιμά το όλως αθώον πλήθος, λέγων ότι ήτο βεβήλωσις του Σαββάτου το να θεραπεύωνται κατά την ιεράν ταύτην ημέραν, ενώ ηδύναντο πολύ καλά να θεραπεύωνται εν πάση άλλη εκ των έξ ημερών της εβδομάδος! Βεβαίως η επιτίμησίς του ουδέν άλλο ηδύνατο να σημαίνη ειμή ότι, «εάν τις θέλη να σας ιατρεύση εν ημέρα Σαββάτου, οφείλετε ν' αποποιηθήτε τούτο», ή άλλως, «σεις οι ασθενείς μη έρχεσθε εις την Συναγωγήν το Σάββατον, μη τυχόν ευρεθή τις και σας ιατρεύση». Και τας παρατηρήσεις ταύτας δεν έχει ούτε το θάρρος ν' απευθύνη προς τον Ιησούν Αυτόν, ούτε την ειλικρίνειαν ν' απευθύνη προς την πτωχήν θεραπευθείσαν γυναίκα, αλλά τας απευθύνει προς τους πολλούς οίτινες υπήρξαν απλοί θεαταί!
Όλη η σειρά των Ευαγγελίων δεν μας διηγείται άλλο παράδειγμα τόσον αλόγου επεμβάσεως. Και ο πλάγιος και ύπουλος τρόπος του προυκάλεσε την έκφρασιν της αγανακτήσεως του Κυρίου, ειπόντος, «Υ π ο κ ρ ι τ ά!» Ο Ιησούς πολλάκις είχε δείξει εις τους Φαρισαίους του έθνους Του ότι αι σκέψεις των περί του Σαββάτου το υπεβίβαζον από θείου ευεργετήματος εις απαίσιον δουλείαν. Προς τους Ραββίνους της Ιερουσαλήμ είχε δικαιολογήσει Εαυτόν δι' εκκλήσεως εις τον ίδιον χαρακτήρα και την εξουσίαν Του, ως υπεστηρίχθη αύτη διά της τριπλής μαρτυρίας Ιωάννου του Βαπτιστού, των Γραφών, και Αυτού του Πατρός, όστις εμαρτύρει περί Αυτού διά της εξουσίας ην είχε δώσει Αυτώ. Προς τους Φαρισαίους της Γαλιλαίας είχεν αναφέρει τα άμεσα προηγούμενα της Γραφής, ή είχεν απευθύνει έκκλησιν βασιζομένην επί του κοινού αισθήματος και της δυνάμεως της διορατικότητός των. Αλλ' η αμβλυτέρα και ολιγώτερον ησκημένη διάνοια των κατοίκων τούτων της Περαίας χώρας δυνατόν να μη εννόει ή την ουσιώδη αγάπην και ελευθερίαν την οποίαν εμπεριέχει ο δεσμός του Σαββάτου, ή την υπερτέραν εξουσίαν του Χριστού ως Κυρίου του Σαββάτου. Ήτο κανείς εξ αυτών όστις θ' άφηνε την βουν του, ή την όνον του να διψά, και δεν θα την έλυε να υπάγη εις την βρύσιν να την ποτίση εν ημέρα Σαββάτου; Ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, την οποίαν είχε δέσει ο Σατανάς επί έτη δεκαοχτώ, δεν έπρεπε να την λύση εν ημέρα Σαββάτου ο των ψυχών και των σωμάτων Ιατρός; Προς το επιχείρημα τούτο του Χριστού ησχύνθησαν οι Αντίπαλοι, και εχάρη ο λαός διά τα έργα του ελέους τα δαψιλευόμενα προς χάριν του.
Θα ηδύναντο ίσως να είπωσιν. Αφού ήτο δεδεμένη επί δεκαοκτώ έτη, βεβαίως θα ημπορούσε να περιμένη μίαν ημέραν περισσότερον. Αλλ' όστις αγαπά τον πλησίον του ως εαυτόν οφείλει μάλλον να είπη: Όχι, ούτε στιγμήν περισσότερον πρέπει να υποφέρη, αφού δύναμαι τώρα να τον βοηθήσω!
Και άλλο συμβεβηκός μνημονεύεται, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις συζητήσεις περί του Σαββάτου. Έν των Σαββάτων εκλήθη ο Ιησούς εις την οικίαν άρχοντός τινος των Φαρισαίων. Η πρόσκλησις είνε γείνη και πάλιν εκ φιλοπραγμοσύνης ή εκ κακοβουλίας. Καθ' όλον το γεύμα επετηρείτο υπό εχθρικού και εταστικού πνεύματος. Οι Φαρισαίοι εξετέλουν μετά παραδειγματικής επιμελείας το έργον της θρησκευτικής κατασκοπείας. Μεταξύ των απροσκλήτων επισκεπτών οίτινες, κατά τον ανατολικόν τρόπον, ίσταντο κατά την διάρκειαν του δείπνου και έβλεπον (καθώς μέχρι της σήμερον συμβαίνει) ήτο άνθρωπός τις πάσχων εξ υδρωπικίας. Φαίνεται δε ότι ετοποθετήθη εκεί επίτηδες φαρισαϊκή βουλή ή όπως δοκιμασθή η προθυμία του Χριστού εις το σεβασθήναι τας Σαββατικάς προλήψεις των, ή όπως αποτύχη (!) η θαυματουργική Του δύναμις εις το ιάσασθαι νόσον μάλλον πεπαλαιωμένην και ολιγώτερον ευχείρωτον ή πάσαν άλλην. Αλλ' ο Ιησούς προέλαβε τας πανούργους μηχανορραφίας της φαρισαϊκής πανδαισίας, και ηρώτησεν αυτούς το απλούν ερώτημα:
«Έστι νόμιμον θεραπεύειν εν Σαββάτω;»
Δεν ήθελον να είπωσι Ναι, αλλά δεν ετόλμων να είπωσιν όχι. Η σιωπή των άρα ήτο η πλήρης δικαιολογία Του. Η ερώτησίς Του και η ανικανότης των εις το ν' απαντήσωσι ήτο απόλυτος έκβασις της διαμάχης υπέρ Αυτού. Όθεν έλαβε τον άνθρωπον, τον εθεράπευεε, και τον απέπεμψε.
Και είτα εδανείσθη, ως και άλλοτε, επιχειρήματα εκ της ιδίας πείρας των. «Τις εξ υμών θα έχει υιόν ή και βουν, όστις να εμπέση εις φρέαρ, και θα τον αφήση να πνιγή εν ημέρα Σαββάτου;» Η ευτελής σκευωρία των απέληξε μόνον εις αδέξιον σιωπήν, και δεν ήσαν αρκετά γενναίοι ώστε ν' αναγνωρίσωσι την ήτταν των.
Ο Ιησούς δεν ηξίωσε περισσότερον να ενδιατρέψη επί υποκειμένου το οποίον εις το πνεύμα παντός αδόλου ακροατού είχε διευκρινηθή διά πάντοτε. Έστρεψε δε την προσοχήν των προς άλλα μαθήματα. Ο ύδρωψ της πεφυσιωμένης αυταρεσκείας των ήτο νόσος πολύ πλέον δυσίατος της του πάσχοντος τον οποίον είχον μεταχειρισθή όπως παγιδεύσωσιν Αυτόν. Μόλις το γεύμα ητοιμάσθη, και ηγέρθη μεταξύ της εγκρίτου εταιρείας έρις περί πρωτοκαθεδρίας. Ουδέν δεικνύει τρανώτερον την ουσιώδη κενότητα της Φαρισαϊκής θρησκείας ή η μεγάλη έπαρσις και αλαζονεία της. Ο ραββίνος Συμεών ο Σετάχ, κληθείς ποτε υπό βασιλέως εις δείπνον, εκάθισεν αυθαιρέτως μεταξύ του βασιλέως και της βασιλίσσης, εδικαιολόγησε δε την πράξιν του ειπών ότι γέγραπται εν βίβλω Ιησού υιού Σειράχ, «ύψωσον σοφίαν και υψώσει σε, και καθίσει σε μετά ηγεμόνων».
Ο Ιησούς ήρχισε να τους διδάσκη ότι, εν τη βασιλεία του Θεού, ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται, ο δε υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται. Ακολούθως δε, λαβών αφορμήν έκ τινος παρατηρήσεως ενός των δαιτημόνων, διηγήθη την παραβολήν ταύτην. Βασιλεύς τις είχε στείλη πολλάς προσκλήσεις εις μέγα συμπόσιον, αλλ' όταν ήλθεν η ώρα, εύρε παντού γενικήν άρνησιν. Ο είς είχε το κτήμα του να καλλιεργήση, άλλος ησχολείτο να πωλή και ν' αγοράζη και δεν ηυκαίρει, τρίτος τις είχεν οικιακάς αναπαύσεις και δεν ηδύνατο. Τότε ο βασιλεύς, απορρίψας εν τη οργή του τους ανευλαβείς τούτους σχολαίους κεκλημένους, διέταξε τους δούλους του να υπάγουν εις τας οδούς και τας ρύμας της πόλεως, και να εισαγάγωσι τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς· και όταν τούτο έγινε, και έμενεν ακόμη χώρος, τους έπεμψε να καλέσωσι τους αστέγους αλήτας.
Η εφαρμογή εις όλους τους παρόντας ήτο προφανής. Ο εθνικός και ο τελώνης, η πόρνη και ο αμαρτωλός, ο εργάτης και ο επαίτης, ούτοι όλοι δυνατόν να είνε πολυπληθέστεροι εν τη βασιλεία του Θεού ή ο Γραμματεύς με την κομπορρήμονα μάθησίν του και ο Φαρισαίος με το πλατύ φυλακτήριόν του. «Λέγω γαρ υμίν (προσέθηκεν εν τω ιδίω Αυτού προσώπω, όπως εισαγάγη το ηθικόν νόημα αμεσώτερον εις τας καρδίας των) ότι ουδείς των ανδρών τούτων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου... Πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί».
Διδασκαλίαι ως αύται εξηκολούθουν καθ' όλην ταύτην την περίοδον της επιγείου παρουσίας Του. Η αρτίως μνημονευθείσα παραβολή ήτο αποδοκιμασία ου μόνον κατά της αποκλειστικότητος των Φαρισαίων, αλλά κατά της φιλοκοσμίας και της φιλαργυρίας των. Άλλοτε, όταν ο Κύριος εδίδασκε πρωτίστως τους μαθητάς Του, διηγήθη προς αυτούς την παραβολήν του αδίκου οικονόμου, όπως δείξη αυτοίς την ανάγκην της επιμελείας και της πίστεως, της φρονήσεως και της σοφίας, εις το διαχειρίζεσθαι ούτως πως τας υποθέσεις του βίου, ώστε να μη απολέσωσιν ύστερον την κληρονομίαν του αιωνίου πλούτου. Αδύνατον δε ήτο να είνε τις άμα κοσμηκός και πνευματικός, να δουλεύη Θεώ και Μαμμωνά.
Ει και ο Χριστός ωμίλει κυρίως προς τους Αποστόλους, των Φαρισαίων τινές φαίνεται ότι παρίσταντο και Τον ήκουσαν· και είνε χαρακτηριστικόν γεγονός ότι η διδασκαλία αύτη, υπέρ πάσαν άλλην, φαίνεται να εκίνησεν απροκαλύπτους τους χλευασμούς των. Ήρχισαν να φέρωνται προς Αυτόν μετά φανεράς και υβριστικής περιφρονήσεως. Και διατί; Διότι ήσαν Φαρισαίοι, και όμως ηγάπων τα χρήματα. Και «εξεμυκτήριζον Αυτόν», ως λέγει ο ιερός Λουκάς. Δεν είχον αυτοί λύσει το πρόβλημα του να συνδιαλλάξωσι καλώς και τον πρόσκαιρον και τον αιώνιον κόσμον; Τις ηδύνατο ν' αμφιβάλλη περί της εντελούς ασφαλείας των εις το μέλλον; ή και περί της βεβαιότητος ότι θ' αξιωθώσι και εις τον άλλον κόσμον της πρωτοκλισίας και την πρωτοκαθεδρίας την οποίαν επιδίωκον εις τον κόσμον αυτόν; Δεν ήσαν άρα αυτοί ζώντα μαρτύρια του ατόπου της υποθέσεως ότι η αφιλοχρηματία είνε ασυμβίβαστον με την φιλοθεΐαν;
Η απόκρισις του Κυρίου προς αυτούς είνε λίαν συνεπτυγμένη παρά τω Λουκά, αλλ' έτεινε να δείξη ότι άλλο πράγμα είνε το εύσχημον ή το ευυπόληπτον του βίου, και άλλο η ειλικρίνεια της καρδίας. Εν τη νέα βασιλεία, διά την οποίαν ο Ιωάννης είχε προετοιμάσει την οδόν, οι ταπεινότεροι του κόσμου προάγουσι, και βιάζουσιν αυτήν, και γίνονται δεκτοί προ αυτών· το Ευαγγέλιον απερρίφθη υπ' αυτών, καίτοι τούτο δεν ήτο η κατάλυσις αλλ' η υψίστη πλήρωσις του Νόμου. Ου μόνον δε, αλλά (τοιαύτη φαίνεται να είνε η έννοια του ασυναρτήτου κατά το φαινόμενον εδαφίου περί διαζυγίου το οποίον έπεται), και προς τον Νόμον αυτόν, του οποίου ουδέ κεραία θα εκπέση, απιστούσι, καθόσον συνεπινεύουσιν εις την αθέτησιν και των εναργεστέρων διατάξεών του. Εις την μεμονωμένην παρατήρησιν ταύτην υπηνίσσετο κατά πάσαν πιθανότητα, τας σχέσεις των προς Ηρώδην τον Αντίπαν, τον οποίον αυτοί προθύμως εκολάκευον, και προς τον οποίον ουδείς εξ αυτών είχε τολμήσει να μετέλθη την γενναίαν γλώσσαν του ελέγχου, την οποίαν είχε λαλήσει Ιωάννης ο Βαπτιστής, καίτοι, διά των σαφεστάτων διατάξεων του Νόμου, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι σέβονται, το διαζύγιόν του από της θυγατρός του Αρέτα ήτο παράνομον, και ο γάμος του μετά της Ηρωδιάδος ήτο μοιχεία άμα και αιμομιξία.
Αλλ' όπως τρανώτερον αναδείξη την άμεσον αλήθειαν την οποίαν εξηγεί, είπεν αυτοίς την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου. Όπως όλαι αι Δεσποτικαί παραβολαί, είνε και αύτη πλήρεις εννοίας, και είνε πολλαπλής ερμηνείας δεκτική· αλλ' εκείνοι τουλάχιστον δεν ηδύναντο να μη εννοήσωσι την μίαν καταφανή εφαρμογήν της, ότι η απόφασις του μέλλοντος κόσμου πολλάκις θα ανατρέψη την εκτίμησίν ης τυγχάνουσιν οι άνθρωποι εν τω παρόντι· ότι ο Θεός δεν είνε προσωπολήπτης· ότι η καρδία οφείλει να κάμη την εκλογήν της μεταξύ των αγαθών του βίου τούτου κ' εκείνων τα οποία τα έξωθεν του βίου τούτου δεν παραβλάπτουσι. Και ό,τι δύναται να ονομασθή ο επίλογος της παραβολής ταύτης περιέχει μάθημα ακόμη σοβαρώτερον, ότι τα μέσα της χάριτος τα οποία το έλεος του Θεού απονέμει εις πάσαν ψυχήν ζώσαν είνε δαψιλή διά τον φωτισμόν και την απελευθέρωσίν της· ότι εάν ταύτα ολιγορηθώσιν, ουδέν θαύμα θα γείνη όπως αποσπάση την απερροφημένην ψυχήν από των εγκοσμίων συμφερόντων της· ότι, «ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται». Δι' ακοής πίστεως σωζόμεθα, ουχί διά φασμάτων.
Η συχνή μνεία της ζωής ως χρόνου δοκιμασίας, και της Μεγάλης Κρίσεως, οπότε η μόνη λέξις «Δεύτε» ή «Πορεύεσθε», υπό του Κριτού εκφερομένη, θα λύση διά πάντοτε όλας τας διαμάχους και τα ζητήματα, φυσικά έστρεψε τας σκέψεις πολλών ακροατών εις τα βαρυσήμαντα ταύτα υποκείμενα. Αλλ' υπάρχει σταθερά τάσις εις τα πνεύματα όλων ημών του να παραπέμπομεν τα τοιαύτα ζητήματα εις την θέσιν ετέρων μάλλον ή ημών αυτών, του να καθιστώμεν ταύτα ζητήματα περιεργείας μάλλον κατά θεωρίαν ή πρακτικής σπουδαιότητος; Και αι τοιαύται τάσεις, αίτινες απογυμνούσι την ηθικήν διδασκαλίαν πάσης αρτιότητος, και μεταβάλλουσι τα διδάγματά της εις προφάσεις προς ανελεημοσύνην, αείποτε κατεδικάζοντο υπό του Κυρίου.
Ιδιαιτέρα αφορμή εδόθη Αυτώ προς τούτο εν μια των ημερών τούτων εν αις επορεύετο ανά τας πόλεις και κώμας διδάσκων και οδεύων εις Ιεροσόλυμα. Ωμίλει περί των μικρών αρχών και περί της μεγάλης αυξήσεως της βασιλείας των ουρανών εν τε τη ψυχή και τω κόσμω· και είς των ακροατών ετόλμησεν εκ περιεργείας να Τον ερωτήση, «Κύριε, ει ολίγοι σώζονται;» Η απάντησις του Κυρίου ενείχεν αποδοκι[μα]σίαν της ερωτήσεως, και υπεδείκνυεν ότι τα τοιαύτα ζητήματα κατ' άλλον τρόπον πρέπει να τα πραγματεύηταί τις. Ολίγοι ή πολλοί είνε σχετικοί όροι. Μη σπαταλάτε τας πολυτίμους ευκαιρίας της ζωής εις ματαίαν απορίαν, αλλ' αγωνίζεσθε. Διά της στενής πύλης ουδείς, και αν είνε χιλιάκις εκ του σπέρματος του Αβραάμ, δύναται να εισέλθη άνευ συντόνου προσπαθείας. Ουδέ αξίωσις παλαιάς γνωριμίας θ' Αναγνωρισθή τότε, και πολλοί οίτινες νομίζουσιν ότι κάλλιστα εγνώριζον τον Κύριον θ' ακούσωσι την φοβεράν καταδίκην, «Ουκ οίδα υμάς». Διότι πολλοί θα εισέλθωσι πανταχόθεν της οικουμένης, και όμως συ, ο υιός του Αβραάμ, δυνατόν ν' αποκλεισθής. Και ιδού, πάλιν σοι λέγω, δυνατόν να φαίνεται παράδοξον εις σε, άλλ' όμως ούτως έχει, «οι πρώτα έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι».
Ούτω πάσα ανόητος διακοπή, πάσα αυθάδης επίκρισις, πάσα σφαλερά ερώτησις, παν σύμβαμα αίσιον ή θλιβερόν, εγίνετο υπό του Ιησού καθ' όλην την πορείαν ταύτην αφορμή όπως διδάσκη εις τους ακροατάς Του, και δι' αυτών εις όλον τον κόσμον, τα προς ειρήνην συμβάλλοντα. Και πάλιν ούτω έπραξεν οπότε νομικός τις προσήλθε πειράζων Αυτόν και ηρώτησεν, όχι όπως λάβη οδηγίαν, αλλ' όπως εύρη αφορμήν προς αντιλογίαν, το βαρυσήμαντον ερώτημα, «Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» Ο Ιησούς, βλέπων την πονηράν πρόθεσιν του ανθρώπου, τον παρέπεμψεν εις τον Νόμον και τας δύο μεγάλας εντολάς, την περί της αγάπης προς τον Θεόν και την περί της αγάπης προς τον πλησίον. Αλλά σοφιστευόμενος ο νομικός απηύθυνε δεύτερον ερώτημα, «Και τις ο πλησίον;» Τότε ο Ιησούς έλαβεν αφορμήν να είπη μίαν των λαμπροτάτων παραβολών Του.
Άνθρωπός τις κατέβαινε την βραχώδη φάραγγα την από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, έπεσε δε εις χείρας ληστών, οίτινες, αφού τον εγύμνωσαν τον άφησαν καθημαγμένον και ημιθανή. Ιερεύς τις διαβαίνων, τον είδε και αντιπαρήλθε. Λευίτης διερχόμενος, τον είδε και αντιπαρήλθε. Αλλά Σαμαρείτης τις όστις ωδοιπόρει προς εκείνο το μέρος (καλός Σαμαρείτης, αντίτυπον του Θείου εκείνου Ομιλητού τον οποίον οι άνθρωποι απέρριπτον, αλλ' όστις είχεν έλθη να θεραπεύση τα αιμάσοντα τραύματα της ανθρωπότητος, διά τα οποία δεν υπήρχε φάρμακον ούτε εις τον λειτουργικόν ούτε εις τον ηθικόν νόμον) ήλθε προς τον πάσχοντα, τον ώκτειρεν, επέδεσεν αυτού τας πληγάς, επέχεεν οίνον όπως τας καθαρίση και έλαιον όπως τας πραΰνη, τον ανεβίβασεν επί του ιδίου υποζυγίου του, και δεν τον άφησεν ειμή αφού τον εξησφάλισε και γενναιοφρόνως πρυνόησε διά τας ανάγκας του τας μελλούσας. Τις εκ των τριών τούτων, ηρώτησεν ο Ιησούς τον νομικόν, «δοκεί σοι πλησίον γεγονέναι τω περιπεσόντι εις ληστάς;» Ο νομικός δεν ήτο τόσον αμβλύς τον νουν ώστε να μη εννοήση· αλλ' όμως, συνειδώς ότι αυτός θ’ απέκλειε τους Σαμαρείτας και τους Εθνικούς από του καθ' εαυτόν ορισμού του «πλησίον», δεν έχει το άδολον θάρρος να είπη διαρρήδην «ο Σαμαρείτης», αλλά μεταχειρίζεται την πενιχράν περίφραση», «ο ποιήσας το έλεος μετ' αυτού». «Πορεύου και συ, είπεν ο Ιησούς, και ποίει ομοίως». Εγώ, ο φίλος των τελωνών και αμαρτωλών, φέρω το παράδειγμα του Σαμαρείτου τούτου προς σε. Ηρώτησας, τις ο πλησίον; Σ' εδίδαξα πως πας έκαστος δύναται να γείνη ο πλησίον σου.
Δεν πρέπει όμως να υποθέσωμεν ότι η δίμηνος αύτη αποστολική πορεία καταναλώθη όλη εις διδασκαλίαν, και εις ενστάσεις και αντιλογίας πολλάκις αλγεινάς· υπήρξαν πολλαί περιστάσεις αίτινες πρέπει να ενέπλησαν ευφροσύνης την ψυχήν του Σωτήρος.
Προέχουσα εν αυταίς υπήρξεν η επάνοδος των εβδομήκοντα. Δεν δυνάμεθα, ως εικός, να υποθέσωμεν ότι επέστρεψαν εν σώματι, αλλ' ότι από καιρού εις καιρόν, ανά δύο, καθώς ο Κύριος επλησίαζεν εις τας διαφόρους πόλεις και κώμας όπου τους είχε πέμψει, είρχοντο όπως δώσωσιν Αυτώ λόγον της διακονίας των. Και η κατόρθωσίς των υπήρξε τόση ώστε να εμπλήση εκπλήξεως και χαρμονής τας απλοϊκάς καρδίας των. «Κύριε, ανέκραζον, και τα δαιμόνια υπακούουσιν ημίν εν τω ονόματί σου.» Καίτοι δεν είχε δώσει αυτοίς ωρισμένην εντολήν να ιατρεύωσι δαιμονιζομένους, καί τοι άλλοτε και οι Δώδεκα είχον αστοχήσει εις την απόπειραν ταύτην, όμως ούτοι εξέβαλον ήδη δαιμόνια εν τω ονόματι του Διδασκάλου των. Ο Ιησούς συμμετέσχε της χαράς των, αλλά περιέστειλε τον τόνον της εκστατικής αγαλλιάσεως, ή μάλλον έστρεψε τούτον επί αγιωτέρου εδάφους. «Εθεώρουν, είπε, τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Έδωκεν αυτοίς εξουσίαν να πατώσιν επάνω όφεων και σκορπίων και ον ήτο τούτο, πάλιν θα προσέβλεπον εις τα οπίσω, μετά βαθυτέρας ακόμη επιθυμίας άμα και λύπης, προς αυτό το παρελθόν, προς αυτάς τας ημέρας του Υιού του Ανθρώπου, εν οις έβλεπον και αι χείρες των εψηλάφων τον Λόγον της Ζωής. Εν εκείναις ταις ημέραις δεν έπρεπε να πλανηθώσιν ούτε πυρετωδώς να σπαταλήσωσι τον εύθετον καιρόν του βίου. Διότι η έλευσις εκείνη του Υιού του Ανθρώπου θα είνε λαμπρά, αιφνιδία, τρομερά, παγκόσμιος, ακαταμάχητος ως η φλέγουσα αστραπή· αλλά προ της ημέρας εκείνης θα πάθη και θα Τον αθετήσωσι. Περιπλέον η φλοξ εκείνη της δευτέρας παρουσίας Του θα λάμψη «ταύτη τη νυκτί», ήτοι εν νυκτί ραγδαίως επερχομένη και ως παρούση ήδη νοουμένη, επί σαρκικής και αμελούς γενεάς, καθ' ον τρόπον ο εξολοθρευμός επήλθεν εν ύδατι εν ταις ημέραις του Νώε, και Κύριος έβρεξε πυρ παρά Κυρίου εν γη Σοδόμων και Γομόρρας. Ουαί εις εκείνους οίτινες εν τη ημέρα εκείνη θα ρίπτωσι βλέμματα λύπης εις κόσμον προωρισμένον να παρέλθη εν φλογί! Διότι καίτοι αι εμπορίαι και αι κοινωνίαι του βίου θα εξακολουθώσιν έως τότε, και όλοι της εργασίας ή της φιλίας οι εταιρισμοί, η νυξ εκείνη θα είνε νυξ φοβερού και τελευταίου χωρισμού δι' όλους.
Οι μαθηταί εξεπλάγησαν υπό των λόγων τούτων της παραδόξου επισημότητος. Πού, Κύριε; ερωτώσιν εν ταραχή. Αλλ' εις το π ο ύ ηδύνατο να δοθή τόση απάντησις όση και εις το π ό τ ε, και η έλευσις της βασιλείας του Θεού είνε τόσω ολίγον γεωγραφική όσω και χρονολογική. «Όπου το σώμα, λέγει, εκεί και οι αετοί συναχθήσονται». Η μυστική Αρμαγεδδών δεν είνε χώρα της οποίας η θέσις δύναται να ορισθή κατά μήκος ή πλάτος. Όπου ατομική ανομία, όπου κοινωνική έκλυσις, όπου εθνική διαφθορά, εκείσε οι αετοί οι τιμωροί απεσταλμένοι της θείας Δίκης διευθύνουσι μακρόθεν την πτήσιν των. Η Ιερουσαλήμ, ως και όλον το Ιουδαϊκόν έθνος ταχέως έπιπτεν εις την διάλυσιν την προερχομένην εκ σήψεως εσωτερικής· και ήδη ο κτύπος των πτερύγων του αρπακτικού ορνέου ηκούετο εις τον αέρα. Όταν δε ο κόσμος πέση εις κατάστασιν ατιμίας νοσηράς, τότε θ’ ακουσθή και πάλιν η ειρεσία των φοβερών εκείνων πτερύγων.
Δεν είνε όλη η ιστορία έν διεξοδικόν σχόλιον εις όλας ταύτας τας προρρήσεις; Εις τας τύχας των εθνών και των φυλών, δεν επανήλθεν ο Χριστός πάλιν και πάλιν, προ της μεγάλης τελευταίας Παρουσίας Του, ίνα ελευθερώση ή ίνα κρίνη;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. Η εορτή των Εγκαινίων
Η Μάρθα και Μαρία. — «Ενός εστι χρεία». — Ο Ιησούς περικυκλούται. — «Ο Πατήρ Μου και Εγώ έν εσμεν». — Ζητούσι να Τον λιθοθολήσωσι. — Έκκλησις του Ιησού εις τον βίον και τα έργα Του. — Εις Βηβανίαν πέραν του Ιορδάνου.
Ουδαμού, κατά πάσαν πιθανότητα, διήγαγεν ο Ιησούς καλλιτέρας ώρας ή εν τη ησύχω οικία της μικράς εκείνης οικογενείας εν Βηθανία, την οποίαν, ως μας λέγει ο Ιωάννης, ηγάπα. Η οικογένεια, εφ' όσον γνωρίζομεν, συνίστατο εκ της Μάρθας, της Μαρίας και του αδελφού των Λαζάρου. Ότι η Μάρθα ήτο χήρα, ότι ο σύζυγος της ήτο ή υπήρξε Σίμων ο Λεπρός, ότι ο Λάζαρος είνε ο αυτός με τον πράον ραββίνον του ονόματος τούτου τον μνημονευόμενον εν τω Ταλμούδ, είνε εικασίαι αίτινες δύνανται να είνε ή να μη είνε αληθείς. Αλλά βλέπομεν εκ των Ευαγγελίων ότι ήσαν οικογένεια οπωσούν εύπορος, και ικανής αξιοπρεπείας ώστε να εφελκύη μεγάλην προσοχήν ου μόνον εν τω χωρίω των, τη Βηθανία, αλλά και εν Ιεροσολύμοις. Το μικρόν τερπνόν χωρίδιον, εγγύς της Ιερουσαλήμ κείμενον, πρέπει να είχε διά την ψυχήν του Ιησού μέγα θέλγητρον, και καθ' εαυτό, και ένεκα της αγάπης και της ευλαβείας ην έτρεφον προς Αυτόν οι φίλοι οίτινες Τον εφιλοξένουν. Εκεί Τον ευρίσκομεν κατά την παραμονήν της εορτής των Εγκαινίων, ήτις εσημείωσε το πέρας της δημοσίας εκείνης πορείας, της προορισθείσης προς πλήρη και οριστικήν ανακήρυξιν της ερχομένης βασιλείας Του.
Ήτο φυσικόν ότι συγκίνησίς της θα ήτο εν τη οικία επί τη αφίξει τοιούτου Ξένου, και η Μάρθα, η πολυμέριμνος, πρόθυμος και αφωσιωμένη ξενίζουσα, έτρεχεν άνω κάτω, και «περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν», φιλοτιμουμένη να ετοιμάση καλώς τα προς εστίασιν. Και η αδελφή της Μαρία ομοίως επεθύμει να Τον δεξιωθή καταλλήλως, αλλ' αι γνώσεις της περί της ευλαβείας της οφειλομένης Αυτώ ήσαν διαφόρου είδους. Γινώσκουσα ότι η αδελφή της ήτο προθυμοτάτη να κάμη ό,τι έπρεπε να γείνη διά την υλικήν ευμάρειαν, αυτή, εν βαθεία ταπεινώσει, εκάθισε παρά τους πόδας Του, και ήκουε τους λόγους Του.
Η Μαρία δεν ήτο αξία μομφής, διότι η αδελφή της προφανώς έχαιρε με το έργον το οποίον είχεν εκλέξει όπως φροντίση διά τα χρέη της φιλοξενίας, και ήτο λίαν ικανή, άνευ βοηθείας, να ετοιμάση παν το απαιτούμενον. Ουδέ η Μάρθα ήτο αξία μομφής διά την ενεργόν υπηρεσίαν της· το μόνον σφάλμα της υπήρξεν ότι, εν τη εξωτερική ταύτη δραστηριότητι, έχασε την αναγκαίαν ισορροπίαν προς εσωτερικήν γαλήνην. Καθώς εκοπίαζε και εφρόντιζε πώς να Τον υπηρετήση, μικρά τις νύξις ζηλοτυπίας διετάραξε την ειρήνην της, καθώς είδε την ήσυχον αδελφήν της να κάθηται («εν οκνηρία», δυνατόν να εσκέφθη) παρά τους πόδας του μεγάλου Επισκέπτου, και ν' αφήνη όλην την φροντίδα εις αυτήν. Εάν ελάμβανε καιρόν να σκεφθή, δεν θα ηδύναντο ειμή ν' αναγνωρίση ότι δυνατόν να υπήρχε καί τις περίσκεψις εις την διαγωγήν της Μάρθας· αλλά το να είνε τις δίκαιος είνε πάντοτε δύσκολον, ούτε είνε δυνατόν όταν μικροπρεπής ζηλοτυπία υπεισέλθη εις την ψυχήν. Ούτω, εν τη πρώτη εξάψει της αδημονίας της, η Μάρθα, αντί να παρακαλέση ηπίως την αδελφήν της να την συνδράμη, εάν ήτο ανάγκη συνδρομής (πρόσκλησις την οποίαν, αν ορθώς κρίνομεν περί της Μαρίας, παρευθύς θα ήκουεν αύτη), σχεδόν ανυπομόνως εισέρχεται και αποτείνεται προς τον Ιησούν: «Κύριε, ου μέλει Σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται».
Μία ατελής ψυχή, βλέπουσα τι το καλόν, αλλ' αστοχούσα εν τη προσπαθεία του να το φθάση, τείνει να είνε σκληρά εις τας κρίσεις της περί των μικρών ελλείψεων των άλλων. Αλλά θεία και υψηλή ψυχή — πάσα ψυχή ήτις εγγύτερον έφθασεν εις το μέτρον του αναστήματος του τελείου ανθρώπου — λαμβάνει πλατυτέραν και γαληνιωτέραν άποψιν των μικρών εκείνων αδυναμιών τας οποίας δεν δύναται ή καθημερινώς να βλέπη. Όθεν η απόκρισις του Ιησού, αν ήτο μεμπτική, ήτο όμως τρυφερωτάτη, και ικανή να καθάρη αλλ' όχι να λυπήση την πιστήν καρδίαν της πολυασχόλου και φιλοστόργου οικοδεσποίνης προς ην απηυθύνετο. «Μάρθα, Μάρθα», είπε (και καθώς ακούομεν την φυσικωτάτην ταύτην προσαγόρευσιν, δεν δυνάμεθα άρα να φαντασθώμεν το ημιθλιβερόν και ημιπαιγνιώδες, αλλά κατά το όλον ευμενές και πραϋντικόν μειδίαμα το οποίον ανέτειλεν εις το πρόσωπον Του;) «μεριμνάς και τυρβάζης περί πολλά, ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής».
Αμφότερα, και το πρακτικόν και το θεωρητικόν δύνανται να είνε αναγκαία, αμφότερα δύνανται να συνδυάζωνται. Το πνευματικόν, ως εικός, υπερέχει, και είνε η αγαθή μερίς. Αλλ' αμφότερα δύνανται να συνυπάρξωσιν. Ο Παύλος, ρέκτης ένθερμος και έκθυμος, είχεν ουχ ήττον την διάπυρον θεωρητικότητα της Μαρίας· και ο Ιωάννης, με το εκστατικώτερον πνεύμα της θεωρίας του, μετείχε της πρακτικότητος της Μάρθας. Ο Ιησούς δεν ενόει, υποθέτω, ν' αποδοκιμάση την ετοιμασίαν την γινομένην προς χάριν Του, αλλά μόνον το πνεύμα της εσωτερικής μερίμνης και της εξωτερικής τύρβης, την μη λήψιν αναψυχής, την επίδειξιν περιττής φιλοξενίας εν τούτω· και έτι μάλλον την ροπήν εκείνην εις αποδοκιμασίαν και επέμβασιν εις τα των άλλων, την οποίαν τόσον συχνά βλέπομεν παρά Χριστιανοίς προθύμοις μεν ως η Μάρθα, μηδόλως δε μετέχουσι της αγίας εμπιστοσύνης και της αταραξίας της Μαρίας.
Είνε πιθανόν ότι η Βηθανία ήτο η κατοικία του Ιησού κατά τας εις Ιεροσόλυμα επισκέψεις Του, εκείθεν δε βραχύς και τερπνός περίπατος διά του Όρους των Ελαιών θα Τον έφερεν εις τον Ναόν. Ήτο ήδη χειμών και οι Ιουδαίοι είχον την εορτήν των Εγκαινίων. Κατά τους υπολογισμούς των εντριβών εις τα τοιαύτα, έπεσε κατά το έτος εκείνο εις την εικοστήν Δεκεμβρίου. Είχεν ιδρυθή υπό Ιούδα του Μακκαβαίου προς τιμήν του καθαρισμού του Ναού κατά το έτος 164 π. Χ., έξ και ήμισυ έτη μετά την φοβεράν βεβήλωσίν του υπό Αντιόχου του Επιφανούς. Καθώς το Πάσχα και η Σκηνοπηγία, διήρκει οκτώ ημέρας, και ετελείτο εν μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Εκτός του Ελληνικού ονόματος, τα Εγκαίνια, είχον και δεύτερον ελληνικόν όνομα, τα Φώτα· χαρακτηριστικόν δε της εορτής ήτο γενική φωταψία προς εορτασμόν του περιαδομένου θαύματος της θαυμασίας επί οκτώ ημέρας αυξήσεως του ιερού ελαίου, το οποίον είχεν ευρεθή υπό Ιούδα του Μακαβαίου εν μια στάμνω εσφραγισμένη διά της σφραγίδος του Αρχιερέως. Η παρουσία του Κυρίου εις τοιαύτην εορτήν κυροί το δικαίωμα εκάστης Εκκλησίας όπως θεσπίζη τας ιδίας τελετάς και λειτουργίας της, και δεικνύει ότι δεν επέβλεπε μετ' αποδοκιμασίας εις τον φαιδρόν ενθουσιασμόν της εθνικής φιλοπατρίας.
Το ανατολικόν πρόστωον του ναού διετήρει ακόμη το όνομα «η Στοά του Σολομώντος», επειδή, αν όχι άλλο, ήτο κτισμένον από τα υλικά τα οποία είχον αποτελέσει μέρος του αρχαίου Ναού. Εδώ, εις την λαμπράν ταύτην κιονοστοιχίαν, την κεκοσμημένην διά την εορτήν με στίλβοντα τρόπαια, ο Ιησούς περιεπάτει άνω και κάτω, και ως φαίνεται άνευ συνοδίας, ενίοτε προσβλέπων ίσως πέραν της κοιλάδος των Κέδρων εις τους λευκάζοντας τάφους των Προφητών, όσους γενεαί Εβραίων είχον σφάξει, και απολαύων του αβρού ηλιασμού του χειμώνος, τότε δε, ως διά προμελετημένου κινήματος, οι Φαρισαίοι Τον περιεκύκλωσαν και ήρχισαν να Τον ερωτούν. Ίσως αυτός ο χώρος όπου περιεπάτει, ανακαλών τας αναμνήσεις του αρχαίου κλέους των, ίσως και αι αναμνήσεις της εορτής την οποίαν ήγον, ως επετείου απελευθερώσεως κατορθωθείσης υπό δρακός γενναίων ανδρών οίτινες ανέτρεψαν κολοσσαίαν τυραννίαν, ενέπνευσαν την ερώτησίν των. «Έως πότε τηρείς τας ψυχάς μας εις αλγεινόν μετεωρισμόν; Εάν είσαι πράγματι ο Μεσσίας, ειπέ μας τούτο εν πεποιθήσει· Ειπέ μας εδώ, εις την Στοάν του Σολομώντος, τώρα, ενώ η θέα των ασπίδων τούτων και των χρυσών στεφάνων, και η μελωδία των κινυρών τούτων και των κυμβάλων, αναμιμνήσκουσι την δόξαν Ιούδα του Ασμοναίου, θα είσαι Συ ισχυρότερος Μακκαβαίος, ενδοξότερος Σολομών; Αυτά τα κίτρα και τα βαΐα και οι φοίνικες, τα οποία αίρομεν προς τιμήν της νίκης της ημέρας ταύτης, θα αρθώσι μίαν ημέραν διά Σε;» Η έκκλησις ήτο παράδοξος, ορμητική, ανυπόμονος, και είνε μεστή σημασίας. Συνεπιφέρει δε την αυτοκαταδίκην των ερωτώντων, διότι δεικνύει ότι Εκείνος είχε λαλήσει ρήματα και εκτελέσει πράξεις αίτινες θα παρείχον υπόστασιν εις τοιαύτην αξίωσιν, εάν είχεν αποφασίσει οριστικώς να την διεκδικήση. Και είνε πιθανόν ότι θα Τον προσηγόρευον με θομβώδεις ανευφημίας.
Εάν τώρα ο προς ον ωμίλουν ήτο ψευδομεσσίας τις, θα εδελεάζετο από τας επικλήσεις των, θα προελάμβανε μάλιστα ταύτας — και τότε θα προεξωφλείτο κατά πολλάς δεκάδας ενιαυτών η καταστροφή η υπό του Τίτου, ως και η καταστροφή η επί του ψευδομεσσίου Β α ρ Κ ο χ ε β ά.
Αλλ' η ημέρα προς πολιτικάς απελευθερώσεις είχε παρέλθη· η ημέρα προς υψηλοτέραν, βαθυτέραν, αιωνιωτέραν απελευθέρωσιν είχεν έλθη. Εκείνοι το πρώτον επόθουν, το δεύτερον απέρριπτον. Εμπαθώς αξιούντες τον Ιησούν ως εγκόσμιον Μεσσίαν, μετ' απεχθείας Τον απέρριπτον ως τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα του Κόσμου. Ότι ήτο ο Μεσσίας των κατ' έννοιαν πολύ υψηλοτέραν ή όσον είχόν ποτε ονειροπολήσει, η γλώσσα Του πάλιν και πολλάκις είχεν υποδείξει· αλλά Μεσσίας καθ' ην έννοιαν απήτουν δεν ήτο ουδέ ήθελε να είνε. Και διά τούτο δεν τους αποπλανά λέγων, Εγώ είμαι ο Μεσσίας σας, αλλά τους παραπέμπει εις εκείνην την επανειλημμένην διδασκαλίαν ήτις έδειξε πόσον σαφώς τοιαύτη είχεν υπάρξει η αξίωσίς Του, και εις τα έργα τα οποία εμαρτύρουν περί της αξιώσεως ταύτης, Εάν ήσαν πρόβατα της ποίμνης Του (κ' εδώ τους υπενθυμίζει την μεγάλην εκείνην ομιλίαν την οποίαν είχεν απαγγείλη εν τη εορτή της Σκηνοπηγίας δύο μήνας πρότερον), θα ήκουον της φωνής Του, και τότε Αυτός θα τους έδιδε ζωήν αιώνιον, και θα ήσαν ασφαλείς υπό την φύλαξίν Του· διότι κανείς τότε δεν θα ηδύνατο να τους αποσπάση από την χείρα του Πατρός Του, προσέθηκε δε πανηγυρικώς· «Εγώ και ο Πατήρ Μου έν εσμεν».
Η έννοια των λόγων Του ήτο κατάδηλος. Ηξίου όχι μόνον ότι είνε ο Μεσσίας, αλλ' ότι είνε Θείος. Εάν η μετά του Πατρός ενότης, την οποίαν αντεποιείτο, δεν ήτο τίποτε περισσότερον ειμή η υποτακτική ένωσις της πίστεως και της υπακοής, ήτις υφίσταται μεταξύ όλων των αγίων ψυχών και του Δημιουργού των, οι λόγοι Του δεν θα προσέβαλλον περισσότερον ή όσον πολλά λόγια των βασιλέων και προφητών των. Αλλά «ιδού οι Ιουδαίοι ενόησαν ό,τι δεν εννοούν οι Αρειανοί· καθώς λέγει είς των Λατίνων πατέρων. Είδον παραχρήμα ότι oι λόγοι εσήμαινον κάτι ασυγκρίτως περισσότερον. Πάραυτα έκυψαν μανιώδεις να λάβωσί τινας εκ των βαρέων λίθων, των εσκορπισμένων εκεί εκ των ατελειώτων κτιρίων του Ναού, και αν είχεν έλθη η ώρα Του, δεν θα διέφευγε τον ταραχώδη θάνατον όστις ακολούθως έλαχεν εις τον Πρωτομάρτυρά Του. Αλλά το ατάραχον μεγαλείον Του τους αφώπλισε με μίαν λέξιν «Πολλάς αγαθάς πράξεις έδειξα υμίν παρά του Πατρός Μου· διά τίνα αυτών Με λιθάζετε;» Όχι δι' αγαθήν τινα πράξιν, απήντησαν, αλλά διά βλασφημίαν, και διότι Συ, άνθρωπος ων, ποιείς Σεαυτόν Θεόν. Η απόκρισις του Ιησού απολάμπει εκ του αρρήτου εκείνου φωτισμού, τον οποίον συχνά επιχύνει εν τη ερμηνεία των Γραφών. Δεν είνε γεγραμμένον εις τον Νόμον σας, τους ηρώτησεν, «Εγώ είπα θεοί εστε;» Εάν ωνόμασε τούτους θεούς προς ους ο Λόγος του Θεού ήλθε, και ούτω φαίνεται εις τας υμετέρας Γραφάς, λέγετε εις Εκείνον ον ο Πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον, «Βλασφημείς», επειδή είπα, Ειμί ο Υιός του Θεού. Εμαρτύρετο δε τον βίον και τα έργα Του, ως αναμφήριστα τεκμήρια της μετά του Πατρός ενότητός Του. Εάν το αναμάρτητον και τα θαύματά Του δεν ήσαν απόδειξις ότι δεν ηδύνατο να είνε θρασύς βλάσφημος οίον εζήτουν να λιθοβολήσωσι, ποία εκ περισσού απόδειξις ηδύνατο να δοθή; Αυτοί εφαντάζοντο τον Θεόν ως πόρρω, αλλ' ο Θεός είνε εγγύς, και παρέχει θείαν έλλαμψιν εις τας καρδίας των αγαπώντων Αυτόν. Εκείνος όστις ήλθε να πληρώση τον Νόμον και να θέση Νόμον υψηλότερον κατ' αυτού, περί Ου όλοι οι Προφήται είχον μαρτυρήσει, δι' Ον ο Ιωάννης είχεν ετοιμάσει την οδόν, ο Λαλών ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν, όστις εποίησεν έργα οία ουδείς άλλος εποίησεν από καταβολής κόσμου, όστις εκύρου όλους τους λόγους Του και παρείχε σημασίαν εις όλας τας πράξεις Του διά της αμώμου καλλονής αναμαρτήτου βίου, όντως την αλήθειαν ελάλει όταν έλεγεν ότι είνε έν μετά του Πατρός και ότι είνε Υιός του Θεού.
Η έκκλησις ήτο ακαταμάχητος. Δεν ετόλμησαν να Τον λιθοβολήσωσιν· αλλ’ επειδή ήτο μόνος και ανυπεράσπιστος εν τω μέσω αυτών απεπειράθησαν να Τον συλλάβωσιν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν. Η παρουσία Του τους κατετρόμαζε. Ηδυνήθησαν μόνον ν' ανοίξωσι δίοδον δι' Αυτόν και να εκτοξεύσωσι βλέμματα μίσους επ' Αυτόν ως διήρχετο εν μέσω των. Αλλά και πάλιν ιδού ενταύθα απόδειξις ότι πάσα διδασκαλία μεταξύ αυτών ήτο αδύνατος. Ηδύνατο τόσον ολίγον να κατέλθη εις τας ιδέας των περί Μεσσίου, όσον εκείνοι ηδύναντο ν' ανέλθωσιν εις την ιδικήν Του. Το να διατρίβη μεταξύ αυτών εσήμαινε να εκθέτη την ζωήν Του προ της ώρας. Η Ιουδαία άρα εκλείσθη δι' Αυτόν ως είχε κλεισθή η Γαλιλαία. Εφαίνετο ότι έν μόνον μέρος υπήρχε το οποίον να είνε ασφαλές δ’ Αυτόν εν τη γενεθλίω χώρα Του, και τούτο ήτο η Πέραν του Ιορδάνου. Απεχώρησε λοιπόν εις την άλλην Βηθανίαν, την Βηθανίαν πέραν του Ιορδάνου, όπου ο Ιωάννης το πάλαι εβάπτιζε, και διέτριβεν εκεί.
Ποία τα συμβάντα της τελευταίας ταύτης διατριβής, ως και πόσον χρόνον διήρκεσεν αύτη, αγνοούμεν. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει εν τούτοις ότι πολλοί ήρχοντο προς Αυτόν ενταύθα, και επίστευον εις Αυτόν, και εμαρτύρουν ότι ο Ιωάννης, τον οποίον είχον ως Προφήτην, αν και δεν είχε τελέσει θαύματα, είχε φέρει εμφαντικήν μαρτυρίαν περί του Ιησού εν αυτώ τω τόπω, και ότι πάντα όσα είχε μαρτυρήσει ήσαν αληθή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'. Πέραν του Ιορδάνου
Ζήτημα περί διαζυγίου. — Απλή λύσις του ζητήματος. — Ο Μωυσής προσκαίρως επέτρεψε το διαζύγιον. — Η διαφθορά της γενεάς. — Διδασκαλία περί ηθικής αγνότητος. — Γάμος και αγαμία. — Ο Ιησούς ευλογεί τα παιδία. — «Διδάσκαλε αγαθέ». — Το εκατονταπλάσιον των αμοιβών. — Οι εργάται της Αμπέλου.
Όπου το κήρυγμα του Ιησού ήτο και κατ’ ελάχιστον βαθμόν δημόσιον, πανταχού ευρίσκομεν τους Φαρισαίους επιτηρούντας, ελλοχεύοντας δι' Αυτόν, πειράζοντας Αυτόν, προσπαθούντας να παγιδεύσωσιν Αυτόν είς τινα σφαλεράν κρίσιν ή ολεθρίαν απόφασιν. Πλην ίσως η κακοβουλία των ουδέποτε εσχεδίασεν ερώτημα η εις ό απάντησις ήτο τόσον έμπλεως κινδύνου ως όταν ήλθον να Τον πειράξωσι διά του προβλήματος, «Έξεστιν ανδρί απολύειν την γυναίκα αυτού κατά πάσαν αιτίαν;»
Το ζήτημα ήτο περιπεφραγμένον με δυσχερείας πανταχόθεν, και διά πολλούς λόγους. Πρώτον, ο θεσμός του Μωυσέως επί του υποκειμένου ήτο αμφιβόλου εκφράσεως. Τούτο δε είχε δώσει αφορμήν εις σφοδροτάτην αντίθεσιν γνωμών μεταξύ των δύο αξιολογωτέρων εκ των Ραββινικών σχολών. Η διαφορά των σχολών είχεν αποβή εις διαφοράν εις τα έθιμα του έθνους. Τελευταίον αι θεολογικαί, σχολαστικαί, ηθικαί και εθνικαί δυσχέρειαι επί μάλλον είχον περιπλακή διά πολιτικών δυσχερειών, διότι ο άρχων εις ου το κράτος είχε προβληθή το ερώτημα βαθέως διεφέρετο εις την απάντησιν, και είχε παραδώσει ήδη εις θάνατον τον μέγιστον των προφητών ένεκα της τολμηράς εκφράσεως γνώμης πολεμιωτάτης προς την ιδίαν πράξιν του. Ό,τι και αν έπραττον οι έρποντες Ραββίνοι της Γαλιλαίας, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, τουλάχιστον, δεν είχεν αφήσει ουδέ σκιάν αμφιβολίας περί του πώς ηρμήνευεν αυτός τον Νόμον του Μωυσέως, και είχεν εκτίσει την ποινήν της ελευθεροστομίας του διά της ιδίας ζωής του.
Ο Μωυσής είχε διατυπώσει τον κανόνα ότι, όταν ανήρ τις ενυμφεύθη γυναίκα, «και αύτη, — δεν ευρίσκη χάριν εις τους οφθαλμούς του, διότι εύρε ρύπον τινά ή κηλίδα εν αυτή, τότε ας γράψη γραμμάτιον αποστασίου, και ας δώση τούτο εις την χείρα αυτής, και ας αποπέμψη αυτήν της οικίας. Και όταν απέλθη της οικίας του, δύναται να υπάγη να γείνη άλλου ανδρός σύζυγος»· Λοιπόν, εν τη ερμηνεία του κανόνος τούτου, το παν εξηρτάτο εκ της εννοίας της εκφράσεως ε ρ β ά θ δ α β β ά ρ, ή μάλλον εκ της εννοίας της απλής λέξεως ε ρ β ά θ. Εσήμαινεν εν γένει σπίλον ή άγος, ο δε Ιλλήλ μετά της σχολής του εξήγει το χωρίον με την έννοιαν ότι πας ανήρ δύναται να διαζευχθή την γυναίκα του διά πάσαν αηδίαν την οποίαν θα ησθάνετο προς αυτήν· καθώς, και αν έβλεπεν, ως είπεν ο ραββίνος Ακίβας, άλλην γυναίκα ήτις να του ήρεσκε περισσότερον· ενώ η σχολή του Σαμμαΐ ηρμήνευε τούτο ως σημαίνον ότι διαζύγιον ηδύνατο μόνον να δοθή εν περιπτώσει σκανδαλώδους ακολασίας. Εντεύθεν οι Εβραίοι είχον την παροιμίαν ότι ο Σαμμαΐ έδενε και ο Ιλλήλ έλυε.
Ο Σαμμαΐ είχεν ηθικώς δίκαιον και εξηγητικώς άδικον· ο Ιλλήλ εξηγητικώς δίκαιον και ηθικώς άδικον. Ο Σαμμαΐ ορθώς απεφαίνετο μόνον καθ' όσον έβλεπεν ότι το πνεύμα της Μωσαϊκής νομοθεσίας δεν καθίστα το διαζύγιον δικαιολογήσιμον εν τω κριτηρίω της συνειδήσεως πλην εν περιπτώσει καταφώρου ανηθικότητος· ο Ιλλήλ ορθώς έκρινεν εφ' όσον έβλεπεν ότι ο Μωυσής είχεν αφήσει μίαν θύραν ανοικτήν διά το διαζύγιον εν τω κριτηρίω του δημοσίου εις μικροτέρας περιπτώσεις παρ' αυτάς. Αλλ' όπως είχον τα πράγματα, το ν' αποφασίση τις προς χάριν της ετέρας των σχολών θα ήτο όχι μόνον θανάσιμος προσβολή κατά της ετέρας, αλλ' η μεγάλη αδημονία διά τους ακολάστους τους πολλούς, η μεγάλη βδελυγμία διά τους υψίφρονας τους ολίγους. Επειδή εις τας ημέρας εκείνας της διαφθοράς η πλειονότης έπραττε κατά την αρχήν την τιθεμένην υπό του Ιλλήλ όπως οι Ιουδαίοι εν τη Ανατολή εξακολουθούν μέχρι της σήμερον να πράττωσι. Τοιαύτη ήτο πράγματι η καθολική ροπή των χρόνων. Εν τω Εθνικώ και ιδίως τω Ρωμαϊκώ κόσμω η στενότης του δεσμού του γάμου τόσον αισχρώς είχε χαλαρωθή, ώστε ενώ επί της δημοκρατίας εκατονταετηρίδες είχον παρέλθη πριν παρουσιασθή έν μεμονωμένον παράδειγμα ελαφρού διαζυγίου, επί της αυτοκρατορίας, τουναντίον, το διαζύγιον ήτο ο κανών και η συζυγική πίστις η εξαίρεσις. Αι ημέραι των Βιργινιών και των Λουκρητιών και Κορνηλίων είχον παρέλθη. Τώρα ήτο η εποχή των Ιουλιών, και των Ποππαδών, των Μεσσαλινών και των Αγριππινών· αι ημέραι καθ' ας, ως λέγει ο Σενέκας, αι γυναίκες ηρίθμουν τα έτη των όχι κατά υπατείας, αλλά κατά τον αριθμόν των διαζυγίων των. Οι Ιουδαίοι είχον μιμηθή, το κακόν παράδειγμα, και αφού η πολυγαμία είχε πέσει εις αχρηστίαν, εθεράπευον ως έγγιστα την έλλειψιν διά της ευχερείας μεθ' ης απέπεμπον μίαν γυναίκα και ελάμβανον δευτέραν. Ο Ιώσηπος, Φαρισαίος μεταξύ των Φαρισαίων, διηγείται άνευ σκιάς απολογίας ότι η πρώτη γυνή του τον είχεν εγκαταλίπει, ότι διεζεύχθη την δευτέραν αφού είχε γεννήσει τρία τέκνα, και ενυμφεύθη τρίτην. Αλλ' εάν ο Ιησούς απεφαίνετο υπέρ της γνώμης του Σαμμαΐ, τότε θα εξέφραζε την κοινήν γνώμην ότι ο Ηρώδης Αντίπας ήτο διττώς μοιχός, μοιχός διά μοιχείας συναφθείς προς μοιχαλίδα.
Αλλ' ο Ιησούς ήτο αδιάφορος και προς την μήνιν των πολλών και προς την οφρύν του τυράννου. Η μόνη πρόθεσίς Του ήτο να δώση και προς τοιούτους εξεταστάς οποίοι αυτοί αποκρίσεις ικανάς να τους αναβιβάσωσιν εις κρείττονα σφαίραν. Το αξίωμά των, «έστι νόμιμον;» εάν ήτο ειλικρινές, θα εμπεριείχε την απάντησιν εις την ιδίαν ερώτησίν των. Ουδέν είνε νόμιμον προς πάντα άνθρωπον αμφιβάλλοντα περί της νομιμότητός του. Ο Ιησούς, αντί να τους απαντήση, τους παραπέμπει εις την πηγήν όπου ηδύνατο να ευρεθή η αληθής απάντησις. Αποκρινόμενος εις το «έστι νόμιμον;» διά του «ουκ ανέγνωτε;» υπομιμνήσκει αυτούς ότι ο Θεός, όστις εξ αρχής άρρεν και θήλυ είχε ποιήσει τον άνθρωπον, εσήμανε διά τούτου την θέλησίν Του ώστε ο γάμος να είνε η στενωτάτη και αδιαρρηκτοτάτη των σχέσεων υπερέχουσα και υπερβάλλουσα όλας τας λοιπάς.
«Διατί άρα, ερωτώσιν, έτοιμοι να τον περιπλέξωσιν εις αντίθεσιν προς τον Νόμον, διατί ο Μωυσής προσέταξε να δίδεται γράμμα αποστασίου, και ν' Αποπέμπητε αυτή; Ο τρόπος της ερωτήσεώς των εμπεριείχεν εν των ψευδών εκείνων σχημάτων των τόσω κοινών μεταξύ των λατρευτών του γράμματος, και επί του ψεύδους τούτου εθεμελίουν την ανεστραμμένην πυραμίδα των ψευδεστέρων συμπερασμάτων των. Ο Ιησούς τους διώρθωσε. «Μωσής διά την σκληροκαρδίαν υμών επέτρεψεν υμίν του απολύειν τας γυναίκας υμών· αλλ' απ' αρχής ουκ ην ούτω». Είτα προσθέτει φοβεράν και ρητήν την καταδίκην του Ηρώδου Αντίπα, χωρίς να τον ονομάση. «Όστις απολύει την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, παρεκτός λόγου μοιχείας, μοιχάται· και όστις νυμφευθή απολελυμένην, μοιχάται». Και η πράξις του Ηρώδου ήτο το χείριστον παράδειγμα αμφοτέρων των ειδών της μοιχείας, διότι, ενώ συνώκει με αθώαν και αδιάζευκτον γυναίκα, προσέλαβε την ένοχον αλλ' αδιάζευκτον εισέτι γυναίκα του Ηρώδου Φιλίππου, του αδελφού και ξένου του· και είχε πράξει τούτο, άνευ ίχνους δικαιολογίας, εξ ενόχου πάθους, οπότε το έαρ της ζωής και αυτού και της παλλακίδος του είχε παρέλθη.
Εάν οι Φαρισαίοι ήθελον να κάμουν χρήσιν της αποκρίσεως ταύτης όπως φέρωσι τον Ιησούν εις σύρραξιν προς τον Αντίπαν, και εφελκύσωσιν επί της θείας κεφαλής Του την τύχην του Βαπτιστού, δυνατόν να το έπραξαν· και αν ήθελον να δηλητηριάσωσι σφοδρότερον εναντίον Του τας σχολάς του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ, αίτινες αμφότεραι εφαίνοντο ούτω εν πλάνη διατελούσαι (η μεν του Ιλλήλ δι' έλλειψιν ηθικής εμβαθύνσεως, η δε του Σαμμαΐ δι' απουσίαν εξηγητικής οξύτητος) δυνατόν να το έπραξαν. Αλλ' Εκείνος εν τω μεταξύ είχε ρίψει πλήμμυραν φωτός επί των δυσχερειών της Μωσαϊκής νομοθεσίας, δείξας ότι αύτη ήτο προσωρινή, όχι οριστική, παροδική, όχι αιωνία. Εκείνο το οποίον οι Εβραίοι, ακολουθούντες τον περίφημον Ιλλήλ των, εθεώρουν ως θείαν άδειαν, εφ' ή να σεμνύνωνται, ήτο τουναντίον κατ' ανοχήν υπάρχον κακόν, εφ' ω έπρεπε να αισχύνωνται· ήτο πράγματι μόνιμος μαρτυρία εναντίον της σκληροκαρδίας των και της απειθείας των.
Οι Φαρισαίοι, κατησχυμμένοι ως συνήθως, ευρέθησαν και αύθις αντιμέτωποι υψηλοτέρας σοφίας και θειοτέρας βαθυνοίας, και απεσύρθησαν όπως βυσσοδομήσωσι νέας σκευωρίας εξ ίσου κακοβούλους και εξ ίσου ματαίας. Αλλά τίποτε δεν δύνανται πληρέστερον να δείξη την αναγκαιότητα της του Χριστού διδασκαλίας ή το γεγονός ότι και οι μαθηταί εξεπλάγησαν και ηθύμησαν εκ τούτου. Εν τη κακή εκείνη γενεά, ότε η διαφθορά ήτο τόσον παγκόσμιος, ότε εν Ρώμη ο γάμος είχεν εκπέση εις τοσαύτην αχρηστίαν και καταφρόνησιν, ώστε εδέησε νόμος να ψηφισθή τιμωρών την αγαμίαν διά προστίμου, ενόμισαν την αυστηρότητα της εντολής του Κυρίου τόσον τραχείαν, ώστε η αγαμία εφάνη προκριτωτέρα· και την γνώμην ταύτην εξέφρασαν όταν ευρέθησαν και πάλιν μετ' Αυτού εν τη οικία. Οποία θανάσιμος πληγή θα κατεφέρετο κατά της ευημερίας του κόσμου και κατά της χρηστοηθείας του κόσμου, εάν Εκείνος συγκατένευεν εις το άφρον συμπέρασμά των! Και πόσον θαυμασία απόδειξις είνε της θεότητός Του ότι ενώ πας άλλος έξοχος της ηθικής διδάσκαλος, και οι άριστοι και μέγιστοι πάντων, εξέφρασεν ή ενέκρινε πολλάς κινδυνώδεις πλάνας, αίτινες συνετέλεσαν εις το να δηλητηριάσωσι τον βίον των εθνών, όλα τα ρήματα του Κυρίου Ιησού ήταν θεσπεσίως υγιά ρήματα.
Εν τη απαντήσει Του δεν δίδει την γενικήν εκείνην προτίμησιν εις την αγαμίαν, ήτις τόσον θα εξετιμάτο υπό των ασκητών και των μοναχών, και θα ετάραττε τας συνειδήσεις πολλών των οποίων η ένωσις εξ ουρανών ευλογήθη. Ηρνήθη να εκφέρη ως προς την κατάστασιν της αγαμίας τόσον απόλυτον κύρωσιν. Παν ό,τι είπεν υπήρξεν ότι αύτη η παρατήρησίς των ως προς το ασύμφορον του γάμου δεν έχει τόσον γενικήν εφαρμογήν· ότι είνε αδύνατον και απευκταίον διά τους πολλούς, και καλόν μόνον διά τους εκλεκτούς τους ολίγους. Τινές τω όντι είνε απροσφυείς διά τον ιερόν δεσμόν εκ των περιστάσεων της γεννήσεως ή της κατασκευής των· άλλοι πάλιν καθίστανται ακατάλληλοι διά των ατίμων, αλλά κοινών τότε, ωμοτήτων της δουλείας και του ανδραποδισμού· και άλλοι οίτινες απέχουσι πάσης σκέψεως περί γάμου διά θρησκευτικούς λόγους ή συνεπεία υψηλοτέρων αναγκών. Ούτοι είνε εκείνοι «οις δέδοται». Των μεν χρέος είνε να νυμφεύωνται, και να υπηρετώσι τω Θεώ εν τη εγγάμω καταστάσει· των δε χρέος δυνατόν να είνε να μη νυμφευθώσι, και ούτω να ευαρεστήσωσι τω Θεώ ως άγαμοι. Δεν υπάρχει εις τους λόγους τούτους του Χριστού όλη εκείνη η δυσχέρεια την οποίαν τινές εύρον εις τούτους. Αι εντολαί Του υπομνηματίζονται άριστα εν τω ζ' και τω θ’ κεφαλαίω της Προς Κορινθίους Πρώτης Επιστολής, και η έννοιά των η σαφής είνε ότι, εκτός των σπανίων παραδειγμάτων της φυσικής προς γάμον ανικανότητος, ολίγαι υπάρχουσιν άλλαι περιπτώσεις, και αύται σχετίζονται με την εις ειδικήν υπηρεσίαν του Θεού αφιέρωσιν και με υψηλήν διακονίαν.
Και ως συγκινητικόν σχόλιον εις τους υψηλούς τούτους λόγους, ως απόδειξις της θείας αποφάσεώς Του ότι ο γάμος είνε τίμιος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος, επήλθεν η περίστασις ότι ο Κύριος έλαβε μέρος εις σκηνήν ήτις έμελλε να θέλγη διά πάντοτε τας φαντασίας των ποιητών και ζωγράφων. Εκείνος όστις ως πρώτον θαύμα Του εποίησε το να ευλογήση δι' αποτελεσματικού σημείου την αθώαν χαράν του γάμου, ως μίαν των τελευταίων πράξεων της επιγείου ζωής Του έσχε το να περιπτυχθή παιδία εις τας αγκάλας Του. Φαίνεται ότι είχε γνωσθή ανά την χώραν, την πέραν του Ιορδάνου, ότι ο καιρός της αναχωρήσεώς Του επλησίαζε· και εν συνειδήσει ίσως των λόγων τους οποίους αρτίως είχεν εκφέρει, πατέρες και μητέρες και οικείοι έφερον προς Αυτόν τους καρπούς των ιερών δεσμών, νεαρά παιδία και βρέφη, με σκοπόν να τα επιψαύση και να τα ευχηθή. Πριν ή καταλίπη εσαεί αυτούς, ήθελον να Τον αποχαιρετίσωσι πανηγυρικώς· ήθελον να καρπωθώσιν οιονεί την κληρονομίαν της ιδιαιτέρας ευλογίας Του διά την μέλλουσαν γενεάν. Οι μαθηταί έκριναν την διαγωγήν των προπετή και άκαιρον. Δεν επιθύμουν να ενασχολήται ο Διδάσκαλος των άνευ ανάγκης· δεν ηγάπων να διακόπτωνται εις τας υψηλάς συνδιαλέξεις των. Ηγανάκτουν διότι πολλαί απλοϊκαί γυναίκες και παιδία εισήρχοντο και παρεμπόδιζον σπουδαιότερα πρόσωπα και συμφέροντα. Αι γυναίκες δεν ετιμώντο ούτε τα παιδία ηγαπώντο κατά την αρχαιότητα όπως τώρα· ακτινωτός στέφανος ρωμαντισμού και τρυφερότητος δεν τας περιέβαλλε τότε· συχνότατα επεβάλλοντο εις επαισχύντους σκληρότητας και εις αλγεινήν ολιγωρίαν. Αλλ' εκείνος όστις ήλθε διά να είνε φίλος όλων των αμαρτωλών και βοηθός όλων των πασχόντων, ήλθεν ομοίως και διά να υψώση την γυναίκα εις την τιμήν την πρέπουσαν, εκατονταετηρίδας πριν το Τευτονικόν στοιχείον της νεωτέρας κοινωνίας αναφανή όλως, και διά να είνε προστάτης της αβοηθήτου παιδικότητος και της βρεφωσύνης της ακάκου. Και τα μη έχοντα ακόμη συνείδησιν νεογνά έμελλον να γίνωνται δεκτά εις την Εκκλησίαν Του διά του υψηλού μυστήριου Του του Βαπτίσματος, να γίνωνται δε μέλη Αυτού, και κληρονόμοι της βασιλείας Του. Έστρεψε την επιτίμησιν των μαθητών κατ' αυτών τούτων· εδυσφόρησε τόσον προς αυτούς, όσον εκείνοι προς τους γονείς και τα παιδία. «Άφετε τα παιδία», είπε, με λέξεις τας οποίας έκαστος των συνοπτιστών διετήρησεν ημίν εν τη αθανάτω αυτών τρυφερότητι, «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς Με, και μη κωλύετε αυτά, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών». Και αφού τα περιεπτύχθη εις τους βραχίονάς Του, έθεσεν επ' αυτά τας χείρας και τα ευλόγησε, προσέθηκε πάλιν την συνεχώς αναγκαιούσαν, και διά τούτο συνεχώς επαναλαμβανομένην, νουθεσίαν, «ος αν μη δέξηται την βασιλείαν των ουρανών ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν».
Όταν η ωραία αύτη σκηνή παρήλθε, διηγείται ο Ματθαίος ότι ανεχώρησεν εις την οδόν Αυτού, πιθανώς διά την νέαν εκείνην επίσκεψιν εις την άλλην Βηθανίαν, περί ης θα είπωμεν εν τω επομένω κεφαλαίω· και καθ' οδόν συνέβη άλλο επεισόδιον, το οποίον ενετυπώθη τόσον βαθέως εις τα πνεύματα των θεατών, ώστε και τούτο απεμνημονεύθη υπό των Ευαγγελιστών εν τριπλή αφηγήσει.
Νέος τις μεγάλου πλούτου και υψηλής θέσεως φαίνεται αιφνιδίως να κατελήφθη υπό πεποιθήσεως, ότι είχε παραμελήσει μέχρι τούδε ευκαιρίαν ανεκτίμητον, και ότι Εκείνος όστις μόνος θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτόν την αληθή σημασίαν της ζωής ήτο ήδη εις δρόμον όπως απέλθη απ’ αυτών. Αποφασίσας άρα να μη υστερήση, ήλθε τρέχων, πνευστιών, εύθυμος, με τρόπον όστις εξέπληξε πάντας τους ιδόντας, και γονυπετών προ των ποδών του Ιησού εφώνησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
Ο Ιησούς απεκρίθη: «Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή είς, ο Θεός.» Ήθελε τόσον να δεχθή τον τίτλον α γ α θ ό ς όσον ήθελε να δεχθή και τον τίτλον Μ ε σ σ ί α ς, διδόμενον με ψευδή έννοιαν. Όθεν εδείκνυε προς τον νεαρόν άρχοντα ότι, αφού ήρχετο προς Αυτόν ως προς ψιλόν άνθρωπον, η προσαγόρευσίς του, καθώς και η ερώτησίς του, ήτο εσφαλμένη. Ουδείς δύναται άλλον ακρογωνιαίον λίθον να θέση παρά τον κείμενον, όστις είνε ο Χριστός, είτα εξηκολούθησεν: «Ει θέλεις εις την ζωήν εισελθείν, τήρησον τας εντολάς».
Ο νέος δεν επερίμενε τόσον εναργή την απάντησιν. Δεν δύνατο να πιστεύση ότι παραπέμπεται απλώς εις τας Δέκα Εντολάς, όθεν ερωτά εν εκπλήξει, «Ποίας Εντολάς;» Ο Ιησούς, επειδή ο νεανίσκος κάτι επεθύμει να π ο ι ή σ η, αναφέρει αυτώ απλώς τας της Δευτέρας Πλακός, διότι, ως καλώς παρετηρήθη, ο Χριστός παραπέμπει τους υπερηφάνους εις τον Νόμον, και καλεί τους ταπεινούς εις το Ευαγγέλιον. «Διδάσκαλε, απήντησεν εν εκπλήξει ο νέος, ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αναμφιβόλως κατά το γράμμα δυνατόν να είχε πράξει ούτω, όπως μυριάδες έπραξαν· αλλά προφανώς δεν εγνώριζε πώς ηρμήνευεν ο Χριστός τας εντολάς ταύτας. Και ο Ιησούς, βλέπων την ειλικρίνειάν του, τον εξετίμησε, και προέβαλεν αυτώ μίαν δοκιμασίαν. Ο νεανίσκος δεν ηρκείτο εις τα τετριμμένα· απέβλεπεν εις τα ηρωικά, ή μάλλον του εφαίνετο ότι απέβλεπε· διά τούτο ο Ιησούς του έδωκε μίαν ηρωικήν πράξιν να εκτελέση. «Έν έτι λείπεταί σοι», είπε, και τον προέτρεψε να υπάγη, να πωλήση τα υπάρχοντά του, να τα μοιράση εις τους πτωχούς, και ύστερον να έλθη να Τον ακολουθήση.
Τούτο ήτο παραπολύ. Ο νεαρός άρχων απήλθε περίλυπος, επειδή είχε πολλά κτήματα. Επροτίμησε τας ανέσεις της γης από τους θησαυρούς του ουρανού· δεν ήθελε ν' αγοράση τα αγαθά της αιωνιότητος παραιτούμενος τα εγκόσμια. Και ούτω εκλείπει από την Ευαγγελικήν ιστορίαν· ουδέ γνωρίζουσιν οι Ευαγγελισταί περιπλέον τι περί αυτού. Αλλ' η φαντασία η αυστηρά και μελαγχολική του ποιητού Δάντου τον παρακολουθεί, κ' ευρίσκει εκεί, εις τον άλλον κόσμον, μεταξύ άλλων ψυχών μαραμμένων και πλανωμένων ως φύλλα φθινοπωρινά, την σκιάν εκείνου «όστις εξ ανανδρίας έκαμε την μεγάλην άρνησιν».
Δυνάμεθα να ελπίσωμεν και να πιστεύσωμεν κρείττονα τελευτήν εις άνθρωπον προς τον οποίον ο Ιησούς, ως προσέβλεψεν, ησθάνθη συμπάθειαν. Αλλ' η απροθυμία του νεανίσκου εις το να υποστή την θυσίαν, ελύπησε τον Ιησούν, και περιβλέψας προς τους μαθητάς Του είπε: «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των ουρανών!» Οι λόγοι και πάλιν τους εξέπληξαν ως λίαν αυστηροί. Δεν ηδύνατο άρα αγαθός ανήρ να είνε πλούσιος, ουδέ πλούσιος να είνε αγαθός; Αλλ' ο Ιησούς μόνον απήντησε, μετριάζων το θλιβερόν και αυστηρόν των λόγων διά της φιλοστόργου προσφωνήσεως «παιδία». Παιδία, πόσον δύσκολον είνε να εισέλθη τις εις την βασιλείαν του Θεού! «Ευκολώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν.» Ηδύναντο βεβαίως να εκπλαγώσιν υπέρ το μέτρον. Δεν υπήρχε λοιπόν τότε ελπίς διά τον Νικόδημον, ούτε δι' Ιωσήφ τον από Αριμαθείας; Βεβαίως υπήρχε. Η διδασκαλία του Χριστού περί πλούτου ήτο τόσω ολίγον Εβιωνιτική όσον η διδασκαλία περί γάμου ήτο Εσσαϊκή. Τα φύσει αδύνατα είνε χάριτι δυνατά· τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ. Ο Χριστός ωμίλει μόνον περί του ανθρωπίνως αδυνάτου· και κατεδίκαζε κυρίως, την προσκόλλησιν εις τα χρήματα, την υπέρμετρον πεποίθησιν εις αυτά, όχι απλώς την κτήσιν των χρημάτων. Πλην είνε, ως μη ώφελεν, αληθές ότι η μεγάλη πλειονότης των πλουσίων προσκολλάται υπερμέτρως εις τα εγκόσμια αγαθά, εκπίπτει δε ή εις φιλοκοσμίαν και κενοδοξίαν μωράν, ή εις ρυπαράν φιλαργυρίαν.
Τότε μετά συγκινήσεως ο Πέτρος είπεν: «Ιδού ημείς κατελίπομεν πάντα και ηκολουθήσαμέν Σοι». Η απάντησις του Ιησού ήτο άμα μεγάλη εγκαρδίωσις και επίσημος νουθεσία. Η εγκαρδίωσις ήτο ότι δεν υπάρχει παράδειγμα αυτοθυσίας, ήτις, και εν τούτω τω κόσμω, και εν μέσω διωγμών, να μη λάβη την εκατονταπλασίαν αύξησίν της εν τω θερισμώ των πνευματικών ευεργετημάτων· και εις τον κόσμον τον μέλλοντα θ’ ανταμειφθή διά του αμυθήτου βραβείου της αιωνίας ζωής. «Εν τη παλιγγενεσία, καθίσετε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ». Η δε νουθεσία ήτο η συνήθης ην και πρότερον ήκουσαν, ότι πολλοί εκ των πρώτων έσονται έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι. Και όπως εντυπώση επ' αυτούς ακόμη πληρέστερον ότι η βασιλεία των ουρανών δεν είνε υπόθεσις εμπορικού υπολογισμού ή ακριβούς ισοδυνάμου, ότι δεν ηδύνατο να γείνη διαπραγμάτευση προς τον Ουράνιον Οικοδεσπότην, ότι ενώπιόν του θείου οφθαλμού και της θείας κρίσεως οι εθνικοί δύνανται να γείνωσι δεκτοί προ των Ιουδαίων, οι Τελώναι προ των Φαρισαίων, και νέοι προσήλυτοι προ των γηραιών Αποστόλων, διηγήθη αυτοίς την Παραβολήν των Εργατών του Αμπελώνος. Η παραβολή αύτη, προς τοις άλλοις διδάγμασι, εμπεριείχε την αλήθειαν ότι, ενώ ουδείς ο υπηρετών τω Θεώ θα ψευσθή της δικαίας αμοιβής του, εν τω ουρανώ δεν δύναται να υπάρχωσι γογγυσμοί, φθόνοι, ούτε αντίζηλοι συγκρίσεις της αξίας εκάστου, ούτε ευτελείς περί πρωτοκαθεδρίας έριδες, ούτε οικτραί φιλονικίαι περί του τις πλείονα ειργάσθη, ή τις ελάχιστα έλαβε. «Φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, αναπαύει τον της ενδεκάτης, καθάπερ και τον εργασάμενον από της πρώτης· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. Η Έγερσις του Λαζάρου
Μήνυμα προς τον Ιησούν. — Δύο ημερών βραδύτης. — «Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού». — Η προϋπάντησις της Μάρθας. — «Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή». — Αγωνία της Μαρίας. — Βαθεία συγκίνησις του Ιησού. — Σκηνή παρά τον τάφον. — «Λάζαρε, δεύρο έξω». — Η σιωπή των τριών Ευαγγελιστών. — Το συμβούλιον του Καϊάφα. — «Συμφέρει ίνα απολέσθαι».
«Έχω τας κλεις του άδου και του θανάτου». (Αποκάλ Α'. 18).
Αύται αι αποχαιριτιστήριοι ομιλίαι και διδασκαλίαι ίσως ανήκουσιν εις τας δύο ημέρας, τας μετά το μήνυμα το οποίον ο Ιησούς, ενώ ήτο ακόμη εν Βηθανία τη πέραν του Ιορδάνου, έλαβεν από την άλλην Βηθανίαν, όπου συχνά είχεν εύρη φιλοξενίαν. Το μήνυμα τούτο ήτο, «Κύριε, ον φιλείς ασθενεί». Ο Λάζαρος ήτο ο μόνος στενός φίλος τον οποίον είχεν ο Ιησούς έξω του κύκλου των Αποστόλων Του, και το επήγον άγγελμα ήτο προφανώς πρόσκλησις όπως έλθη Εκείνος ενώπιόν του οποίου, εφ' όσον γνωρίζομεν, δεν συνέβη επιθανάτιος σκηνή.
Αλλ' ο Ιησούς δεν ήλθεν. Ηρκέσθη μόνον, ενώ απησχολείτο εις σπουδαία έργα, να πέμψη το μήνυμα ότι «αύτη η ασθένεια δεν ήτο προς θάνατον, αλλά προς δόξαν Θεού», και έμεινε δύο ημέρας περισσότερον όπου ευρίσκετο. Εις το τέλος των δύο τούτων ημερών είπε προς τους μαθητάς Του:
«Άγωμεν εις την Ιουδαίαν και πάλιν». Οι μαθηταί υπέμνησαν Αυτώ, πως τελευταίον οι Ιουδαίοι εκεί είχον ζητήσει να τον λιθοβολήσωσι, και τον ηρώτησαν πώς θα ερριψοκινδύνευε να υπάγη πάλιν εκεί· αλλ' Αυτός απήντησεν ότι κατά τας δώδεκα ώρας της ημερησίας εργασίας Του ηδύνατο να περιπατή εν ασφαλεία, διότι το φως του έργου Του, το οποίον ήτο το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, θα τον εφύλαττεν από παντός κινδύνου. Και είτα τους είπεν ότι, «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, και πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν». Τρεις εξ αυτών τουλάχιστον έπρεπε να ενθυμώνται πως, μίαν άλλην φοράν, είχεν ονομάσει ύπνον τον θάνατον· αλλ' ή εσιώπων ούτοι, άλλων λαλούντων, ή ήσαν λίαν βραδείς τη καρδία και δεν το ανελογίζοντο. Επειδή υπέθεσαν ότι ωμίλει περί συνήθους ύπνου, εδέησε να τους είπη καθαρά ότι ο Λάζαρος απέθανε, και έχαιρε δι' αυτούς, επειδή θα απήρχετο να τον επαναφέρη εις Την ζωήν. «Υπάγωμεν και ημείς, είπεν ο φιλόστοργος αλλά δύσθυμος Θωμάς, ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού»· ως εάν έλεγεν, είνε ανωφελές και επικίνδυνον το σχέδιον, αλλ' όμως ας υπάγωμεν.
Αναχωρήσας λίαν πρωί ο Ιησούς ευκόλως θα διήνυε την οδόν (περί τα είκοσι μίλια) προ της δύσεως του ηλίου. Αλλ' άμα φθάσας, εστάθη έξω του μικρού χωρίου. Η γειτνίασίς του προς τα Ιεροσόλυμα, οπόθεν απέχει ολιγώτερον των δύο μιλίων, και το εύπορον και η κοινωνική τάξις της οικογενείας, είχε προσελκύσει συρροήν γνωρίμων Ιουδαίων όπως συμπενθήσωσι και παρηγορήσωσι τας δύο αδελφάς· και ήτο ευχής έργον να ενεργώσι μετά προφυλάξεως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του, παρακινδυνεύοντες εν μέσω τοιούτων αποφασιστικών εχθρών. Αλλ' ενώ η Μαρία, πιστή εις τας ερημικάς και θεωρητικάς διαθέσεις της, εκάθητο εν τη οικία αγνοούσα την προσέγγισιν του Κυρίου, η δραστηριωτέρα Μάρθα είχε λάβη είδησιν ότι ο Ιησούς έρχεται, και πάραυτα έτρεξεν εις προϋπάντησίν Του. (10)
Ο Λάζαρος είχε αποθάνη την αυτήν ημέραν ότε ο Ιησούς είχε λάβη το άγγελμα περί της ασθενείας του· δύο ημέραι είχον παρέλθη ενώ ηργοπόρει εις την Πέραν του Ιορδάνου, η τετάρτη κατηναλώθη εις την οδοιπορίαν. Η Μάρθα δεν ηδύνατο να εννοήση την θλιβεράν ταύτην βραδύτητα. «Κύριε, είπε, με τόνον παραπόνου, εάν ήσο εδώ, δεν θα απέθνησκεν ο αδελφός μου. Αλλ' όμως και τώρα...» φαίνεται να τρέφη αμυδράν ελπίδα ότι δυνατόν να επέλθη ανακούφισίς τις εις την στέρησίν των. Αι ολίγαι λέξεις αίτινες ακολουθούσιν είνε λέξεις τα μάλιστα αξιομνημόνευτοι· είνε δήλωσις του Ιησού ήτις επήνεγκε παραμυθίαν όχι εις την Μάρθαν μόνον, αλλ' εις εκατοντάδας μυριάδων έκτοτε, και θα εξακολουθή να παρηγορή τον κόσμον μέχρι συντελείας:
«Μη φοβού, αναστήσεται ο αδελφός σου».
Η Μάρθα δεν είχεν ονειροπολήσει ότι ο Λάζαρος θ’ αφυπνίζετο τώρα από τον ύπνον του θανάτου, και ηδυνήθη μόνον ν' απαντήση, «Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει, εν τη εσχάτη ημέρα».
Ο Ιησούς είπεν αυτή:
&«Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή· ο πιστεύων εις Εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και ο ζων και πιστεύων εις Εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα&. Πιστεύεις τούτο;»
Δεν ήτο διά πνεύμα οποίον το της Μάρθας να διακρίνη τας εναλλασσούσας σκέψεις περί σωματικού και πνευματικού θανάτου, αίτινες ήσαν ηνωμέναι εν τη βαθεία ταύτη εκφράσει· αλλά χωρίς να σταθή και να εμβαθύνη, η πιστή αγάπη της έδωκε την απάντησιν: «Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον».
Αφού εξέφερε την μεγάλην ταύτην ομολογίαν, απήλθε προς αναζήτησιν της αδελφής της, περί ης είχεν ερωτήσει ο Ιησούς, και ης η καρδία και η διάνοια, καθώς εφαίνετο η Μάρθα αυθορμήτως αισθανομένη, ήσαν ευαρμοστότερα όπως περιλάβωσι τοιαύτας υψηλάς αληθείας. Εύρε την Μαρίαν εν τη οικία, και η τε μυστικότης μεθ' ης έδωκε την είδησιν της παρουσίας του Ιησού, και η σπουδή και σιγή μεθ' ης η Μαρία ηγέρθη να υπάγη προς συνάντησιν του Κυρίου δεικνύουσιν ότι ανάγκη ήτο προφυλάξεων, και ότι η επίσκεψις του Χριστού δεν ήτο όλως άνευ κινδύνου. Οι Ιουδαίοι οίτινες την παρηγόρουν, και τους οποίους αιφνιδίως ούτω κατέλιπεν αύτη, ηγέρθησαν να την ακολουθήσωσιν εις το μνήμα, όπου ενόμισαν ότι μετέβαινε διά να κλαύση· αλλά τάχιστα είδον το αληθές αντικείμενον του κινήματός της. Έξω του χωρίου εύρον τον Ιησούν περιεστοιχισμένον υπό των φίλων Του, και είδον την Μαρίαν να τρέχη προς Αυτόν, και να πίπτη εις τους πόδας Του, εκφέρουσα το αυτό αγωνιώδες παράπονον όπερ και η αδελφή της. «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός». Η μεγαλειτέρα σφοδρότης της συγκινήσεως της ωμίλει εις τας ολιγωτέρας λέξεις της και εις την σφοδροτέραν αγωνίαν της, και δεν ηδύνατο πλέον τι να προσθέση. Δυνατόν η στοργή της να ήτο βαθυτέρα ή ώστε να επιτρέψη όπως φανή τόσον εύελπις όσον η αδελφή της· δυνατόν μετά ταπεινοτέρου σεβασμού και ευλαβείας να άφηνε τα πάντα εις τον Κύριόν της.
Η όψις όλης αυτής της αγάπης και της λύπης, το οικτρόν θέαμα της ανθρωπίνης στερήσεως, η εσχάτη ματαιότης εν τοιαύτη στιγμή της ανθρωπίνης παραμυθίας, το άφατον παράπονον, «ω, διατί να μη είσαι εδώ να σώσης τον φίλον σου από το κέντρον του θανάτου και ημάς από το πικρότερον κέντρον του χωρισμού;» Όλα ταύτα έθιξαν την τρυφεράν συμπάθειαν του Ιησού εις βαθείαν συγκίνησιν. Στιβαρά προσπάθεια όπως κρατήση της συγκινήσεώς του εχρειάσθη (τούτο φαίνεται να σημαίνη το «Ενεβριμήσατο τω πνεύματι», το οποίον κατά γράμμα ερμηνεύεται «ηγανάκτησε τω πνεύματι», κατ' άλλους επί τη απιστία των παρεστώτων), ερρίγησε δε όλος ο Ιησούς («ετάραξεν εαυτόν»), πριν δυνηθή να εύρη λέξεις να ομιλήση, και τότε εδυνήθη μόνον να ερωτήση: «Πού τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν Αυτώ, «Κύριε, έρχου και ίδε»· Τότε εδάκρυσεν ο Ιησούς. Τα δάκρυά Του δεν έμειναν απαρατήρητα, και ενώ τινες των Ιουδαίων έλεγον «Ίδε πώς αυτόν εφίλει», άλλοι εν αμφιβολία ηρώτων, «Δεν ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού να σώση και τον φίλον Του από του θανάτου;» Δεν είχον ακούσει πως εις έν απώτερον χωρίον της Γαλιλαίας είχεν εγείρει τον νεκρόν· αλλ' εγνώριζον ότι εν Ιερουσαλήμ είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού, και τούτο εφαίνετο αυτοίς όχι ολιγώτερον καταπλήσσον θαύμα. Αλλ' ο Ιησούς εγνώριζε και ήκουε τα σχόλιά των, και πάλιν η όλη σκηνή, το γνησίως αλγεινόν ταύτης, αι μισθωτοί θρηνωδοί, τα μη κοπάζοντα μίση, όλα συγκεντρωμένα πέριξ του απαισίου έργου του θανάτου, επήλθον τόσον ισχυρώς εις το πνεύμα Του, ώστε, καίτοι εγίνωσκεν ότι έβαινε διά ν' αναστήση τον νεκρόν, «πάλιν εμβριμώμενος εν Εαυτώ» και ταραττόμενος έφθασεν εις το μνημείον. Ήτο δε, ως πολλά εκ των Ιουδαϊκών, είδος άντρου σκεπασμένου με πέτραν εις την είσοδον.
Το χωρίον, η Βηθανία, καλείται σήμερον Ελαζαριέ, κατά παραφθοράν του ονόματος του Λαζάρου, και εις παντοτεινήν ανάμνησιν του θαύματος. Δεικνύεται δε και έν σπήλαιον ως το μνημείον του Λαζάρου.
Ο Ιησούς διέταξε ν' αφαιρέσωσι τον λίθον από το στόμιον του μνημείου. Τότε επενέβη η Μάρθα. «Κύριε, τεταρταίος εστι, και ήδη όζει». Επισήμως ο Ιησούς υπέμνησε την ιδίαν υπόσχεσίν Του, και αφηρέθη ο λίθος από του μνήματος. Εκείνος έστη παρά την θύραν του μνημείου, και οι άλλοι έστησαν ολίγον απωτέρω, τους οφθαλμούς έχοντες προσηλωμένους επί το σκοτεινόν και σιγηλόν κοίλωμα. Ρίγος έπεσεν επί πάντας αυτούς καθώς ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς, και ευχαρίστησε τω Θεώ επί τη επικειμένη κυρώσει της δεήσεώς Του. Και τότε, υψώσας εις τους καθαρωτάτους τόνους την φωνήν εκείνην της φοβεράς εξουσίας, και εκφέρων, ως σύνηθες παρ' αυτώ εις τοιαύτην ευκαιρίαν, τας συντομωτάτας φράσεις, έκραξε:
&«Λάζαρε, δεύρο έξω!»&
Οι λόγοι ούτοι διεπέρασαν και πάλιν διά φοβερού παλμού την χώραν του ανεξερευνήτου σκότους, το οποίον μας χωρίζει από τον κόσμον τον μέλλοντα· και μόλις τους είχεν εκφέρει, όταν, ως φάσμα ζων, άπιστον θέαμα, πιστόν άκουσμα, γεγονός παράδοξον και καταπληκτικόν, εξήλθε μία μορφή, λευκή, σπαργανωμένη, κειρίαις δεδεμένη, φέρουσα το σουδάριον περί την κεφαλήν, δεσμία τας χείρας και τους πόδας, πλην όχι πελιδνή, όχι φρικώδης· η μορφή ενός νέου με το υγιές αίμα κυκλοφορούν εις τας φλέβας, προωρισμένου να ζήση τριάκοντα έτη εισέτι, διά να είνε ζων μαρτύριον της παντοδυναμίας Εκείνου όστις μετά μίαν εβδομάδα έμελλε να σταυρωθή υπό των απίστων.
Ας επίσχωμεν μικρόν εδώ διά ν' απαντήσωμεν εις το φυσικόν άλλως ερώτημα περί της σιωπής των Συνοπτιστών ως προς το μέγα τούτο θαύμα.
Διά να πραγματευθή το υποκείμενον εις το πλήρες έπρεπε να γράψη μακράν πραγματείαν περί της συστάσεως και κατασκευής των Ευαγγελίων, και πάλιν οι πολέμιοι δεν θα έπαυον να προβάλλωσι νέας εκάστοτε ενστάσεις κατά της γνησιότητος και της αξιοπιστίας των. Τα Ευαγγέλια είνε, εξ αυτής της φύσεως των, ωμολογημένως αποσπασματικά, και δύναται ως βέβαιον να θεωρηθή ότι τα τρία πρώτα ηρανίσθησαν κατά το πλείστον εκ κυκλοφορούσης προφορικής παραδόσεως, ή εβασίσθησαν επί ενός ή δύο αρχικών εγγράφων. Οι Συνοπτισταί σχεδόν περιορίζονται εις το εν τη Γαλιλαία, ο δε Ιωάννης εις το εν τη Ιουδαία κήρυγμα, καίτοι οι πρώτοι διαρρήδην μνημονεύουσι και προϋποθέτουσι εν Ιερουσαλήμ κήρυγμα, και ο Ιωάννης το εν Γαλιλαία. Ουδέ είς εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών επαγγέλλεται ότι θα δώση πλήρη και λεπτομερή έκθεσιν, ή και κατάλογον, των παραβολών, ομιλιών, και θαυμάτων του Ιησού· ουδέ ήτο αντικείμενον τινός εξ αυτών το να γράψη πλήρη αφήγησιν των τριών και ημίσεως ετών του δημοσίου βίου Του. Έκαστος τούτων αναφέρει τα συμβάντα όσα ήρχοντο εντός του ιδίου σχεδίου του, και ήσαν άριστα γνωστά εις αυτόν ή εξ αυτοψίας, ή εκ μεμονωμένων γραπτών εκθέσεων, ή εκ στοματικής παραδόσεως· και έκαστος αυτών λέγει αρκετά ώστε να δείξη ότι Εκείνος ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο Σωτήρ του κόσμου. Λοιπόν, αφού η έγερσις του Λαζάρου δεν θα εφαίνετο εις αυτούς μεγαλειτέρα εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως ή άλλαι τας οποίας διηγήθησαν (αφού, ως ελέχθη, δεν είχεν εφευρεθή τότε σημειόμετρον προς εξέλεγξιν του σχετικού μεγέθους των θαυμάτων), και αφού το θαύμα τούτο συνέβη εν τη Ιουδαία, δεν φαίνεται το παράπαν πλέον ανεξήγητον διότι παρέλιπον τούτο, ή όσον θα εφαίνετο διότι παρέλιπον το θαύμα της Κολυμβήθρας Βηθεσδά, ή την διάνοιξιν των οφθαλμών του τυφλού γεννηθέντος. Αλλά περιπλέον τούτου, ανευρίσκομεν παρά τοις Συνοπτισταίς ιδιάζουσαν σιωπήν περί της οικογενείας της εν Βηθανία. Η οικία εν ή λαμβάνουσι προέχουσαν θέσιν καλείται «η οικία Σίμωνος του Λεπρού». Η Μαρία καλείται απλώς γυνή τις υπό του Ματθαίου και του Μάρκου, και ο Λουκάς αρκείται ονομάζων την Βηθανίαν κ ώ μ η ν τ ι ν ά, καίτοι εγνώριζεν, ως αλλαχού του κειμένου του φαίνεται, το όνομα. Υπάρχουσιν άρα ισχυροί λόγοι όπως εικάσωμεν ότι, όταν εφάνη η πρώτη σύνοψις του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και όταν συνελέχθησαν τα υπομνήματα ων εγένετο χρήσις υπό των δύο άλλων Συνοπτιστών, δυνατόν να υπήρχον ιδιαίτεροι λόγοι όπως μη αναγραφή έν θαύμα το οποίον θα εφερεν εις επικίνδυνον περιφάνειαν ένα άνθρωπον όστις ήτο ακόμη ζων, αλλά τον οποίον οι Ιουδαίοι είχον ζητήσει να θανατώσουν (ως διηγείται ο Ιωάννης) ως μάρτυρα της θαυματουργού δυνάμεως του Χριστού. Και αν δε ο κίνδυνος ούτος είχε παρέλθη, αλγεινόν θα ήτο εις την φιλήσυχον οικογένειαν της Βηθανίας το να γείνη η εστία ανευλαβούς περιεργίας, και να εξετάζηται περί των κρυπτών εκείνων πραγμάτων τα οποία ουδείς ποτε είχεν αποκαλύψει. Κάτι φαίνεται άρα ότι εσφράγισε τα χείλη των Ευαγγελιστών εκείνων, το δε πρόσκομμα τούτο είχεν εκλίπη πλέον όταν το Ευαγγέλιον του Ιωάννου είδε το φως.
«Ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν — τοιαύτη ήτο η απάντησις του Αβραάμ προς τον Πλούσιον εν τη παραβολή — ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή (και ούτος προσέτι Λάζαρος!) πεισθήσονται». Και ούτω συνέβη. Υπήρξαν πολλοί μάρτυρες του θαύματος τούτου οίτινες επίστευσαν όταν το είδαν, αλλ' υπήρξαν άλλοι οίτινες έσπευσαν μόνον να φέρωσιν οργίλην και ταραχώδη την είδησιν τούτου προς το Συνέδριον εις Ιερουσαλήμ.
Το Συνέδριον συνήλθεν εν πνεύματι μίσους και αμηχανίας. «Τι ποιούμεν, ότι ο Άνθρωπος ούτος πολλά σημεία ποιεί;» Δεν ηδύνατο ν' αρνηθώσι το θαύμα· δεν ήθελον να πιστεύσωσιν εις Εκείνον όστις το έπραξεν. Εφοβούντο μόνον την αύξουσαν επιρροήν Του, και εσυμπέραινον ότι θα την μετεχειρίζετο διά να γείνη βασιλεύς, και θα επροκάλει την Ρωμαϊκήν επέμβασιν, και την εκμηδένισίν των ως έθνους. «Και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών την πόλιν και το έθνος». Και καθώς μάτην ελύσσων εις βουλάς ανισχύρους, ο Ιωσήφ ο Καϊάφας ηγέρθη ν' απευθύνη αυτοίς τον λόγον. Ούτος είχε λάβη την αστικήν αρχιερατείαν από τας χείρας των Ρωμαίων, και συνεμερίζετο την εξουσίαν και τας τιμάς μετά του Άννα ή Χανάν του πενθερού του, από τον οποίον οι Ρωμαίοι είχον αφαιρέσει την αρχιερατείαν, αλλά τον οποίον οι αυστηρότεροι Ιουδαίοι εθεώρουν ως τον αληθή αρχιερέα. Ο Καϊάφας εντοσούτω ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον ονόματι και κατ' επίφασιν μέγας αρχιερεύς. Ως τοιούτος υπετίθετο ότι είχε το χάρισμα εκείνο της προφητείας, το οποίον ακόμη επιστεύετο ότι εσώζετο αμυδρόν εις τους απογόνους του Ααρών. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει «αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου», επειδή ούτω είχε καταντήσει η αρχιερατεία εις τας ημέρας εκείνας, ο δε Καϊάφας την είχε λάβη διά δωροδοκίας από τους Ρωμαίους. Ηγέρθη και είπεν ότι συμφέρει να θυσιασθή είς υπέρ του λαού, ένοχος ή αθώος, αδιάφορον, οι δε Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι εδέχθησαν αδιστάκτως την φωνήν εκείνην της ασυνειδήτου προφητείας. Και δεχθέντες αυτήν, επλήρουν μέχρι στεφάνης την κύλικα της ιδίας ανομίας των, και εγίνοντο ένοχοι του εγκλήματος, το οποίον επέσυρε κατά των κεφαλών των αυτήν την καταστροφήν την οποίαν εζήτουν ν' αποσοβήσωσιν. Ήτο η λατρεία εκείνη του Μολώχ με τας ανθρωποθυσίας της, το πάλαι με τας προφητοκτονίας και νυν με την θεοκτονίαν, — ήτις, ως εις τας ημέρας του Μανασσή, τους κατεδίκαζεν εις άλλην και τρομερωτέραν καταστροφήν. Υπήρξάν τινες εντούτοις οίτινες δεν ευρέθησαν εις το Όρος εκείνο της Κακής Βουλής (το όνομα τούτο δίδεται μέχρι της σήμερον εν Ιεροσολύμοις εις την θέσιν όπου, κατά την παράδοσιν, ήτο η οικία του Καϊάφα), ή και αν ήσαν παρόντες δεν συγκατένευσαν εις την ψυχήν αυτών· αλλ' από της ημέρας εκείνης η μυστική έγκρισις εξεδόθη ότι ο Ιησούς έπρεπε να θανατωθή. Από τούδε έζη μόνον με αμοιβήν επικηρυγμένην επί της κεφαλής Του.
Και η έγκρισις αύτη, όσον μυστική και αν ήτο αρχήθεν, εν ακαρεί εγένετο γνωστή. Ο Ιησούς εγνώριζε ταύτην. Και κατά τας τελευταίας ημέρας της επιγείου παρουσίας Του, μέχρις ου έλθη το Πάσχα, εν ώ προυτίθετο να θυσιάση την ζωήν Του, απεσύρθη εν κρυπτώ εις μικράν αφανή πόλιν εγγύς της ερήμου, καλουμένην Εφραΐμ. Εκεί, ασφαλής από όλας τας μηχανορραφίας των εχθρών Του, διήγαγε τας τελευταίας ημέρας Του μετά των μαθητών Του, διδάσκων αυτούς το μέγα έργον του πνευματικού θερισμού και της ψυχοσωτηρίου αλιείας την οποίαν έμελλον να εξασκήσωσιν εν μέσω των εθνών. Ουδείς ή ολίγοι εκτός της πιστής ταύτης χορείας εγνώριζον την κρύπτην Του· διότι οι Φαρισαίοι, όταν ευρέθησαν ανίκανοι να κρύψωσι τα σχέδιά των, εδημοσίευσαν διαταγήν ότι πας όστις εγνώριζε πού ήτο Εκείνος, ώφειλε να το αποκαλύψη, ότι ηδύναντο να Τον συλλάβωσιν εν ανάγκη διά της βίας και εκτελέσωσι την ληφθείσαν απόφασιν. Πλην μέχρι τούδε το δέλεαρ δεν έσχεν αποτέλεσμα. Είνε δε αμφίβολον αν η τιμωρία η μελετωμένη κατά του Ιησού δεν εσκοπείτο να εκτελεσθή κατά τρόπον μυστικώτερον και συνοπτικώτερον, φέροντα μάλλον την όψιν βιαίας δολοφονίας παρά δικαστικής εκτελέσεως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. Ιεριχώ και Βηβανία
Ο Ιησούς καθ' οδόν. — Αποκάλυψις περί του φρικτού Τέλους. — Οι υιοί του Ζεβεδαίου. — Το ποτήριον και το Βάπτισμα. — Ιεριχώ. — Ο Βαρτίμαιος. — Ο Ζακχαίος. — Η μετάνοια του. — Η Παραβολή των Ταλάντων. — Εις Βηθανίαν. — «Σίμων ο Λεπρός». — Η αποσιώπησις των Συνοπτιστών. — Η προσφορά της Μαρίας. — Η λύσσα του Ιούδα. — Ευλογία της Μαρίας υπό του Ιησού. — «Εις το ενταφιάσαι με εποίησε». — Συμβούλιον του Προδότου μετά των Ιερέων.
Από της κωνοειδούς κορυφής του Εφραΐμ ηδύνατο ο Ιησούς να βλέπη τας συνοδίας των προσκυνητών, καθώς, επί τη προσεγγίσει του Πάσχα, ήρχισαν να κατέρχωνται την κοιλάδα του Ιορδάνου προς την Ιερουσαλήμ, όπως καθαρισθώσιν από παντός σπίλου και ρύπου προ της ενάρξεως της μεγάλης εορτής. Ο καιρός ήλθε δι' αυτόν να καταλίπη την κρύπτην Του, και κατέβη από της κορυφής του Εφραΐμ εις την μεγάλην οδόν, όπως συναντήση την μεγάλην συνοδίαν των Γαλιλαίων προσκυνητών.
Και καθώς έστρεψε τα νώτα προς την πολίχνην, και ήρχισε την τελευταίαν πορείαν Του εις Ιεροσόλυμα, προφητική σεμνότης και έξαρσις ψυχής, παλαίουσα με την φυσικήν αγωνίαν της σαρκός, διεπέρασεν όλην την ύπαρξίν Του, και έδωκε νέον και παράδοξον μεγαλείον εις πάσαν κίνησιν και εις παν βλέμμα Του. Ήτο η Μεταμόρφωσις της Αυτοθυσίας· και καθώς η προτέρα εκείνη Μεταμόρφωσις της Δόξης, ενέπλησε τους ιδόντας αυτήν εκπλήξεως και τρόμου, τον οποίον δεν ηδύναντο να εξηγήσωσιν. Ολίγαι υπάρχουσιν εν τοις Ευαγγελίοις εικόνες καταπληκτικώτεραι ή αύτη, ότε ο Ιησούς απέρχεται εις τον θάνατόν Του, και βαδίζει μόνος ανά την οδόν εις την βαθείαν κοιλάδα, ενώ όπισθέν Του εν εμφόβω ευλαβεία και μετά μεμιγμένων προβλέψεων φόβου και ελπίδος, με τους οφθαλμούς προσηλωμένους επ' Αυτόν, καθώς με κεκυφυίαν κεφαλήν προεπορεύετο αυτών εν όλω τω μεγαλείω της λύπης, ηκολούθουν οι μαθηταί και δεν ετόλμων να διαταράξωσι τας μελέτας Του. Αλλά τέλος εσταμάτησε και τους εκάλεσε προς Εαυτόν, και τότε πάλιν, διά τρίτην φοράν, μετά πληρεστέρων, σαφεστέρων, τρομερωτέρων λεπτομερειών ή άλλοτε, είπεν αυτοίς ότι θα παραδοθή εις τους Ιερείς και Γραμματείς· ότι θα καταδικασθή υπ' αυτών, είτα θα παραδοθή εις τα Έθνη· ότι υπό των Εθνών θα εμπαιχθή, θα μαστιγωθή, και (τώρα διά πρώτην φοράν εφανέρωσεν αυτοίς άνευ περιφράσεως το έπακρον της φρικώδους ατιμίας) θ α σ τ α υ ρ ω θ ή· και ότι τη τρίτη ημέρα θ’ αναστή πάλιν. Αλλ' αι καρδίαι των ήσαν πλήρεις ελπίδων περί της δόξης του Μεσίου· ήσαν τόσον προκατειλημμένοι με την πεποίθησιν ότι τώρα η βασιλεία του Θεού έμελλε να έλθη εν όλη αυτής τη λαμπρότητι, ώστε η προφητεία παρήλθε δι' αυτούς ως κενός ήχος· δεν ηδύναντο ουδέ ήθελον να εννοήσωσι.
Δεν δύναται να υπάρξη εκπληκτικώτερον σχόλιον περί της ανικανότητός των εις το νοήσαι το τι έλεγεν αυτοίς ο Ιησούς ή το γεγονός ότι, μικρώ ύστερον, και κατά την αυτήν οδοιπορίαν, επήλθεν η πλέον άκαιρος και ουδέν το πνευματικόν έχουσα απαίτησις την οποίαν αναγράφουν οι Ευαγγελισταί. Με ήθος μυστικότητος και εχεμυθίας, η Σαλώμη, μία των διακονουσών τω Χριστώ, μετά των δύο υιών της Ιακώβου και Ιωάννου, οίτινες ήσαν εκ των μάλλον προεχόντων Αποστόλων Του, ήλθον προς Αυτόν μετά προσκυνήσεων, και Τον ικέτευον να τους υποσχεθή μίαν εύνοιαν. Ηρώτησε ποίον το αίτημά των· και τότε η μήτηρ, ομιλούσα διά τους θερμοκαρδίους και φιλοδόξους υιούς της, Τον παρεκάλεσεν ίνα εν τη βασιλεία Του ούτοι καθίσωσιν ο είς εκ δεξιών Του και ο έτερος εξ ευωνύμων Του. Ο Ιησούς υπέφερε πραέως την ιδιοτέλειαν ταύτην και την πλάνην των. Εζήτουν εν τη τυφλώσει των την θέσιν εκείνην, την οποίαν, ολίγας ημέρας ύστερον έμελλον να ίδωσι κατεχομένην εν αισχύνη και αγωνία υπό των δύο εσταυρωμένων ληστών! Αι φαντασίαι των εβασανίζοντο από δώδεκα θρόνους. Αι σκέψεις Του ήσαν περί τριών σταυρών. Εκείνοι ονειροπόλουν επίγεια στέμματα. Αυτός τοις είπε περί Ποτηρίου πικρίας και περί Βαπτίσματος εν αίματι, «Δύνασθε πιείν το ποτήριον ό εγώ πίνω, και βαπτισθήναι το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι;» Εννοούντες ίσως καλλίτερον τώρα, τολμηρώς απήντησαν «Δυνάμεθα»· και τότε τους είπεν έτι τούτο και μέλλουσι να πράξωσιν, αλλά το να καθίσωσιν εκ δεξιών και εξ αριστερών Του ανήκεν εις εκείνους εις ους ητοιμάσθη υπό του Ουρανίου Πατρός Του. Ο θρόνος, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι των πόνων έπαθλον, ουκ επιθυμίας δώρον· δικαιοσύνης γέρας, ουκ αιτήσεως χάρισμα.
Οι δέκα, όταν έμαθον περί Του συμβάντος φυσικά ηγανάκτησαν κατά της λαθραίας ταύτης αποπείρας των δύο αδελφών, όπως τύχωσι δι' εαυτούς ασφαλών πρωτείων, εις την οποίαν προέβησαν χωρίς μηδέ να υποπτεύωσιν ότι τα πρωτεία ταύτα τα οποία εζήτουν θα ήσαν διά τον μεν τα πρεσβεία εν τω μαρτυρίω, διά τον δε παράτασις κακοπαθείας εν τω προσκαίρω κόσμω. Τούτο θ’ απεκαλύπτετο εν καιρώ προς αυτούς, πλην και τώρα ο Ιησούς συνεκάλεσε πάντας, και τους εδίδαξε, καθώς τοσάκις τους είχε διδάξει, ότι η υψίστη τιμή επιτυγχάνεται διά της βαθυτάτης ταπεινώσεως. Όστις ήθελε να είνε μέγας μεταξύ αυτών ώφειλε να είνε πάντων διάκονος· όστις ήθελε να είνε πρώτος, έπρεπε να είνε δούλος. Οι δοκούντες άρχειν των εθνών, κατακυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. Ουχ ούτω δε έσται ημίν, τοις εμοίς μαθηταίς, ότι πτωχός θέλων υπάρχω. Εν τη βασιλεία των ουρανών ο δεσπότης πάντων οφείλει να είνε πάντων διάκονος, όπως και ο Υψιστος Δεσπότης κατανάλωσε την ζωήν Του εις τα ταπεινότερα διακονήματα, και ήτο έτοιμος να δώση αυτήν λύτρον αντί πολλών.
Καθώς επροχώρουν προς την Ιεριχώ, το πλήθος των προσκυνητών, εγίνετο επί μάλλον πυκνότερον περί Αυτόν. Έφθασαν κατά την 7 ή 8 του εβραϊκού μηνός Νισάν (Μαρτίου) εις τα περίχωρα της περιωνύμου ταύτης πόλεως, ήτις είνε τανύν άθλιον αραβικόν χωρίον, πλην ήτο τότε ακμαία και πολυάνθρωπος πόλις, κειμένη επί χλοεράς οάσεως, πλουσία μέλιτος και μελισσοβοτάνου και μυροβαλάνου, και αμφιλαφής και δροσοστάλακτος. Πλησίον εκεί που της πόλεως εκάθητο Βαρτίμαιος ο τυφλός, ο υιός του Τιμαίου, επαιτών μετά τινος συντρόφου της δυστυχίας του, και καθώς ήκουσαν τον θόρυβον του πλήθους του διερχομένου, και ερωτήσαντες έμαθον ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται, έκραξαν μεγάλη τη φωνή, «Ιησού, υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς»· Το πλήθος απεδοκίμασε την κραυγήν ταύτην ως αναξίαν της μεγαλειότητος Εκείνου όστις έμελλε τανύν να εισέλθη εις Ιερουσαλήμ ως ο Μεσσίας του έθνους Του. Αλλ' ο Ιησούς ήκουσε την κραυγήν και η καρδία του συνεκινήθη. Εστάθη ακίνητος, και διέταξε να τους καλέσωσι πλησίον Του. Το πλήθος τότε είπε προς τον Βαρτίμαιον: «Θάρσει, έγειραι, φωνεί σε», εκείνος δε απέρριψε τον επενδύτην του, ανεπήδησε, και ωδηγήθη προς τον Ιησούν. «Τι θέλεις ποιήσω σοι;» τον ηρώτησεν ο Σωτήρ «Ραββουνί, ίνα αναβλέψω». «Πορεύου, η πίστις σου σέσωκέ σε». Έψαυσε τους οφθαλμούς αυτού και του συντρόφου του, και με υγιείς οφθαλμούς ηκολούθησαν μετά του πλήθους δοξάζοντες τον Θεόν.
Ήτο αναγκαίον ν' αναπαυθώσιν εν Ιεριχώ πριν εισέλθωσιν εις την βραχώδη και επισφαλή εκείνην φάραγγα, και απετέλει συνεχή ανωφέρειαν έξ ωρών έως της Ιερουσαλήμ, από 600 μέχρι τρισχιλίων ποδών υπεράνω της επιφανείας της Μεσογείου. Αι δύο πλέον ευδιάκριτοι τάξεις της Ιεριχώ ήσαν ιερείς και τελώναι· και επειδή ήτο ιερατική πόλις, ευλόγως έπρεπε να προσδοκάται ότι ο Βασιλεύς, ο υιός του Δαυίδ, ο διάδοχος του Μωυσέως, θα ετύγχανεν υποδοχής εν τη οικία απογόνου τινός του Ααρών. Αλλ' ο τόπος ένθα ο Ιησούς προείλετο να λάβη αναψυχήν απεφασίσθη υπό άλλων περιστάσεων. Υπήρχεν εν τη πόλει ολόκληρον σμήνος τελωνών, οίτινες είχον εγκατασταθή εκεί χάριν της εισπράξεως του φόρου έκ τινος είδους βαλσάμου παραγομένου εν τω τόπω, και προς διακανονισμόν της εισαγωγής και εξαγωγής μεταξύ της ρωμαϊκής επαρχίας και των κτήσεων του Ηρώδου του Αντίπα. Είς εκ τούτων, αρχιτελώνης, ήτο ανήρ ονόματι Ζακχαίος (υποκοριστικόν του «Ζαχαρίας»), διπλασίως μισητός εις τον λαόν, και διότι ήτο Ιουδαίος, και διότι εξετέλει τα χρέη του τόσον πλησίον της Αγίας Πόλεως. Ο άνθρωπος ούτος είχε βαθείαν επιθυμίαν να ίδη με τους οφθαλμούς του ποίος τις ήτο ο Ιησούς· αλλ' επειδή ήτο μικρός το ανάστημα, δεν ηδύνατο εντός του συνωθισμού του πλήθους να τον ίδη. Έτρεξε λοιπόν εμπρός, καθώς ο Ιησούς διήρχετο διά της πόλεως, και ανέβη εις έν δένδρον συκομορέας το οποίον εσκίαζε την οδόν, υπό το δένδρον τούτο ο Ιησούς θα διέβαινε, και ο τελώνης θα είχε καιρόν να ίδη καλώς Εκείνον όστις, μόνος εν τω έθνει Του, ου μόνον δεν εδείκνυε τυφλόν και φανατικόν μίσος κατά της τάξεως των τελωνών, αλλ' είχεν εύρη μεταξύ των τελωνών ακροατάς απλήστους, και είχεν ανυψώσει ένα τούτων εις τάξιν Αποστόλου. Ο Ζακχαίος Τον είδε καθώς επλησίαζε, και πόσον πρέπει να έπαλεν η καρδία του εκ χαράς και ευγνωμοσύνης, όταν ο Μέγας Προφήτης, ο ωμολογημένος Μεσσίας του έθνους του, εστάθη υπό το δένδρον, ανέβλεψε, και καλέσας αυτόν ονομαστί, είπε: «Ζακχαίε, κατάβηθι· σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι». Ο Ζακχαίος έμελλεν ου μόνον να Τον ίδη, αλλ' εκείνος ήθελε να έλθη και να δειπνήση μετ' αυτού, και να μείνη παρ' αυτώ· ο ένδοξος Μεσσίας ξένος του μισητού τελώνου! Μετ' ανυποκρίτου χαράς επήδησεν ο Ζακχαίος από τους κλώνους της συκομορέας, και έδειξε την οδόν εις την οικίαν του. Αλλ' οι γογγυσμοί του πλήθους υπήρξαν βαθείς και ομόθυμοι. Δεν θα ήτο πολύ σεμνοπρεπέστερον δι' Αυτόν να καταλύση είς τινα ιερέως οικίαν, αφού ήσαν τόσοι ιερείς εν Ιερεχώ, όσοι και εν Ιερουσαλήμ, ή εις την οικίαν του τελώνου; Ή αν οι ιερείς ήσαν απεχθείς προς Αυτόν, όπως συνήθως είνε προς πάντα μέγαν προφήτην και αληθή μεταρρυθμιστήν, δεν εξέλεγε τουλάχιστον κανέν ευπόληπτον πρόσωπον διά να Τον φιλοξενήση; Ο Βασιλεύς, εν τω μέσω των περιπαθών οπαδών Του, να καταλύση εις την οικίαν ανθρώπου του οποίου αυτό το επάγγελμα ήτο σύμβολον της εθνικής ταπεινώσεως και της ρωμαϊκής δεσποτείας! Αλλά το ευμενές βλέμμα και το χαριτόβρυτον ρήμα του Ιησού ήξιζον διά τον Ζακχαίον περισσότερον ή όλοι οι μορμυρισμοί και αι ύβρεις του πλήθους. Ο Τελώνης ησθάνθη βαθύτατα την τιμήν την οποίαν του έκαμεν ο Μεσσίας, και εφιλοτιμήθη να φανή, κατά το δυνατόν, άξιος αυτής. Σταθείς δε εν τω μέσω του πλήθους είπεν, ουχί προς αυτούς, οίτινες τον περιεφρόνουν, αλλά προς Εκείνον, όστις είχε συγκαταβή προς αυτόν: «Ιδού, το ήμισυ των αγαθών μου, Κύριε, δίδωμι πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Αύτη η μεγάλη θυσία, η δημοσία εξομολόγησις και δημοσία επανόρθωσις εδόθη ως ενέχυρον προς τον Κύριόν του ότι η χάρις Του επί ματαίω δεν έγεινεν. Ούτω η αγάπη ήνοιξε δι' απλής επιψαύσεως τας ογκουμένας εκείνας πηγάς της μετανοίας, τας οποίας η καταφρόνησις θα ετήρει κλειστάς διά πάντοτε! Ουδέν συμβεβηκός της θριαμβευτικής πορείας Του ηδύνατο να δώση εις τον Κύριόν μας βαθυτέραν και αγιωτέραν χαράν. Δεν ήτο η αποστολή Του να ζητήση και να σώση το απολωλός; Τότε είπε: «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω γέγονε, επειδή και ούτος (κατά πνευματικήν έννοιαν) υιός Αβραάμ εστι».
Όπως δείξη αυτοίς πόσον σφαλεραί ήσαν αι προσδοκίαι υφ' ων εξήπτοντο νυν, πόσον πεπλανημέναι, φέρ' ειπείν, ήσαν αι αρχαί καθ' ας αρτίως είχον καταδικάσει αυτόν διότι εδέχθη την φιλοξενίαν του Ζακχαίου, ήρχισεν (ή κατά το δείπνον εν τη οικία του τελώνου, ή πιθανώτερον αφού πάλιν εξεκίνησεν) να τους διηγήται την παραβολήν των Ταλάντων. Δανισθείς συμβάντα τα οποία γνωστά είχε καταστήσει αυτοίς η ιστορία της Ηρωδιανής οικογενείας, διηγήθη πως άρχων τις όστις (καθώς Ηρώδης ο Αρχέλαος) είχεν αποδημήσει εις χώραν μακρινήν όπως λάβη έν βασίλειον, και είχε παραχωρήσει εις έκαστον των δούλων του έν ποσόν χρημάτων όπως το μεταχειρισθώσιν επωφελώς μέχρι της επανόδου Του· οι πολίται τον εμίσουν και έπεμψαν πρεσβείαν κατόπιν του όπως κατορθώσωσι την απόρριψίν του. Αλλά μεθ' όλον τούτο η βασιλεία του επεκυρώθη, και ήλθεν οπίσω διά να τιμωρήση τους εχθρούς του, και ανταμήψη τους δούλους του αναλόγως προς την πίστιν των. Είς άπιστος υπηρέτης, αντί να μεταχειρισθή το τάλαντον το δοθέν αυτώ, το είχε κρύψει, και το επέστρεψε μετ' αδίκου και υβριστικού παραπόνου περί της αυστηρότητος του κυρίου του. Ο άνθρωπος ούτος αφηρέθη το τάλαντον, και τούτο εδόθη εις τον αξιώτερον εκ των καλών και πιστών υπηρετών· ούτοι αντημείφθησαν μεγαλοπρεπώς, ενώ οι αποστατούντες πολίται προσήχθησαν και εσφάγησαν.
Η παραβολή, βασιζομένη εις τας ελαχίστας λεπτομερείας της επί των τρόπων των Ηρωδιανών ηγεμόνων, ήτο πολλαπλή την εφαρμογήν· υπεδείκνυε του Χριστού την προσεχή αποδημίαν από του κόσμου· την έχθραν ήτις έμελλε να Τον απορρίψη· το χρέος της πίστεως εις την χρήσιν παντός ό,τι Αυτός είχεν εμπιστευθή εις αυτούς· το αβέβαιον του χρόνου της επανόδου Του· την βεβαιότητα ότι, όταν επανέλθη, θα δοθώσι πανδήμως ευθύναι· την καταδίκην του οκνηρού· την λαμπράν αμοιβήν πάντων όσοι θα Τον υπηρετήσωσι καλώς· τον παντελή όλεθρον εκείνων οίτινες προσπαθούν ν' απορρίψωσι την εξουσίαν Του. Πιθανώς, καθώς έλεγε την παραβολήν ταύτην, η συνοδία είχε σταματήσει, και οι προσκυνηταί είχον συρρεύσει περί Αυτόν. Αφήσας αυτούς να μελετήσωσι περί της σημασίας της, και πάλιν προσήλθεν εις τα πρόσω μόνος επί κεφαλής της μακράς και θαυμαζούσης πομπής. Εκείνοι έμειναν ευλαβώς οπίσω, και Τον ηκολούθουν με πολλά βλέμματα φόβου καθώς βραδέως ανήρχετο την μακράν γυμνήν και απότομον φάραγγα, την άγουσαν από Ιεριχώ εις Ιερουσαλήμ.
Δεν διενοείτο να μείνη εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ, αλλ' επροτίμησεν ως συνήθως να σταματήση εις την αγαπητήν οικίαν της Βηθανίας. Εκεί έφθασε την εσπέραν της Παρασκευής, ογδόη του μηνός Νισάν, από κτίσεως Ρώμης έτει 780 (16 Μαρτίου μ. Χ. 33), έξ ημέρας προ του Πάσχα, και προ της δύσεως του ηλίου ήρχισαν αι Σαββατικαί ώραι. Ενταύθα έμελλε να χωρισθή από της μεγάλης συνοδίας των προσκυνητών, ων τινες θα μετέβαινον να τύχωσι της φιλοξενίας των φίλων των εν τη πόλει, και άλλοι, ως ποιούσι μέχρι της σήμερον, θα κατεσκεύαζον δι’ εαυτούς πρόχειρα στεγάσματα εν τη κοιλάδι των Κέδρων, και τας δυτικάς υπωρείας του Όρους των Ελαιών.
Η ημέρα του Σαββάτου παρήλθεν εν ησυχία και την εσπέραν δείπνον εποίησαν Αυτώ. Ο Ματθαίος και ο Μάρκος λέγουσι, μηστηριωδώς πως, ότι το συμπόσιον τούτο παρετέθη εν τη οικία Σίμωνος του Λεπρού. Ο Ιωάννης ουδέ μνείαν ποιείται Σίμωνος του Λεπρού, ονόματος το οποίον δεν απαντά αλλαχού· και είνε προφανές εκ της διηγήσεώς του ότι η οικογένεια της Βηθανίας ήσαν καθ’ όλου αι κεντρικαί μορφαί της δεξιώσεως ταύτης. Η Μάρθα φαίνεται να είχε την ολοσχερή εποπτείαν της εορτής, και ο εγερθείς εκ νεκρών Λάζαρος ήτο τόσον αντικείμενον περιεργείας όσον και ο Ιησούς. Εκεί όχλος πολύς συνέρρευσε διά να ίδη τον Λάζαρον. Το θαύμα το οποίον είχε γείνη προς χάριν του έκαμέ τινας να πιστεύσωσιν εις τον Ιησούν. Τούτο δε τόσον παρώργιζε το κρατούν κάμμα εν Ιερουσαλήμ, ώστε, εν τη απονενοημένη ανομία των, έστησαν πράγματι συμβούλιον περί του πώς ν' απαλλαγώσι του ζώντος μάρτυρος των υπερφυών δυνάμεων του Μεσσίου τον οποίον ηθέτουν. Η σιωπή του ονόματος του τε Λαζάρου της Μάρθας και της Μαρίας υπό των τριών Ευαγγελιστών, το ανώνυμον της Μαρίας («γυνή τις»), ο προσδιορισμός «εν τη οικία Σίμωνος του Λεπρού», όλα πείθουσαν ότι, δι' ους λόγους ανωτέρω είπομεν, οι πρωιμώτεροι Ευαγγελισταί σκοπίμως απεσιώπησαν το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου, και φαίνεται ότι ο Σίμων ο Λεπρός θα ήτο ή ο τεθνεώς πατήρ των τριών αδελφών, ή, ώς τινες λέγουσιν, ο ποτέ σύζυγος της χηρευούσης Μάρθας, της και κληρονόμου της οικίας εκείνου. Ότι δε η οικία ήτο κυρίως της Μάρθας, φαίνεται εκ του κειμένου του Λουκά λέγοντος. «Γυνή τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο Αυτόν εις τον οίκον αυτής».
Όπως και αν έχη τούτο, η εορτή υπήρξεν αξιόλογος, όχι πρωτίστως λόγω του αριθμού των Ιουδαίων όσοι συνέρρευσαν εις ταύτην, διά να ίδωσι τον Προφήτην, τον εκ Ναζαρέτ και τον άνθρωπον τον οποίον εκ νεκρών είχεν αναστήσει, αλλ' ένεκα συμβάντος τινός το οποίον επήλθε, και τούτο υπήρξεν η άμεσος αρχή του σκοτεινού και φοβερού τέλους.
Διότι καθώς εκάθητο εκεί επί παρουσία του πολυαγαπήτου και σεσωσμένου αδελφού της, και του βαθύτερον ακόμη λατρευομένου Κυρίου της, η Μαρία δεν ηδυνήθη πλέον να συγκρατήση τα αισθήματά της. Δεν ησχολείτο όπως η αδελφή της εις την διακονίαν του δείπνου. (Παραβάλετε και πάλιν το «η Μάρθα διηκόνει» του Ιωάννου με το «η Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν» του Λουκά· και πας αμερόληπτος θα σκεφθή ότι η αποσιώπησις του θαύματος υπό του δευτέρου είνε πολύ ισχυροτέρα προσεπικύρωσις της διηγήσεως του πρώτου), αλλ' εκάθητο και εσκέπτετο και εμελέτα, και το πυρ της πίστεως και της στοργής της έκαιε, και ησθάνθη εαυτήν βιαζομένην προς εξωτερικόν τι σημείον της αγάπης, της ευγνωμοσύνης, της λατρείας της. (11) Όθεν ηγέρθη και έλαβεν «αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς» (το δώρον ήτο βασιλικόν, και αποδεικνύει το εύπορον της οικογενείας· μέχρι δε των ημερών εκείνων, και έως της εποχής του Όθωνος και του Νέρωνος, άγνωστον και ανήκουστον ήτο το να χρίσωσι με μύρον τους πόδας και του κραταιοτέρου μονάρχου) και ήλθεν όπισθεν του Ιησού, και ήρχισε να καταχέη αφειδώς το μύρον επί της κεφαλής Του, είτα επί των ποδών Του, και είτα, αδιάφορος προς πάσαν άλλην παρουσίαν πλην της ιδικής Του, εσπόγγισε τους πόδας εκείνους με τους μακρούς βοστρύχους της κόμης της, ενώ όλη η οικία επλήσθη από την άρρητον ευωδίαν. Ήτο πράξις αφωσιωμένης θυσίας, εκλεκτοτάτης καρδίας και προαιρέσεως· και οι πτωχοί Γαλιλαίοι, οίτινες ηκολούθουν τον Ιησούν, τόσον ασυνείθιστοι προς πάσαν πολυτέλειαν, κατανοούντος το πολύτιμον και σπάνιον του δώρου, ευλόγως ηδύναντο να εκπλαγώσιν ότι όλον αφιερώθη εις την πλουσίαν αβρότητα μιας στιγμής. Ουδείς άλλος ή ο πνευματικώτερος την καρδίαν εκ των εκεί παρόντων θα ηδύνατο να αισθανθή ότι το αβρόν άρωμα το οποίον διέπνευσεν όλην την οικίαν δυνατόν να ήτο εις τον Θεόν οσμή ευωδίας πνευματικής· και ότι τούτο ήτο ασυγκρίτως μικρότερον ή ώστε ν' ανταποκριθή προς το αξίωμα Εκείνου προς ον η δωρεά εγίνετο.
Αλλ' υπήρχεν είς παρών δι' ον εκ παντός λόγου η πράξις ήτο μισητή και απεχθής. Δεν υπάρχει κακία άμα τόσον απορροφητική, τόσον άλογος, και τόσον ευτελής όσον η φιλαργυρία, και η φιλαργυρία ήτο το δεσπόζον αμάρτημα εις την σκοτεινήν ψυχήν του προδότου Ιούδα. Η αποτυχία εις το παλαίειν προς τους ιδίους πειρασμούς του, η ψεύσις πάσης προσδοκίας ήτις το πρώτον τον είχεν ελκύσει προς τον Ιησούν η αφόρητος ταπείνωσις η προσγενομένη εις όλον το είναι του διά της αντιθέσεως εκ της καθ' ημέραν αναστροφής προς την άσπιλον καθαρότητα, η βαθυτέρα σκοτία την οποίαν δεν ηδύνατο ειμή να αισθάνεται ότι η ενοχή του έρριπτε αναμέσον των διαβημάτων του, ένεκα του φλέγοντος ηλικού φωτός, εν ώ από πολλών μηνών είχε περιπατήσει, η αίσθησις προσέτι ότι ο οφθαλμός του Διδασκάλου του, ίσως και τα όμματά τινων εκ των συναποστόλων του, είχον αναγνώσει ή ήρχιζον ήδη ν' αναγινώσκουσι τα κρύφια της καρδίας του· όλοι αυτοί οι λογισμοί είχον βαθυνθή κατ' ολίγον εντός της ψυχής του, και από ψυχρότητος και απαλλοτριόσεως έφθασαν να τραπώσιν εις ακόρεστον απέχθειαν και μίσος. Και το θέαμα της αφειδούς θυσίας της Μαρίας, η συνείδησις ότι ήτο τώρα πολύ αργά διά να βάλη το μέγα εκείνο ποσόν εις το γλωσσόκομον, η απλή κατοχή του οποίου, εκτός των ποσών όσα ηδύνατο να υποκλέπτη εξ αυτού, εθεράπευε την διά τον χρυσόν δίψαν του, ενέπλησεν αυτόν αηδίας και μωρίας. Είχε δαιμόνιον εις την καρδίαν του. Του εφάνη ως να τον είχον κλέψει ή να τον είχον ζημιώσει αυτόν προσωπικώς· ως να ήσαν τα χρήματα ιδικά του και να τον είχον αποστερήσει τούτων». Εις τι η απώλεια αύτη;» είπε μετ' αγανακτήσεως· και φευ! ποσάκις, δεν απήχησαν οι λόγοι του ούτοι· διότι παντού όπου υπάρχει πράξις λαμπράς τινος θυσίας, υπάρχει και Ιούδας τις έτοιμος να χλευάση και να γογγύση «Ηδύνατο το μύρον τούτο πραθήναι τριακοσίων δηναρίων και δοθήναι πτωχοίς»! Και μόλις διά το τρίτον του ποσού τούτου, ο υιός της α π ώ λ ε ι α ς (πρβλ. «εις τι η α π ώ λ ε ι α αύτη»·) ήτο έτοιμος να πωλήση τον Κύριόν του. Η Μαρία δεν το ενόμιζε τούτο αρκετόν διά ν' αλείψη του Χριστού τους πόδας· ο Ιούδας ενόμισε το τρίτον του ποσού τούτου ικανήν αμοιβήν όπως πωλήση την ζωήν Εκείνου.
Η μικρά αύτη νύξις περί του «δοθήναι πτωχοίς» είνε λίαν διδακτική. Ήτο πιθανώς ο πέπλος ον μετεχειρίσθη ο Ιούδας όπως ημιαποκρύψη και από τον εαυτόν του την βαναυσότητα των ιδίων αφορμών του, το ότι δηλ. ήτο κλέπτης εν μικροίς και πράγματι επεθύμει την επιστασίαν του αργυρίου τούτου επειδή θα τον καθίστα ικανόν ν' αυξήση το ίδιον κλοπιμαίον κεφάλαιόν του. Σπανίως αμαρτάνουσιν οι άνθρωποι εν πλήρει διαυγεία της αυτοσυνειδησίας των· συνήθως αποτυφλούνται διά ψευδών προφάσεων και επιπλάστων αφορμών· καίτοι δε ο Ιούδας δεν ηδυνήθη να κρύψη την χαμέρσειάν του από το διαυγέστερον όμμα του Ιωάννου, πιθανώς έκρυψεν αυτήν αφ' εαυτού διά της ιδέας ότι πράγματι διεμαρτύρετο εναντίον της αλογίστου σπατάλης και συνηγόρει υπέρ της ελεημοσύνης της αφιλοκερδούς.
Αλλ’ ο Ιησούς δεν επέτρεψε να διαδοθή το μίασμα του φθόνου και της μικρολογίας ταύτης, ουδέ ήθελε να επιτρέψη ώστε η Μαρία, ήτις ήτο ήδη το κέντρον της γενικής παρατηρήσεως ήτις την ελύπει και την ηνώχλει, να υποφέρη περισσότερον εκ της ευγενούς της πράξεως, όσω μάλλον το μικροπρεπές αίσθημα είχε μεταδοθή και είς τινας των απλοϊκωτέρων μεταξύ των μαθητών. «Τι ενοχλείτε την γυναίκα; είπεν· άφετε αυτήν καλόν έργον εργάσητε εις Εμέ· τους γαρ πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, Εμέ δε ου πάντοτε έχετε· βαλούσα γαρ το μύρον τούτο επί του σώματός Μου, εις το ενταφιάσαι Με εποίησε». Και προσέθηκε την πρόρρησιν — πρόρρησιν ήτις εξακολουθεί ακόμη μέχρι της σήμερον να πληρούται — ότι όπου ήθελε κηρυχθή το Ευαγγέλιον «λαληθήσεται και ό εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής».
«Εις το ενταφιάσαι Με» — σαφώς άρα η καταδίκη Του και ο ενταφιασμός του εγγύς επέκειντο. Και το ρήμα τούτο ήτο άλλη θανάσιμος πληγή κατά των ελπίδων των προσδοκώντων την επίγειον βασιλείαν του Μεσσίου. Ουδεμίαν εγκόσμιον αμοιβήν, ουδεμίαν προαγωγήν ή ανύψωσιν, ηδύναντο να περιμένωσιν οι οπαδοί Εκείνου όστις έμελλε τόσον ταχέως ν' αποθάνη. Δυνατόν να ενέβαλε και άλλην ορμήν απογοητεύσεως εις την ψυχήν του ληστρικού προδότου, όστις δημοσία απεδοκιμάσθη και εφιμώθη. Η απώλεια των χρημάτων, τα οποία θα ηδύναντο κατά φαντασίαν να είνε εις την ιδίαν διαχείρησίν του, έκαιεν εν αυτώ με πυρ προάγγελον του της Γεέννης· Δεν ήθελε ν' απολέση τα πάντα. Εν τη έχθρα και τη μανία και τη απογνώσει του, έφυγεν εκ της Βηθανίας την νύκτα εκείνην, και απήλθεν εις Ιερουσαλήμ, και εισήχθη εις τον θάλαμον του συμβουλίου των αρχιερέων εν τη οικία του Καϊάφα, και έλαβε την πρώτην εκείνην απαισίαν συνέντευξιν, καθ' ην διεπραγματεύθη προς αυτούς να πωλήση τον Κύριόν του. «Τι μοι θέλετε δούναι, καγώ υμίν παραδώσω Αυτόν;» Ποίαι και πόσαι πραγματείαι έγειναν, δεν γνωρίζομεν, ουδέ αν η αντιμέτωπος φιλαργυρία των ηνωμένων εκείνων εχθρών επάλαισε πριν αποφασίση την ευτελή τιμήν του αίματος. Εάν ούτως έχει, οι πανούργοι Ιουδαίοι αρχιερείς ενίκησαν τον αμαθή βλακοπόνηρον Ιούδαν. Διότι όλα όσα επρόσφεραν και όλα όσα εζύγισαν («έστησαν») ή εμέτρησαν προς αυτόν ήταν τριάκοντα αργύρια (ήτοι περί τας 4 χρυσάς λίρας του σημερινού νομίσματος), το ποσόν όσον θα ήρκει προς εξαγοράν του ευτελεστάτου «φυγάδος δούλου». Το ευτελές του ποσού φανερά δεικνύει ότι οι άρχοντες δεν εθεώρουν τας εκδουλεύσεις του Ιούδα ως απαραιτήτους· θα τους απήλλαττε μόνον από ενοχλήσεις και ενδεχομένην αιματοχυσίαν «άτερ όχλου», ως λέγει ο Ευαγγελιστής.
Αντί του αργυρίου τούτου ο Ιούδας έμελλε να πωλήση τον Διδάσκαλόν του, και πωλών Αυτόν, να πωλήση την ιδίαν ζωήν του, και να κερδήση την βδελυγμίαν του κόσμου επί γενεάς γενεών. Και ούτω κατά την τελευταίαν εβδομάδα της ιδίας του ζωής και της του Διδασκάλου του, ο Ιούδας επλανάτο άνω και κάτω με την πρόθεσιν του φόνου εις την σκοτεινήν και απεγνωσμένην καρδίαν του. Πλην έως τώρα ημέρα δεν είχεν ορισθή, και σχέδιον δεν είχε καταρτισθή· μόνον το τίμημα της προδοσίας επληρώθη· και φαίνεται ότι υπήρχε γενική πεποίθησις ότι δεν θα συνέφερε να προβώσιν εις την απόπειραν κατ' αυτήν την εορτήν («Έλεγον δε, μη εν τη εορτή») μήπως γείνη θόρυβος μεταξύ του πλήθους, όλων όσοι Τον ησπάζοντο, και ιδίως μεταξύ της πυκνής πληθύος των προσκυνητών των εκ της πατρίδος Του Γαλιλαίας. Επίστευον ότι πολλαί ευκαιρίαι θα ηδύναντο να παρουσιασθώσιν, ή εν Ιερουσαλήμ ή αλλαχού, ευθύς ως θα παρήρχετο το μέγα Πάσχα, και η Αγία Πόλις θα επανέπιπτεν εις την συνήθη γαλήνην της.
Και τα συμβάντα της επιούσης ήτο πιθανόν ότι θα έδιδον την εμφαντικωτάτην επιβεβαίωσιν εις την εγκόσμιον σοφίαν της ανόμου αποφάσεώς των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. Η Βαϊοφόρος
Είσοδος εις Ιερουσαλήμ — Ο θρίαμβος. — «Ωσανά τω Υιώ Δαυίδ». — «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων». — Η Ιερουσαλήμ των ημερών εκείνων. — Ο Ιησούς κλαίει επί την πόλιν. — Τρομερά πλήρωσις της προφητείας Του. — Αγανάκτησις των Φαρισαίων. — «Τις εστιν ούτος;» — Ο Ιησούς και πάλιν αποκαθαίρει τον Ναόν. — Τα ωσαννά των παιδίων. — «Ουδέποτε ανέγνωτε;» — Οι Έλληνες οι θέλοντες να ίδωσι Τον Ιησούν. — Ομιλία του Ιησού. — Φωνή εξ ουρανού. — Εις το Όρος των Ελαιών.
«Επί όρους υψηλού ανάβηθι ο Ευαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον εν ισχύι την φωνήν Σου ο Κηρύσσων Ιερουσαλήμ». (Ησαΐας).
«Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρσυσε θύγατερ Ιερουσαλήμ· ότι ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι δίκαιος και σώζων. Αυτός πραΰς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον». (Ζαχαρίας).
Φαίνεται ότι προϋπήρχε γενική εντύπωσις από τινος χρόνου ότι, μεθ' όλα όσα προσφάτως είχον συμβή, ο Ιησούς θα παρευρίσκετο εις την εορτήν του Πάσχα. Η πιθανότης τούτου δεν είχε παύσει να συζητήται μεταξύ του λαού, και η προσδοκωμένη άφιξις του προφήτου της Γαλιλαίας εθεωρείτο μετά μεγάλης περιεργείας και ενδιαφέροντος.
Όταν άρα γνωστόν κατέστη λίαν πρωί της μιας των Σαββάτων ότι κατά την ημέραν ταύτην Εκείνος βεβαίως θα εισήρχετο εις την Αγίαν Πόλιν, μεγίστη ήτο η έξαψις. Η είδησις θα διεδόθη υπό τινων των πολυαρίθμων Ιουδαίων οίτινες είχον επισκεφθή την Βηθανίαν κατά την προλαβούσαν εσπέραν, αφού η δύσις του ηλίου επέτρεψεν αυτοίς να υπερβώσι τα όρια της πορείας του Σαββάτου. Ούτω συνέβη ώστε πλήθος πολύ ήτο παρεσκευασμένον να υποδεχθή και προσαγορεύση τον Ελευθερωτήν τον εγείραντα τον τεθνεώτα.
Ο Ιησούς εξεκίνησε πεζός. Τρεις οδοί ήγον από Βηθανίας διά του Όρους των Ελαιών εις Ιεροσόλυμα. Μία τούτων διέρχεται διά της βορείας και της μεσαίας κορυφής του όρους· η άλλη ανέρχεται εις το υψηλότερον του βουνού, και κλίνει κάτω διά του νεωτέρου χωρίου Ελτούρ· η τρίτη, ήτις είνε και πάντοτε πρέπει να ήτο η κυρία οδός, διαθέει περί τα μεσημβρινά νώτα της κεντρώας μάζης του όρους, μεταξύ ταύτης και του «Όρους της Κακής Βουλής». Αι δύο πρώται είνε μάλλον ορειναί ατραποί ή οδοί, και επειδή ο Ιησούς συνωδεύετο υπό τοσούτων μαθητών, είνε πρόδηλον ότι θα έλαβε την τρίτην και ομαλωτέραν οδόν.
Διελθόντες υπό τους φοίνικας της Βηθανίας, επλησίασαν εις τους συκεώνας του Βηθφαγή, μικρού προαστείου μεσημβρινώς και αντικρύ της Βηθανίας. Εις το χωρίον τούτο, ή εις άλλο εγγύς, ο Ιησούς απέστειλε δύο των μαθητών Του. Η λεπτομερής περιγραφή του μέρους παρά τω Μάρκω μας κάμνει να υποθέσωμεν ότι ο Πέτρος (όστις υπηγόρευσεν εις τον Μάρκον) ήτο είς των δύο, και αν ούτως έχη, πιθανόν να συνοδεύετο υπό του Ιωάννου. Ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι, όταν φθάσουν εις την κώμην, θα εύρωσιν όνον δεδεμένην, και πώλον μετ' αυτής· ταύτα έπρεπε να λύσωσι και να τα φέρωσι προς τον Ιησούν, και αν εγένετο παρατήρησίς τις υπό του κτήτορος, αύτη αμέσως θα κατεσιγάζετο διά του λόγου ότι «ο Κύριος αυτών χρείαν έχει». Όλα συνέβησαν όπως προείπεν. «Έξω επί του αμφόδου» εύρον την όνον και το πωλάριον, το οποίον προωρίσθη προς ιεράν χρήσιν επειδή ποτέ δεν είχον υποζευχθή ακόμη. Οι κτήτορες επέτρεψαν αυτοίς να λάβωσι τα ζώα, εκείνοι δε ήγαγον ταύτα προς τον Ιησούν, επιστρώσαντες επ' αυτών τα ιμάτιά των. Είτα ο Ιησούς ανέβη επί του πώλου, και η θριαμβευτική πομπή εξεκίνησε. Δεν ήτο στασιαστικόν κίνημα όπως εξεγείρει πολιτικόν ενθουσιασμόν, ήτο απλή και άδολος αγαλλίασις πτωχών Γαλιλαίων τιμώντων τον Διδάσκαλόν των, εκουσίως πτωχεύσαντα, και δούλου μορφήν λαβόντα. Επιβαίνει ουχί επί πολεμικού κέλητος, αλλ' επί ζώου το οποίον ήτο της ειρήνης το σύμβολον. Οι εθνικοί, εάν έβλεπον την ταπεινήν πομπήν, θα την περιεγέλων, καθώς οι συγγραφείς των κατεγέλασαν πράγματι την περιγραφήν αυτής. Αλλ' οι Απόστολοι ανέμνησαν εν ταις ύστερον ημέραις ότι επλήρου την προφητείαν του Ζαχαρίου: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ, ότι ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεταί σοι πραΰς και σώζων, και επιβεβηκώς επί πώλον όνου, υιόν υποζυγίου». Ναι, ήτο, κατά το φαινόμενον, ταπεινή πομπή· και όμως, ενώπιόν της πώς και οι μεγαλοπρεπέστεροι θρίαμβοι των πολέμων ωχριώσι και αμαυρούνται!
Μόλις ο Ιησούς εξεκίνησε καθήμενος επί του πώλου, και ο πλείστος όχλος ήρχισαν να στρώνουν τα φορέματά των εις την οδόν, και έκοπτον τα βαΐα, ήτοι τους κλάδους, των φοινίκων και των ελαιών, διά να τα βαστάζωσιν ή να τα σκορπίζωσιν εις τον δρόμον Του. Οι προάγοντες δε και οι ακολουθούντες έκραζον λέγοντες: «Ωσαννά τω Υιώ Δαυίδ! Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου, Βασιλεύς του Ισραήλ. Ωσαννά εν τοις υψίστοις!» Και εν τω ενθουσιασμώ του ο λαός διηγούντο προς αλλήλους πώς τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών.
Η οδός ανακύπτει διά βαθμιαίας ανωφερείας προς το Όρος των Ελαιών, είτα δε αποτόμως στρέφεται βορεινότερον. Παρά την καμπήν ταύτην της οδού η Ιερουσαλήμ, κρυπτομένη μέχρι τούδε όπισθεν της πλάτης του όρους, επιφαίνεται αιφνιδίως εις την όψιν. Εκεί, μέσω της διαυγούς ατμοσφαίρας, προνεύουσα εκ των βαθειών συσκίων κοιλάδων αίτινες την περιεκύκλουν, η πόλις των μυρίων αναμνήσεων ίστατο εναργής προ Αυτού, και το φως του πρωινού ηλίου, πίπτον επί των επιχρύσων ορόφων του Ναού, αντηύγαζε με λαμπρότητα βιάζουσάν τινα ν' αποστρέψη τους οφθαλμούς. Τοιαύτη θέα τοιαύτης πόλεως είνε πάντοτε περιπαθής, και πολλοί Ιουδαίοι και εθνικοί οδοιπόροι εκράτησαν τον χαλινόν του ίππου των εις το μέρος τούτο, και ανέβλεψαν προς την σκηνήν εν συγκινήσει βαθεία και δυσπεριγράπτω. Αλλ' η Ιερουσαλήμ των ημερών εκείνων, με τους τόσους υπερηφάνους πύργους της, εθεωρείτο ως έν των θαυμάτων του κόσμου, και ήτο θέαμα ασυγκρίτως μεγαλοπρεπέστερον ή η φθίνουσα και κατερειπωμένη πόλις της σήμερον. Και τις να ερμηνεύση δύναται, τις ισχύει να εισδύση εις το ριγηλόν αίσθημα της θείας συμπαθείας, το οποίον εις την θέαν εκείνην διέπνευσε την ψυχήν του Σωτήρος; Καθώς προσέβλεψεν εις την «μάζαν εκείνην χιόνος και χρυσού», δεν υπήρξεν υπερηφάνεια, δεν υπήρξεν έξαρσις εν τη καρδία του αληθούς βασιλέως της; Πόρρω τούτου! Είχε χύσει σιγηλά δάκρυα· επί του τάφου του Λαζάρου· εδώ έκλαυσε μεγαλοφώνως. Όλη η αισχύνη των κατ' Αυτού χλευασμών, όλη η αγωνία της βασάνου Του, υπήρξαν ανίσχυρα, πέντε ημέρας ύστερον, ν' αποσπάσωσιν απ' Αυτού ένα γογγυσμόν, ή να υγράνωσι τα βλέφαρά του μ' έν δάκρυ· αλλ' εδώ, όλος ο οίκτος όστις ήτο εντός Του κατεκυρίευσε την ανθρωπίνην ψυχήν Του, και ου μόνον έκλαυσεν, αλλ' ερράγη εις πάθος σχετλιασμού, εν ώ η φωνή πνιγομένη εφαίνετο παλαίουσα ίνα εξέλθη. Ξένος του Μεσσίου θρίαμβος! παράδοξος διακοπή των πανηγυρικών κραυγών! Ο Ελευθερωτής θρηνεί επί την πόλιν την οποίαν είνε πλέον πολύ αργά να σώση· ο Βασιλεύς προφητεύει την εντελή καταστροφήν του έθνους του οποίου ήλθεν ίνα άρξη! «Εάν εγνώριζες, (έκραξεν, ενώ τα θαυμάζοντα πλήθη προσέβλεπον και δεν είξευρον τι να νοήσωσιν ή να είπωσιν), Ει εγίνωσκες και συ καν τη ημέρα ταύτη τα εις ειρήνην σου!» — κ' εδώ η λύπη διέκοψε τον λόγον, και όταν εύρε φωνήν να εξακολουθήση, ηδυνήθη μόνον να προσθέση, «αλλά νυν κρύπτονται από των οφθαλμών σου! διότι ελεύσονται ημέραι επί σε ότε οι εχθροί σου θήσουσι χάρακα περί σε, και περιβαλούσι σε κύκλω, και τηρήσουσί σε πάντοθεν, και καθελούσι σε έως εδάφους, και τα τέκνα σου εν σοι· και ου μη καταλείψουσιν εν σοι λίθον επί λίθου, ότι ουκ έγνως καιρόν επισκέψεώς σου».
Αυστηρώς, κατά γράμμα, τρομερώς, εντός πεντήκοντα ετών, επληρώθη η προφητεία αύτη. Τέσσαρα έτη προ της ενάρξεως του πολέμου, ενώ η πόλις ήτο ακόμη εν μεγίστη ειρήνη και ευημερία, μελαγχολικός τις μανιώδης διέτρεξε τας οδούς με επανειλημμένας κραυγάς, «Φωνή εξ ανατολών, φωνή εκ δυσμών, φωνή εκ των τεσσάρων ανέμων, φωνή εναντίον Ιερουσαλήμ και του Αγίου Οίκου, φωνή κατά των νυμφίων και των νυμφών, εναντίον παντός του λαού». Ούτε διά μαστίγων ούτε διά βασάνων εδυνήθησαν ν' αποσπάσωσι παρ' αυτού άλλας λέξεις ειμή «Ουαί! Ουαί! τη Ιερουσαλήμ· ουαί τη πόλει· ουαί τω λαώ· ουαί τω Οίκω τω Αγίω!» εωσότου επτά ημέρας, ύστερον, κατά την πολιορκίαν, εφονεύθη διά λίθου εκ καταπέλτου. Η φωνή του ήτο μόνον η ανανεωθείσα ηχώ της φωνής της προφητείας.
Ο Τίτος δεν ήθελεν αρχήθεν να περιβάλη την πόλιν, αλλ' εβιάσθη υπό της απογνώσεως και της ισχυρογνωμοσύνης των Ιουδαίων να περικυκλώση ταύτην, πρώτον διά χάρακος μετά πασσάλων, είτα διά τείχους κτιστού. Δεν επεθύμει να θυσιάση τον Ναόν, κατέβαλε μάλιστα πάσαν δυνατήν προσπάθειαν να τον σώση, αλλ' εβιάσθη να τον μεταβάλη εις τέφραν. Δεν επροτίθετο να φανή σκληρός προς τους κατοίκους, αλλ' ο απονενοημένος φανατισμός της αντιστάσεώς των τόσον έσβεσε πάσαν επιθυμίαν όπως φεισθή αυτών ώστε ανέλαβε το έργον μικρού δειν να εξολοθρεύση την φυλήν, να τους σταυρώση κατά εκατοντάδας, να τους εκθέτη εις το αμφιθέατρον κατά χιλιάδας, να τους εξανδραποδίζη κατά μυριάδας. Ο Ιώσηπος διηγείται ότι, μετά την πολιορκίαν του Τίτου, ουδείς, εν τη δηώσει και τη ερημία ήτις έμεινε, θ’ ανεγνώριζε το κάλλος της Ιουδαίας· και αν Εβραίος τις ήρχετο αίφνης εις την πόλιν, όσον καλώς και αν την είχε γνωρίσει πρότερον, θα ηρώτα, «ποία πόλις είνε αύτη;»
Επήλθε μικρός σταθμός εν τη πομπή ενώ ο Ιησούς έχυνε τα θεία δάκρυα Του και εξέφερε τον προφητικόν θρήνον Του. Αλλά τώρα ο λαός εν τη κοιλάδι των Κέδρων και περί τα τείχη της Ιερουσαλήμ, και οι προσκυνηταί των οποίων αι καλύβαι και αι σκηναί ίσταντο τόσον πυκναί επί των χλοερών κλιτύων κάτω, είχον ιδεί την πλησιάζουσαν συνοδίαν, και είχον ακούσει τους χαρμοσύνους κραυγάς, και ενόησαν τι εσήμαινεν η κίνησις αύτη. Κατ' εκείνον τον χρόνον τα δένδρα των φοινίκων ήσαν πολυαριθμότατα εις τα εγγύς της Ιερουσαλήμ, καίτοι νυν ολίγα μόνον υπάρχουσι· και κόπτοντες τους πρασίνους και χαρίεντας κλάδους των, «τα βαΐα των φοινίκων», ως λέγει ο Ευαγγελιστής, οι άνθρωποι έτρεξαν εις προϋπάντησιν του ερχομένου Προφήτου. Και όταν ηνώθησαν τα δύο κύματα του λαού, εκείνοι οίτινες τον προέπεμπον από Βηθανίας, κ' εκείνοι οίτινες είχον έλθη να Τον προϋπαντήσωσιν από Ιερουσαλήμ, τον περιεστοίχισαν εποχούμενον εν τω μέσω, και οι μεν προάγοντες, οι δε ακολουθούντες, σείοντες τα βαΐα και κράζοντες Ωσαννά, τον συνώδευσαν μέχρι των πυλών της Ιερουσαλήμ.
Μεμιγμένοι μεταξύ του πλήθους ήσάν τινες των Φαρισαίων, και η αγαλλίασις του πλήθους ήτο χολή και άψινθος δι' αυτούς. Τι εσήμαινον αι Μεσσιακαί αύται κραυγαί και οι βασιλικοί τίτλοι; Δεν ήσαν επικίνδυνοι και απρεπείς; Διατί Αυτός τας επέτρεπε; «Διδάσκαλε, επιτίμησον τους μαθητάς σου». Αλλά δεν ήθελεν να πράξη ούτω. «Και αν ούτοι σιωπήσωσιν, είπεν, οι λίθοι κεκράξονται». Οι λόγοι ούτοι ανεμίμνησκον την προφητείαν του Αββακούμ «Ότι λίθος κράξεται εκ του τείχους και δοκός εκ της κεράμου αποκριθήσεται». Οι Φαρισαίοι ησθάνθηταν ότι ήσαν ανίσχυροι να σταματήσουν το κύμα του ενθουσιασμού,
Και όταν έφθασαν εις τα τείχη, όλη η πόλις «εσείσθη» εν εξάψει και ταραχή· «Τις εστιν ούτος;» έλεγον, προκύπτοντες από των στεγών και των δωμάτων και παραμερίζοντος εν ταις ρύμαις και ταις πλατείαις όπως διέλθη η πομπή. Και το πλήθος απήντα μετά σεμνώματος επί τω μεγάλω συμπολίτη των, αλλά και μετά τινος δυσπιστίας ήδη απέναντι της έχθρας της μητροπόλεως. — «Ούτος εστιν Ιησούς, ο Ναζαρηνός Προφήτης».
Πριν ή φθάσωσιν εις την Σουσανήν πύλην του Ναού, το πλήθος διεσκορπίσθη, και ο Ιησούς εισήλθεν. Ο Κύριος, «ον αυτοί εζήτουν», είχεν έλθη αιφνιδίως εις τον Ναόν Του, κομιστής της Διαθήκης, Μεγάλης Βουλής Άγγελος· αλλ' εκείνοι ούτε Τον ανεγνώρισαν ούτε ηυφράνθησαν επ' Αυτώ, καίτοι η πρώτη πραξίς Του υπήρξε το να καθαρίση και απολυμάνη τούτον, όπως προσφέρωσι τω Κυρίω θυσίαν αινέσεως. Καθώς περιέβλεψε και είδε τα εκεί, η καρδία Του και πάλιν σφόδρα ηγανάκτησε. Τρία έτη πρότερον, κατά το πρώτον Πάσχα Του, είχεν αποκαθάρει τον Ναόν, πλην φευ! εις μάτην. Και πάλιν αι τράπεζαι ήσαν πλήρεις από σωρούς νομισμάτων, και τα πρόστωα πλήρη βοών και προβάτων και περιστερών προς πώλησιν. Ναός ήτο αυτός ή αγορά, ή βουστάσιον, ή περιστερεών ή κολλυβιστήριον; Εις τον βεβηλωμένον εκείνον τόπον δεν ήθελε να διδάξη. Και πάλιν, μετά λύπης οργή μεμιγμένης, απήλασεν αυτούς εκείθεν, μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή εις το φλέγοντα ζήλον Του. Το πυκνόν πλήθος των Εβραίων (ανερχόμενον, ως λέγεται, εις τριακοσίας μυριάδας) το οποίον επλήρου την Αγίαν Πόλιν κατά την εβδομάδα της εορτής, αναμφιβόλως κατέκτησε την Αυλήν των Εθνών, την προσκειμένην τω Ναώ, χείρονα και θορυβωδεστέραν σκηνήν κατ' εκείνην την ημέραν ή άλλοτέ ποτε, όσω μάλλον την ημέραν εκείνην, συμφώνως με τον Νόμον, ο Πασχάλιος αμνός, τον οποίον οι επισκέπται ήσαν υπόχρεοι ν' αγοράσωσι, εξελέγετο και ετίθετο κατά μέρος. Αλλ' επ' ουδενί λόγω θα επέτρεπεν Εκείνος ίνα ο οίκος του Πατρός Του μεταβληθή εις σπήλαιον ληστών.
Αφού εκαθαρίσθη ο Ναός, ήλθον πάσχοντες προς Αυτόν και τους εθεράπευσε. Ακροαταί των λόγων Του ανά εκατοντάδας συνέρρεον περί Αυτόν, εξίσταντο επί τη διδαχή Του, και εκρέμαντο από των χειλέων Του· «εκρέμαντο απ' αυτών καθώς η μέλισσα από του άνθους, το βρέφος από του μαζού, ο νεοσσός από το ράμφος της κλώσσης. Ο Χριστός έσυρε τον λαόν κατόπιν Του με την χρυσήν άλυσιν της ουρανίου ευγλωττίας Του·. Αυτοί οι παίδες του Ναού, εν τη αθώα αγαλλιάσει των, εξηκολούθουν να κράζουν τα χαρμόσυνα Ωσαννά μεθ' ων Τον είχον υποδεχθή. Οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι και οι άρχοντες του λαού έβλεπον και ηπόρουν και εφρύαττον και εχάνοντο. Έβρυχον μόνους τους οδόντας εν αδυναμία, μηδέν τολμώντες να πράξωσι, λέγοντες προς αλλήλους ότι ουδέν να πράξωσιν ηδύναντο, διότι όλος ο κόσμος οπίσω Αυτού απήλθε, πλην ελπίζοντες ακόμη ότι η ώρα των θα ήρχετο, και η δύναμις του σκότους έμελλε να έλθη. Εάν απετόλμων να είπωσι μίαν λέξιν προς Αυτόν, ηναγκάζοντο να υποχωρώσι τεταπεινωμένοι και κατησχυμμένοι υπό των αταράχων απαντήσεών Του. Οργίλοι επέστησαν την προσοχήν Του εις τας κραυγάς των παίδων εν ταις αυλαίς του Ναού λέγοντες, «Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν;» Αλλ' ο Ιησούς απήντησεν: «Ουδέποτε, ανέγνωτε, Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτήσω αίνον;» Να ενθυμήθησαν τάχα, οι άνομοι, την συνέχειαν του στίχου, «ένεκα των εχθρών Σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν;»
Ούτω εν μεγάλη παρρησία, και εν μέσω των ματαίων αποπειρών των εχθρών εναντίον Του, διήλθον αι ώραι της ημέρας εκείνης. Αλλά και άλλο βαθύτατα ενδιαφέρον συμβεβηκώς επήλθε κατ' αυτήν. Έκπληκτοι εξ όσων ήκουον και έβλεπον, Έλληνές τινες (ίσως προσήλυτοι του Ιουδαΐσμού ελθόντες εις Ιερουσαλήμ διά την εορτήν) ήλθον προς τον Φίλιππον και εζήτησαν να ίδωσι κατ' ιδίαν τον Ιησούν. Χαλδαίοι εξ ανατολών είχον έλθη εις το βρεφικόν λίκνον Του. Έλληνες εκ δυσμών ήρχοντο εις τον Σταυρόν Του. Τίνες ήσαν και διατί Τον εζήτουν αγνοούμεν. Ενδιαφέρουσα παράδοσις λέγει ότι ήσαν απεσταλμένοι του Αβγάρου Ε'. βασιλέως της Εδέσσης, όστις μαθών περί των θαυμάτων του Ιησού, και περί των κινδύνων των απειλούντων Αυτόν ήδη, έπεμψεν απεσταλμένους προσφέρων Αυτώ άσυλον εις το κράτος του. Η παράδοσις προσθέτει ότι, καίτοι ο Ιησούς απέκλινε την προσφοράν, αντήμειψε την πίστιν του Αβγάρου γράψας αυτώ επιστολήν και θεραπεύσας αυτόν εκ της νόσου ης έπασχεν.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ουδέν περί των περιστάσεων τούτων μνημονεύει· ουδέ μας λέγει διατί οι Έλληνες ούτοι ήλθον προς τον Φίλιππον κατά προτίμησιν. Επειδή η Βηθσαϊδά ήτο η γενέθλιος πόλις του Αποστόλου, και επειδή πολλοί Ιουδαίοι κατά την περίοδον ταύτην είχον λάβη ελληνικά ονόματα, και μάλιστα τα εθιζόμενα εν τω οίκω, του Ηρώδου, δεν δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν πολλήν σπουδαιότητα εις το ελληνικόν του ονόματός του. Είνε αξία προσοχής ένδειξις της ευλαβείας και του φόβου τον οποίον οι Απόστολοι ησθάνοντο προς τον Διδάσκαλόν των, το ότι ο Φίλιππος δεν «τόλμησε πάραυτα να εκτελέση το αίτημά των. «Έρχεται και λέγει τω Ανδρέα, και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού. Αν πράγματι εισήγαγον τους αιτούντας ενώπιόν Του δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλ' Αυτός ήρχισε να λέγη, «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου». Και η απάντησίς Του ήτο ότι, «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». Ούτω και η οδός η προς την δόξαν Του ήτο διά της ταπεινώσεως και του θανάτου, και όσοι ήθελον να Τον ακολουθήσωσιν, ώφειλον να είνε παρεσκευασμένοι εν παντί καιρώ, όπως μέχρι θανάτου Τον ακολουθήσωσι. Καθώς δε εθεώρει τον επικείμενον τούτον θάνατον, η ανθρωπίνη φρίκη τούτου επάλαιε με την ζέσιν της υπακοής Του· και γινώσκων ότι αντιμετωπίζων την φοβεράν εκείνην ώραν θα ενίκα, έκραξε, «Πάτερ, δόξασόν Σου το όνομα!» Τότε, διά τρίτην φοράν κατά την επίγειον ζωήν Του, ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα, «Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω».
Ο Άγ. Ιωάννης ο Ευαγγελιστής παρρησία μας λέγει ότι η φωνή αύτη δεν ήχησε το αυτό προς όλους. Το πλήθος την εξέλαβεν ως παροδικήν βροντήν· άλλοι έλεγον ότι Άγγελος προς Αυτόν ελάλησε». Μόνον δι' ολίγους ήτο έναρθρος η φωνή· Αλλ' ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι η φωνή αύτη δεν έγεινε δι’ Αυτόν, αλλά δι' εκείνους». Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ όταν υψωθώ από της γης, (ως ύψωσε Μωσής τον χαλκούν όφιν εν τη Ερήμω) πάντας ελκύσω προς Εμαυτόν». Οι λαοί ήρχοντο εις αμηχανίαν προς τους ασαφείς τούτους υπαινιγμούς. «Ημείς ηκούσαμεν εκ του Νόμου, ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πώς Συ λέγεις ότι υψωθήναι δει τον Υιόν του Ανθρώπου; Τις εστιν ούτος ο Υιός του Ανθρώπου;» Η αληθής απάντησις εις την ερώτησίν των θα εγίνετο δεκτή μόνον εις πνευματικάς καρδίας· ήσαν απαράσκευοι δι' αυτήν, και μόνον θα προσεβάλλοντο και θα ηδημόνουν· διά ο Χριστός τούτο δεν απήντησεν εις αυτούς. Μόνον τους προέτρεψε να περιπατώσιν εν τω φωτί κατά τον βραχύν τούτον χρόνον καθ' ον το φως θα ήτο εισέτι μετ' αυτών, ίνα υιοί φωτός γένωνται. Είχεν έλθη ως φως εις τον κόσμον, και τα ρήματα τα οποία λαλεί θα κρίνωσι τους αθετούντας Αυτόν· διότι τα ρήματα ταύτα ήσαν παρά του Πατρός· ακτίνες παρά του Πατρός των Φώτων· ζωοδότειραι λάμψεις από της Αιωνίου Ζωής.
Αλλ' αι έκλαμπροι αύται και ζωτικαί αλήθειαι ήσαν αμβλείαι προς τεφλωμένους οφθαλμούς και νεκραί προς πεπωρωμένας καρδίας. Όσοι εκ των αρχόντων επίστευσαν εν μέρει, δεν ετόλμων να το ομολογήσουν, φοβούμενοι τους Φαρισαίους, «ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται· ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού».
Ούτω ποιά τις θλίψις και αίσθημα αθυμίας ενέπεσε κατά την εσπέραν της ημέρας του θριάμβου. Δεν ήτο ασφαλές διά τον Ιησούν να μένη εν τη πόλει, ούτε ήτο σύμφωνον προς τας επιθυμίας Του. Απεχώρησε λάθρα από του Ναού, εκρύβη από των αγρύπνων εχθρών του, και προασπιζόμενος εισέτι έξω της πόλεως διά του ενθουσιασμού των Γαλιλαίων οπαδών Του, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των Δώδεκα. Είνε πιθανόν όμως ότι δεν εισήλθεν εις την πολίχνην, καθότι αν μετέβαινε πάλιν εις την φιλικήν οικίαν, δυσκόλως θα ηδύνατο να κρυφθή. Ο Ματθαίος λέγει ότι «ηυλίσθη» εκεί προς το όρος, και ο Λουκάς γράφει «ηυλίζετο εις το όρος το καλούμενον Ελαιών». Δεν ήτο ασυνείθιστος προς υπαιθρίους διανυκτερεύσεις. Αυτός δε και οι Απόστολοί Του, περιτυλιγμένοι με τα εξωτερικά ενδύματα, θα ηδύναντο να κοιμηθώσιν επί της πρασίνης χλόης υπό την σκέπην των δένδρων. Η σκιά του προδότου έπιπτεν επ' Αυτού του Προδοθέντος και επί της μικράς εκείνης λογικής ποίμνης, επί του φυτωρίου των αλιέων Του. Να εκοιμήθη τάχα και ο προδότης τόσον ατάραχος, όσον οι άλλοι, την νύκτα εκείνην;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'. Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα Παραβολών.
Ο Ιησούς πεινά. — Η άκαρπος συκή. — «Πώς παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» — Πρεσβεία ιερέων. — «Τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» — Αντερώτησις του Ιησού. — Πώς εφιμώθησαν. — Παραβολή των Δύο Υιών. — Παραβολή των Κακών Γεωργών. — «Λίθον ον απεδοκίμασαν». — Αι σκευωρίαι των Φαρισαίων.
Εγερθείς από του καταυλισμού του, λίαν πρωί, ο Ιησούς επέστρεψεν εις την πόλιν και τον Ναόν και καθ' οδόν επείνασεν. Η Δευτέρα και η Πέμπτη της εβδομάδος ετηρούντο υπό των ακριβολογούντων τηρητών των εθίμων ως ημέραι νηστείας, και ταύτας εννοεί ο Φαρισαίος της Παραβολής όταν λέγη, «Νηστεύω δις του Σαββάτου». Δυνατόν εν τη φιλανθρώπω προθυμία όπως διδάξη τον λαόν Του να παρημέλησε τας κοινάς ανάγκας του βίου· δυνατόν να μη υπήρχε μέσον προς προμήθειαν τροφής ανά τους αγρούς όπου διέτριψε την νύκτα. Οποιαδήποτε και αν ήτο η αιτία, ο Ιησούς επείνασε, και εζήτησε καρπόν τινα όπως λάβη αναψυχήν διά τον κόπον της ημέρας.
Δένδρα υπάρχουσιν άφθονα και νυν έτι εις τον τόπον εκείνον, αλλ' όχι οι πάμπολλοι φοίνικες και αι συκαί και αι καρυαί, αίτινες καθίστων τα περίχωρα της Ιερουσαλήμ εις σύσκιον άλσος, πριν δενδροτομηθώσιν υπό του Τίτου εις τας εχθροπραξίας της πολιορκίας. Συκαί ιδίως εφυτεύοντο παρά την οδόν, επειδή η κόνις επιστεύετο ότι συντελεί εις την ανάπτυξίν των, και ο εύχυμος καρπός των ήτο κοινή ιδιοκτησία, ως θεσπίζεται εν τω Δευτερονομίω (κεφ. κγ, 24). Είς τινα απόστασιν έμπροσθέν Του ο Ιησούς είδε «συκήν μίαν», καίτοι δε η συνήθης ώρα διά την πέπανσιν των σύκων δεν ήτο ακόμη, επειδή όμως εφαίνετο εκτάκτως πρώιμος η συκή αύτη (υπεμφαίνει το «ει άρα τι ευρήσει εν αυτή» του Ευαγγελιστού), και ήτο πλήρης πλατέων φύλλων, και εφαίνετο λίαν ακμαία, ο Ιησούς επλησίασε, μήπως εύρη ή πρώιμον καρπόν εν αυτή ή όψιμον, καθώς ήτο σύνηθες εις τας συκάς της Παλαιστίνης να καρποφορώσιν. Υπάρχει μέχρι της σήμερον εν τη Αγία Γη είδος λευκού ή πρωίμου σύκου το οποίον ωριμάζει κατά το έαρ, και πολύ προ του κυρίως καρπού.
Αλλ' όταν ήλθε πλησίον της συκής, ο Ιησούς απεγοητεύθη. Ο οπός εκυκλοφόρει, τα φύλλα απετέλουν καλόν στολισμόν, αλλά καρπός ουδείς. Προσφυές έμβλημα του υποκριτού, του οποίου το εξωτερικόν πρόσχημα είνε απάτη και ψεύδος· κατάλληλον έμβλημα του έθνους ενώ η επιδεικτική θεοσέβεια δεν έφερε καρπούς αγαθού βίου — το δένδρον ήτο άγονον. Και ήτο απελπιστικώς άγονον διότι, αν υπήρξε γόνιμον κατά το προλαβόν έτος, έπρεπε να έχη ακόμη τινά εκ των κ ε ρ μ ο ύ ζ, ήτοι των φθινοπωρινών σύκων, κρυμμένα όπισθεν των πλατεών και βαθυπρασίνων φύλλων του· και αν έμελλε να είνε γόνιμον κατά το έτος τούτο, έπρεπε να φέρη τινά εκ των β α κ π ο ρ ώ θ, ήτοι των πρωίμων εαρινών σύκων· αλλ' επί του ακάρπου τούτου δένδρου δεν υπήρχεν ούτε επαγγελία διά το μέλλον ούτε ανάμνησις από του παρελθόντος.
Και διά τούτο, επειδή ήτο μόνον απατηλή και άχρηστος, και κατήργει το έδαφος το οποίον κατείχε, κατέστησεν αυτήν την αιωνίαν νουθεσίαν κατά της υποκρισίας επακολουθούσης μέχρι τέλους, και εις επήκοον των μαθητών Του εξήνεγκε κατ' αυτής την επίσημον απόφασιν, «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα!» Και άμα τω λόγω, η άκαρπος ζωή της εσταμάτησε, και ήρχισε να ξηραίνεται οφθαλμοφανώς.
Αι επικρίσεις εναντίον του θαύματος τούτου υπήρξαν εκτάκτως ματαιόσχολοι, άτε βασισθείσαι κατά το πλείστον επί της αμαθείας ή της προλήψεως, υπό εκείνων οίτινες αρνούνται την θεότητα του Ιησού Χριστού, ωνομάσθη ποινικόν θαύμα, θαύμα εκδικήσεως, θαύμα ανοικείου οργής, παιδαριώδης επίδειξις ανυπομονησίας εν απογοητεύσει, άδικος οργή εναντίον της αθώας φύσεως. Ουδείς, υποθέτω, όστις πιστεύει ότι η διήγησις παριστά θαυμάσιον γεγονός θα έχη την τόλμην να εγκαλέση τας αφορμάς εκείνου όστις το ετέλεσεν· αλλά πολλοί επιχειρούσι να πείσωσιν ότι είνε διήγησις σφαλερά, καθόσον αφηγείται ό,τι αυτοί θεωρούσιν ως αναξίαν επίδειξιν, οργής επί μικρά απογοητεύσει, και ως θαύμα καταστροφής παραβιαζούσης τα δικαιώματα του υποτιθεμένου κτήτορος της συκής, ή του πλήθους. Πλην όσον αφορά την πρώτην ένστασιν, αρκεί να είπω ότι πάσα σελίς της Νέας Διαθήκης δεικνύει το αδύνατον του να φαντασθή τις ότι οι Ευαγγελισταί είχον τόσον σφαλεράν έννοιαν περί του Ιησού, ώστε να πιστεύσωσιν ότι εξεδίκησε την παροδικήν δυσφορίαν Του επί ανευθύνου πράγματος. Εκείνος όστις, εις το κέλευσμα του Πειράζοντος, ηρνήθη να θεραπεύση την ιδίαν πείναν του μεταβάλλων εις άρτους τους λίθους της ερήμου, είνε δυνατόν να παρασταθή ότι παρεφέρθη υπ' οργής εναντίον αψύχου πράγματος; Τόσον ασεβής παραλογισμός δυνατόν να ευρεθή εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια· αλλ' αν οι Ευαγγελισταί θα ήσαν ικανοί, εάν άλλως είχε, να το διαιωνίσωσι, δεν θα ηδύναντο να έχωσιν ούτε την δύναμιν ούτε την θέλησιν να ζωγραφήσωσι την θείαν εκείνην εικόνα του Κυρίου Ιησού, την οποίαν η γνώσις των περί της αληθείας συν τη εποπτία του Αγίου Πνεύματος κατέστησεν αυτούς ικανούς να παρουσιάσωσιν εις τον κόσμον διά πάντοτε, ως το πλέον ανεκτίμητον κτήμα του. Και όσον αφορά την ξήρανσιν του δένδρου, μη ο οικοδεσπότης της παραβολής αυστηρώς ποτε επεκρίθη διότι είπε περί της αγόνου συκής του. «Κόψατε την, επειδή καταργεί το έδαφος;» Μη ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κατεκρίθη ποτέ επί βιαιότητι και καταστρεπτικότητι διότι έκραξεν, «Ήδη η αξίνη προς τη ρίζη των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καλόν καρπόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται;» Ή μη ο αρχαίος Προφήτης (ο Ιεζεκιήλ) κατηγορήθη ποτέ ότι κακώς παρίστα τον χαρακτήρα του Θεού, όταν λέγη. «Εγώ, ο Κύριος εξήρανα το δένδρον το χλωρόν» και πάλιν «εποίησα το ξηρόν δένδρον του ανθήσαι;» Όταν η χάλαζα καταβάλλη τους βλαστούς της αμπέλου, όταν αι βολίδες των αστραπών πλήττουσι την ελαίαν ή καταβάλλουσι την υπερήφανον δρυν, τολμά άλλος τις παρά τους άκρως αμαθείς και κτηνώδεις να βλασφημή το θείον; είνέ ποτε έγκλημα το καταστρέφειν άχρηστον δένδρον; Εάν όχι είνε περισσότερον έγκλημα το πράττειν ούτω διά θαύματος; Διατί τότε ο Σωτήρ του κόσμου, εις ον ο λίβανος θα ήτο πάρα πολύ μικρός ως ολοκαύτωμα, να κατακριθή υπό προπετών κριτικών, διότι επέσπευσε την ξήρανσιν αγόνου δένδρου και εθεμελίωσεν επί της καταστροφής της αχρηστίας του τρία αιώνια μαθήματα· έν σύμβολον του ολέθρου της αμετανοησίας, μίαν νουθεσίαν περί του κινδύνου της υποκρισίας, έν υπόδειγμα της δυνάμεως της πίστεως;
Εξηκολούθησαν τον δρόμον των και ως συνήθως εισήλθον εις τον Ναόν· και μόλις είχον εισέλθει όταν τους συνήντησε μία άλλη ένδειξις του σφοδρού πνεύματος της αντιστάσεως το οποίον ενέπνευσε τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Μία πρεσβεία τους επλησίασε, επιβλητική κατά τε τον αριθμόν και την επισημότητα. Οι αρχιερείς, οι ευπαίδευτοι γραμματείς, οι εξέχοντες Ραββίνοι αντιπρόσωποι όλων των τάξεων του συνεδρίου ήλθον με σκοπόν να τον τρομάξουν, καθό περιφρονούντες τον πτωχόν προφήτην της αφανούς Ναζαρέτ, με παν ότι σεβάσμιον εν ηλικία έξοχον εν σοφία ή επιβάλλον εν εξουσία παρά τω μεγάλω συμβουλίω του έθνους. Ο λαός τον οποίον ησχολείτο διδάσκων παρεμέρησεν εν σεβασμώ ενώπιόν των μήπως τυχόν μολύνει τας κυματιζούσας εκείνας εσθήτας και τα πλαταία κράσπεδα δι' επαφής· και όταν ετάχθησαν περί τον Ιησούν εν αυστηρότητι τον ηρώτησαν, «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; και τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» εζήτουν να παυθούν τα έγγραφα δικαιώματά του διότι ανελάμβανεν ούτω καθήκοντα Ραββίνου και προφήτου, να εισελαύνει εποχούμενος εις Ιερουσαλήμ εν μέσω των Ωσαννά του πλήθους, να καθαρίζη τον Ναόν από τους πωλούντας και αγοράζοντας των οποίων την παρουσίαν ηνείχοντο ούτοι. Η απάντησις τους εξέπληξε και τους συνέχεε. Με την άπειρον εκείνην ετοιμότητα του πνεύματος εις την οποίαν η ιστορία του κόσμου δεν παρέχει παράλληλον, ο Ιησούς τους είπεν ότι η απάντησις εις την ερώτησίν των εξηρτάτο από την απάντησιν την οποίαν θα έδιδον αυτοί εις μίαν ερώτησιν ιδικήν του· «το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ην ή εξ ανθρώπων;» αιφνιδία σιωπή επήλθε «απαντήσατέ Μοι» είπεν ο Ιησούς διακόπτων τους συγκεχυμένους ψιθυρισμούς των. Και βεβαίως αυτοί οι οποίοι είχον πέμψει επιτροπείαν να εξετάση δημοσία τας αξιώσεις του Ιωάννου ήσαν εις θέσιν να απαντήσουν.
Αλλ' απάντησις δεν ήρχετο. Εγνώριζον πολύ καλά την σπουδαιότητα του ερωτήματος. Ο Ιωάννης αναφανδών και εμφαντικώς είχε μαρτυρήσει περί του Ιησού. Τον είχεν αναγνωρίσει ενώπιον των ιδίων απεσταλμένων των όχι μόνον ως προφήτην, αλλ' ως προφήτην πολύ μεγαλείτερον από τον εαυτόν των, ακόμη περισσότερον ως τον προφήτην, ήτοι τον Μεσσίαν. Θα ανεγνώριζον το κύρος ή όχι; Προφανώς ο Ιησούς είχε δικαίωμα να απαιτήση την απάντησίν των εις την ερώτησιν ταύτην πριν Αυτός απαντήση και εις την ιδικήν των. Αλλά δεν ηδύναντο ή μάλλον δεν ήθελον να απαντήσωσι εις το ερώτημα.
Τους έφερε δε εις μέγα δίλημα. Δεν ήθελον να είπουν εξ ουρανού, επειδή εκ καρδίας τον είχον απορρίψει· δεν ετόλμων να είπωσι εξ ανθρώπων, διότι η πίστις εις τον Ιωάννην ως βλέπομεν και παρ' Ιωσήπω ήτο τόσον σφοδρά και τόσον ομόθυμος ώστε απορρίπτοντες αυτόν φανερά θα εξέθετον εις κίνδυνον την ιδίαν ασφάλειάν των. Κατήντησαν λοιπόν, αυτοί οι διδάσκαλοι του Ισραήλ εις την επωνείδιστον ανάγκην να είπωσιν «ουκ είδομεν».
Υπάρχει εβραϊκή τις παροιμία λέγουσα «μάθε την γλώσσαν σου να λέγη δεν ξεύρω».
Αλλά να είπωσι δεν ειξεύρομεν εις την περίπτωσιν ταύτην θα ήτο ταπεινωτικόν εις την αγερωχίαν των, θανάσιμον κτύπημα εις τας αξιώσεις των. Θα επρόδιδαν αμάθειαν εις σφαίραν όπου η αμάθεια ήτο δι' αυτούς ασύγγνωστος. Αυτοί οι επίσημοι ερμηνευταί του νόμου, οι παραδεδεγμένοι διδάσκαλοι του λαού, αυτοί οι έχοντες το μονοπώλειον της γραφικής μαθήσεως και της γραφικής παραδόσεως, να αναγκασθώσιν εναντίον των αληθινών πεποιθήσεών των να είπωσι και τούτο ενώπιόν του πλήθους ότι δεν ηδύναντο να είπωσιν αν είς προφήτης απείρου και καθιερωμένης επιρροής ήτο θεόπνευστος άγγελος, ή πλάνος απαταιών! Ήσαν λοιπόν τα όρια μεταξύ του εμπνευσμένου προφήτου και του πονηρού απαταιώνος τόσον αμφίβολα και δυσδιάκριτα; Ήτο πράγματι φοβερά ταπείνωσις και τοιαύτη ώστε να μη την λησμονήσουν μηδέ να την συγχωρήσουν ποτέ. Εις τον λάκκον τον οποίον είχον ορύξει ενέπεσον αυτοί· το πομπώδες ερώτημα το οποίον ήτο προορισμένον ως μηχάνημα προς καταστροφήν άλλου εξερράγει εις τα οπίσω προς ιδίαν αυτών σύγχυσιν και καταισχύνην. Ο Ιησούς δεν τους επίεσε περισσότερον εν τη αμηχανία των, καίτοι καλώς εγνώριζε ότι το δεν ηξεύρομεν ήτο ίσον με το δεν θέλομεν να είπωμεν. Αφού όμως η μη απόκρισίς των σαφώς απήλλαξεν Αυτόν της ανάγκης του να είπη αυτοίς περισσοτέρα περί μιας εξουσίας περί ης κατά την ιδίαν ομολογίαν των ήσαν όλως αναρμόδιοι να αποφασίσωσιν, ετελείωσε την σκηνήν λέγων απλώς «ουδ' εγώ λέγω ημίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ». Και αυτοί μεν υπεχώρησαν ολίγον προς τα οπίσω, Εκείνος δε εξακολούθησε την διδασκαλίαν του λαού την οποίαν είχε διακόψει, και ήρχισεν να ομιλή πάλιν προς αυτούς εν παραβολαίς, τας οποίας και το πλήθος και τα μέλη του συνεδρίου τα παρεστώτα δεν εδυσκολεύοντο να εννοήσωσιν. Και επίτηδες επέστησε την προσοχήν των εις ότι έμελλε να είπη· «Πώς σας φαίνεται;» ηρώτησε, και τους διηγήθη περί δύο υιών εκ των οποίων ο πρώτος ρητώς ηρνήθη να κάμη του πατρός των το θέλημα, αλλ' ύστερον μετεμελήθη και το έπραξεν, ο δε άλλος προθύμως υπεσχέθη υπακοήν αλλά δεν το έπραξεν· τις εκ των δύο έπραξε το θέλημα του πατρός; δεν ηδύναντο ειμή ν' απαντήσωσιν ο πρώτος, και Αυτός τους υπέδειξε τότε την αληθή έννοιαν της απαντήσεώς των, ότι οι τελώναι και αι πόρναι με όλην την φαινομένην αισχύνην εις το θέλημα του Θεού, ουχ ήττον εδείκνυον εις αυτούς τους ευσυνειδήτους και λίαν ευυπολήπτους νομοδιδασκάλους του έθνους του αγίου την οδόν την άγουσαν εις την βασιλείαν του Θεού. Ναι, οι αμαρτωλοί ούτοι τους οποίους περιεφρόνουν και εμίσουν εισέβαλον προ αυτών διά της θύρας ήτις δεν είχε κλεισθή ακόμη, διότι ο Ιωάννης είχεν έλθει προς τους Ιουδαίους τούτους με τας ιδίας αρχάς των και τα έθιμά των και έλεγον ότι τον δέχονται αλλά δεν τον εδέχθησαν. Οι τελώναι και αι πόρναι είχον μετανοήσει εις την διδασκαλίαν των. Με όλα τα μακρά κράσπεδα και τα πλατεία φυλακτήριά των αυτοί οι ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι Ραββίνοι του λαού τούτου ήσαν χειρότεροι ενώπιόν του Θεού ή οι αμαρτωλοί τους οποίους εβδελήττοντο μήπω, θίξωσι τα κράσπεδά των.
Είτα είπεν αυτοίς «άλλην παραβολήν ακούσατε» και διηγήθη την παραβολήν των ανυποτάκτων γεωργών εν τω αμπελόνι, του οποίου δεν ήθελον να αποδόσουν τους καρπούς. Ο αμπελών ούτος του Κυρίου των Δυνάμεων ήτο ο οίκος του Ισραήλ· και ο λαός ήσαν τα κλίματα· και αυτοί οι αρχηγοί και διδάσκαλοι ήσαν εκείνοι προς τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος φυσικά θα απέβλεπε διά την απόδοσιν του προϊόντος. Αλλά μεθ' όλα όσα είχεν πράξη διά τον αμπελώνα του σταφίλια δεν υπήρχον ή μόνον αγριοστάφυλα. «Επέβλεψεν εις κρίσιν και ιδού θλίψις εις δικαιοσύνην και ιδού κραυγή».
Και αφού δεν ήθελον να αποδόσωσι καρπόν τινα και δεν ετόλμων να ομολογήσωσι την ακαρπίαν διά την οποίαν αυτοί οι γεωργοί ήσαν υπεύθυνοι, ύβριζον και έτυπτον και ετραυμάτιζον και εφόνευον απεσταλμένον μετά απεσταλμένον τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος έπεμπεν προς αυτούς. Τελευταίον πάντων έπεμψε τον Υιόν Του, και τον υιόν εκείνον, άμα τον είδον είπον προς αλλήλους, «ούτως εστίν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνομεν αυτόν και κατάσχομεν αυτού την κληρονομίαν.» Και λαβόντες αυτόν έξω του αμπελώνος και απέκτειναν. Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος τι θα κάμη τους γεωργούς εκείνους;
Ή ο λαός εκ χρηστής πεποιθήσεως, ή οι ακροούμενοι Φαρισαίοι, διά να δίξωσι την κατά το φαινόμενον περιφρόνησίν των προς την κεφαλαιώδει έννοιαν της παραβολής απήντησαν ότι κακούς καλούς θα τους απολέση, και τον αμπελώνα θα δώση εις άλλους γεωργούς πιστοτέρους και αξιοτέρους. Αλλ' όμως η έκφρασις της αποδοκιμασίας ταύτης απέσπασεν από της καρδίας του λαού τον βαθύν γογγυσμόν της αποδοκιμασίας των, Χ α λ η λ ά! (μη γένοιτο!)
Δευτέραν φοράν εβιάσθησαν εις ομολογίαν ήτις μοιραίως διά του ιδίου στόματός των κατεδίκαζον αυτούς. — Ωμολόγησαν διά των ιδίων χειλέων των ότι θα ήτο σύμφωνα την δικαιοσύνην του Θεού το να αποστερήση αυτούς των αποκλειστικών δικαιωμάτων των και να δώση ταύτα εις τα έθνη.
Ή και διά να τους δίξη ότι αι ίδιαι Γραφαί των είχον προφητεύση περί της διαγωγής των ταύτης προσήλωσε το βλέμμα Του εις αυτούς και τους ηρώτησεν άν ποτε δεν ανέγνωσαν περί του λίθου τον οποίον οι οικοδομούντες απεδοκίμασαν και όστις διά της θαυμασίας προθέσεως του Θεού κατέστη η κεφαλή της γωνίας. Πώς θα ηδύναντο να μείνωσιν ο ι κ ο δ ό μ ο ι επιπλέον αφού το όλον σχέδιον της εργασίας των απεδοκίμασεν ούτω και ετέθη κατά μέρος; Δεν έλεγε σαφώς η παλαιά προφητεία των ότι ο Θεός θα εκάλη άλλους οικοδόμους εις το έργον του Ναού Του; ουαί εις αυτούς τους προσκόπτοντας εις τον απορριφθέντα εκείνον λίθον. Τον απορρίπτουν αυτόν, εν τη ανθρωπότητι και τη ταπεινώσει του εσήμαινε πόνον και απώλειαν· αλλά το να ευρεθώσι ακόμη απορίπτοντες αυτόν όταν έμελε πάλιν να έλθη εν τη δόξη του δεν θα ήτο τούτο εσχάτη καταστροφή από προσώπου Κυρίου; Το να καθίσωσιν επί έδρας κρίσεως και να καταδικάσωσι αυτόν, τούτο θα ήτο όλεθρος δι' αυτούς και το έθνος των· αλλά το να καταδικασθώσι παρ' Αυτού δεν θα εσήμαινε να αλεσθώσι εις κόνιν; Είδον τώρα σαφέστερον παρά ποτε την όλην ρυπήν και έννοιαν των παραβολών τούτων και επόθουν την ώραν της εκδικήσεως! Αλλά μέχρι τούδε ο φόβος συνείχεν αυτούς· διότι προς το πλήθος ο Χριστός ήτο ακόμη προφήτης.
Μίαν περισσότερον νουθεσίαν εξέφερεν προς αυτούς κατά την ημέραν ταύτην των παραβολών, την παραβολήν του γάμου του υιού του βασιλέως. Κατά την βάσιν και το σχέδιον αύτη μεγάλως ωμοίαζε προς την παραβολήν του μεγάλου δείπνου. Την ρηθείσαν κατά την τελευταίαν οδοιπορείαν του εν τη οικία Φαρισαίου αλλά κατά πολλάς των λεπτομεριών της και εις το συμπέρασμά της ήτο διαφορετική. Εδώ οι αχάριστοι υπήκοοι οίτινες λαμβάνουσι την πρόσκλησιν ου μόνον ελαφρώς συμπεριφέρονται και εξακολουθούν αδιατάρακτοι τας εγκοσμίους ασχολίας των, αλλά τινές εξ αυτών υβρίζουν και φονεύουν τους απεσταλμένους οίτινες τους είχον προσκαλέσει· και όπου «η ιστορία εξαίρεται μέχρι προφητικού ύψους καταστρέφονται και η πόλις των καίεται. Και το λοιπόν της διηγήσεως άγει προς πλείονας ακόμη σκηνάς μεστάς βαθυτέρων εννοιών ακόμη. Άλλοι προσκαλούνται· το γαμήλιον συμπόσιον δέχεται άλλους δαιτημόνας και καλούς και κακούς· ο βασιλεύς εισέρχεται και παρατηρεί έναν όστις είχεν αναμιχθή μετά της ομηγύρεως και είχεν εισέλθη εις το συμπόσιον με τα ράκη τα οποία εφόρει. Χωρίς να φροντίση να φορέση ένδυμα γάμου το οποίον η κοινοτάτη φιλοφροσύνη απήτει.
Ο άξεστος, ο επείσακτος και θρασύς δαιτημών εκβάλλεται υπό των διακονούντων αγγέλων εις το σκότος το εξώτερον, όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων· και είτα έπεται η συχνά και άλλοτε δοθείσα νουθεσία ότι πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.
Αι διδασκαλίαι αύται επλήρουν πικράς λύσσης το πνεύμα των Ιερέων και Φαρισαίων. Ουαί εις τον προφήτην όστις τολμά να βαίνη αντιθέτως προς το κρατούν θρησκευτικόν σύστημα να εκθέτη τας σφαλεράς παραδόσεις εφ' ων στηρίζεται! Θα εύρη την Κοινότητα πικρότερον και ασυνειδητότερον εχθρόν ή τον κόσμον. Και τούτο είχε πράξει ο Ιησούς. Είχεν αρχίσει την ημέραν αρνούμενος ν' απαντήση εις το δικτατωρικόν ερώτημά των, και δικαιολογών, ή μάλλον θριαμβεύων, εν τη αρνήσει ταύτη. Η αντερώτησίς Του ου μόνον είχε δείξει την υπεροχήν Του επί της επιρροής την οποίαν τόσον αλαζονικώς εξήσκουν επί του λαού, αλλ' είχε φέρει αυτούς εις την επονείδιστον σιωπήν της υποκρισίας, ήτις εβιάζετο να προασπίζηται υπό την δικαιολογίαν της αναρμοδιότητος. Είτα επήλθον αι παραβολαί Του. Εν τη πρώτη τούτων τους είχε καταδικάσει επί ψευδέσιν επαγγελίαις μη συνοδευομέναις διά πράξεων· εν τη δευτέρα είχε ζωγραφήσει την ευθύνην του αξιώματός των, και είχεν αποδείξει τρομεράν την τιμωρίαν διά την σπάταλον κατάχρησιν αυτού· εν τη τρίτη υπέδειξεν άμα την τιμωρίαν ήτις θα επήρχετο επί τη απορρίψει των προσκλήσεών του και το αδύνατον του απατήσαι τον οφθαλμόν του Ουρανίου Πατρός Του δι' αποδοχής προσποιείτο μόνον και επί ψιλώ ονόματι. Και τούτο ήτο μόνον μικρόν δείγμα της καρδιογνωστικής δυνάμεως μεθ' ης οι λόγοι Του είχον φανή προς αυτούς η ρομφαία του πνεύματος διαπερώσα μέχρι αρμών και μυελών. Αλλ' εις τους πονηρούς τίποτε δεν είνε τόσον αφόρητον όσον η επίδειξις της ιδίας των πλάνης. Τόσον μεγάλη ήτο η μανία της Ιουδαϊκής ιεραρχίας ώστε προθύμως θα τον συνελάμβανον κατ' αυτήν εκείνην την ώραν. Ο φόβος τους συνεκράτησε και απήλθεν ανενόχλητος εις το ίδιον αναπαυτήριόν του. Αλλ' ή την νύκτα εκείνην ή την επομένην πρωίαν οι εχθροί του έλαβον άλλο συμβούλιον (κατ' εκείνον τον χρόνον φαίνεται να συνήρχοντο εις συμβούλια σχεδόν καθημερινώς) διά να ίδουν αν δεν ηδύναντο ακόμη να κάμουν μίαν συστηματικήν, συνδιασμένην οριστικήν προσπάθειαν όπως παγηδεύσωσιν Αυτόν εις τους λόγους των. Το να αποδείξωσιν εν αμαθεία ή πλάνη, διασείουσι την υπόληψίν Του παρά τω πλήθει ή τον περιπλέξωσιν εις επικινδύνους σχέσεις προς την πολιτικήν εξουσίαν. Θα ίδωμεν εις το επόμενον κεφάλαιον το αποτέλεσμα των μηχανοραφιών των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'. Η ημέρα των πειρασμών
Η δύναμις της πίστεως. — Συνωμοσία των Ηρωδιανών. — «Έξεστι Καίσαρι κήνσον διδόναι;» — Θεία σοφία της απαντήσεως του Ιησού. — Απόπειρα των Σαδδουκαίων. — Η επτάκις χήρα. — «Ως οι άγγελοι του Θεού». — «Ο Θεός Αβραάμ Ισαάκ και Ιακώβ». — Διδασκαλία περί Αθανασίας.
Την επομένην πρωίαν ο Ιησούς ηγέρθη μετά των μαθητών Του ίνα εισέλθη διά τελευταίαν φοράν εις τας αυλάς του Ναού. Καθ' οδόν διήλθον πλησίον της μονήρους συκής ήτις δεν ήτο πλέον φαιδρά με το ψευδές κόσμημα των φύλλων της αλλά απεξηραμμένη από του κορμού μέχρι των κλάδων. Το οξύ βλέμμα του Πέτρου πρώτον παρετήρησε ταύτην, και ούτος εφώναξεν, «Διδάσκαλε ίδε η συκή ην κατεράσθης εξηράνθη». Οι μαθηταί εστάθησαν να την κυττάξουν και εν τη εκπλήξει των επί τη ταχύτητι μεθ' ης η καταδίκη επληρώθη ηρώτησαν πώς έγεινε τούτο. Ότι τους εξέπληξε περισσότερον ήτο η δύναμις του Ιησού· αι βαθυτέραι έννοιαι της συμβολικής πράξεώς του φαίνεται προς το παρόν ότι τους ελάνθανον· και αφήσας τα μαθήματα ταύτα να επιλάμψωσιν επ' αυτούς βαθμηδόν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι εάν έχωσι πίστιν Θεού, πίστιν ήτις θα τους καθίστα αξίους, να προσφέρωσι τας δεήσεις των μετά ακλονήτου εμπιστοσύνης, πολύ μεγαλειτέρα από το θαύμα της συκής θα κατορθώσωσι. Αλλά προσέθηκε μίαν σπουδαιοτάτην νουθεσίαν ότι δεν πρέπει να μεταχειρίζονται τας ιεράς δυνάμεις της πίστεως και της προσευχής προς σκοπούς οργής και εκδικήσεως. Το μυστήριον της ευαρέστου προσευχής είνε η πίστις. Η οδός προς την πίστιν βαίνει πλησίον της συγγνώμης, η δε συγγνώμη είνε δυνατή μόνον εις εκείνους οίτινες είνε πρόθυμοι να συγχωρώσι τους άλλους. Μόλις εκάθησαν εν τω Ναώ και το αποτέλεσμα των μηχανορραφιών των εχθρών Του της προλαβούσης εσπέρας εφάνη διά νέας στρατηγικής βασιζομένης επί ενός των κινδυνοδεστάτων και πλέον καταχθονίων και μεμελετημένων σχεδίων όπως παγηδέψωσι και καταστρέψωσιν αυτόν. Όπως κατορθώσωσι τούτο οι Φαρισαίοι συνήψαν κακοήθως συμμαχίαν με τους Ηρωδιανούς· ώστε δυο κόμματα συνήθως έχθιστα αλλήλων συνδιαλλάγησαν νυν εν συνωμοσία προς καταστροφήν του κοινού εχθρού. Ψευδευλαβείς και συκοφάνται, ιεραρχική λεπτολογία και αδιαφορία πολιτική η σχολή της πλεονεξίας, και της επιτηδειότητος ηνώθησαν όπως περιπλέξωσι και φέρουσι εις αμηχανίαν τον Ιησούν. Οι Ηρωδιανοί σπανίως μνημονεύονται εν τη ευαγγελική ιστορία. Η ύπαρξίς των είχεν κυρίαν πολιτικήν σημασίαν και ίσταντο εκτός του ρεύματος του θρησκευτικού βίου, παρ' εκτός μόνον εφ' όσον αι Ελληνιστικαί τάσεις των και τα κοσμικά συμφέροντά των τους έκαμνον να δεικνύουν επιδεικτικήν ολιγωρίαν προς τον Μωσαϊκόν νόμον. Ούτω εξελλήνιζον τα σημιτικά ονόματά των, προσελάμβανον ειδωλολατρικάς έξεις εσύχναζον εις αμφιθέατρα και περιεφρόνουν τα Ιουδαϊκά έθιμα. Το ότι οι Φαρισαίοι ηνέχθησαν και την προσκαιροτάτην σύμπραξιν μετά τοιούτων ανθρώπων, των οποίων η ύπαρξις ήτον ύβρις κατά των προσφιλέστερων προλήψεών των μας δίδει αφορμήν να αναμετρήσωμεν ακριβέστερον το δηλητηριώδες μίσος το οποίον έστρεφον κατά του Ιησού. Και το μίσος τούτο έμελε να γείνη πικρότερον ακόμη. Αι πράξεις και οι λόγοι της ημέρας εκείνης έμελον να εξάψωσιν αυτό εις το έπακρον.
Οι Ηρωδιανοί ηδύναντο να έλθωσιν ενώπιόν του Ιησού χωρίς να κινήσωσιν υποψίαν απαισίων σκοπών· αλλ' οι Φαρισσαίοι υπουλότεροι και πανουργότεροι δεν ήλθον προς Αυτόν οι ίδιοι. Έπεμψαν τινάς των νεωτέρων μαθητών των, τους οποίους ο Λουκάς ονομάζει εγκαθέτους, οίτινες εξησκημένοι ήδη εν τη υποκρισία έμελον να πλησιάσωσιν Αυτόν ως εν αδόλω απλότητι εταστικού πνεύματος. Ήθελον να παράσχωσι την εντύπωσιν ότι έρις είχεν συμβή μεταξύ αυτών και των Ηρωδιανών, και ότι επεθύμουν να λύσωσι ταύτην. Εκκαλούντες την κρίσιν εις το ανώτερον κύρος του μεγάλου Προφήτου. Ήλθον προς Αυτόν περιεσκεμμένως ευλαβώς, φιλοφρόνως. «Ραββί είπον μετά κολακευτικής φιλοτιμίας οίδαμεν ότι αληθής ει και την οδόν του Θεού, εν αληθεία διδάσκεις και ου μέλλει Σοι περί ουδενός· ου γαρ βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων».
Τον προσεκάλεσαν δε άνευ φόβου ή ευνοίας εμπιστευτικώς να τους είπη την γνώμην Του εις ζήτημα πρακτικής σπουδαιότητος ως όντες βέβαιοι ότι εκείνος μόνος ηδύνατο να λύση την θλιβεράν απορίαν των. Αλλά διατί όλη αυτή η κολακεία και η υποκρισία; «ειπέ ουν ημίν έξεστι κήνσον Καίσαρι διδόναι ή ου;» Αυτόν τον κεφαληάτικον φόρον τον οποίον όλοι μισούσι αλλά την νομιμότητα του οποίου αυτοί οι Ηρωδιανοί υποστηρίζουσι πρέπει ή δεν πρέπει να τον πληρόνωμεν; Ποίος εξ ημών έχει δίκαιον; ημείς οι οποίοι δισχεραίνωμεν και αποστρεφόμεθα τον φόρον ή οι Ηρωδιανοί οι οποίοι τον θέλουν και τον υποστηρήζουν; Έπρεπεν, εφρόνουν, να απαντήση ναι ή όχι· δεν είνε δυνατόν να εκφύγη από έν σαφές ερώτημα τόσον προφυλακτικώς, ειλικρινώς και ευσεβάστως υπόβαλλόμενον. Ίσως θ’ απαντήση ναι, πρέπει. Εάν ούτω πας φόβος αυτού εκ μέρους των Ηρωδιανών θα εκλείπη διότι τότε δεν θα είνε πιθανόν ότι θα διακινδυνεύση αυτούς ή τας σκέψεις των. Εάν Ούτος τον οποίον πολλοί εκλαμβάνουσι ως τον Μεσίαν φανερώς προσχωρήση εις ειδολολατρικήν τυραννίαν και κυρώση τα επαχθέστερα βάρη της, τοιαύτη απόφασις θα εκραγή και θα εξατμήση πάσαν ευλάβειαν την οποίαν ο λαός δυνατόν να αισθάνεται προς Αυτόν.
Εάν αφ' ετέρου ως φαίνεται σχεδόν βέβαιον απαντήσει όχι, δεν πρέπει τότε και πάλιν απαλλαττόμεθα απ' Αυτού: διότι τότε είνε εν φοβερά αποστασία κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας και τότε αυτοί οι Ηρωδιανοί οι νέοι φίλοι μας δύνανται πάραυτα να τον παραδώσωσιν εις την δικαιοδοσίαν του Πραίτορος. Ο Πόντιος Πιλάτος θα μεταχειρισθή πολύ αυστηρώς Αυτόν και τας αξιώσεις Του και θέλει εν ανάγκη άνευ του ελαχίστου δυσταγμού αναμίξει το αίμα του, ως αναίμιξε το αίμα άλλου Γαλιλαίου με το αίμα των θυμάτων.
Πρέπει να επερίμεναν την απάντησιν μετά πλείστου ενδιαφέροντος· αλλά και αν κατώρθωσαν να κρύψωσι το μίσος το οποίον εφαίνετο εις τους οφθαλμούς των ο Ιησούς πάραυτα είδε το κέντρον και ήκουσε τον συριγμόν του Φαρισσαϊκού όφεως. Εκείνοι τον εδελέαζον με το «Ραββί» και «αληθής» και «αμερόληπτος» και «άφοβος». Εκείνος τους κεραυνώνει με μίαν μόνην λέξιν αγανακτήσεως. «Υ π ο κ ρ ι τ α ί!» Η λέξις αύτη πρέπει να τους εξήγαγεν εκ της απάτης. «Τι με πειράζεται υποκριταί; Επιδείξατέ Μοι το νόμισμα του κήνσου». Ενώ ο λαός ίστατο θαυμάζων και σιωπών έφερον προς αυτόν έν δινάριον και το έβαλαν εις την χείραν Του. Επί της μιας όψεως απετυπούντο οι υψηλόφρονες ωραίοι χαρακτήρες του Αυτοκράτορος Τιβερίου. Με όλον το πονηρόν σκώμμα επί των χειλέων Του· επί της ετέρας ο τίτλος του P o u t i b e n M a n i m o u s.
«Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή;» Τους ηρώτησε. Λέγουσιν Αυτώ: «Καίσαρος» «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι.» Τούτο μόνον θα ήρκει διότι εσήμαινεν ότι η εν τω έθνει των αποδοχή του νομίσματος τούτου απήντα εις την ερώτησίν των και απεδείκνυε το κενόν αυτής. Αυτό το ρήμα το οποίον μετεχειρίσθη περιείχε το μάθημα τούτο. Εκείνοι ηρώτησαν «έξεστι δ ο ύ ν α ι;» Αυτός τους διορθόνει και λέγει «α π ό δ ο τ ε» ήτοι δώσατε οπίσω, πληρώσατε προς αυτόν ως χρέος το οποίον έχετε αναγνωρίσει. Δεν ήτο εκούσιον δώρον αλλά νόμιμον χρέος, όχι πρόθυμος προσφορά αλλά πολιτική ανάγκη. Κατενοήθη δε πληρέστατα μεταξύ των Ιουδαίων και διετυπώθη εν σαφεστάτη γλώσση υπό των μεγίστων Ραββίνων των εις τους νεωτέρους χρόνους ότι να δέχηταί τις το νόμισμα βασιλέως τινός σημαίνει ότι αναγνωρίζει την κυριαρχίαν του. Δεχόμενος άρα το δυνάριον ως τρέχων νόμισμα φανερώς εδήλου, ότι ο Καίσαρ ήτο ο κυρίαρχης των, και αυτοί, οι άριστοι εξ αυτών, είχον λύσει το ζήτημα ότι ήτο νόμιμον να πληρόνουσι τον κεφαλικόν φόρον συνήθως πράττοντες τούτο. Ήτο άρα χρέος των να υπακούωσι εις την εξουσίαν την οποίαν είχον εσκεμμένως εκλέξει και ο φόρος τότε παρίστα μόνον έν αντάλλαγμα διά τα ωφελήματα τα οποία ελάμβανον. Αλλ' ο Ιησούς δεν ηδύνατο να τους αφήση με μόνον το μάθημα τούτο. Προσέθηκε τους πολύ βαθυτέρους και εμβρυθεστέρους λόγους «και τα του Θεού τω Θεώ». Εις τον Καίσαρα οφείλεται το νόμισμα το οποίον εδέχθητε ως το σύμβολον της εξουσίας του και το οποίον φέρει την εικόνα του και την επιγραφήν του. Εις τον Θεόν οφείλεται υμάς αυτούς. Τίποτε δεν δύναται πληρέστερον να αποκαλύψη το βάθος της υποκρισίας των Φαρισαίων εκείνων εξεταστών ή το γεγονός ότι μεθ' όλην την θείαν απάντησιν ακόμη ετόλμησαν να κατηγορήσουν ψευδώς τον Ιησούν ότι δήθεν εμπόδιζεν να πληρόνωσι φόρον εις τον Καίσαρα.
Κατάπληκτοι και τεταπεινομένοι επί τη ολοσχερή ματαιώσει σχεδίου το οποίον εφαίνετο ακαταμάχητον, βιαζόμενοι ακουσίως να θαυμάζωσι την άδωλον εκείνην σοφίαν ήτις εν μια στιγμή διέλυσε τους βρόχους της σοφιστικής πονηρίας των, κατηφείς απεχώρησαν.
Δεν υπήρχεν λοιπόν μέσον όπως τον συλλάβη τις εις τους λόγους Του! Αλλά τώρα ήλθον εις το μέσον οι Σαδδουκαίοι νομίζοντες ότι αυτοί ως σοφώτεροι θα επιτύχουν καλλίτερον. Ήλθον εν πνεύματι ολιγώτερον καίοντι μίσους αλλά μάλλον δακνούσης φιλοσκωμμοσύνης. Μέχρι τούδε αυτοί οι ψυχροί Επικούριοι είχον περιφρονήση και παραβλέψη τον προφήτην της Ναζαρέτ. Υποστηριζόμενοι ως αίρεσις υπό τινων εκ των ανωτέρων ιερέων ως και υπό τινων εκ των πλουσιωτέρων πολιτών, φιλικώτερον διακείμενοι προς τε την Ιερουδιανήν εξουσίαν και την Ρωμαϊκήν ήλθον με το αυτό πνεύμα της αυθαρέσκου αμαθείας υφ' ου εμπνέονται αι αντιρρήσεις νεωτέρων τινών Σαδδουκαίων κατά της αναστάσεως των νεκρών, ευχαριστημένοι απλώς να εμβάλλωσι τον Ιησούν εις δυσχέρειαν. Αποτεινόμενοι προς τον Ιησούν μετά σκωπτικού σεβασμού επέστησαν την προσοχήν του εις τον Μωσαϊκόν δεσμόν περί επιγαμβρεύσεως των ατέκνων χηρών τεθνεότων αδελφών υπό των επιζώντων και διηγήθησαν έν φαντασιώδες χονδροειδές παράδειγμα, καθ' ό μετά τον θάνατον ατέκνου του πρωτοτόκου αδελφού η χήρα ενυμφεύθη κατά διαδοχήν τους έξ νεωτέρους αδελφούς του οίτινες όλοι απέθανον είς μετά τον άλλον, αφίσαντες την χήραν επιζώσαν εισέτι «Εν τη ουν αναστάσει ερωτώσι σκωπτικώς, τίνος θα είνε η γυνή αύτη;» Οι Φαρισαίοι ως λέγει το Ταλμούδ, έλυσαν κατά τον ιδικόν των τρόπον το ζήτημα, ειπόντες ότι δε η γυνή θα είνε του πρώτου συζύγου. Αλλ’ ο Ιησούς δεν ήθελεν τοιαύτην απάντησιν αν και ο Ιλλήλ και ο Σαμαΐ δυνατόν να την ήθελον. Η διδασκαλία του διαφέρει από την των Εβραίων Ραββίνων όσον απέχει ο ουρανός από της γης.
Θα ηδύνατο εάν ήτο απλώς άνθρωπος ο διδάσκων να μεταχειρισθή το ερώτημα τούτο με την χλευαστικήν περιφρόνησιν της όποιας ήτο άξιον αλλά το πνεύμα της χλεύης είνε αλλότριον προς το πνεύμα της περιστεράς και άνευ περιφρονήσεως έδωκε προς το προκλητικόν και φιλόνικον δίλλημα την βαθείαν απάντησιν. Καίτοι η ερώτησις ήλθεν προς Αυτόν απροσδοκήτως η απόκρισίς Του ήτο εντελής. Ήνοιξε τας πύλας του παραδείσου τόσον πλατέως ώστε οι άνθρωποι να δύνανται να ίδωσιν ένδον αυτού περισσότερον ή όσον ποτέ είχον ιδεί. Και παρέσχεν εναντίον μιας των κοινοτέρων μορφών της απιστίας έν επιχείρημα το οποίον ούτε Ραββίνος ούτε Προφήτης συνέλαβε ποτέ κατά διάνοιαν. Πλανάσθε, είπεν, μη γνωρίζοντες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού· εν τη αναστάσει ούτε νυμφεύονται ούτε εκδίδονται εις γάμον, ούτε θνήσκουσι, αλλ' είνε όμοιοι προς τους αγγέλους, και είνε τέκνα του Θεού, αφού είνε τέκνα της Αναστάσεως. Διά να τους δείξη δε την περί τας γραφάς αμάθειάν των, ηρώτησε αν δεν ανέγνωσάν ποτε εις το βιβλίον της Εξόδου πώς ο Θεός, χαρακτηρίζει εαυτόν προς τον μέγαν νομοθέτην των λέγων, «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ.» Πόσον ανάξιος θα ήτο ο τοιούτος τίτλος αν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, ήσαν απλώς και αιωνίως νεκροί και εν ανυπαρξία. «Ουκ έστιν ο Θεός, Θεός νεκρών αλλ' ο Θεός ζώντων.» Θα ήτο ποτέ δυνατόν να καταδεχθή να ονομάση, τον εαυτόν του Θεόν τέφρας και σποδού; Οπόσον ναι, πόσον φαεινή, πόσον βαθεία, αρχή της ευγενείας των γραφών ήτο αύτη! Οι Σαδδουκαίοι πιθανώς υπέθετον ότι αι λέξεις εσήμαινον απλώς, είμαι ο Θεός εις τον οποίον επίστευσαν, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, αλλ' όμως πόσον κακός θα ήτον ο ορισμός ούτος και πόσον ανεπαρκής διά να εμπνεύση την πίστιν την απαιτουμένην προς ηρωικάς πράξεις! Και αφού δεν υπήρχεν ανάστασις προς τι η πίστις των; εις τον θάνατον και εις το μηδέν επίστευσαν και εις την αιωνίαν σιγήν και εις το σκότος ύστερον από ζωήν τόσον πλήρη δοκιμασιών ώστε ο τρίτος των Πατριαρχών τούτων είχεν περιγράψη αυτήν ως αποδημίαν ολίγων και πονηρών ενιαυτών. Αλλ' ο Θεός ηννόει κάτι περισσότερον τούτου. Εννόει, και ούτω ο υιός του Θεού το ηρμήνευσε, ότι εκείνος όστις βοηθεί τους πεποιθότας επ' Αυτόν ενταύθα θα είνε βοηθός των και καταφυγή, και διατριβή των εις τους αιώνας των αιώνων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'. Η Μεγάλη αρά
«Διδάσκαλε καλώς είπας.» — «Ποία εντολή μεγάλη.» — Ερώτησις του Ιησού προς τους γραμματείς. — Ο υιός του Δαυβίδ και ο κύριος του Δαυβίδ, — «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί!» — «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ.» — Πλήρωσις της προφητείας.
Όλοι ακούσαντες και αυτοί οι υπέρφρονες Σαδδουκαίοι πρέπει να ησθάνθησαν βαθέως την υψηλήν σεμνότητα των αποκρίσεων εκείνων. Το ακροόμενον πλήθος και εξεπλήσσετο και ηδύνετο. Τινές των γραμματέων ευχαριστηθέντες από την πνευματικήν αναίρεσιν μιας απιστίας την οποίαν οι συλλογισμοί των υπήρξαν ανίσχυροι να θεραπεύσωσι δεν ηδυνήθησαν να μη ανακράξωσι, «διδάσκαλε καλώς είπας.» Η πλέον ή ανθρωπίνη σοφία των απαντήσεων τούτων επέφερε και μεταξύ των εχθρών Του στιγμιαίον αντιπερισπασμόν προς χάριν Του. Αλλά και πάλιν το ακόρεστον πνεύμα της απιστίας και της διαφωνίας εξηγέρθη, και την φοράν ταύτην γραμματεύς τις ενόμισεν ότι και αυτός έπρεπε να δοκιμάση την έκτασιν της μαθήσεως και της σοφίας του Χριστού. Ηρώτησε δι' ερώτημα το οποίον πάραυτα απέδειξε ψευδή και ουχί πνευματικήν έποψιν των πραγμάτων, «διδάσκαλε ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;»
Αι Ραββινικαί σχολαί εν τω σαρκικώ και παχυλώ πνεύματι της λατρείας του γράμματος είχον σωρεύσει μεγάλους σωρούς λεπτολογίας επί του Μωσαϊκού κώδικος. Πλην άλλων δεν έπαυσαν ποτέ να μετρώσι και να σταθμίζωσι και να ταξεινομώσι και να διυλίζουσι όλας τας διαφόρους εντολάς του λειτουργικού και του ηθικού νόμου. Είχον έλθει εις το σοφόν συμπέρασμα ότι υπήρχον 248 θετικαί εντολαί, τόσαι όσαι και τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, και 365 αρνητικαί εντολαί τόσαι όσαι αι αρτηρίαι και αι φλέβες ή αι ημέραι του έτους· το όλον 613 όσος είνε και ο αριθμός των γραμμάτων εν τω δεκαλόγω. Λοιπόν από τοιούτον μέγα πλήθος εντολών και απαγορεύσεων όλαι βεβαίως δεν θα ήσαν της αυτής αξίας· άλλαι ήσαν ελαφραί και άλλαι βαρείαι· αλλά ποίαι; και τις ήτο η μεγίστη πασών εντολή; Κατά τινας Ραββίνους η σπουδαιοτάτη πασών των εντολών είνε η περί των κρασπέδων και των φυλακτηρίων και όστις επιμελώς τηρεί αυτήν θεωρείται ως να ετήρησε όλον τον νόμον! Τινές ενόμιζον την παράληψιν των καθαρμών και πλύσεων τόσον κακήν όσον και την ανθρωποκτονίαν· άλλοι ότι αι εντολαί της Μισνάς ήσαν όλαι βαρείαι, αι δε του νόμου, άλλαι βαρείαι και άλλαι ελαφραί· άλλοι εθεώρουν την τρίτην εντολήν ως ούσαν την μεγίστην πασών. Ουδείς εξ αυτών είχε κατανοήσει την μεγάλην αρχήν, ότι η εκουσία αθέτησις μιας εντολής είνε παράβασις όλων, επειδή σκοπός όλου του νόμου είνε το πνεύμα της υπακοής εις τον Θεόν. Ουχ ήττον οι μάλλον πεφοτισμένοι των Ραββίνων είχον ήδη νοήση ότι η μεγίστη πασών των εντολών, επειδή ήτον η πηγή πασών των άλλων, ήτο εκείνη ήτις επέβαλλε την αγάπην προς τον ένα αληθή Θεόν. Ο Ιησούς είχεν λάβει ήδη αφορμήν να εκφράση την επιδοκιμασίαν του επί της κρίσεως ταύτης, και τώρα την επαναλαμβάνει. Δεικνύων τα κράσπεδα των γραμματέων εν οις μία των αναγραφομένων διατάξεων ήτο το εδάφιον 4. Κεφ. ΣΤ'. του Δευτερονομίου, το αναγινωσκόμενον δις της ημέρας υπό παντός θεοσεβούς Ισραηλίτου, είπεν αυτοίς ότι αύτη ήτο η μεγίστη πασών των εντολών, «Άκουσον Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είς κύριος, και αγαπήσεις κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας σου»· και ότι η δευτέρα ήτο ομοία αυτή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» αγάπη προς τον Θεόν αποβαίνουσα αγάπη προς τον Άνθρωπον, αγάπη προς τον άνθρωπον τον αδελφόν μας εκπηγάζούσα από της αγάπης προς τον πατέρα μου τον Θεόν, αύται αι δύο μεγάλαι εντολαί εν αις όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.
Αι εντολαί τας οποίας εμνημόνευσεν ως τας μεγίστας δεν ήσαν ειδικαί, αλλά γενικαί, ουχί επίλεκτοι εκ πολλών, αλλά περιλειπτικαί πασών. Ο γραμματικός έσχε τον νουν να παρατηρήση και την ειλικρίνειαν να ομολογήση ότι η απόκρισις του Ιησού ήτο πλήρης σοφίας. «Διδάσκαλε αληθή είπας ανέκραξε». Ο Ιησούς επεδοκίμασε την ειλικρίνειάν του και είπε προς αυτόν νουθετών και ενθαρρύνων άμα ότι, δεν ήτο μακράν από της βασιλείας των ουρανών. Το συνέδριον είχε λάβει ήδη πείραν εκ της ήττης των επανηλειμμένων στρατηγημάτων του και της ταπεινώσεως της κομπορρήμονος σοφίας των ότι μία ακτίς φωτός από το στόμα εκείνο ήτο ικανή να διασκεδάση και να διαλύση όλην την σκοτόμαιλαν της κενής λογομαχίας και των περιτέχνων σοφισμάτων των. Αλλ' ήτο καλόν δι' αυτούς να πεισθώσι, πόσον ευκόλως εάν Αυτός ήθελε θα ηδύνατο να μεταχειρισθή εναντίον των, μεθ' υπερόπλου δυνάμεως, αυτά τα μηχανήματα τα οποία εκείνοι μετ' αποτελεσμάτων τόσων ματαίων και τόσων ολεθρίων δι' αυτούς είχον βάλει εις πράξιν εναντίον του. Διά τούτο επρόβαλε προς αυτούς έν απλούν ερώτημα βασιζόμενον επί των ιδίων των ερμηνευτικών αρχών και εξηγμένον έκ τινος ψαλμού του Δαυίδ τον οποίον εθεώρουν ως αναφερόμενον εις τον Μεσσίαν. Εν τω ψαλμώ εκείνω υπάρχει η έκφρασις «είπεν ο Κύριος (Ιεχωβά) τω Κυρίω μου (Αδωναΐ) κάθου εκ δεξιών μου». Τι σας φαίνεται, τους είπε, περί του Χριστού, Τίνος Υιός είνε; λέγουσι Αυτώ, του Δαυίδ. Εάν λοιπόν, είπε, είνε υιός του Δαυίδ πώς ο Δαυίδ τον ονομάζει Κύριόν Του; ηδύνατο ο Αβραάμ να ονομάση τον Ισαάκ ή τον Ιακώβ ή τον Ιωσήφ ή κανέναν εκ των απογόνων του Κύριόν του; εάν όχι πώς ο Δαυίδ έπραξεν ούτω; Μία μόνη ήτο δυνατόν να υπάρχει απάντησις· διότι ο υιός εκείνος θα ήτο θείος όχι ανθρώπινος· υιός του Δαυίδ εξ ανθρωπίνης γεννήσεως, αλλά Κύριος του Δαυίδ εκ θείας υποστάσεως. Αλλά δεν ηδύναντο να εύρωσι την απλήν ταύτην εξήγησιν ούτε καμμίαν άλλην· δεν ηδύναντο να την εύρωσι διότι ο Ιησούς ήτον ο Μεσσίας των και τον απέρριψαν. Επροτίμουν να αγνοώσι το γεγονός ότι αυτός ήτον κατά σάρκα υιός του Δαυβίδ· και όταν ως Μεσσίαν των ωνόμασαν αυτόν υιόν του Θεού ύψωσαν τας χείρας εν φρίκη και έλαβον λίθους διά να τον λιθοβολήσωσι. Ούτω και ενταύθα η σοφία των εναυάγησε και ενώ ηξίουν να είνε αρχηγοί του λαού ουχ ήττον επί θέματος τόσον τακτικού και τόσον σπουδαίου όσον αι περί Μεσσίου ελπίδες των κατεδικάσθησαν δευτέραν φοράν κατά την αυτήν ημέραν ως «τυφλοί τυφλών οδηγοί» και ηγάπων την τύφλωσίν των. Δεν ήθελον να αναγνωρίσωσι την αμάθειάν των δεν μετημελούντο εκ των σφαλμάτων των· το πικρόν δηλητήριον του μίσους των δεν αφηρέθη διά της μακροθυμίας των, η βαθεία νυξ της διαστροφής των δεν διελύθη διά της σοφίας των.
Η πρόθεσίς των όπως τον απολέσωσιν ήτο σταθερά, επίμονος, αμετάτρεπτος. Εάν μία σκευωρία απετύγχανεν επεδίδοντο μετά πείσμονος μοχθηρίας εις εξύφανσιν άλλης. Και διά τούτο αφού η Αγάπη μάτην είχεν διαδραματήσει το μέρος της, η Εκδίκησις παρήλθεν επί την σκηνήν· αφού το Φως του κόσμου δεν έφαινε δι' αυτούς φωτισμόν γνώσεως η αστραπή έπρεπε να τους γνωστοποιήση τον κίνδυνον. Στραφείς τότε Εκείνος προς τους μαθητάς Του εις επίκοον παντός του λαού εξηκόντισε κατά των ενόχων κεφαλών των βροντήν επί βροντής και κεραυνούς εσχάτης καταδίκης. Εφόσον αντεπροσώπευον νόμιμον εξωτερικήν εξουσίαν προέτρεψε τους ακροατάς του να τους σέβωνται, αλλά τους εσυμβούλεσε να μη μιμώνται την κιβδηλίαν των, την τυραννίαν των, την επίδειξίν των, την αγάπην της πρωτοκαθεδρίας, και τον τίτλον, την φιλαργυρίαν και την έπαρσίν των. Και είτα πανδήμως και τρομερώς εξέφερε κατ' αυτών το οκταπλούν εκείνο, «&Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί&» στιγματίζων αυτούς διά πυρίνων εκφράσεων αίτινες κόπτουν και καίουν. Ουαί εις αυτούς διά την βλαβεράν μάθησιν ήτις κλειεί τας πύλας των ουρανών και διά την ολέθριον ζηλοτυπίαν ήτις δεν επιτρέπει εις άλλους να εισέλθουν! Ουαί εις αυτούς διά την καταθλιπτικήν υποκρισίαν των και δείψαν της πλεονεξίας των! Ουαί διά τον προσηλυτίζονα φανατισμόν των όστις μόνον παράγει μάλλον επικίνδυνον διαφθοράν! Ουαί διά την μωρίαν των ήτις τόσον συγχέει την ιερότητα των όρκων ώστε να φέρει τους οπαδούς των εις βάναυσον βεβήλωσιν! Ουαί διά την μικροπρεπή λεπτολογίαν των ήτις αποδεκατίζει το άνηθος και τα κύμινον και δεν φροντίζει διά την δικαιοσύνην και το έλεος και την πίστιν! Ουαί διά την εξωτερικήν καθαριότητα του ποτηρίου και της παροψίδος εν αντιθέσει προς την εσωτερικήν ριπαρείαν και την αρπαγήν και την αδικίαν των! Ουαί διά τους λευκούς τάφους τους οποίους εμιμούντο κατά το εξωτερικόν ενώ εσωτερικώς ήσαν μεστοί υποκρίσεις και ανομίας! Ουαί διά την χλευαστικήν μεταμέλειαν ήτις κατεδίκαζε τους πατέρας των διά τον φόνον των Προφητών και όμως αντανέκλα ακόμη το φονικόν πνεύμα των πατέρων εκείνων, υπερέβαλε μάλιστα το μέτρον της Ενωχής των διά φοβερωτέρας θυσίας! Φευ εις την γενεάν επάνω εις την οποίαν θα έλθη όλον το αίμα των δικαίων από του αίματος του Άβελ έως του αίματος του Ζαχαρίου τον οποίον εφόνευσαν μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου.
Και εις το μέρος τούτο η φωνή ήτις είχε ηχήσει με τόσον δικαίαν αγανάκτησιν ερράγει εις τον τρυφερώτερον έλεγον, «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν, ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσεία εαυτής υπό τας πτέρυγας και ουκ' ηθελήσατε! Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος· λέγω γαρ υμίν ου μη με ίδητε απ' άρτι έως αν είπητε, «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».
«Ουαί ημίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί!» Απετόλμησάν τινες να κατηγορήσωσι τας λέξεις ταύτας επί αδικία και πικρία· ν' αποδώσωσιν αυτάς εις έκρηξιν αναξίας απογοητεύσεως και αδικαιολογήτου οργής. Αλλά τότε η αμαρτία δεν πρέπει ποτέ να αποδοκιμάζηται; η υποκρισία δεν πρέπει να αποκαλίπτηται; η ηθική αγανάκτησις δεν είνε αναγκαίον στοιχείον εις την δικαίαν ψυχήν; Αυτό το Ταλμούδ, περιγράφει επτά τάξεις των Φαρισαίων, εκ των οποίων αι έξ (6) χαρακτηρίζοντας διά μίγματος υψηλοφροσύνης και απάτης. Μόνον η εβδόμη τάξις είνε η τάξις των γνησίων Φαρισαίων, οίτινες αγαπώσι πράγματι τον Θεόν.
«Ιδού, αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος», και μη η κατάρα αύτη δεν επληρώθη φοβερώς; Ομιλών περί του φόνου του νεωτέρου Άννα και άλλων εξεχόντων προκρίτων της Ιερουσαλήμ ο Ιώσηπος λέγει: «Δεν δύναμαι, ει μη να πιστεύσω, ότι ο Θεός κατεδίκασε την πόλιν του εις όλεθρον, ως μεμολυσμένην πόλιν και απεφάσισε να καθαρίση το αγιαστήριόν του διά πυρός, αφού όλοι οι σεβάσμιοι ιερείς επεβλήθησαν έξω γυμνοί και σφαγιασθέντες ερρίφθησαν βορά εις τους κύνας και εις τα θηρία». Ουδέποτε υπήρξε διήγησις τόσον φρικώδης και απαισία, όσον η ιστορία της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ. Ουδέποτε προφητεία επληρώθη πληρέστερον και τρομερώτερον, ή αύτη του Χριστού. Το αίμα διαφόρων πτωμάτων, ιερέων, πρεσβυτέρων και αρχόντων του Ισραήλ εσχημάτισε λίμνας εν ταις αυλαίς του Ναού· τα πτώματα σωρηδόν έκειντο επ' αυτών των βαθμίδων του θυσιαστηρίου, αι δε φλόγες έκαιον επί ημέρας και νύκτας τον Ναόν της Ιερουσαλήμ τον ωραίον και άγιον Οίκον του Θεού, εξ ου πράγματι δεν απέμεινεν, λίθος επί λίθου.
Και όλον το δίκαιον αίμα το εκχυθέν επί της γης δεν ήλθεν επί την γενεάν εκείνην; πολλοί εκ της γενεάς εκείνης δεν επέζησαν να ίδωσι και αισθανθώσι τας αφάτους φρικαλεότητας, τας οποίας διηγείται ο Ιώσηπος; να ίδωσι τους αδελφούς των να σταυρόνωνται άλλοι ορθοί, άλλοι πλαγίως, και άλλοι ανάποδα, έως ότου «χώρος δεν υπήρχε διά τους σταυρούς, και σταυροί διά τους καταδίκους;» να ίδωσι εξακοσίας χιλιάδας σωμάτων εκφερομένας έξω των πυλών της πόλεως; να ίδωσι φίλους παλαίοντας διά μικρόν χόρτον, όπως τραφώσι; ν' ακούσωσι την φρικώδη ιστορίαν της αθλίας μητρός, ήτις εις τους σπασμούς της πείνης έφαγε τα ίδια τέκνα της; ν' απολυθώσι ως δούλοι εις τοσούτον πλήθος, ώστε επί τέλους κανείς να μη ευρίσκεται να τους αγοράση; να ίδωσι εις τας οδούς να ρέη ποταμηδόν το αίμα, και το πυρ, να καίη τας οικίας τας περιρρεομένας από το αίμα των υπερασπιστών των; κατά την φοβεράν εκείνην πολιορκίαν πιστεύεται, ότι εσφράγησαν [;] έν εκατομμύριον και εκατό χιλιάδες ανθρώπων εκτός των εννενήκοντα επτά χιλιάδων, οίτινες απήχθησαν αιχμάλωτοι. Ήτο φοβερόν πράγμα να αισθάνηταί τις, όπως τινές των επιζώντων και των αυτοπτών, και ούτοι ουχί Χριστιανοί ησθάνθησαν, ότι η πόλις ήτο αξία της καταστροφής, την οποίαν υπέστη, διότι είχε παραγάγει γενεάν ανθρώπων, οίτινες υπήρξαν οι αίτιοι, των συμφορών της· και ό,τι «ούτε άλλη πόλις υπέστη ποτέ τοιαύτα δεινά, ούτε άλλος αιών εγέννησέ ποτε γενεάν γονιμωτέραν εν ανομία και πονηρία, ή όσον ήτο αύτη από καταβολής κόσμου».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. Χαίρειν εις τον Ναόν
Η πτωχή χήρα. — Η αληθής ελεημοσύνη. — Λαμπρότης του Ναού — «Ούτε λίθος επί λίθου». — Ο Ιησούς εις το Όρος των Ελαιών. — Η Συντέλεια των αιώνων. — Η παραβολή των Δέκα Παρθένων. — Τελευταίος εσπερινός περίπατος εις Βηθανίαν.
Μετά γλώσσαν, οία αύτη η συνδιαλλαγή δεν ήτο δυνατή. Ότε ο Ιησούς κατέλιπεν τον Ναόν οι μαθηταί Του πρέπει να συνησθάνθησαν, ότι κατελίμπανεν αυτόν διά πάντοτε.
Αλλά πριν απέλθη, έν άλλο συμβάν επήλθε, το οποίον τον έκαμε να καταλίπη τους περιβόλους του Οίκου του Πατρός Του, με λέξεις όχι οργής αλλά επιδοκιμασίας. Εν τη αυλή ταύτη του Ναού υπήρχον δεκατρία κιβώτια, όπου οι προσκυνηταί έρριπτον τας εισφοράς των, και οι ευπορώτεροι τούτων, έρριπτον χρυσόν, και άργυρον μετ' επιδείξεως. Ενώ ο Ιησούς εκάθητο εκεί το πλήθος των προσκυνητών εξηκολούθει να συρρέη. Υψώσας τους οφθαλμούς του είδε πτωχήν χήρα δειλώς ρίπτουσαν την μικράν εισφοράν της. Τα χείλη των πλουσίων προσκυνητών δυνατόν, να συνεστάλησαν μετά περιφρονήσεως προς την προσφοράν ταύτην, ήτις ήτο δυο λεπτά. Αλλ' ο Ιησούς ηυχαριστήθη από την ταπεινήν αυτοθυσίαν της χήρας. Ήτο η προσφορά αύτη ομοία με το ποτήριον ψυχρού ύδατος, το διδόμενον εξ αγάπης, και το οποίον εν τη βασιλεία του δεν θα μείνη αβράβευτον. Ήθελε να διδάξη διά πάντοτε το μέγα μάθημα, ότι η ουσία της ελεημοσύνης είνε η αυτοθυσία, και η αυτοθυσία της χήρας ταύτης εν τη πτωχεία της ήτο πολύ μεγαλειτέρα της του πλουσιωτάτου Φαρισαίου, όστις είχε συνεισφέρει τον χρυσόν του. Διότι όλοι ρίπτουσιν εκ του περισσεύματος, αύτη δε έρριψεν εκ του υστερήματος αυτής.
Και τώρα ο Ιησούς απήλθε του Ναού διά τελευταίαν φοράν· αλλά τα αισθήματα των Αποστόλων, ακόμη προσεκολλώντο μετ' αγάπης, και υπερηφανείας εις τον ιερόν εκείνον χώρον· εστάθησαν δε να ρίψωσιν επ' αυτού τελευταίον βλέμμα πόθου, και εις τούτων επροθυμήθη να επιστήση την προσοχήν του εις τα ωραία μάρμαρα, και τα πολύτιμα αυτού αναθήματα· εις τας εννέα εκείνας πύλας τας χρυσοκολλήτους και αργυροκολλήτους, εις τα λαμπρά και υψηλά προπύλαια· εις τους μεγαλοπρεπείς εκείνους κίονας, και εις τας γλυφάς και τα αραβουργήματα, εις τα εναλλασσόμενα ερυθρά και λευκά μάρμαρα, και εις τας άλλας λαμπρότητας του κτιρίου.
Αλλ' η καρδία του Ιησού ήτο τεθλιμμένη. Δι' αυτόν η αληθής καλλονή ενός ναού συνίστατο εις την ειλικρίνειαν των προσκυνητών του, και ουδεμία επίγειος μεγαλοπρέπεια θα ίσχυε να μεταβάλλη το σπήλαιον εκείνο των ληστών εις οίκον προσευχής. Συντόμως και αυστηρώς απήντησεν ο Ιησούς, «βλέπετε τας μεγάλας ταύτας οικοδομάς; ου μη μείνη ώδε λίθος επί λίθου.» Ήτο το τελευταίον «εκχορώμεν» της αποχωρούσης θεότητος. Ο Τάκιτος και ο Ιώσηπος διηγούνται, πως κατά την πολιορκίαν της Ιερουσαλήμ, ηκούσθη η φοβερά αύτη φωνή· αλλά τώρα εξεφέρετο εν τη πραγματικότητι καίτοι σεισμός δε την συνώδευσε, αλλ' εξηνέχθη ησύχως. Τριάκοντα πέντε έτη ύστερον ο λαός εκείνος μετεβλήθη εις κόνιν· ούτε ο Αδριανός, ούτε ο Ιουλιανός ηδυνήθησαν να κτίσωσιν επί της τοποθεσίας του· και τόρα αυτή η τοποθεσία είνε αβέβαιον πράγμα.
Θλιβερώς και σιωπηλώς η μικρά συνοδία έστρεψε τα νώτα προς τον ιερόν δόμον, όστις ίστατο εκεί, η επιτομή της Ιουδαϊκής ιστορίας, από των ημερών του Σολομώντος και εντεύθεν. Διέβησαν την κοιλάδα των Κέδρων, και απέβησαν την ανωφερή ατραπόν, την άγουσαν από του Όρους των Ελαιών εις την Βηθανίαν. Εις την κορυφήν του Όρους τούτου εστάθησαν, και ο Ιησούς εκάθησε να αναπαυθή ίσως υπό τους κλώνας των δύο μεγαλοπρεπών εκείνων κερδών, αίτινες εκόσμουν τότε, την κορυφήν του Όρους. Ήτο δε σκηνή κατάλληλος να εμπνεύση σοβαρωτάτας σκέψεις. Εις το βάθος από το έν μέρος κάτωθεν Αυτού, έκειτο η Αγία Πόλις, ήτις από πολλού είχε καταστή πόρνη, και ήτις τώρα, την ημέραν ταύτην, την τελευταίαν μεγάλην ημέραν της επιγείου διακονίας Του, είχεν αποδείξει οριστικώς, ότι «ουκ εγίνωσκεν καιρόν επισκέψεως αυτής». Παρά τους πόδας του έκειντο αι κλιτύες των Ελαιών και του κήπου της Γεθσημανή. Επί της αντιπέραν κλιτύος ηγείροντο τα τείχη της πόλεως, και το ευρύ οροπέδιον το επιστεφόμενον με τα μαρμάρινα περιστύλια, και τας στιλβούσας οροφάς του Ναού. Στρεφόμενος ανατολικώς θα έβλεπε τα γυμνά όρη της ερήμου της Ιουδαίας μέχρι της πορφυριζούσης γραφής των ορέων Μωάβ. Εις δε τα βαθέα κοιλώματα του Γωρ έκειντο τα μυστηριώδη ύδατα της θαλάσσης του Λωτ, και πανταχόθεν εφαίνοντο δείγματα της οργής του Θεού και της αμαρτίας του ανθρώπου. Και ο δύων ήλιος της επιγείου ζωής του έρριπτε βαθυτέρας και σκοτεινοτέρας αποχρώσεις καθ' όλην την σκηνήν της επιγείου αποδημίας του.
Δυνατόν αι σκιαί της διανοίας του να απέρριπτον παράδοξον επισημότητα εις την στάσιν, και τους χαρακτήρας του, καθώς εκάθητο σιωπών, εν μέσω της σιγηλής, και τεθλιμμένης συνοδίας των ολίγων πιστών οπαδών του. Μετά φόβου οι εκλεκτότεροι των Αποστόλων Του, ο Πέτρος και Ιάκωβος, και Ιωάννης, και Ανδρέας ήλθον εγγύς εις αυτόν, και καθώς είδον το όμμα του προσηλούμενον επί του Ναού, τον ηρώτησαν ιδιαιτέρως, «Πότε ταύτα γενήσονται; και ποίον το σημείον της ελεύσεώς σου και της συντελείας του κόσμου;» Η ερώτησίς των περί του Πότε έμεινε προς το παρόν άνευ απαντήσεως. Αλλ' η ερώτησις των Αποστόλων προυκάλεσε επ' αυτού τον μέγαν περί συντελείας λόγον, του οποίου τα τέσσαρα ηθικά γνωρίσματα, είνε: Φ υ λ ά τ τ ε σ θ ε και Α γ ρ υ π ν ε ί τ ε και Κ α ρ τ ε ρ ε ί τ ε και Π ρ ο σ ε ύ χ ε σ θ ε.
Άπειροι δυσκολίαι ευρέθησαν εις τον λόγον τούτον, και μακραί πραγματείαι εγράφησαν προς αναίρεσιν τούτων. Η εσκεμμένη δε ασάφεια με την οποίαν η θέλησις του Θεού περιέβαλε τας λεπτομερείας ταύτας περί του μέλλοντος, αίτινες θα υπηρέτουν μόνον, την ματαίαν περιέργειαν, (ή τα παραλύοντα φόβον θα καθιστώσι πάντοτε δυσνόητα μέρη τινά αυτού. Αλλ' εάν παραβάλλωμεν τας εκθέσεις των τριών Συνοπτιστών, και ίδωμεν πώς αμοιβαίως επιρρίπτουσι φως, επ' αλλήλους, εάν αναλογισθώμεν, ότι και υπό των τριών οι λόγοι του Ιησού αναφέρονται μόνον κατ' ουσίαν, εάν έχωμεν την βεβαιότητα, ότι ο σκοπός της προφητείας εις όλας τας εποχάς υπήρξε η ηθική νουθεσία μάλλον, ή η αμυδροτέρα χρονολογική ένδειξις, καθ' όσον εις την φωνήν της προφητείας, ως και εις τον οφθαλμόν του Θεού πας χρόνος είνε μόνον έν αιώνιον ενεστώς, «χίλια έτη εν οφθαλμοίς Κυρίου, ως ημέρα, ή χθες ήτις διήλθε» εάν τέλος αποδεχθώμεν μετά πεποιθήσεως και σεβασμού την δήλωσιν αυτού του Κυρίου, ότι εις αυτόν, ως εις άνθρωπον δεν είνε γνωσταί αι ημέραι και αι ώραι, και ότι «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους και καιρούς, ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία», εάν, λέγω, αναγνώσωμεν τα κεφάλαια εκείνα υπ' όψει έχοντες τοιαύτας αρχάς τότε είμαι βέβαιος, ότι αι πλείσται των δυσχερειών αίρονται αφ' εαυτών.
Δήλον γίνεται εξ αντιπαραβολής τον Λουκά προς τους άλλους δύο ευαγγελιστάς, ότι ο Ιησούς έστρεψε τους λογισμούς των μαθητών του προς δύο ορίζοντας, ένα εγγύς, και ένα απώτερον. Η μεθόρειος γραμμή εκατέρου ορίζοντος εσημείου την συντέλειαν του αιώνος. Εκατέρα δε ήτο έν μέγα τέλος· περί εκατέρας ήτο αληθεί, ότι η τότε υπάρχουσα γενεά (πρώτον εκ της κατά γράμμα εννοίας της γενεάς, είτα εν τη ευρυτέρα εκδοχή του γένους) δεν ήθελε παρέλθει πριν όλα πληρωθώσι. Και η μία ήτο ο τύπος της άλλης· η κρίσις επί της Ιερουσαλήμ, μεθ' ην θα επηκολούθει η αποκατάστασις της Εκκλησίας επί της γης προεικόνιζεν την κρίσιν του κόσμου, και την αποκατάστασιν της βασιλείας του Χριστού, κατά την δευτέραν έλευσίν του. Η αόριστος προφητική εικών του Ματθαίου, και εις σμικρότερον βαθμόν του Μάρκου δυνατόν να φέρη την εντύπωσιν, ότι τα δύο ταύτα συμβεβηκότα θα είναι συνεχή, ή τουλάχιστον εγγύς αλλήλων· αλλά βλέπομεν εκ του Λουκά, ότι ο Κύριος ρητώς επληροφόρησε τους ερωτώντας Αποστόλους, ότι καίτοι πολλά των σημείων, τα οποία προέλεγε θα προηγούντο της αμμέσου συμπληρώσεως μιας εποχής εν τη ιστορία του κόσμου, αφ' ετέρου η μεγάλη συντέλεια δεν θα επέλθη αμέσως, «Δει ταύτα γενέσθαι πρώτον, αλλ' ουκ ευθέως το τέλος» και πάλιν, «εν τη υπομονή υμών κτήσεσθε τας ψυχάς υμών». Ο Ιησούς ωμίλει εν μέρει και εν πρώτοις περί της πτώσεως της Ιουδαϊκής Διαθήκης, εν μέρει δε και κατά δεύτερον λόγον περί της συντελείας του κόσμου· αλλ' ωμίλει περί τούτων με την ποικίλλουσαν εκείνην εναλλαγήν της διανοίας και του λόγου, ήτις ήτο φυσική εις Εκείνον του οποίου όλη η ύπαρξις ήτο εν τη σφαίρα της αιωνιότητος και ουχί του χρόνου.
Εν τη ομιλία ταύτη ο Ιησούς πρώτον ενουθέτει αυτούς περί ψευδοχρίστων και περί ψευδοπροφητών. Προεφήτευσε περί φοβερών διωγμών, περί πληθύνσεως της ανομίας, περί παρακμής της πίστεως, περί των προαγγέλλων σημείων της συντελείας του κόσμου. Και καθώς μανθάνομεν εξ άλλων χωρίων της ιεράς Γραφής τα σημεία ταύτα καθώς συνέβησαν εν τη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ούτω θα επαναλειφθώσι εις ευρυτέραν έκτασιν προ της συντελείας του κόσμου.
Η επομένη μεγάλη παράγραφος του λόγου τούτου ενδιέτριβε κατά το πλείστον περί του αμμέσου μέλλοντος. Είχε προείπει την καταστροφήν της Αγίας Πόλεως, και τώρα παρέχει εις αυτούς ενδείξεις, δι' ων ήθελεν προαγγελθή η προσέγγισίς της. Όταν ίδωσι την Ιερουσαλήμ κυκλουμένην υπό στρατών, όταν το βδέλυγμα της ερημώσεως σταθή εν αγίω τόπω, τότε και από των αγρών, και από των στεγών των οικιών έπρεπε να φύγωσι έξω της Ιουδαίας προς τα όρη τα πέραν του Ιορδάνου, όπως σωθώσιν από τας φρικαλεότητας, αίτινες έμελλον να επέλθωσι. Πολλοί θα έκραζον ι δ ο ύ ε ν τ α ύ θ α και ι δ ο ύ ε κ ε ί, πλην ας μη δώσωσι προσοχήν εις τούτο διότι όταν ο Χριστός έλθη, η παρουσία Του, ως αστραπή λάμπουσα εξ ανατολών προς δυσμάς θα είνε ορατή εις όλον τον κόσμον, και ως αετοί συναναθροιζόμενοι επί το πτώμα οι προωρισμένοι υπουργοί της θείας εκδικήσεως, θα τείνωσι τας πτέρυγάς των. Διά των νουθεσιών τούτων εφυλάχθησαν και εσώθησαν οι Χριστιανοί. Πριν ο Ιωάνης ο Γισκαλινός κλείση τας Πύλας της Ιερουσαλήμ και Σίμων ο Γερασινός αρχίση να σφάζη τους φυγάδας, ώστε, όστις διέφυγε τον τύραννον τον εκτός των τειχών, κατεστρέφετο υπό του άλλου τυράννου του εκτός των πυλών, πριν ο Ρωμαϊκός Αετός τείνη τας πτέρυγας επί της καταδικασμένης πόλεως, οι Χριστιανοί οι εν τη πόλει έχοντες τας νουθεσίας των προρρήσεων του Χριστού έφυγον εγκαίρως πέραν του Ιορδάνου, εις Πέλλαν, όπου εσώθησαν από της σφαγής, της λεηλασίας, και των αμέτρων συμφορών.
Είτα ο Ιησούς μετέβη εις τον σκοτισμόν του ηλίου και της σελήνης και την πτώσιν των αστέρων και την διάσεισιν των δυνάμεων του ουρανού (σημεία τα οποία δύνανται να έχωσι και κυριολεκτικήν και μεταφορικήν σημασίαν) τα οποία θα προηγηθώσι της εμφανίσεως του Υιού του Ανθρώπου εξ ουρανού και της συναθροίσεως των εκλεκτών από των περάτων του κόσμου εν φωνή σάλπιγγος των αγγέλων. Η Ημέρα εκείνη του Κυρίου θα έχη τα σημεία της όπως και η άλλη, και προέτρεψε τους εκλεκτούς του εις όλας τας εποχάς να παρατηρώσι τα σημεία ταύτα και να τα ερμηνεύωσι ορθώς όπως ερμηνεύουσι τα σημεία του ερχομένου θέρους εκ των φύλλων της συκής. Αλλ' η ημέρα εκείνη θα έλθη εις τον κόσμον αιφνιδίως απροσδοκήτως και καταπληκτικώς· και καθώς θα είνε ημέρα αμειβής δι' όλους τους πιστούς υπηρέτας, ούτω θα είνε ημέρα εκδικήσεως διά τους λαιμάργους και τους μεθύσους, διά τους υποκριτάς και διά τους αδίκους δι' όλους των οποίων οι λογισμοί είνε μεστοί από το περίσευμα της χθες από την κρεπάλην της σήμερον από τας βιοτικάς μερίμνας της αύριον. Διά να εντυπώση δε πλέον ανεξαλλείπτως εις το πνεύμα των τα περί αγρυπνίας μαθήματα, διηγήθη αυτοίς τας ωραίας παραβολάς των 10 Παρθένων και των Ταλάντων και εχάραξε δι' αυτούς εικόνα της μεγάλης εκείνης ημέρας της κρίσεως καθ' ην ο Βασιλεύς θ’ αποχωρήση απ' αλλήλων όλα τα έθνη· καθώς αποχωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από των ερηφίων· την ημέραν εκείνην όσοι έδειξαν την ελαχίστην αγαθότητα προς τον ελάχιστον των αδελφών του τούτων, θαναλογισθώσι ότι έπραξαν τούτο προς Αυτόν.
Αλλά όπως μη αι μεγάλαι αύται διδασκαλείαι περί της συντελείας φέρουσιν αυτούς εις τας παλαιάς περί Μεσσίου ιδέας των συνεπέρανεν με την θλιβεράν επανάληψιν της προρρήσεώς του ότι ο θάνατος και η αγωνία του θα προηγηθώσιν όλων των άλλων. Την φοράν δε ταύτην τους απεκάλειψεν και τον τρόπον και αυτήν την ημέραν εν άκρα σαφηνεία, «Οίδατε ότι μετά δύο ημέρας το Πάσχα γείνεται, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδητε εις το σταυρωθήναι». Ούτως ετελείωσεν ο μέγας εκείνος λόγος επί του όρους των Ελαιών και ο ήλιος έδυσεν και ηγέρθη και περιεπάτησεν μετά των Αποστόλων Του την βραχείαν υπολειπομένην οδόν προς την Βηθανίαν. Ήτο η τελευταία φορά καθ' ην θα περιεπάτει αυτήν επί της γης· και μετά τας τρομεράς εξάψεις της ημέρας εκείνης πόσον τερπνή πρέπει να ήτο δι' Αυτόν η ώρα εκείνη της αμφιλύκης και της εσπερινής γαλήνης· πόσον αναψυκτική η ειρήνη και η φιλοστοργία ήτις τον περιέβαλλε εν τω ησύχω χωρίω και τη αγία εκείνη οικία. Καθώς παρετηρήσαμεν ο Ιησούς δεν ηγάπα τας πόλεις και σπανίως εκοιμάτο εντός των τειχών των. Καίτοι αι ανάγκαι του έργου Του τον ηνάγκαζον να επισκέπτεται την Ιερουσαλήμ και να κηρύττει εις τα άπειρα πλήθη τα συρρέοντα εκείσε κατά τας εορτάς, ουχ ήττον φαίνεται ότι απεχώρει εν πάση δυνατή ευκαιρία έξω των τειχών της, και εζήτει την ησυχία υπό την σκιάν των ελαιών, υπό την λαμπρότητα της δύσεως του ηλίου και υπό την δρόσον την πίπτουσαν εξ ουρανού.
Αι σκέψεις του πικρού ποτηρίου το οποίον έμελλε εν συντόμω να πίει ήτον αναμφιβόλως παρούσα εις Αυτόν, αλλά παρούσα μόνον υπό την έποψιν της υψιλής θυσίας και του υπερτάτου σκοπού της αγάπης τον οποίον έμελλε να πληρώση. Όχι οι σπασμοί τους οποίους έμελλε να υποφέρη, αλλ' οι σπασμοί από τους οποίους έμελλε να σώση, όχι η δύναμις του σκότους ήτις θα εφαίνετο ότι θα εκέρδιζε βραχύν θρίαμβον, αλλ' η απολυτρούσα νίκη, ο πλήρης εντελής και επαρκής εξιλασμός, ταύτα δυνάμεθα ευσεβάστως να πιστεύσωμεν ότι ήσαν τα υποκείμενα τα οποία εδέσποζον των σκέψεών του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'. Η αρχή του τέλους
Το συμβούλιον εν τη οικία του Καϊάφα. — Τα τριάκοντα αργύρια. — Αι αφορμαί του Ιούδα. — «Εισήλθεν ο Σατανάς εις τον Ιούδαν». — Ο τελευταίος ύπνος του Ιησού επί της γης.
Ήτο άφευκτον ότι οι φλέγοντες λόγοι της αγανακτήσεως τους οποίους ο Ιησούς είχεν εκφέρει κατά την τελευταίαν μεγάλην ημέραν του κηρύγματός του θα παρώξυνον πέραν παντός μέτρου την μανίαν του Ιουδαϊκού κόμματος μεταξύ των Ιουδαίων. Ου μόνον είχον εκτελεσθή αναφανδών εν αυτή τη σκηνή του αξιώματός των και επί παρουσία των πλέον αφωσιωμένων οπαδών του, ου μόνον είχον βιασθή να ομολογήσωσι την αμάθειάν των περί την εξήγησιν των Γραφών, ήτις ήτο η ανεγνωρισμένη δικαιοδοσία των, και την ανικανότητά των να αποφανθώσιν γνώμην επί αντικειμένου περί ου αυτοί ώφειλον εκ του επαγγέλματός των να γνωρίζωσι, αλλά μεθ' όλας αυτάς τας ταπεινώσεις εκείνος τον οποίον αυτοί περιεφρόνουν ως τον νέον και αμαθή Ραββίνον της Ναζαρέτ, εκείνος όστις παρημέλει τα έθιμά των και παρέβλεπε τας παραδόσεις των, εκείνος από τους λόγους του οποίου εκρέματο εν εκστάσει το πλήθος είχεν αιφνιδίως στραφή εναντίον των και είχεν εξακοντίσει κατ' αυτών έν Ο υ α ί τόσον σφοδρόν τόσον καυστικόν ώστε ουδείς εξ όσων το ήκουσε δεν θα το ελησμόνει ποτέ. Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι Ηρωδιανοί, Ιερείς, Γραμματείς, Πρεσβύτεροι, ο Άννας ο πανούργος και τυραννικός, ο Καϊάφας ο ευτελής και δουλόφρων, όλοι ήσαν επί ποδός τώρα· και συνήλθον εκείνην την ιδίαν εσπέραν εν τη οικία του Καϊάφα θάψαντες όλας τας διαφοράς των εις κοινήν έμπνευσιν μίσους εναντίον του εκ μακρού επηγγελμένου εκείνου Μεσσίου, παρ' ώ ανεγνώριζον μόνον κοινόν εχθρόν. Ήτο συμμαχία προς καταστροφήν Του, συμμαχία φανατισμού απιστίας και φιλοκοσμίας· η λύσσα του ψευδευβλαβούς, η περιφρόνησις του αθέου και η απέχθεια του ιδιοτελούς· και εφαίνετο το προδηλότατον ότι από το φιλέκδικον μίσος τοιούτου συνδυασμού ουδεμία επίγειος δύναμις ήρκει διά να σώση. Οι ευαγγελισταί αναφέρουσι μόνον τα δύο συμπεράσματα εις τα οποία έφθασαν οι συνομώται· το έν ήτο αποφασιστικωτέρα ακόμη ανανέωσις της ψήφου ότι έπρεπε εκ παντός τρόπου να θανατωθή άνευ αναβολής· το άλλο ότι έπρεπε τούτο να γείνη μετά πανουργίας και όχι μετά βεβαιότητος φόβω του πλήθους· και ότι διά τον αυτόν λόγον, όχι ένεκα της ιερότητος της εορτής, ο φόνος έπρεπε να αναβληθή μέχρις ου παρέλθει το Πάσχα και διασκορπισθώσιν οι αναρίθμητοι προσκυνηταί εις τας οικίας των.
Η συνέντευξις αύτη συνέβη πιθανότατα την εσπέραν της τρίτης, ενώ δε αυτοί απεφάσιζον ότι διαρκούντος του Πάσχα δεν θα εγίνετο ο Φόνος την αυτήν στιγμήν καθήμενος επί των κλυτίων του όρους των Ελαίων ο Ιησούς προέλεγε εις τους μαθητάς του με την ατάραχον βεβαιότητα ότι έμελλε να θυσιασθή κατ' αυτήν την ημέραν καθ' ην αφ’ εσπέρας ο αμνός θα εθυσιάζετο και το Πασχάλιον συμπόσιον ήρχιζε.
Πριν λάβη πέρας το συμβούλιον συνέβη γεγονός τι το οποίον μετέβαλεν τα συμπεράσματά του και κατέστησεν δυνατήν την άμεσον σύλληψιν του Ιησού άνευ του θορύβου τον οποίον εφοβούντο. Η ανακωχή των οκτώ ημερών εν τη πικρά αποφάσει Του Θανάτου την οποίαν ο τρόμος και όχι το έλεός Του είχεν παραχωρήση έμελλε να ανακληθή. Η πληγή επρόκειτο να κατενεχθή αμέσως.
Επληροφορήθησαν ότι άνθρωπός τις όστις εγνώριζεν τον Ιησούν, όστις είχεν χρηματίσει πλησίον του και υπήρξε μαθητής του· είς εκ των δώδεκα ήτο έτοιμος να θέση τέρμα εις την αμηχανίαν των και να ανανεώση τας συνεννοήσεις μετ' αυτών τας οποίας είχεν αρχίσει ήδη προ ημερών. Η οικία του Καϊάφα ήτο πλησίον των περιβόλων του ναού· ο Ιούδας προσελθών εις τους φύλακας του ναού, τα μέλη της Λευιτικής φρουράς τους έχοντας την επιστασίαν των ιερών δόμων απηυθύνθη προς αυτούς και ούτοι αμέσως τον έφερον ενώπιόν των ιερέων και των αρχόντων.
Τινές των ιερέων τον είχον ιδεί ήδη εις το προηγούμενον συμβούλιον άλλοι βεβαίως τον εγνώριζον, ως ένα εκ των ακολουθούντων τον Ιησούν και τον μόνον Ιουδαίον μεταξύ των Γαλιλαίων Αποστόλων. Και τώρα έμελλον να συνασπισθώσιν μετ' αυτού εν πονηρία! Το ότι είς εξ εκείνων οίτινες έζησαν πλησίον του Ιησού όστις είχεν ακούσει όλα όσα Εκείνος είπε και είχεν ίδει όλα όσα έπραξεν ήτο έτοιμος να τον προδώση, τους ενίσχυσεν εις τον σκοπόν των· τω ότι δε αυτοί οι ιεράρχαι και ευγενείς ήσαν πρόθυμοι ου μόνον να επαινέσωσιν, αλλά να ανταμείψωσι τον Ιούδαν δι’ ό,τι ήθελε να πράξη και ενίσχυσιν τούτου εις το σκοτεινόν και απηλπισμένον σχέδιον των, καθώς εν τω ύδατι το πρόσωπον αντικρύζει το πρόσωπον, ούτω η καρδία του Ιούδα και αι καρδίαι εκείνων αφομοιώθησαν διά της αντανακλάσεως της αμοιβαίας συμπαθείας των. Καθώς ο σίδηρος οξύνει τον σίδηρον ούτω και ο κτηνώδης θυμός εκείνου έδωκεν νέαν αιχμήν εις το ηκονισμένον μίσος των· τα καθέκαστα της αγοροπωλησίας αγνοούμεν. Ούτε ο Ιούδας ούτε οι εκμισθωταί του είχον αφορμάς να ενδιατρίψωσι επ' αυτών μετ' ευχαριστήσεως. Οι Ευαγγελισταί και οι πρώτοι χριστιανοί εν γένει όταν ομιλώσι περί του Ιούδα φαίνονται πληρούμενοι από πνεύμα αργιλλού αποτροποιασμού, λίαν βαθέως ή ώστε να εκφρασθή διά λόγου. Έν μόνον σκοτεινόν γεγονός ίστατο ενώπιον της φαντασίας των εν όλη τη φρίκη του και τούτο ήτο ότι ο Ιούδας υπήρξε προδότης· ότι ο Ιούδας ήτο είς των δώδεκα, και όμως επώλησε τον Κύριόν του. Πιθανώς έλαβε τα χρήματα εν τω άμα. Με τους απλήστους οφθαλμούς της φιλαργυρίας πρέπει να ενέβλεψεν επί των αργυρών νομισμάτων των φερόντων επί της μιας όψεως (ω παράδοξος ειρωνία της ιστορίας!) θαλλών ελαίας, το σύμβολον της ειρήνης, επί δε της ετέρας θυμιατήριον, το έμβλημα της προσευχής, μετά της επιγραφής «Ιερουσαλήμ, η Αγία.»
Έν πράγμα εν τούτοις είνε βέβαιον· απήλθεν απ' αυτών μισθωτός προδότης και από τούδε εζήτει ευκαιρίαν όπως προδώση τον Διδάσκαλόν του.
Ποίαι ήσαν αι αφορμαί του ανθρώπου τούτου οι ευαγγελισταί ουδέν άλλο λέγουσιν ειμή ότι ο σατανάς εισήλθεν εις αυτόν. Το έγκλημα του ανθρώπου δεν εφαίνετο επιδεκτικόν φυσικής εξηγήσεως. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όστις ουδέποτε δύναται να ωμιλήση περί αυτού άνευ φρίγους αποτροποιασμού λέγει περί αυτού ότι ήτο κλέπτης. Η αιφνιδία κρίσις του πειρασμού κατέλαβεν τον άνθρωπον αλλά βεβαίως η καρδία του ήτο παρασκευασμένη από πολλού όπως δεχθή το πονηρόν πνεύμα· τις είδε ποίαι και πόσαι διαβολικαί εισηγήσεις εισήλθον εις την καρδίαν του προδότου. Πιθανώς από πολλού χρόνου ολόκληρον συγκεχυμένον χάος αμαρτιών, εμυκάτο εν τη ψυχή του Ιούδα· κακία, εγκόσμιος φιλοδοξία, κλοπή, μίσος παντός εντός του καλού και του αγνού, αγνωμοσύνη, μανιώδης θυμός, όλα εκορυφώθησαν εις την ρυπαράν εκείνην και φρικαλέαν πράξιν της προδοσίας, όλα αναμεμιγμένα με τυφλήν θυριώδη μανίαν εντός της ζωφώδους ψυχής του.
Καθ' εκάστην ημέραν ο Ιησούς κατήρχετο εκ Βηθανίας την πρωίαν και μετέβαινεν εις Ιεροσόλυμα. Διατί την Τετάρτην δεν κατήλθε; διότι υπόπτευε την προδοσίαν; Την ημέραν εκείνην εν ταις αυλαίς του Ναού το πλήθος μάτην επερίμενε να ακούση την Φωνήν Του. Αναμφιβόλως ο λαός τον επερίμενε μετ' ανυπομονησίας· αναμφιβόλως οι Ιερείς και οι Φαρισαίοι τον ανεζήτουν μετ' απαισίας ελπίδος· πλην Αυτός δεν ήλθε. Την ημέραν διήλθεν εν ηρεμία, εν ησυχία και σιωπή. Προητοίμαζεν Εαυτόν εν ειρήνη και προσευχή διά την φοβεράν πάλην· δυνατόν να περιεπλανάτο μόνος εις τα ορεινά υψώματα περί την Βηθανίαν και εκεί υπό τον εαρινόν ήλιον ετήρει υψηλήν κοινωνίαν μετά του Πατρός Του του εν ουρανοίς. Αλλά πώς διήλθε την ημέραν δεν γνωρίζομεν. Πέπλος ιεράς σιγής καλύπτει τούτο. Περιστοιχίζετο υπό των ολίγων οίτινες τον ηγάπων και επίστευον εις Αυτόν. Προς αυτούς δυνατόν να ωμίλησε, αλλά το έργον Του ως διδασκάλου εν τη βραχεία εγκοσμίω ζωή Του είχε τελειώσει.
Την νύκτα εκείνην εκοιμήθη διά τελευταίαν φοράν επί της γης. Την Πέμπτην πρωί εξύπνησεν διά να μη κοιμηθή πλέον ειμή τον ύπνον «σκύμνου λέοντος Ιούδα».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. Ο Μυστικός Δείπνος
Αι ετοιμασίαι διά το δείπνον. — Το εστρωμένον ανώγεον. — Έρις περί πρωτοκαθεδρίας. — Ο Ιησούς νίπτει τους πόδας των μαθητών. — «Καθαροί εστε αλλ' ουχί πάντες». — Διδασκαλία περί ταπεινώσεως. — «Είς εξ υμών παραδώση Με». — «Μήτοι εγώ ειμι διδάσκαλε;» — Η παράδοσις του φριχτού μυστηρίου της Αγίας Ευχαριστίας.
Κατά την εσπέραν της Τρίτης ο Ιησούς είχεν ομιλήσει περί του Πάσχα ως καιρού του Θανάτου Του, την πρωίαν της Πέμπτης συνομιλία τις συνέβη μεταξύ του Ιησού και των μαθητών Του περί του Πασχαλείου δείπνου. Τον ηρώτησαν πού ήθελεν να ετοιμάσωσιν διά το Πάσχα επειδή είχεν ήδη παραιτήσει την δημοσίαν Του διδασκαλίαν και διήρχετο την Πέμπτην ως είχεν διέλθει και την προτεραίαν εν μονώσει· πιθανώς ούτοι επερίμεναν ότι ήθελε να φάγη το Πάσχα εν Βηθανία, περί της οποίας ο Ραββίνος είχεν αποφανθή ότι έκειτο εντός των ορίων της Ιερουσαλήμ. Αλλά τα σχέδιά του άλλως είχον. Αυτός ο αληθής Πασχαλινός Αμνός έμελλε να θυσιασθή άπαξ και διά πάντοτε εν τη αγία πόλει· επομένως έπεμψε τον Πέτρον και Ιωάννην εις Ιερουσαλήμ και είπεν αυτοίς, ότι άμα εισήρχοντο εις την πόλιν θα εύρισκον άνθρωπον κεράμινον ύδατος βαστάζοντα. Ακολουθούντες αυτόν θα έφθιναν είς τινα οικίαν εις τον οικοδεσπότην της οποίας ώφειλον να είπωσιν, «Ο Κύριος λέγει, ο καιρός Μου εγγύς εστι· πού εστι το κατάλυμα ίνα το Πάσχα μετά των μαθητών Μου φάγω;» και ο οικοδεσπότης ούτος (τον οποίον τινές συμπεραίνουν ότι ήτο ο Ιωσήφ ο από Αρυμαθέας, άλλοι δε ο Ιωάννης ο επικαλούμενος Μάρκος) θα έθετεν εις την διάθεσίν των ανώγεον μέγα εστρωμένον μετά τραπέζης και αναγκλίντρων. Εύρον όλα καθώς τους είπεν ο Ιησούς και εκεί ητοίμασαν το Πάσχα. Είνε παραδεδεγμένον όμως ότι το δείπνον το οποίον ητοίμασαν και το οποίον ο Ιησούς μετά των μαθητών Αυτού έφαγεν την εσπέραν της Πέμπτης, δεν ήτο το κυρίως νομικόν Πάσχα των αζύμων, αλλά Πάσχα καινόν και πνευματικόν το οποίον ο Ιησούς τότε συνέστησε διά της παραδόσεως των θείων και φρικτών μυστηρίων της αναιμάκτου θυσίας.
Προς την εσπέραν ο Ιησούς και οι μαθηταί Αυτού εξήλθον της Βηθανίας και διά του Όρους των Ελαιών απήλθον εις Ιεροσόλυμα όπου τους ευρίσκωμεν εις το ανώγεον μέγα εστρωμένον, το οποίον ήτο ίσως το αυτό εκείνο όπου τρεις ημέρας ύστερον οι μαθηταί περίλυποι και πεφοβισμένοι είχον συναθροισθή και όπου είδον τον Κύριόν των αναστάντα εκ νεκρών· ίσως το αυτό εκείνο όπου μετά επτά εβδομάδας μετ' ήχου βιαίας φερομένης πνοής ως γλώσσα πυρός επήλθεν επ' αυτούς ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος.
Όταν έφθασαν το δείπνον ήτο έτοιμον. Η φαντασία αγαπά να αναπαριστά όλας τας πιθανάς λεπτομερείας της συγκινητικής εκείνης και αγίας σκηνής. Ήτο όλως ανόμοιος προς ό,τι η φαντασία του Λεονάρδου Βίντση και άλλων μεγάλων ζωγράφων την παρέστησε. Δυνατόν εν τω καταλαμβάνειν τας έδρας να εκινήθη πάλιν εις το πνεύμα των Αποστόλων η φιλοπρωτία εκείνη, την οποίαν άλλοτε τόσον αυστηρώς επετίμησεν ο Κύριος. Κατά την στιγμήν ταύτην οπότε η ψυχή του οίκου ήτο πλήρης τοιαύτης υψηλής προθέσεως οπότε έπνεε τον αγνόν αέρα της αιωνιότητος, και, το αιώνιον ήτο παρ’ Αυτώ με όλην την θνητήν περιβολήν του, ου μόνον παρόν αλλά και ορατόν τοιαύτη έρις πρέπει να ήτο ειπέρ ποτε αλγεινή. Εδείκνυε πόσον ολίγον μέχρι τούδε και αυτοί οι εκλεκτοί οπαδοί του είχον εισέλθη εις την έννοιαν της ζωής του. Απεδείκνυεν ότι και τώρα ακόμη δεν είχον δυνηθή να εννοήσωσι τας πολλάς αυτού νουθεσίας περί της φύσεως της βασιλείας Του και περί της βεβαιότητος του τέλους Του. Ότι μεγάλη τις κρίσις επέκειτο, ότι ο διδάσκαλός των έμελλε να πάθη και να θανατωθή πρέπει εν μέρει να κατεννόησαν· αλλά φαίνεται να εθεώρησαν τούτο ως πρόσκαιρον συσκοτισμόν μεθ' ον θα επήρχετο άμεσος ανάδειξις της λαμπρότητός του και η επί της γης ίδρυσις του θρόνου του ως Μεσσίου. Μετ' αλγεινής σιωπής ηχούσε τους ψιθυρισμούς των αντιζηλιών των ενώ εζήτουν τας έδρας των εις το δείπνον. Ουχί διά λόγων, αλλά διά πράξεων βαθύτερον συγκινούσας απεφάσισεν να διδάξη αυτούς και όλους τους αγαπώντας αυτόν ευγενέστερον μάθημα.
Είνε γνωστόν πως εν τη Ανατολή ανέκαθεν συνήθειζον οι επισκέπτας πριν εισέλθωσιν εις οικίαν ου μόνον να αποβάλωσι τα σάνδαλα αλλά και να πλύνωσι τους πόδας. Οι πόδες των μαθητών πρέπει να ήσαν πλήρης κόνεως από την πολυσύχναστον οδόν την οποίαν διήνυσαν από Βηθανίας εις Ιερουσαλήμ. Το πλύνειν τους πόδας ήτο έργον των δούλων, και αφού ουδείς προσεφέρθη να εκτελέση το ευμενές υπούργημα, ο Ιησούς Αυτός ηγέρθη από της θέσεώς Του εν τω δείπνω διά να εκτελέση την φιλικήν υπηρεσίαν την οποίαν ουδείς των μαθητών Του προσεφέρθη να κάμη προς χάριν Του. Καλώς φαίνεται η έκπληξις του ηγαπημένου μαθητού εν τη διηγήσει ότε ενδιατρίβει εις πάσαν λεπτομέρειαν της σκηνής ταύτης. «Ειδώς ότι ο πατήρ παρέδωκε πάντα εν χερσί αυτού και ότι από του Θεού εξήλθε και προς τον Θεόν υπάγει, ηγέρθη από του δείπνου και απέθηκε τα ιμάτια, και λαβών λέντιον διεζώσατο.» Είτα εγχύσας ύδωρ εις την μεγάλην λεκάνην ήρχισεν να πλύνη τους πόδας των μαθητών και να σπογγίζει τούτους με το λέντιον με το οποίον ήτο ζωσμένος. Φόβος και συστολή τους συνείχε σιωπώντες έως ότου ήλθε προς τον Πέτρον του οποίου η συγκίνησις και η έκπληξις εξεφράσθη διά της ερωτήσεως, «Κύριε Συ μου νίψεις τους πόδας.» Συ ο υιός του Θεού ο βασιλεύς του Ισραήλ όστις έχεις ρήματα ζωής αιωνίου, Συ του οποίου τους πόδας βασιλείς θα χρίσωσι με τα πολυτιμότατα μύρα των και αμαρτωλοί μετανοούντες θα λούσωσι με δάκρυα θερμά, Συ νίπτεις του Πέτρου τους πόδας; Ήτο το αυτό αίσθημα το οποίον τρία έτη πρότερον είχεν αποσπάσει την κραυγήν εκείνην από τον άξεστον αλιέα της Γαλιλαίας, «έξελθε απ' εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι Κύριε.»
Πραέως αναγνωρίζων ότι υπήρχε καλόν εις την κραυγήν του ορμητικού μαθητού Του ο Ιησούς λέγει αυτώ ότι έως τώρα είνε ακόμη άωρος διά να εννοήση την έννοιαν των πράξεών Του· καίτοι η ημέρα θα έλθη καθ' ην η σημασία των θα επελάμψη εις αυτόν. Αλλ' ο Πέτρος ισχυρογνώμων και τολμηρός ως να ησθάνετο περισσότερον του Κυρίου το μεγαλείον Εκείνο όστις υπούργη και την σμικρότητα εκείνου προς ον το υπούργημα θα εγίνετο επέμεινεν εις την αντίστασίν του. «Ου μη νίψεις τους πόδας μου εις τον αιώνα»· εφώναζεν παραφόρως! αλλά τότε ο Ιησούς απεκάλυψεν εις αυτόν το επικίνδυνον της ισχυρογνωμοσύνης και της ψευδούς ταπεινώσεως. «Εάν μη νίψω σε ουκ έχεις μέρος μετ' εμού». Ο οπαδός μου οφείλει να δέχητε το θέλημα το Εμόν και όταν ελάχιστα δύναται να το εννοήση, και όταν φαίνεται να παραβιάζη τας ιδίας εννοίας του περί του τι είμαι. Η ατάραχος εκείνη λέξις μετέβαλλε το όλον ρεύμα της σκέψεως και του αισθήματος του θερμοκαρδίου μαθητού! Δεν έχω μέρος μετά Σου; μη γένοιτο Κύριε! «Κύριε μη τους πόδας μόνον αλλά και τας χείρας και την κεφαλήν». Αλλ' όχι, και πάλιν οφείλει να δεχθή ότι ο Χριστός θέλει, όχι κατά τον ίδιον τρόπον του, αλλά κατά τον τρόπον του Χριστού. Η νίψις όλου του σώματος δεν εχρειάζετο. Το βάπτισμα της μυήσεώς του είχε τελειώσει εις τον νιπτήρα της αναγεννήσεως είχεν ήδη βυθισθή. Τίποτε περισσότερον δεν εχρειάζετο ειμή ο καθημερινός καθαρισμός από μικροτέρων και νεωστί προσληφθέντων ρύπων. «Ο Ιησούς είπεν αυτώ, ο λελουμένος ου χρείαν έχει ή μη νίψασθαι τους πόδας, όλος δε καθαρός εστι· και υμείς καθαροί εστέ», και τότε προσέθηκε μετά βαθέως στεναγμού «αλλ' ουχί πάντες».
Αι τελευταίαι λέξεις ήσαν υπενειγμός της γνώσεώς του περί της παρουσίας του προδότου· διότι εγνώριζεν ότι εκείνοι μέχρι τούδε δεν ήξευραν ότι αι χείρες του Κυρίου της Ζωής είχον αρτίως νίψει τους πόδας του προδότου. Ω παράδοξος και ακαταμέτρητος άβυσσος ανθρωπίνης τυφλώσεως και αχαριστίας! Ο προδότης εκείνος με όλην την μαύρην και επάρατον προδοσίαν εις την καρδίαν του την ψευδή είχεν ιδή είχεν γνωρίσει, είχεν υποφέρει τούτο· είχεν αισθανθή την επαφήν των ευμενών εκείνων και απαλών χειρών, είχε δροσισθή διά του καθέροντος ύδατος, είχεν ιδή την δεσποτικήν κορυφήν κλίνουσαν υπεράνω των ποδών του! Δι' αυτόν δεν υπήρχεν καθαρισμός εις το διαυγές εκείνο ύδωρ. Ούτε ο Διάβολος εξορκίσθη ένδοθέν του διά της πραείας εκείνης φωνής, ούτε η λέπρα της καρδίας του εκαθαρίσθη διά της θαυματουργού επαφής εκείνης.
Οι άλλοι Απόστολοι δεν παρατήρησαν κατά την στιγμήν εκείνην την θλιβεράν εξαίρεσιν, «αλλ' ουχί πάντες».
Δυνατόν αι συνειδήσεις των, να έδιδον έκαστον και εις τους πιστοτέρους ακόμη θλιβεράν αιτίαν να απηχήσωσι τας λέξεις έκαστος εις την ιδίαν ψυχήν του. Είτα ο Ιησούς, αφού ένιψε τους πόδας των, ανέλαβε τα ενδύματά Του, και πάλιν ανεκλίθη εις το δείπνον. Καθώς ηρείδετο εκεί επί του αριστερού αγκώνος, ο Ιωάννης ανεκλίνετο εκ δεξιών Του, με την κεφαλήν πλησίον εις το στήθος του Ιησού. Παραπλεύρως του Ιωάννου πιθανόν να ήτο ο αδελφός του Ιάκωβος, και, καθώς εικάζομεν εκ των ολίγων λεπτομερειών περί του δείπνου, αριστερόθεν του Ιησού ανέκειτο ο Ισκαριώτης, όστις ή κατέλαβεν αυθαιρέτως την θέσιν εκείνην, ή, ως ο κάτοχος του κοινού βαλαντίου, κατείχε θέσιν κάπως εξέχουσαν μεταξύ της μικράς συνοδίας. Φαίνεται δε πιθανόν ότι η θέσις του Πέτρου ήτο αριστερόθεν του Ιούδα. Και καθώς ήρχισε το δείπνον, ο Ιησούς τους εδίδαξε ποίαν έννοιαν είχεν η πράξις Του. Ορθώς και μετά του προσήκοντος σεβασμού τον ωνόμαζον Διδάσκαλον και Κύριον, διότι τοιούτος ήτο· και όμως καίτοι ο Κύριος είνε μείζων του δούλου, ο δε Αποστείλας μείζων του Αποστόλου, αυτός ο Κύριος και ο διδάσκαλός των ένιψεν αυτών τους πόδας. Είχε ποιήσει τούτο ίνα διδάξη αυτούς την ταπείνωσιν, την αυταπάρρησιν, την αγάπην. Εκείνος θα είνε αρχηγός μεταξύ αυτών όστις, προς χάριν των άλλων, αναλαμβάνει τα μεγαλείτερα βάρη και επιζητεί τας ταπεινοτάτας διακονίας. Πάλιν και κατ' επανάληψιν τους ενουθέτησεν ότι δεν έπρεπε να ελπίζουν επιγείους αμοιβάς ή ευημερίαν. Ο θρόνος, και η τράπεζα, και η βασιλεία, και αι πολλαί μοναί, δεν είνε επί της γης.
Και τότε πάλιν η ταραχή του πνεύματός Του εξερράγη, ωμίλει περί εκείνων τους οποίους είχεν εκλέξει, αλλ' όχι περί όλων αυτών. Μεταξύ της ευλογημένης συντροφίας εκάθητο είς όστις εφείλκυε κατάραν επί της ιδίας κεφαλής του. Ταχέως θα καταστώσιν ικανοί να κρίνωσιν ότι, καθώς ο άνθρωπος όστις δέχεται εν τω ονόματι του Χριστού τον ταπεινότατον θεράποντά Του δέχεται Αυτόν τον ίδιον, ούτω και όστις αθετεί Αυτόν αθετεί τον Πατέρα Του, και ότι η αθέτησις αύτη του Θεού του Ζώντος ήτο το έγκλημα το οποίον την στιγμήν ταύτην διενεργείται εν τω μέσω αυτών.
Εκεί πλησίον Του, ακούων όλας τας λέξεις ταύτας ανάλγητος, πλήρης πεισμονής και μίσους, πεπωρωμένος την καρδίαν, και κλίνων όλον το βάρος της δαιμονικής κατοχής του εναντίον εκείνης της θύρας του ελέους, την οποίαν και τώρα κ' εδώ ακόμη ο Σωτήρ του θα ήνοιγε προς αυτόν, εκάθητο ο Ιούδας, με το ψευδές μειδίαμα της υποκρισίας επί του προσώπου του, πλην όλος λύσσα και αίσχος, και απληστία, και αδημονία, και προδοσία εν τη καρδία του. Η εγγύς παρουσία της μαύρης εκείνης ανομίας, η έλλειψις και της παθητικής ακόμη ταπεινώσεώς του να συγκινήση ή να θίξη τον βδελυρόν σκοπόν του ανθρώπου, ετάραξε την ανθρωπίνην καρδίαν του Ιησού μέχρι των βαθυτάτων μυχίων της, και απέσπασεν απ' Αυτού εν τη αγωνία Του την σαφεστέραν ακόμη πρόρρησιν, «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, ότι είς εξ υμών παραδώσει Με». Την νύκτα εκείνην όλοι, και οι πλέον αγαπημένοι, έμελλον να Τον εγκαταλίπωσιν, αλλά δεν ήτο τούτο· την νύχτα εκείνην και ο ευτολμότερος την καρδίαν έμελλε να Τον αρνηθή μεθ' όρκου, αλλά δεν ήτο τούτο· όχι, αλλ' είς εξ αυτών έμελλε να Τον παραδώση. Αι καρδίαι των εταράχθησαν καθώς Τον ήκουον, και ήδη βαθεία θλίψις επέπεσεν επί του ιερού δείπνου. Προαίσθημα κακού ενέσκηψεν, άρρητον αίσθημα φόβου. Εάν εκείνος δι' ον είχον εγκαταλίπει τα πάντα, και όστις ήτο το παν δι' αυτούς, έμελλε να παραδοθή υφ' ενός εξ αυτών εις ανηλεές και επονείδιστον τέλος, εάν τούτο ήτο δυνατόν, όλα εφαίνοντο δυνατά. Τότε με χείλη τρέμοντα και με παρειάς ωχριώσας έκαστος τούτων ηρώτα το ταπεινόν ερώτημα, «Κύριε, μήτι εγώ ειμι;» Ο Ιησούς έμενε σιωπηλός, όπως, και τότε ακόμη εάν ήτο δυνατόν, να λάβη καιρόν ο Ιούδας να μετανοήση. Αλλ' ο Πέτρος δεν ηδύνατο να περιστείλη την λύπην και την ανυπομονησίαν του. Άπληστος να μάθη και να προλάβη την προδοσίαν, ένευσε προς τον Ιωάννην να ερωτήση τις ήτο. Η κεφαλή του Ιωάννου ήτο πλησίον του Ιησού, και κύψας επί το στήθος Του τον ηρώτησε ταπεινή τη φωνή, «Κύριε, τις εστιν;» Η απόκρισις ομοίως ταπεινή τη φωνή γενομένη ηκούσθη υπό του Ιωάννου μόνον, και επεβεβαίωσε τας υποψίας του ως προς τον Ιούδαν. Ο εμβάψας μετ' Αυτού τον βλωμόν του άρτου εν τω τρυβλίω, εκείνος θα ήτο. Είτα προσέθηκε: «Και ο μεν Υιός του Ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί Αυτού· πλην ουαί τω ανθρώπω δι' ου ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει μη εγεννήθη ο άνθρωπος». Όταν εκείνος αι άλλοι ηρώτων μεταξύ των «τις ο προδότης;» ο Ιούδας έμεινε σιωπηλός εν τη προκλητική σκληρότητι της περιφρονήσεως ή εν τη σκυθρωπή στυγνότητι της ενοχής· αλλά τώρα, ως να εκεντρίσθη από αίσθημα ριγηλής φρίκης, μεθ' ης απλώς το δυνατόν της ενοχής του εθεωρείτο, εθρασύνθη προς το αναίσχυτον ερώτημα. Αφού όλοι οι άλλοι εβυθίσθησαν εις σιωπήν, εκείνος υπεσύριξεν εις το ους του Σωτήρος το άκαιρον ψιθύρισμα, εν όλη τη πικρία της προκλητικής του χλεύης, ουχί ερωτών καθώς οι άλλοι ηρώτησαν μετά φιλοστόργου ευλαβείας, «Κύριε, μήτοι εγώ ειμι;» αλλά τον ψυχρόν τυπικόν τίτλον, «Ραββί, μήτοι, εγώ ειμι; Τότε η ταπεινή, ανεπίληπτος απάντησις, «Συ είπας», επεσφράγισε την ενοχήν του. Οι λοιποί δεν την ήκουσαν. Πιθανόν να ηκούσθη μόνον υπό του Πέτρου και Ιωάννου. Εις το άγριον εκείνο χάος της ψυχής του Ιούδα το σατανικόν είχε καταθριαμβεύσει του ανθρωπίνου· εις την σκοτεινήν εκείνην καρδίαν γη και κόλασις από τούδε ήσαν έν· εις την χαμένην εκείνην ψυχήν η αμαρτία είχε συλλάβη και γεννήσει τον θάνατον. «Ο μέλλεις ποιήσαι, ποίησον τάχιον», είπεν ο Ιησούς μεγαλοφώνως προς αυτόν. Ο Ιούδας ηγέρθη από του δείπνου. Οι άκακοι την καρδίαν Απόστολοι ενόμισαν ότι ο Ιησούς τον διέτασσε να υπάγη και κάμη οψώνια διά το Πάσχα ή να δώση εις τους πτωχούς. Και ούτω ο Ιούδας εξήλθε πάραυτα, και προσθέτει ο ηγαπημένος μαθητής, «εγένετο νυξ».
Αδυνατούμεν να είπωμεν μετά βεβαιότητος αν τούτο συνέβη προ ή μετά την παράδοσιν των φρικτών μυστηρίων του Κυρίου, αν ο Ιούδας μετέσχεν ή όχι, υπό το είδος του άρτου και του οίνου, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.
Ό,τι δεν είνε αμφίβολον, και ό,τι έχει το βαθύτατον ενδιαφέρον δι' όλους τους χριστιανούς, είνε η διάταξις του Μυστηρίου της Ευχαριστίας εν τω τελευταίω τούτω δείπνω του Κυρίου. Περί ταύτης έχομεν τέσσαρας εκθέσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών, και πέμπτην την του Αποστόλου Παύλου, εν τη προς Κορινθίους Α'., όλας συμφωνοτάτας προς αλλήλας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τη νυκτί ή παρεδίδετο, έλαβεν άρτον εν ταις αγίαις Αυτού και αχράντοις και αθανάτοις χερσί, και ευχαριστήσας έκοψε τον άρτον, και έδωκεν εις τους Αποστόλους να φάγωσιν, ειπών, «Λάβετε φάγετε, τουτό εστι το Σώμα Μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν». Κατά τον αυτόν τρόπον έλαβε και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι, λέγων, «Τούτο το ποτήριον η Καινή Διαθήκη εν τω Αίματι Μου· πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν».
Ουδέποτε από της μεγάλης εκείνης εσπέρας η Εκκλησία έπαυσε να τηρή την εντολήν του Κυρίου της· αείποτε, από της ημέρας εκείνης, από γενεάς εις γενεάν, το ευλογημένον και πανάγιον τούτο και πανάγιον μυστήριον — η αναίμακτος αύτη θυσία ήτις αντικατέστησεν όλας τας ανωφελείς αιματοχυσίας των Εθνικών — υπήρξε και υπάρχει και θα υπάρχη εις ανάμνησιν του θανάτου του Χριστού, και προς ενίσχυσιν και αναψυχήν των ψυχών των χριστιανών διά του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, υπό το σχήμα του άρτου και του οίνου, των δύο τούτων ρωστικών και αναψυκτικών του ανθρωπίνου σώματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ’. Η Τελευταία Ομιλία
«Νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου». — «Τεκνία!» — Η καινή εντολή! — Κύριε, πού υπάγεις;» — Είδησις εις τον Πέτρον. — «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα». — Η Άμπελος η Αληθινή! — Η Μεγάλη Προσευχή.
Μόλις εξήλθεν ο Ιούδας, και επήλθε μικρά ανακούφισις εις τας καρδίας των μαθητών, και η θλίψις εφάνη προς καιρόν να διεσκεδάσθη. Τότε δε ο Κύριος ήνοιξε την καρδίαν Του εις την μικράν χορείαν των αγαπώντων Αυτόν, και απηύθυνε τους λόγους εκείνους του αποχαιρετισμού, τους οποίους διετύπωσεν ημίν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.
«Νυν», είπεν, ως μετά στεναγμού ανακουφίσεως, «νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν Αυτώ». Ακόμη ολίγην ώραν θα ήτο μετ' αυτών· καθώς είπεν εις τους Ιουδαίους, ούτω λέγει και εις αυτούς, όπου Αυτός υπάγει, ούτοι δεν δύνανται να έλθωσι. Και λέγων τούτο, τους ονομάζει «Τεκνία». «Τεκνία, έτι μικρόν χρόνον μεθ' υμών ειμι». Εντός της χορείας ταύτης ήσαν ο Πέτρος και ο Ιωάνης, άνθρωποι των οποίων αι πράξεις και οι λόγοι θα εξήσκουν από τούδε άπειρον επιρροήν επί της ανθρωπότητος μέχρι της συντελείας, άνθρωποι οίτινες θα καθίσταντο οι προστάται και πολιούχοι Άγιοι των εθνών, άνθρωποι προς τιμήν των οποίων μητροπόλεις έμελλον να κτισθώσι και πόλεις να ονομασθώσι· πλην το μεγαλείον των ήτο μόνον αμυδρά ανταύγεια της δόξης εκείνου, και πνοή ληφθείσα από το Πνεύμα όπερ θα έπεμπε προς αυτούς. Χωρίς Αυτού δεν ήσαν τίποτε, ειμή αμαθείς και αφανείς αλιείς της Γαλιλαίας, ουδέ μίαν δε άλλην νόησιν και γνώσιν είχον ειμή ότι Αυτός τους εθεώρει ούτω ως Τεκνία Του.
Εντολήν καινήν δίδει εις αυτούς, να έχωσιν αγάπην προς αλλήλους. Εκ τούτου θα γνωρίσουν όλοι ότι ιδικοί Του μαθηταί είνε, εάν έχουν αγάπην προς αλλήλους. Ήτο εντολή καινή, καίτοι εν μέρει παλαιά· καινή ένεκα της νέας υπεροχής της διδομένης αυτή· καινή ένεκα του νέου και υπερφυούς παραδείγματος της ενανθρωπήσεώς Του και του θανάτου Του, καινή ένεκα της επιρροής την οποίαν έμελλεν από τούδε να εξασκήση. Ήτο η αγάπη ως το δοκίμιον και ο όρος της μαθητείας, η αγάπη ως μείζων και της πίστεως και της ελπίδος, η αγάπη ως πλήρωσις του Νόμου.
Εις το μέρος τούτο ο Πέτρος υπέβαλε μίαν ερώτησιν. «Κύριε, πού υπάγεις;»
«Όπου εγώ υπάγω, ου δύνασαί μοι νυν ακολουθήσαι, ύστερον δε ακο[λου]θήσεις μοι».
Ο Πέτρος ενόησε τώρα ότι περί θανάτου ήτο ο λόγος, αλλά διατί τάχα δεν ηδύνατο ν' αποθάνη και αυτός; «Κύριε, διατί ου δύναμαί Σοι νυν ακολουθήσαι; την ψυχήν μου υπέρ Σου θήσω».
Διατί; Ο Κύριος ηδύνατο ν' απαντήση, Διότι η καρδία είνε απατηλή υπέρ παν άλλο· διότι η έλλειψις βαθείας ταπεινώσεως σε απατά, διότι είνε κρυπτόν και από σε τον ίδιον πόση ακόμη υπάρχει ανανδρία και ιδιοτέλεια εις τα κινούντα σε. Αλλά δεν ήθελεν, ο καρδιογνώστης, να μεταχειρισθή ούτω τον ασθενή και ορμητικόν Απόστολον, του οποίου η αγάπη ήτο ειλικρινεστάτη, καίτοι δεν αντείχεν ακόμη εις το ύψος της δοκιμασίας. Απηλλάσσει αυτόν πάσης μομφής· μόνον λίαν πραέως επαναλαμβάνει τας λέξεις: «Την ψυχήν σου υπέρ εμού θήσεις; Αμήν, αμήν, λέγω σοι, ου μη αλέκτωρ φωνήσει εωσού απαρνήση με τρις.» Ήδη ήτο νυξ· προ της Ανατολής της πρωίας προ της φωνής του αλέκτορος, ο Ιησούς θα άρχιζε να θυσιάζη την ζωήν Του διά τον Πέτρον και δι' όλους τους αμαρτάνοντας· αλλ' ήδη εν τω μεταξύ χρόνω ο Πέτρος, αμνήμων και της νουθεσίας ταύτης, θα ηρνείτο τρις τον Κύριον και Σωτήρα του, τρις θ’ απέρριπτεν ως συκοφαντίαν και ύβριν τον απλούν ισχυρισμόν ότι τον είχε καν γνωρίσει. Παν ό,τι ο Ιησούς ηδύνατο να πράξη όπως τον σώση από της αγωνίας της ηθικής ταύτης ταπεινώσεως, διά παραινέσεως, διά στοργής, διά προσευχής προς τον Ουράνιον Πατέρα Του, το είχε πράξει. «Σίμων, Σίμων (είπεν), ιδού ο Σατανάς εξητήσατο ημάς του σινιάσαι ως τον σίτον, εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπη η πίστις σου· και σύ ποτε επιστρέψας, στήριξον τους αδελφούς σου.» Είνε αξιοσημείωτον ότι το σχετικόν χωρίον του Λουκά είνε το μόνον εν ώ ο Χριστός φέρεται καλέσας τον Σίμωνα διά του ονόματος του Πέτρου, όπερ τω είχε δώσει. «Λέγω σοι, Πέτρε, ου μη αλέκτωρ φωνήσει,» κτλ. Αλλ' έμελλε να μετανοήση και να επιστρέψη προς τον Κύριον τον οποίον θα ηρνείτο, και τότε ο Ιησούς τον εκέλευε να στηρίξη τους άλλους εις την πίστιν. Και είνε ενδιαφέρον ότι το ρήμα «στήριξον,» το οποίον ο Χριστός μετεχηρίσθη προς τον Πέτρον, ευρίσκεται και εν τη κατ' αυτόν Καθολική Α'. επιστολή, όπως δειχθή πόσον βαθέως είχεν εισδύσει εν τη ψυχή του Αποστόλου.
Αλλά τώρα ο Χριστός τους είπεν ότι εις τους καιρούς των διωγμών οίτινες επίκειντο, αναγκαίον ήτο το βαλάντιον και η πήρα, και «ο μη έχων, πωλησάτω το ιμάτιον αυτού και αγορασάτω μάχαιραν.» Ο σκοπός του ήτο να τους πληροφορήση περί μεταβολής καταστάσεως, καθ' ην έπρεπε να περιμένωσι μίσος, φθόνον, διωγμούς· αλλ' ως διά να τους αποτρέψη από πάσης αμέσου αποπείρας προς υπεράσπισιν της ζωής εκείνης, την οποίαν Αυτός εκουσίως εθυσίαζε, προσέθηκεν ότι το τέλος ήτο εγγύς, και ότι έπρεπε να πληρωθή και τούτο το γεγραμμένον επ' Αυτώ, το «και μετά ανόμων ελογίσθη.» Αλλ' οι Απόστολοι ως συνήθως εξ αμαθείας παρεξήγησαν τους λόγους Του, μη βλέποντες πνευματικόν μάθημα εν αυτοίς, αλλά μόνον την κατά γράμμα έννοιαν. «Κύριε, ιδού μάχαιραι ώδε δύο,» ήτο το σχεδόν παιδαριώδες σχόλιον επί των λόγων Του. Δύο μάχαιραι! ως να εχρειάζοντο αύται δι' εκείνον όστις δι’ ενός λόγου ηδύνατο να παρουσιάση πλείονας ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων! «Ικανόν εστι,» είπε θλιβερώς. Ήτο περιττόν να εξακολουθήση το θέμα τούτο, και προέβη εις το τρυφερώτερον έργον της παραμυθίας των, περί ου είχε τόσα να είπη.
Τους προέτρεψε να μη είνε τεταραγμένοι την καρδίαν· επίστευον και η πίστις των θα εύρισκε την αμοιβήν της. Εις τον οίκον του Πατρός του υπάρχουσι πολλαί μοναί· ο χώρος εκεί είνε άπειρος. Εγνώριζον πού υπάγει, και την οδόν εγνώριζον.
«Κύριε, ουκ οίδαμεν πού υπάγεις, και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» ηρώτησεν ο Θωμάς.
«Εγώ ειμι η οδός, και η Αλήθεια, και η Ζωή, απεκρίθη ο Ιησούς· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα εμή δι' Εμού. Ει εγνώκειτέ Με, και τον Πατέρα Μου εγνώκειτε αν· και από τούδε γινώσκετε Αυτόν και εωράκατε Αυτόν.»
Και πάλιν ήλθε μία των παιδαριωδών εκείνων διακοπών, των τόσον πιστώς μνημονευομένων υπό του Ευαγγελιστού. Και πρέπει να είμεθα ευγνώμονες ότι η απλότης των Αποστόλων τούτων τόσον ειλικρινώς και ταπεινώς αναγράφεται· διότι τίποτε δεν δύναται ισχυρότερον ν' αποδείξη την μεταβολήν ήτις πρέπει να επήλθεν εις το πνεύμα των όπως άνθρωποι τόσον δειλοί, τόσον ιουδαΐζοντες, τόσον αφώτιστοι, μεταμορφωθώσιν εις τους Αποστόλους, τους πνευματεμφόρους και θεοκήρυκας, τους αλιείς ανθρώπων και ιδρυτάς της παγκοσμίου Εκκλησίας.
Είνε σχεδόν περιττόν να παρατηρήσωμεν πόσον αβάσιμοι είνε τινές των νεωτέρων θεωριών περί της γνησιότητος ιδίως των κεφαλαίων τούτων του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Εάν η ομιλία αύτη και τα συμβάντα τα οποία την συνώδευσαν ήταν άλλως ή πραγματικά, ο αφανής Γνωστικός όστις υποτίθεται ότι τα έπλασε πρέπει να υπήρξεν είς των μεγίστων και πνευματικώτερον εμπνευσμένων μεγαλοφυών ανθρώπων, όσους είδε ποτε ο κόσμος!
«Κύριε, δήξον ημίν τον Πατέρα (είπε Φίλιππος ο από Βηθσαϊδά) και αρκεί ημίν».
Δείξον ημίν τον Πατέρα; τι επερίμενεν άρα ο Φίλιππος; επιφάνειάν τινα εν γνόφω και θυέλλη και εν συσπεισμώ; αποτυφλούσαν τινα λάμψιν εξ ουρανού; δεν είχε μάθη ακόμη ότι ο Αόρατος δεν δύναται να οραθή εις θνητούς οφθαλμούς; ότι το πεπερασμένον δεν δύναται να φθάση εις την θέαν του Απείρου; ότι διά να γείνη ορατός ο Θεός έπρεπε να ευδοκήση να συγκαταβή όπως λάβη σάρκα ανθρωπίνην, να οφθή επί της γης και τους ανθρώπους να συναναστραφή, καθώς προκατήγγειλεν ο Προφήτης; Και δεν είχε κατανοήσει ότι από τριών ετών ήδη συμπεριεπάτει μετά του Θεού; ότι ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος θνητός άνθρωπος θα εγνώριζέ ποτε πλειότερα περί του Θεού, εν τω κόσμω τούτω ειμή όσα θ’ απεκάλυπτε περί Αυτού ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός;
Και πάλιν δεν υπάρχει ίχνος οργής, αλλά μικρός μόνον τόνος αλγεινής εκπλήξεως εις την ήρεμον απάντησιν. Τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμι, και ουκ έγνωκάς Με, Φίλιππε; Ο εωρακάς Εμέ εώρακε τον Πατέρα, και πώς Συ λέγεις, Δείξον ημίν τον Πατέρα;»
Και είτα μαρτυρόμενος τους λόγους Του και τα έργα Του ως τρανά τεκμήρια της εν Αυτώ εμμονής του Πατρός Του, προέβη αναπτύσσων προς αυτούς την έλευσιν του Αγίου Πνεύματος, και πως ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται (διότι ο Πατήρ είνε η μόνη αρχή και η πηγή της ενιαίας Τρισυποστάτου θεότητος, και καθ' ον τρόπον ο υιός εγεννήθη εκ του Πατρός αχρόνως, ούτω και το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός αχρόνως) θα έλθη να μείνη εν αυτοίς, όπως ενώση αυτούς προς τον Πατέρα και τον Υιόν.
Αλλ' εις το κεφάλαιον τούτο Ιούδας ο Λεββαίος έσχε μίαν δυσχέρειαν. Δεν είχεν εννοήσει ότι ο οφθαλμός δύναται μόνον να ίδη εκείνο όπερ ίνα ίδη έχει έμφυτον την δύναμιν. Δεν ηδύνατο να κατανοήση το ότι ο Θεός δύναται μόνον να γείνη ορατός εις εκείνους ων η διάνοια είνε ανοικτή ούτως ώστε να δύνανται να διακρίνωσι τα πνευματικά πράγματα. «Κύριε, (είπε), τι γέγονεν ότι ημίν μέλλεις εμφανίζειν Σεαυτόν και ουχί τω κόσμω;»
Η δυσχέρεια ήτο του αυτού είδους οποία υπήρξε και του Φιλίππου· η ανικανότης του διακρίναι μεταξύ φυσικής και πνευματικής εμφανείας. Ο Ιησούς τότε εδίδαξε αυτούς και πάλιν ότι ο Θεός μένει μετ' εκείνων οίτινες Τον αγαπώσι, και ότι η απόδειξις της αγάπης είνε η υπακοή· Έδωκεν αυτοίς την μακαρίαν υπόσχεσιν ότι, «Εάν αιτήσητέ τι εν τω ονόματί Μου, τούτο ποιήσω». Διά πάσαν άλλην διδασκαλίαν τους παρέπεμψε προς τον Παράκλητον τον οποίον έμελλε να πέμψη. Δεν ήθελε τους αφήση ορφανούς. Το Πνεύμα Του θα τους ωδήγει εις πάσαν την αλήθειαν. Και τώρα εμφυσά επ' αυτούς την ευλογίαν και την ειρήνην Του. «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν».
Εις το μέρος τούτο του λόγον, κινήσεώς τινος γενομένης μεταξύ των μαθητών, «Εγείρεσθε, είπεν ο Σωτήρ, άγωμεν εντεύθεν.»
Πριν εξέλθωσιν, ύμνησαν, λέγει ο Ευαγγελιστής. Πιθανώς οι ύμνοι τους οποίους έψαλαν ήσαν εκ των ψαλμών ριε’, ριστ’, ριζ’. Πόσον πλήρει εννοίας πρέπει να υπήρξαν πολλοί εκ των στίχων των ψαλμών τούτων τότε «Περιέσχον με οδύναι θανάτου, κίνδυνοι άδου εύροσάν με. Εκέκραξα τω ονόματι Κυρίου· ρύσαι την ψυχήν μου, Κύριε.... Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι... Ωσθείς ανετράπην του πεσείν, και ο Κύριος αντελάβετό μου. Ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος, και εγένετό μοι εις σωτηρίαν.., Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών».
Πριν εξέλθωσι διά τον υπό το φέγγος της σελήνης περίπατον προς τον Κήπον της Γεθσημανή, πάλιν ωμίλησεν αυτοίς. «Εγώ ειμι η Άμπελος η Αληθινή και ο Πατήρ Μου ο Γεωργός εστι». Δεν είνε ανάγκη να εύρωμεν άμεσόν τινα περίστασιν σχετιζομένην με την μεταφοράν και την εικόνα ταύτην, εκτός του «καρπού της αμπέλου», εξ ου είχε μετάσχη. Διότι κατά την πόσιν του πρώτου ποτηρίου αμέσως προ της παραδόσεως των φρικτών Μυστηρίων είχεν είπη ο Ιησούς. «Αμήν λέγω υμίν, ου μη πίω από του γεννήματος της αμπέλου, έως αν πίω αυτό καινόν μεθ' υμών εν τη βασιλεία του Πατρός Μου». Αλλ' ουχ ήττον δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, καθώς έβλεπεν έξω εις την νύκτα, είδε το φέγγος της σελήνης να επαργυροί τα φύλλα ενός κλήματος προσφυομένου περί το δικτυωτόν παράθυρον, ή να πίπτη επί του κολοσσαίου χρυσού κλήματος του επιστρέφοντος μίαν των πυλών του Ναού. Είτα έτι ζωηρότερον τους παρηγόρησε και είπεν: «Εγώ την αλήθειαν λέγω υμίν, συμφέρει υμίν ίνα Εγώ απέλθω· εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς». Η αποστολή του Παρακλήτου έμελλε να είνε το να ελέγξη τον κόσμον περί αμαρτίας, και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως. Και θα τους ωδήγει εις όλην την αλήθειαν και θα εδείκνυεν αυτοίς τα μέλλοντα. «Εκείνος δοξάσει Με· ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν». «Και νυν προς τον Πατέρα Μου πορεύομαι· μικρόν και ου θεωρείτε Με, και πάλιν μικρόν και όψασθέ Με».
Η αβεβαιότης περί του τι ενόει έκαμε τους μαθητάς και πάλιν να διαπορήσωσι προς αλλήλους. Επεθύμουν να Τον ερωτήσουν, αλλά βαθύς φόβος κατείχε το πνεύμα των, και δεν ετόλμων. Ήδη πολλάκις είχον διακόψει το νήμα του λόγου Του δι' ερωτήσεων, αίτινες καίτοι δεν τας απεδοκίμασεν, αλλά Τον ελύπησαν προφανώς διά της κενότητός των, και διά της παρανοήσεως την οποίαν απεδείκνυον. Αλλ' επειδή δεν ετόλμων να ερωτήσωσιν, ο Διδάσκαλός των ήλθεν αρωγός εις αυτούς. Αύτη, είπεν, έμελλε να είνε η βραχεία ώρα της αγωνίας των, αλλά μετά ταύτην θα επέλθη χαρά την οποίαν ουδείς δύναται να τους αφαιρέση· και η χαρά αύτη δεν θα έχη όρια, διότι οποίον και αν θα ήτο το αίτημά των, ήρκει να παρακαλέσωσι τον Πατέρα, και τούτο θα επληρούτο. Προς τον Πατέρα εκείνον, όστις Αυτός τους ηγάπα διά την πίστιν των την εις Αυτόν, προς τον Πατέρα εκείνον, παρ' ου εξήλθεν, έμελλε νυν να επιστρέψη.
Οι μαθηταί ήσαν βαθέως ευγνώμονες διά τους σαφείς τούτους και τα μάλιστα παρηγόρους λόγους. Και πάλιν δε ομοθύμως εξέφρασαν την πίστιν των ότι Αυτός από του Θεού εξήλθεν. Αλλ' ο Ιησούς θλιβερώς περιέστειλε τον ενθουσιασμόν των. Οι λόγοι Του σκοπόν είχον να δώσωσιν αυτοίς ειρήνην εν τω παρόντι, θάρρος δε και ελπίδα διά το μέλλον· αλλ' όμως εγνώριζε και είπεν αυτοίς ότι, μεθ' όλα όσα έλεγον, η ώρα επέκειτο νυν ότε έμελλον έντρομοι να σκορπισθώσι και να Τον αφήσωσι μόνον· αλλ' όχι μόνον, διότι ο Πατήρ Του ήτο μετ' Αυτού.
Και μετά τους λόγους τούτους, ύψωσε τους οφθαλμούς Του εις τον ουρανόν, και ανέπεμψε την Μεγάλην Αρχιερατικήν προσευχήν Του, ευχαριστών τον Πατέρα· πρώτον διότι ο Πατήρ θα περιέβαλλε την εκουσίαν ανθρωπότητά Του με την αιωνίαν δόξαν εξ ης είχε κενώσει Εαυτόν όταν ανέλαβε δούλου μορφήν, ως αναπτύσσει τούτο ο μέγας Παύλος λέγων· «Εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είνε ίσον Θεώ, αλλ' Εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εταπείνωσεν Εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού· διό και ο Θεός Αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο Αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψη, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται, ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός». Δεύτερον, ευχαρίστησε τον Πατέρα και παρεκάλεσεν Αυτόν να τηρήση και φυλάξη εν τω ονόματι Του τούτους τους αγαπητούς Του, τους συμπεριπατήσαντας εν τω κόσμω μετ' Αυτού· και είτα όπως αγιάση και καταστήση τελείους ου μόνον τούτους μόνους, αλλά πάσας τας μυριάδας, πάσας τας μακράς γενεάς, αίτινες έμελλον ύστερον να πιστεύσωσι διά του λόγου των εις Αυτόν.
Και αφού οι τόνοι της θείας ταύτης προσευχής εσίγησαν, ο Ιησούς εξήλθε συν τοις μαθηταίς Αυτού πέραν του Χειμάρρου των Κέδρων, όπου ην κήπος, εις ον εισήλθεν Αυτός και οι μαθηταί Αυτού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'. Γεθσημανή. — Η Αγωνία και η Σύλληψις
Σκηνή αγωνίας. — Ιδρώς ως αίματος θρόμβοι. — Όχι ο φόβος του θανάτου. — «Σίμων, καθεύδεις;» — Η δευτέρα αγωνία. — Οι μαθηταί κοιμώμενοι. — Η τρίτη αγωνία και η νίκη. — «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε». — Το φίλημα του Προδότου. — «Τίνα ζητείτε;» — «Εγώ ειμι». — Τρόμος της σπείρας. — Ιστορικοί παραλληλισμοί. — Σύλληψις του Ιησού. — Το κτύπημα του Πέτρου. — Δέσμευσις και απαγωγή.
Ο δρόμος των τους έφερε διά μιας των πυλών της πόλεως, πιθανώς δι' εκείνης ήτις τότε αντεστοίχει εις την σημερινήν πύλην του Αγίου Στεφάνου, μέχρι της χαράδρας των Κέδρων. Εις πάντα όστις επεσκέφθη τον τόπον σήμερον, κατά τον αυτόν καιρόν του έτους και κατά την αυτήν ώραν της νυκτός, είνε ευκολώτερον να φαντασθή τον φόβον όστις θα κατείχε τους ολίγους εκείνους Γαλιλαίους, ενώ εν σιωπή σχεδόν αδιαπτώτω και υπό το άχθος μυστηριώδους τρόμου, ηκολούθουν Εκείνον όστις με κεκυφυίαν κεφαλήν και αλγούσαν καρδίαν έβαινε προ αυτών εις την εκούσιον καταδίκην Του.
Έν μόνον συμβάν αναφέρουν οι Ευαγγελισταί κατά τον τελευταίον τούτον μεσονύκτιον δρόμον προς τον οικείον κήπον της Γεθσημανή. Ήτο τελευταία νουθεσία προς τους μαθητάς εν γένει, και προς τον Πέτρον ιδία. Η θλίψις, η σιωπή, η ηχώ των βημάτων των είχεν αρχίσει, φαίνεται, να παγώνη ήδη τας καρδίας των. Θλιβερώς ο Ιησούς εστράφη προς αυτούς και είπεν ότι όλοι των θα σκανδαλισθώσιν επ' Αυτώ την νύκτα ταύτην, και η παλαιά προφητεία θα πληρωθή. «Πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα». Αλλά, μεθ' όλα ταύτα, Αυτός ως ποιμήν θα πορευθή προ αυτών, οδηγών αυτούς εις Γαλιλαίαν. («Προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν».) Τότε ο Πέτρος ήρχισε πάλιν να διαμαρτύρηται. Και αν όλοι σκανδαλισθώσιν, αυτός δεν θα εσκανδαλίζετο. Ο Ιησούς ήκουεν εν θλιβερά σιωπή υποσχέσεις αίτινες έμελλον εν βραχεί να σκορπισθώσιν εις τον αέρα.
Ούτω ήλθον εις Γεθσημανή, τόπον απέχοντα ήμισυ μίλιον από των τειχών της πόλεως. Ήτο δε κήπος περικεχαραγμένος διά μικρού φραγμού, και επειδή ήτο συχνόν καταφύγιον του Ιησού μετά των οπαδών Του, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι ανήκεν εις φίλον τινά κτήτορα. Το όνομα Γεθσημανή σημαίνει «ελαιοτριβείον», και αναμφιβόλως ωνομάσθη ούτω έκ τινος ελαιοτριβείου υπάρχοντος εκεί. Υπάρχει ακόμη εκεί μία ελαία, ήτις καλείται το Δένδρον της Αγωνίας. Και οκτώ άλλα παλαιά ελαιόδεντρα λέγεται ότι σώζονται από των ημερών του Χριστού. Το ότι ο Τίτος, ο πολιορκητής της Ιερουσαλήμ, έκοψεν όλα τα εκεί δένδρα, δεν φαίνεται επιχείρημα αρκετά πειστικόν ώστε ν' αναιρέση την σεμνήν παράδοσιν. Καίτοι η θέσις ακριβώς δεν δύναται να καθορισθεί μετά βεβαιότητος, η τοποθεσία εν γένει της Γεθσημανή είνε προφανής, και τότε, ως τώρα, το ωχρόν φως της σελήνης, τα φαιοπράσινα φύλλα των ελαιών, οι φαιοί αμαυροί κορμοί των δένδρων, η χαράδρα κάτω και η κορυφή του Όρους των Ελαιών άνω προς ανατολάς, και η Ιερουσαλήμ προς δυσμάς, πρέπει να υπήρξαν οι κύριοι εξωτερικοί χαρακτήρες ενός τόπου όστις θα θεωρήται πάντοτε μετ' αθανάτου ενδιαφέροντος ενόσω ο χρόνος διαρκή, ως ο τόπος εν ώ ο Σωτήρ της ανθρωπότητος εισήλθε μόνος εις την αγωνίαν του θανάτου.
Ο Ιησούς εγνώριζεν ότι η φοβερά ώρα της ταπεινώσεώς Του είχεν έλθη, ότι από της στιγμής ταύτης μέχρι της εκστομίσεως της μεγάλης κραυγής μεθ' ης έμελλε να εκπνεύση, ουδέν άλλο έμενε δι' Αυτόν επί της γης ειμή η βάσανος του σωματικού άλγους και η τυραννία της ψυχικής λύπης. Όσην το ανθρώπινον σώμα δύναται και δεν δύναται να βαστάση κακοπάθειαν, όλη θα εσωρεύετο επί του κύπτοντος σώματός Του· πάσα ταλαιπωρία ην σκληρά και ανηλεής ύβρις να επιβάλη δύναται, έμελλε να πέση βαρεία επί της ψυχής Του· και εις την βάσανον ταύτην του σώματος και εις την αγωνίαν της ψυχής, και αυτή η υψηλή και μαρμαίρουσα γαλήνη του θείου πνεύματός Του έμελλε να υποφέρη βραχείαν αλλά τρομεράν έκλειψιν. Ο πόνος εις το οξύτατον κέντρον του, η αισχύνη εν τη μάλιστα υπερκόμπω βαναυσότητί της, όλον το άχθος της αμαρτίας και του μυστηρίου της υπάρξεως του ανθρώπου εν τη αποστασία και τη πτώσει του, ταύτα ήσαν τα οποία έπρεπε ν' αντιμετωπίση νυν εν τη μάλλον ανεξηγήτω σωρεία των. Αλλ' έν πράγμα έμενε πριν η ενεργός πάλη, η αληθής αγωνία, αρχίση. Όφειλε να επιρρώση το σώμα, να νευρώση την ψυχήν, να πραΰνη το πνεύμα διά προσευχής και μονώσεως, όπως υπαντήση την ώραν εκείνην καθ' ην παν ό,τι κακόν εν τη δυνάμει του Πονηρού θα επέπιπτεν επί την κεφαλήν του Αθώου και του Αγίου. Και ώφειλε ν' αντιμετωπίση την ώραν ταύτην μόνος· ουδέ όμμα ανθρώπινον έπρεπε να ίδη, ειμή εν γνόφω και σκιά, το βάθος της δεινοπαθείας Του. Και όμως θα επεθύμει να μετάσχη της συμπαθείας των· Τον εβοήθει εν τη ώρα ταύτη της σκοτίας να αισθάνεται ότι ούτοι ήσαν εγγύς, και ότι εγγύτερον ήσαν οι μάλιστα Αυτόν αγαπώντες. «Μείνατε ώδε, είπε προς τους πολλούς, έως αν απέλθω προσεύξασθαι.» Αφήσας αυτούς να κοιμηθώσιν επί της δροσώδους χλόης, έλαβε μεθ' Εαυτού τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, και απήλθεν ωσεί λίθου βολήν απωτέρω. Ήτο καλόν ο Πέτρος ν' αντιμετωπίση όλα όσα επέκειντο, και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης να γνωρίσωσι τι ήτο το ποτήριον εκείνο το οποίον εξόχως είχον επιθυμήσει να πίωσι. Αλλά τάχιστα και η συντροφιά των εκλεκτών τούτων ήτο περισσότερον παρ' όσον ηδύνατο να υποφέρη. Ανέκφραστος λύπη, πάλη αφόρητος, φρίκη και θάμβος και ίλιγγος εκυρίευσε την ψυχήν Του. «Περίλυπός εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου, είπε: Μείνατε αυτού και γρηγορείτε.» Απεσπάσθην απ' αυτών και εμακρύνθη, ίσως έξω του φέγγους της σελήνης εις την σκιάν. Κ' εκεί, εωσότου ο νυσταγμός τους εκυρίευσεν, ησθάνοντο πόσον φοβερός ήτο ο παροξυσμός της προσευχής και της ταλαιπωρίας δι' ου Εκείνος διήρχετο. Τον έβλεπον πότε γονυπετή, πότε πρηνή επί της υγράς γης να κύπτη και να ικετεύη· ήκουον ψιθύρους, φωνάς αγωνίας εν αις η ανθρωπότης Του συνηγόρει πλησίον της θείας θελήσεως του Πατρός Του. «Το θελητόν του Πάθους ποτήριον απηύχετο ώσπερ αβούλητον,» επειδή είχε δύο θελήσεις, την θείαν και την ανθρωπίνην. «Πάτερ, είπεν, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' Εμού το ποτήριον τούτο· πλην γενέσθω, ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως Συ».
Και η προσευχή εκείνη, εν τη απείρω ευλαβεία και τω θάμβει της, εισηκούσθη· ο ισχυρός εκείνος κλαυθμός και τα δάκρυα δεν απερρίφθησαν. Δεν δυνάμεθα να εισέλθωμεν εγγύς εις την σκηνήν ταύτην· είνε περιβεβλημένη εν γνόφω και εν μυστηρίω όπου ο άνθρωπος αδυνατεί να εισδύση· εφ' όσον θεωρούμεν ταύτην, είμεθα όμοιοι προς τους μαθητάς εκείνους· αι αισθήσεις μας είνε συγκεχυμέναι, αι αντιλήψεις μας αμυδραί. Το μεν υπογρηγορούντες, το δε βεβαρυμένοι υπό ακαταμαχήτου άχθους τεταραγμένου νυσταγμού, ησθάνοντο μόνον ότι ήσαν αμυδροί μάρτυρες αφάτου αγωνίας, πολύ βαθυτέρας ή ότι ηδύναντο να καταμετρήσωσι, και υπερβαλλούσης την ημετέραν κατάληψιν και την διαυγεστάτην. Βλέπουσιν Εκείνον, ενώπιον οποίου οι δαίμονες έφευγον μετ' ολολύζοντος τρόμου, κείμενον επί πρόσωπον κατά γης. Ακούουσι την φωνήν Εκείνην εν διακεκομμένοις ψιθύροις αγωνίας θρηνούσαν, ήτις είχε προστάξει τον άνεμον και την θάλασσαν, και υπήκουσαν Αυτώ. Αι μεγάλαι σταγόνες του ιδρώτος αι πίπτουσαι απ' Αυτού, φαίνονται αυτοίς ως αίματος πηκτού θρόμβοι, υπό τας σκιάς των δένδρων και εν τω διακοπτομένω φωτί της σελήνης, άγγελος ώφθη ενισχύων Αυτόν όπως εγερθή νικηφόρως από της φοβεράς πάλης.
Και πόθεν όλη αύτη η αγωνιώδης λιποκαρδία, πόθεν το πάθος τούτο, το οποίον απέσπασεν από του μετώπου ιδρώτα ως αίματος θρόμβους; Ήτο άρα απλώς ο φόβος του θανάτου; υπήρξαν οι τολμήσαντες (αδυνατώ να γράψω τούτο άνευ αισχύνης και λύπης) να ομιλήσωσιν ελαφρώς περί της Γεθσημανή· να θεωρήσωσι την φοβεράν εκείνην σκηνήν, από του ύψους της αμαθούς οιήσεώς των μεθ' υπέρφρονος σχεδόν απαρεσκείας· να ομιλήσωσιν εάν ο Θεάνθρωπος είχε δείξει εκεί άνανδρον ευαισθησίαν. Τοιούτοι βλάσφημοι επικριταί υπήρξαν ο Κέλσος, ο Ιουλιανός, και άλλοι. Και παιδίον ακόμη δύναται να εννοήση πόσον ασυμβίβαστος θα ήτο τοιαύτη υπόθεσις με την ηρωικήν εκείνην ρώμην και αντοχήν την οποίαν δεκαπέντε ωρών άυπνος αγωνία δεν ηδύνατο να διαταράξη, με την μεγαλοπρεπή σιωπήν ενώπιον αρχιερέως και πραίτωρος και τετράρχου, με την τλημοσύνην εξ ης η εσχάτη βάσανος ουδέ κραυγήν ίσχυσε ν' αποσπάση· με την άπειρον υπεροχήν ήτις ετρόμαξε τον απεσκληρυμμένον και ματαιόφρονα ρωμαίον εις ακούσιον σεβασμόν, με την ατάραχον δεσποτείαν της ψυχής ήτις ήνοιξε τας πύλας του Παραδείσου εις τον ληστήν τον μετανοούντα, και ενέπνευσε συμπαθή συγγνώμην διά τους αποστάτους ιερείς. Ο Θεάνθρωπος να καταβληθή υπό ευτελούς φόβου του θανάτου, τον οποίον γέροντες τρέμοντες και ασθενείς κόραι και δειλά παιδία (ο Άγιος Αρέθας, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Κήρυκος) ηψήφισεν άνευ στεναγμού και ρίγους, μόνον διά της πίστεως εις το όνομά Του! Και να υβρίζεται ούτω υπό γλωσσών και καλάμων ασεβών Εκείνος όστις έφερεν εις φως την Ζωήν την αιώνιον και την Αθανασίαν! Ο έσχατος των ηλιθίων, ο βαναυσότατος τον κακούργων, εβάδισαν εις το ικρίωμα άνευ τρόμου και στεναγμού, και πολλοί απονενοημένοι και θηριώδεις φονείς ανέβησαν στερρώ τω ποδί την κλίμακα, και προσέβλεψαν απτόητοι προς το ωρυόμενον πλήθος.
Είνε τόσον φυσικόν ν' αποθάνη τις όσον και να γεννηθή. Ο χριστιανός δεν έχει ανάγκην να το είπωσιν ότι δεν ήτο τοιούτος χυδαίος φόβος ό,τι απέσπασεν από του Σωτήρος του τον ιδρώτα εκείνον του αίματος. Όχι, ήτο τι απείρως περισσότερον τούτου· απείρως περισσότερον ή ό,τι η υψίστη έντασις της φαντασίας μας δύναται να συλλάβη. Ήτο τι ασυγκρίτως θανασιμώτερον του θανάτου. Ήτο το βάρος και το μυστήριον της αμαρτίας του κόσμου ήτις επέκειτο βαρεία επί της καρδίας Του· ήτο η γεύσις, εν τη θεία ανθρωπότητι αναμαρτήτου βίου, της πικράς κύλικος ην η αμαρτία είχε δηλητηριάσει· ήτο το αίσθημα του πόσον πικρά, πόσον φοβερά πρέπει να υπήρξεν η δύναμις του κακού εν τω κόσμω, ήτις κατέστησεν αναγκαίαν τόσον άπειρον θυσίαν. Ήτο η πείρα, εν τω κόλπω της τελείας αθωότητος και της αγάπης, παντός ό,τι μυσαρόν εν τη ανθρωπίνη αχαριστία, παντός ό,τι λοιμώδες εν τη ανθρωπίνη υποκρισία, παντός ό,τι σκληρόν εν τη ανθρωπίνη λύσση. Επρόκειτο ν' αψηφήση τον τελευταίον θρίαμβον του Σατανικού πείσματος και της μανείας, ενούσης κατά της θείας κεφαλής Του και μόνης όλα τα φλέγοντα βέλη της Ιουδαϊκής κιβδηλείας και της Εθνικής ανομίας. Ησθάνετο ότι οι οικείοι, προς ους ήλθεν, ηγάπων το σκότος μάλλον ή το φως, ότι τα τέκνα του εκλεκτού εμίσουν τον Σωτήρα και Ευεργέτην. Η σκληρά ακάθαρτος σαρξ, λέγει είς των νεωτέρων, αδυνατεί να εννοήση την εναγώνιον αιαισθησίαν αναμαρτήτου φύσεως ερχομένης εις επαφήν προς την ανομίαν και το μίσος.
Δι' όλων τούτων διήλθε, και προεγεύθη πικρίαν χείρονα της πικρίας του θανάτου. Και μετ' ολίγον, νικητής αλλά κεκμηκώς, ήλθε να ζητήση μικρόν ανθρώπινον στήριγμα από τους εκλεκτούς των εκλεκτών Του, τους τρεις Αποστόλους Του. Οίμοι! τους εύρε κοιμωμένους. Ήτο η ώρα φόβου και κινδύνου· αλλ' ουχί η βεβαιότης του κινδύνου, ουχί η αγάπη προς Αυτόν, ουχί αίσθημα διά την άφραστον ταλαιπωρίαν Του, ήρκεσε διά να κρατήση τους οφθαλμούς των εν εγρηγόρσει. Η λύπη, η κόπωσις, η σφοδρά έξαψίς των, είχε ζητήσει ανακούφισιν εις τον ύπνον. Και αυτός ο Πέτρος, μεθ' όλας τας προθύμους υποσχέσεις και τας διαμαρτυρίας του, έκειτο βαθέως κοιμώμενος. «Σίμων, καθεύδεις;» είπε. Και καθώς η φωνή Του τους εξύπνησεν, «Ούτως, ουδ' επί μίαν ώραν» είπεν, ισχύσατε αγρυπνήσαι μετ’ εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις περασμόν». Και είτα, όχι διά να μειώση το σφάλμα των, αλλά διά να υποδείξη τον κίνδυνον τούτου, προσέθηκε· «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής».
Και πάλιν απεσπάσθη απ' αυτών, και πάλιν, μετά βαθυτέρας εντάσεως επανέλαβε την αυτήν προσευχήν ως πρότερον, και κατά το διάλειμμα της συγκινήσεώς Του ήλθεν οπίσω προς τους μαθητάς Του. Αλλ' εκείνοι και πάλιν είχον πέσει εις ύπνον, και όταν τους εξύπνησε, βεβαρυμένοι ως ήσαν, δεν εύρισκον λέξιν να ομιλήσωσι προς Αυτόν. Θα ηδύνατο ν' ανακράξη τότε με τον στίχον του Δαυίδ, «Και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον».
Διά τρίτην και τελευταίαν φοράν, αλλά τώρα εν τη βαθυτέρα γαλήνη, και τη λαμπροτέρα αταραξία της θριαμβευτικής εκείνης εμπιστοσύνης ήτις είχε διαπνεύσει διά της Μεγάλης Αρχιερατικής προσευχής Του, απεχώρησε διά να εύρη την μόνην παρηγορίαν Του εν τη μετά του Θεού κοινωνία. Κ' εκεί εύρεν ό,τι επόθει. Πριν παρέλθη η ώρα αύτη ήτο παρεσκευασμένος διά το χείριστον όπερ ο Σατανάς ή ο άνθρωπος ηδύνατο να πράξη. Εγνώριζε παν ό,τι θα συνέβαινεν Αυτώ· ίσως είχεν ειδεί την έκτακτον κίνησιν φώτων, καθώς οι διώκται Του κατήρχοντο από των περιβόλων του Ναού. Αλλ' όμως δεν υπήρξεν ίχνος ταραχής εις τας ησύχους λέξεις Του, όταν ελθών και τρίτην φοράν ευρών αυτούς κοιμωμένους, είπε, «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε. Ικανόν εστιν. Η ώρα ελήλυθεν. Ιδού, ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών». Δεν θέλω Εγώ τώρα να διακόψω τον βαθύν ύπνον σου. Θα διακοπή αποτόμως και σκληρώς παρ' άλλων. «Εγείρεσθε, άγωμεν. Ιδού, ήγγικεν ο παραδιδούς Με».
Ναι, ήτο καιρός να εγερθώσι, διότι ενώ οι άγιοι είχον νυστάξει, οι αμαρτωλοί έτρεχον και εσκευώρουν και ειργάζοντο. Ενώ αυτοί εκοιμώντο, ο προδότης ηγρύπνει και ενήργει. Υπέρ τας δύο ώρας είχον παρέλθη αφότου εκ του φαεινού υπερώου της μακαρίας κοινωνίας των είχε βυθισθή εις την νύκτα, και κατά τας δύο ταύτας ώρας ειργάσθη εκείνος. Είχεν απέλθη προς τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οτρύνων αυτούς και παροξύνων διά της εμπαθούς σπουδής και ανυπομονησίας του· και είχε πείσει τους προκρίτους των Ιουδαίων να δώσωσιν αυτώ σπείραν συνισταμένη από τους ιδίους υπηρέτας των, από τους φύλακας του Ναού μετά των αξιωματικών των, και από έν απόσπασμα της ρωμαϊκής κουστωδίας υπό τον χιλίαρχόν της. Εβάδιζον κατ' Εκείνου όστις ήτο ανυπεράσπιστος και εγκαταλελειμμένος, και όμως οι στρατιώται ήσαν ωπλισμένοι με ξίφη, και οι μιγάδες οι άλλοι έφερον ράβδους και ρόπαλα. Επορεύοντο όπως συλλάβωσιν ένα όστις δεν θα εποίει απόπειραν όπως κρυφθή ή φύγη, και η σελήνη πλησιφαής έρριπτεν όλην την λάμψιν της εις την άδοξον εκστρατείαν των· και όμως, όπως μη εκφύγη αυτούς και κρυφθή εις άντρόν τι ή υπό την σκιάν του άλσους, έφερον φανούς και λαμπάδας εις τας χείρας των. Ήδη, καθώς ο Ιησούς αφύπνιζε τους μαθητάς Του, τα ώτα Του είχον ακούσει πόρω την κλαγγήν των ξιφών, τον δούπον των βημάτων, τον θόρυβον του κινουμένου μετά προφυλάξεων πλήθους. Εγνώριζεν ό,τι τον επερίμενεν· εγνώριζεν ότι ο ερημικός κήπος ον ηγάπα, και τοσάκις είχε ποιήσει μακαρίαν αναστροφήν μετά των μαθητών Του, ήτο γνωστός εις τον προδότην. Οι αήθεις εκείνοι εχθρικοί ήχοι, αι ερυθραί εκείναι λάμψεις των φανών και των δάδων, ήρκουν διά να δείξωσιν ότι ο Ιούδας είχε προδώσει το μυστικόν του καταφυγίου Του, και ήτο ήδη εγγύς.
Έτι δε Αυτού λαλούντος, ο Ιούδας ο προδότης επέστη. Υπερθεματίζων, ούτως ειπείν, και υπερδρών εις το μέρος του, ενεργών εν τη λίαν κατεσπευσμένή ορμητικότητι εγκλήματος τόσον βδελυρού ώστε δεν ετόλμα ουδέ να σταματήση διά να σκεφθή, εισώρμησε πρώτος εις τον περίβολον, προπορευόμενος των λοιπών. «Εταίρε, τω είπεν ο Ιησούς, εφ' ό πάρει;» (Κατά τινας ερμηνευτάς τούτο είνε σχήμα αποσιωπήσεως, και σημαίνει δι' οποίον έγκλημα ήλθες!») Η φράσις φαίνεται να εκόπη αποτόμως υπό της βαθείας ταραχής του πνεύματός Του, ουδ' έδωκεν ο Ιούδας απόκρισίν τινα, φροντίζων μόνον πώς να δώση εις τους ομοσπόνδους του το αισχρόν προσυμπεφωνημένον σημείον. «Ον αν φιλήσω, είχεν είπη αυτοίς, Αυτός εστι. Κρατήσατε Αυτόν και απαγάγετε ασφαλώς». Και ούτω, προβάς προς τον Ιησούν με τον συνήθη ψυχρόν τίτλον της προσφωνήσεως είπε, «Χαίρε, Ραββί!» κ' εβεβήλωσε την αγίαν παρειάν του Ιησού διά προδοτικού φιλήματος. «Ιούδα» τω είπεν ο Ιησούς μετ' αυστηράς επιτιμήσεως, «φιλήματι τον Υιόν του Ανθρώπου παραδίδως;» Αι λέξεις αύται ήρκουν. Απεκάλυψαν τον άνθρωπον εις εαυτόν, εκθέσασαι το βδελυρόν της πράξεώς του εν όλη τη απλότητι· και ο τρόπος της προδοσίας του ήτο τόσον απαραδειγμάτιστος εν μυσαρότητι, ώστε πλειοτέραι λέξεις θα ήσαν περιτταί. Με αισθήματα τα οποία οι δαίμονες θα ηδύναντο να οικτείρωσιν, ο άθλιος έπτηξε και συνεστάλη οπίσω προς την θύραν του περιβόλου, προς το λοιπόν του πλήθους ήρχισαν τώρα να συνωθούνται.
Κύριε, πρέπει να πλήξωμεν διά μαχαίρας; ηρώτησεν ο Πέτρος, ο μόνος όστις έφερε μάχαιραν· διότι εντός του κήπου ευρισκόμενοι, οι Απόστολοι δεν ήξευραν ακόμη τον αριθμόν των διωκτών. Ο Ιησούς δεν απήντησεν εις το ερώτημα. Ο ίδιος εξήλθε του περιβόλου διά ν' αντιμετωπίση τους διώκτας Του. Χωρίς να φύγη, χωρίς να δοκιμάση να κρυφθή, εστάθη εκεί προ αυτών εις το πλήρες φως της πανσελήνου, εν τη αόπλω και μονήρει Αυτού μεγαλειότητι, καταισχύνων διά του ανυπερασπίστου, τας περιττάς λαμπάδας και περιττά όπλα των.
«Τίνα ζητείτε;» ηρώτησεν.
Η ερώτησις δεν ήτο άσκοπος. Είχε σκοπόν, ως δεικνύει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, να προφυλάξη τους Αποστόλους Του από πάσης ενοχλήσεως. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ωσαύτως ότι εχρησίμευσε διά να καταστήση όλους τους παρόντας μάρτυρας της κρατήσεώς Του, και ούτω να προλάβη το δυνατόν πάσης κρυφίας δολοφονίας ή απάτης.
«Ιησούν τον Ναζωραίον», απήντησαν εκείνοι.
«Εγώ ειμι», είπεν ο Ιησούς.
Αι ήρεμοι αύται λέξεις επήνεγκον αιφνίδιον παροξυσμόν τρόμου. Η απάντησις αύτη η τόσον ηπία είχεν εν εαυτή δύναμιν μεγαλειτέραν της του απηλιώτου ανέμου ή της του κεραυνού, διότι ο Θεός ήτο εν εκείνη «τη φωνή τη λεπτή», και τους κατέπληξε και τους έκαμε να πέσωσι κάτω εις το έδαφος. Παραδείγματα δεν λείπουσιν εν τη ιστορία εν οις το γαλήνιον ήθος αόπλου τινός ανδρός αφώπλισε και παρέλυσε τους εχθρούς Του. Οι άγριοι Γαλάται δεν ηδύναντο να υψώσωσι τα ξίφη διά να κτυπήσωσι τους σεμνοπροπρεπείς συγκλητικούς της Ρώμης. «Δεν δύναμαι να κτυπήσω τον Μάριον» εφώναξεν ο βάρβαρος δούλος, ρίπτων κάτω το ξίφος του, και φεύγων προτροπάδην από της ειρκτής όπου είχε σταλή διά να φονεύση τον γηραιόν ήρωα. Υπάρχει άρα αφορμή διά την υβριστικήν δυσπιστίαν, μεθ' ης πολλοί υπεδέχθηοαν την απλήν αλλά καταπληκτικήν του Ηγαπημένου μαθητού διήγησιν, ότι εις τας λέξεις «Εγώ ειμι», κίνημα μεταδοτικής δειλίας συνέβη μεταξύ της σπείρας, και οπισθοχωρήσαντες εν συγχύσει, τινές έπεσαν εις το έδαφος; Ουδέν βεβαίως ήτο φυσικώτερον. Πρέπει ν’ αναλογισθώμεν ότι Ιούδας ήτο μεταξύ αυτών· ότι η ψυχή του ήτο εν καταστάσει τρομεράς διαταράξεως· ότι οι Ανατολίται υπόκεινται είπερ τινές εις τον αιφνίδιον πανικόν ότι ο φόβος είνε εξόχως μεταδοτική συγκίνησις· ότι πολλοί εξ αυτών είχον ακούσει περί των κραταιών θαυμάτων του Ιησού, και ότι όλοι ήσαν εν γνώσει ότι ηξίου ότι ήτο Προφήτης. Ο τρόπος καθ' ον αντεμετώπισε το μέγα εκείνο πλήθος, το οποίον οι φόβοι του Ιούδα είχον θεωρήσει ουσιώδες διά την σύλληψίν Του, υπεδείκνυέ τι ως έκκλησιν προς δυνάμεις υπερφυείς, κ' εκείνοι είχον αναλάβη να εκτελέσωσιν εν μεσονυκτίοις ώραις μίαν των ενόχων εκείνων πράξεων αίτινες παραλύουσι και τα στιβαρώτερα πνεύματα. Όταν αναλογισθώμεν τούτο, και ενθυμηθώμεν ότι εις πολλάς περιστάσεις η παρουσία και ο λόγος του Χριστού είχον αρκέσει διά να περιστείλωσι την μανίαν του πλήθους, και να Τον φυλάξωσι σώον εν τω μέσω αυτών, δεν είνε ανάγκη να παραδεχθώμεν θαύμα υπερφυές διά να εξηγήσωμεν το γεγονός ότι οι επίσημοι εκείνοι λησταί και ο άτιμος οδηγός των κατεπλάγησαν προς τας απλάς ταύτας λέξεις, «Εγώ ειμι», ως εάν αστραπή είχε καταφλέξει αιφνιδίως τας όψεις των.
Ενώ δε ίσταντο έντρομοι και διστάζοντες εκεί, Αυτός και πάλιν τους ηρώτησε, «Τίνα ζητείτε;» Πάλιν εκείνοι απήντησαν, «Ιησούν τον Ναζωραίον». «Είπον υμίν, απεκρίθη, ότι Εγώ ειμι· ει ουν Εμέ ζητείτε, άφετε τούτους υπάγειν». Διότι Αυτός είχεν ειπεί εν τη προσευχή Του, «Ους δέδωκάς Μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο».
Αι λέξεις ήσαν σημείον προς τους Αποστόλους ότι δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν Αυτώ, και ότι ηδύναντο τώρα να συμβουλευθώσι την ιδίαν ασφάλειάν των, αν ήθελον. Αλλ' ότε είδον ότι δεν διενοείτο ν' αντισταθή, ότι ήτο έτοιμος να παραδοθή εις τους εχθρούς Του, η ψυχή του Πέτρου εδονήθη εκ παλμού αισχύνης· Όσον ανωφελής και αν απέβη ήδη πάσα αντίστασις, εκείνος είλκυσε την μάχαιραν, και διά παραφόρου και αστόχου κινήματος απέκοψε το ωτίον Μάλχου τινός καλουμένου, όστις ήτο δούλος του Αρχιερέως. Πάραυτα ο Ιησούς ανεχαίτισε το άκαιρον τούτο κίνημα. «Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις την θήκην, είπε τω Πέτρω, ότι πάντες οι λαμβάνοντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται». Εάν δεν είχε πρόθεσιν εκουσίως να πληρώση τας Γραφάς, πίνων το ποτήριον όπερ ο Πατήρ Του είχε δώσει αυτώ, δεν θα είχε διά της προσευχής Του την βοήθειαν όχι δώδεκα δειλών Αποστόλων, αλλά δώδεκα λεγεώνων Αγγέλων; Και διά τελευταίας πράξεως θαυματουργού ελέους θίξας εθεράπευσε το τραύμα.
Εν τη συγχύσει της νυκτός όλον το συμβεβηκός τούτο φαίνεται να διήλθεν απαρατήρητον ειμή υπ' ολιγίστων. Όπως και αν έχη, δεν έκαμεν εντύπωσιν εις τους πεπωρωμένους εκείνους ανθρώπους. Ο τρόμος των είχεν εκλίπει, και το θράσος τον αντικατέστησεν. Ο Μέγας Προφήτης εκουσίως παρέδωκεν Εαυτόν· ήτο αιχμάλωτός των. Βροντή δεν είχεν επέλθη· άγγελος δεν κατήλθεν εξ ουρανού να Τον ελευθερώση· πυρ δια θαύματος δεν τους κατέφαγε. Έβλεπον ενώπιόν των άνθρωπον άοπλον και κεκμηκότα, τον οποίον είς των ιδίων οπαδών Του είχε προδώσει, και εις του οποίου την σύλληψιν παρίσταντο απλώς εν ανισχύρω αγωνία ολίγοι έντρομοι Γαλιλαίοι. Τον εκράτουν σφιγκτώς, καί τινες ήδη αρχιερείς και πρεσβύτεροι και αξιωματικοί των φυλάκων του Ναού είχον τολμήσει ήδη να εξέλθωσιν εκ της ενέδρας εξ ης έβλεπον την σύλληψίν Του, και να τρέξωσι περί Αυτόν μεθ' υβριστικής περιεργίας. Προς τούτους ιδίως εστράφη και είπεν αυτοίς, «Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων;» Ότε ήμην καθ' ημέραν μεθ' υμών εν τω Ιερώ δεν ήρατε χείρας εναντίον Μου. Αλλ' αύτη είνε η ώρα σας, και η κακή άδεια του σκότους.
Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι απέσβησαν και την υστάτην ακτίνα της ελπίδος εις πνεύματα των οπαδών Του. Τότε οι μαθηταί Του όλοι, και αυτός ο φλογερός Πέτρος, και αυτός ο επιστήθιος Ιωάννης, τον εγκατέλιπον και έφυγον. Κατά την υπερτάτην εκείνην στιγμήν, μόνον είς άγνωστος νεανίσκος (ίσως ήτο ο κτήτωρ του Γεθσημανή, ίσως ο Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής, ίσως ο Λάζαρος ο αδελφός της Μάρθας και Μαρίας) απετόλμησε ν' ακολουθήση μακρόθεν, εξόπισθεν του εχθρικού πλήθους. Φαίνεται ότι είχεν εγερθή αποτόμως εκ του ύπνου, διότι ήτο κεκαλυμμένος μόνον διά σινδόνος ή νυκτικής οθόνης, με την οποίαν εκοιμάτο. Αλλ' οι άνθρωποι της σπείρας τον έδραξαν από την σινδόνα, κ' εκείνος τρομάξας άφησε την σινδόνα, και έφυγε γυμνός, ήτοι μόνον με τα εσωτερικά ενδύματα.
Ο Ιησούς ήτο μόνος τώρα εις την εξουσίαν των εχθρών Του. Κατά προσταγήν του χιλιάρχου, αι χείρες Του εδέθησαν όπισθεν των νώτων Του, και στενώς συνέχοντες Αυτόν οι ρωμαίοι στρατιώται, ακολουθούμενοι και περικυκλούμενοι υπό των Ιουδαίων υπηρετών, τον ανήγαγον άνω της χαράδρας του χειμάρρου των Κέδρων, και ανά την απότομον προς την πόλιν ανωφέρειαν πέραν της χαράδρας, και τον έφεραν εις την οικίαν του Αρχιερέως.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου
Ο Άννας. — Ο χαρακτήρ του. — Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι. — Γεννήματα εχιδνών — «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» Εν τη αυλή του Καϊάφα. — «Εζήτουν ψευδομαρτυρίαν». — «Καταλύσαι τον Ναόν τούτον». — Σιωπή του Ιησού. — Απόνοια του Καϊάφα. — Ο εξορκισμός του. — Βλασφημεί!» — «Ένοχος θανάτου εστί».
Καίτοι οι απιστούντες ενδιέτριψαν μετά δυσαναλόγου επιμονής επί πληθύος «ασυμφωνιών» εν τη τετραπλή αφηγήσει της δίκης, της καταδίκης, και του θανάτου του Χριστού, αύται δεν είνε ικαναί να προξενήσωσι την ελαχίστην ανησυχίαν εις τον χριστιανόν μελετητήν· ούτε δύνανται να εξεγείρωσι και την πλέον στιγμιαίαν δυσπιστίαν εις πάντα άνθρωπον όστις, και αν δεν έχη βαθύτερα αισθήματα εις την υπόθεσιν και δεν θέλη να παραδεχθή την θεοπνευστίαν, προσέρχεται εις τα Ευαγγέλια άνευ προκαταλήψεως, και δέχεται ταύτα απλώς ως ιστορίας ειλικρινείς, εφ' όσον έγκειται εν τη γνώσει των συγγραφέων, αλλά, καθ' εαυτά λαμβανόμενα, επιτομάς ατελείς. Μετά επισταμένας μελέτας, αφόβως αποφαίνομαι, ότι καίτοι αι μικραί παραλλαγαί είνε πολλαί, ου μόνον ουδεμία αντίφασις υπάρχει, αλλ' είς έκαστος των Ευαγγελιστών συμπληροί τας λεπτομερείας όσας παρέχει ο άλλος, και συνδιαζομένων όλων, δυνάμεθα να κατανοήσωμεν την αληθή των συμβεβηκότων συνέχειαν. Ου μόνον δεν φαίνονται αβάσιμα, αλλά φέρουσιν εν εαυτοίς ανεξίτηλον την σφραγίδα της πεποιθήσεως και της βεβαιότητος. Μετ' επιμελείας δε και προσοχής αναγινώσκοντες βλέπομεν ότι οι τέσσαρες ευαγγγελισταί ιστορούσιν εξαπλήν δίκην, τετραπλούν εμπαιγμόν, τριπλήν αθώωσιν, δις επαναληφθείσαν καταδίκην του Χριστού του Κυρίου ημών.
Αναγινώσκοντες παραλλήλως τα Ευαγγέλια, βλέπομεν ότι εκ των τριών δοκιμασιών τας οποίας ο Κύριος υπέστη εις τας χείρας των Ιουδαίων, πρώτη μόνον, η ενώπιον του Άννα, αναφέρεται υπό του Ιωάννου· η δευτέρα, η ενώπιον του Καϊάφα, υπό του Ματθαίου και Μάρκου· η τρίτη, η ενώπιον του Συνεδρίου, υπό του Λουκά. Ουχ ήττον, ο Ιωάννης διακριδόν αναφέρει την δευτέραν δίκην, ο δε Ματθαίος και ο Μάρκος υπονοούσι την τρίτην· ο Λουκάς, καίτοι αρκείται εις την αντιγραφήν της τρίτης, εναργώς και ούτος αφήνει χώρον διά την πρώτην και την δευτέραν.
Ήτο δε η πρώτη η πρακτική, η δευτέρα η δυναμική, η τρίτη η ενεργός και ρητή απόφασις ότι έπρεπεν εις θάνατον να καταδικασθή. Εκάστη των τριών δοκιμασιών θα ηδύνατο, εκ διαφόρου απόψεως, να θεωρηθεί ως η κρισιμωτέρα και σπουδαιοτέρα των τριών. Η του Άννα ήτο η ημιεπίσημος προανάκρισις, η του Καϊάφα η πραγματική απόφασις, η του όλου Συνεδρίου περί την πρωίαν η οριστική κύρωσις.
Ότε ο χιλίαρχος, ο άρχων του αποσπάσματος των ρωμαίων στρατιωτών, διέταξε να δεσμευθή ο Ιησούς, εκείνοι Τον απήγαγον άνευ αποπείρας προς αντίστασιν. Μεσονύκτιον είχε παρέλθη ήδη καθώς Τον έσυραν εις την οικίαν του Αρχιερέως. Φαίνεται δε ότι αύτη κατείχετο άμα υπό των δύο πρωταιτίων της φοβέρας ανομίας, του Άννα, και του γαμβρού του, Καϊάφα. Τον έφεραν προς τον Άνναν πρώτον. Εκεί διεξήχθη το πρώτον μέρος της δίκης, πιθανώς εν χθαμαλώ θαλάμω ανοιγομένω προς την αυλήν. Είνε αληθές ότι ο Άννας είχε παυθή υπό των Ρωμαίων από το αξίωμα του Αρχιερέως, και τον είχε διαδεχθή πρώτον ο Φαβής, είτα ο υιός του Ελεάζαρ, είτα ο γαμβρός του Ιωσήφ Καϊάφας. Αλλ' οι αυστηροί τηρηταί του νόμου μόνον βεβιασμένως ανεγνώριζον τους διαδόχους του, και εθεώρουν τον Άνναν πάντοτε ως δικαιώματι αρχιερέα. Από των ημερών Ηρώδου, του Μεγάλου καλουμένου, η αρχιερατεία είχεν εκπέσει από διαρκούς θρησκευτικού αξιώματος εις πρόσκαιρον κοσμικόν τίτλον.
Ενώπιον άρα του Άννα προσήχθη ο Ιησούς πρώτον ως δεσμώτης εις το δικαστήριον. Ο Ιώσηπος θαυμάζει και μακαρίζει τον Άνναν τούτον, ως φθάσαντα εις βαθύ γήρας, αρχιερατεύσαντα αυτόν, και αξιωθέντα να ίδη πέντε υιούς του και έκτον τον γαμβρόν του αρχιερείς. Αλλά να θαυμάζηταί τις υπό τοιούτου εξωμότου, οίος ο Ιώσηπος, είνε πολύ αμφίβολον ευτύχημα. Μεθ' όλην την ευτυχίαν του ο Χανάν (ή Άννας, ή Άνανος) φαίνεται να άφησεν οπίσω του κακόν όνομα, και αρκετά γνωρίζομεν περί του χαρακτήρος του όπως μάθωμεν ότι ήτο πανούργος, τυραννικός και φιλόκοσμος Σαδδουκαίος, πλήρης χαμερπούς κακίας και ευτελείας. Ενώπιον του μοχθηρού τούτου ανθρώπου προσήχθη ο Σωτήρ του κόσμου διά ν' ανακριθή.
Και υπήρχον ισχυροί λόγοι ίνα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διατηρήση ημίν όλην την φάσιν ταύτην της δίκης. Χρειάζεται να παρέλθωσιν έτη τινά όπως οι άνθρωποι δυνηθώσι να ίδωσι τον πρώτον υποκινητήν συμβάντων εις τα οποία υπήρξαν σύγχρονοι. Κατ' αρχάς, ο κατά το φαινόμενο δράστης ή πράκτωρ θεωρείται συνήθως ως ο μάλλον υπεύθυνος, καίτοι δυνατόν πράγματι να είνε απλούς κρίκος εν τω επισήμω μηχανισμώ. Αλλ' εάν υπήρξεν είς άνθρωπος πλέον ένοχος των άλλων διά τον θάνατον του Χριστού, ο άνθρωπος ήτο ο Άννας. Το προβεβηκός της ηλικίας του, το αξίωμα και η επιρροή του, έδιδον εξαιρετικήν βαρύτητα εις την προνομιακήν απόφασίν του. Ήτο φίλος των Ηρωδών και των πραιτώρων, και απέδωκεν, ως φαίνεται, πολιτικήν σημασίαν εις την διδασκαλίαν του Ιησού, εφοβήθη δε μη ο Ιησούς αποξενώση το πλήθος από της αρχιερατικής επιρροής. Είνε αξιοσημείωτον ότι, καίτοι οι Φαρισαίοι ηλαύνοντο υπό φλέγοντος μίσους κατά του Ιησού και ήσαν τόσον ανυπόμονοι διά τον θάνατόν Του, ώστε προθύμως να συμπράξωσι με τους αριστοκρατικούς και αρχιερατεύοντας Σαδδουκαίους (από των οποίων συνήθως εχωρίζοντο διά παντοίων διαφορών, πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών), ουχ ήττον, από της στιγμής καθ' ην η σκευωρία διά την σύλληψιν και την καταδίκην Του ωρίμασεν, οι Φαρισαίοι τόσω ολίγον μέρος έλαβον εν αυτή, ώστε το όνομά των ουδέ άπαξ προεχόντως μνημονεύεται έν τινι συμβεβηκότι σχετιζομένω προς την σύλληψιν, την δίκην, τους χλευασμούς και την σταύρωσιν. Οι Φαρισαίοι εκλείπουσιν· οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι λαμβάνουσι την θέσιν των. Είνε δε αμφίβολον άν τινες εκ των εγκριτωτέρων Φαρισαίων ήσαν μέλη του εκπεπτωκότος εκείνου ειδώλου της εξουσίας, το οποίον εις τας κακάς εκείνας ημέρας εγαυρία ακόμη με τον τίτλον του Συνεδρίου. Εάν πιστεύσωμεν το Ταλμούδ, το Συνέδριον ήτο άθρησκος, άπατρις ομοσπονδία ιερέων καπηλευομένων τα ιερά και τα όσια, η δε οικογένεια του Χανάν ή του Άννα και αυτός ο ίδιος, υποστηριζόμενοι υπό της Ρωμαϊκής εξουσίας, αλλά μισούμενοι υπό του λαού, ήσαν η ψυχή και η ζωή του πονηρού εκείνου σωματείου.
Δυνάμεθα προσέτι να συμπεράνωμεν ότι η μανία των Σαδδουκαίων και ιερέων εξήφθη κατά του Χριστού ένεκα των λόγων και των πράξεων Αυτού εν σχέσει προς τον Ναόν, τον οίκον του Θεού, τον οποίον ούτοι εθεώρουν ως αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και νόμημά των, και κατ' εξοχήν εκ του δευτέρου καθαρισμού του Ναού, του δημοσία υπ' Αυτού γενομένου εσχάτως. Και εις τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστάς ευρίσκομεν ότι οι εγκαλούντες τον Ιησούν διά την πράξιν ταύτην δεν είνε Φαρισαίοι, αλλ' Ιερείς και Γραμματείς, οίτινες φαίνονται λαβόντες εξ αυτής νέαν μανιώδη ώθησιν όπως ζητώσι τον όλεθρόν Του.
Αλλ' υπάρχει άρα και άλλος λόγος; Ναι, διότι δυνάμεθα να υποθέσωμεν εκ του Ταλμούδ ότι η πράξις αύτη έτεινε να πληγώση την φιλαργυρίαν των, να βλάψη τα αθέμιτα κέρδη των. Η φιλαργυρία, η νόσος του Ιούδα, η νόσος όλης της Ιουδαϊκής φυλής, φαίνεται ότι υπήρξε και η δεσπόζουσα κακία της οικογενείας του Άννα. Υπάρχουσι λόγοι να πιστεύσωμεν ότι τα εμπορεία και τα αργυραμοιβεία, τα οποία είχον καθιδρυθή υπό τας στοάς του Ναού, και τα οποία ο Χριστός εν αγανακτήσει διεσκόρπισε, ου μόνον ήσαν εγκεκριμένα υπό της εξουσίας των αρχιερέων τούτων, αλλ' ήσαν διωργανισμένα προς ίδιον κέρδος των. Υπήρχον ισχυροί λόγοι όπως ο Άννας, ο κορυφαίος αντιπρόσωπος των γεννημάτων τούτων των εχιδνών, ως τους αποκαλεί είς των συγγραφέων του Ταλμούδ, καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως επιφέρη τον όλεθρον Προφήτου, του οποίου αι πράξεις έτεινον να καταστήσωσιν αυτόν και την οικογένειάν του πτωχούς και ασήμους.
Το ότι ο Άννας δεν ετόλμησε να ομολογήση τα αισθήματα και τας αφορμάς ταύτας, ηναγκάσθη μάλιστα να τηρήση ταύτα όλως μυστικά, θα ηύξανε μόνον το βάθος της πικρίας του. Και η μέθοδος της ενεργείας του φαίνεται να υπήρξε τόσον έκνομος όσον ήτο και το ότι ανέλαβεν εν τοιούτω τόπω και τοιαύτη ώρα, δικαστικά καθήκοντα. Επιθυμών ν' ανακαλύψη σκιάν τινα κατηγορίας επί λαθραία αποστασία ή επί κακοδοξία επηρώτησε τον Ιησούν περί των μαθητών Αυτού και περί της διδαχής Αυτού. Η απάντησις, ατάραχος, ενείχε βαθείαν επιτίμησιν. Εγώ παρρησία ελάλησα προς τον κόσμον. Εγώ πάντοτε εδίδαξα εν τη Συναγωγή και εν τω Ιερώ, όπου οι Ιουδαίοι συνέρχονται, και εν κρυπτώ ελάλησα ουδέν. Τι με επερωτάς; Επερώτησον τους ακούσαντές Με τι είπον αυτοίς. Ίδε, ούτοι οίδασι τι ελάλησα Εγώ». Η εμφαντική επανάληψις του Ε γ ώ, και αύτη η ασυνήθης σημαντική τοποθέτησίς του εις το τέλος της προτάσεως, δεικνύουσιν ότι αντίθεσις ήτο ίσως το σκοπούμενον· ως εάν έλεγεν, «Το μεσονύκτιον τούτο, η στάσις αύτη, η μυστικότης, η άκοσμος αύτη παρωδία της δικαιοσύνης, είνε &σα&, όχι &Εμά&. Ουδέποτε υπήρξεν απόκρυφόν τι εν τη διδαχή Μου· ουδέποτε έκρυψα τας πράξεις μου. Αλλά &συ&, και &σα&». Και αυτοί οι κόλακες και οι θεράποντες του Άννα ησθάνθησαν το σφαλερόν της θέσεως του κυρίου των υπό την επιτίμησιν ταύτην· ησθάνθησαν ότι ενώπιόν της αθωότητος του νεαρού τούτου Ραβδί του εκ Ναζαρέτ, η υποκρισία του γηραιού Σαδδουκαίου εταπεινώθη. «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» είπεν είς τούτων μετά θυμού και ύβρεως· και χωρίς ο κύριός του να τον επιπλήξη, εβεβήλωσε διά του πρώτου ατίμου ραπίσματος το ιερόν πρόσωπον του Χριστού. Τότε πρώτον το πρόσωπον τούτο, εις το οποίον οι Άγγελοι θεωρούσιν ως τα βρέφη εις την λαμπράν του ηλίου ακτίνα, επλήγη υπό αθλίου δούλου. Την ύβριν υπέφερεν ο Χριστός μετ' ευγενούς πραότητος. Και ο απόστολος Παύλος, όταν ομοίως υβρίσθη, οργισθείς κατηράσθη τον υβριστήν. «Ο Θεός πλήξαι σε, κεκολιαμένε τοίχε»· αλλ' Αυτός, ο Υιός του Θεού, ο ασυγκρίτως υπέρτερος των Αγγέλων και των Αποστόλων, άνευ οργής και ηρέμα επετίμησε τον αναιδή υβριστήν, «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι Με δέρεις;» Ήτο προφανές ότι ουδέν περισσότερον ηδύνατο ν' αποσπασθή απ’ Αυτού· ότι ενώπιόν τοιούτου δικαστηρίου δεν θα απεκρίνετο εις άλλην ερώτησιν. Δέσμιος, εις σημείον ότι έμελλε να καταδικασθή, καίτοι ανεξέταστος και αναπολόγητος, εστάλη υπό του Άννα μέσον της αυλής προς τον Καϊάφαν τον γαμβρόν του, τον ελέω του Ρωμαίου πραίτωρος τιτλούχον Αρχιερέα.
Ο Καϊάφας, όπως και ο πενθερός του, ήτο Σαδδουκαίος, εξ ίσου πανούργος και ασυνείδητος όσον ο Άννας, αλλά πεπροικισμένος με ολιγωτέραν δύναμιν θελήσεως και χαρακτήρος. Εν τη οικία του διεξήχθη το δεύτερον ιδιωτικόν και έκνομον στάδιον της δίκης. Εκεί (διότι, ενώ οι πτωχοί Απόστολοι δεν ίσχυσαν ν' αγρυπνήσωσιν επί μίαν ώραν εν συμπαθεί προσευχή, οι ανόσιοι ούτοι σκευωροί ηδύναντο ν' αγρυπνώσι παννύχιοι εν τη θανασίμω κακία των) τινές των πλέον απεγνωσμένων εχθρών του Ιησού μεταξύ των Ιερέων και Σαδδουκαίων είχον συνέλθη. Όπως γείνη απαρτία του Συνεδρίου έπρεπε να είνε τουλάχιστον εικοσιτρία των μελών παρόντα. Και δυνάμεθα ίσως να εικάσωμεν ότι το ιδιαίτερον τούτο σώμα ενώπιον του οποίου ο Χριστός είχε προσαχθή ήδη συνέκειτο κατά το πλείστον εξ ιερέων. Ήτο δε, ως φαίνεται, μία επιτροπεία ή τμήμα εκ συνέδρων, και ιδίως ιερέων, το οποίον δύναται να ληφθή αντί όλου του συνεδρίου.
Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήτο η φύσις του δικαστηρίου, ου προήδρευε νυν ο Καϊάφας, είνε πρόδηλον ότι οι ιερείς εβιάσθησαν ν' αλλάξωσιν τακτικήν. Αντί να προσπαθώσιν, ως ο Άννας, να εκπτοήτωσι και περιπλέξωσι τον Ιησούν με δολεράς ερωτήσεις, και ούτω να Τον ενοχοποιήσωσιν επί κρυφία δήθεν αποστασία, επροσπάθησαν τώρα να Τον στιγματίσωσι διά του εγκλήματος της δημοσίας πλάνης. Πράγματι αι ίδιαι πικραί διαιρέσεις των καθίστων δύσκολον το έργον του ελέγχου. Εάν ενδιέτριβον επί τινος υποτιθεμένης εναντιότητος, προς την πολιτικήν εξουσίαν, τούτο θα επέσυρεν τας συμπαθείας των Φαρισαίων υπέρ Αυτού. Εάν επέμενον επί των δήθεν αθετήσεων του Σαββάτου και της ολιγωρίας των εθίμων και παραδόσεων, τούτο θα συνεφώνει με τας σκέψεις των Σαδδουκαίων. Οι Σαδδουκαίοι δεν ετόλμων να εγκαλέσωσιν Αυτόν διά την αποκάθαρσιν του Ναού· οι Φαρισαίοι, ή εκείνοι οίτινες τους αντιπροσώπευον, ανωφελές ενόμισαν να επανέλθωσιν εις τας περί των παραδόσεων καταγγελίας Του. Πλην ο Ιησούς ασυγκρίτως ευγενέστερος και του ευγενεστάτου των Αποστόλων Του, δεν θα ήθελε ποτέ να συνδαυλίση τας λανθανούσας ταύτας εχθροπαθείας, ή να επικαλεσθή προς ιδίαν απελευθέρωσίν Του μίαν έριδα των κοιμωμένων τούτων προλήψεων. Δεν διετάραξε την πρόσκαιρον λυκοφιλίαν ήτις ήνωσεν αυτούς εις κοινήν έχθραν εναντίον Του. Αφού άρα δεν είχον επ' ουδενός άλλου να βασισθώσιν, οι Αρχιερείς και το Συνέδριον όλον «εζήτουν ψευδομαρτυρίαν» (τοιαύτη η τρομερά απλή έκφρασις των Ευαγγελιστών) «ε ζ ή τ ο υ ν ψ ε υ δ ο μ α ρ τ υ ρ ί α ν κατά Του Ιησού ώστε θανατώσαι Αυτόν». Πολλάκις άνθρωποι διεστραμμένοι και άρπαγες ζητούσι ψευδομάρτυρας· και αι δυνάμεις του πονηρού συνήθως τους προμηθεύουσιν εις αυτούς. Αν και οι πράκτορες των ιερέων τούτων ήσαν πρόθυμοι να ψεύδωνται, αλλ' όμως οι ψευδομάρτυρες όσοι προσήλθον κατέθεσαν τόσον αντιφατικά και παράλογα, ώστε και αυτοί οι άδικοι δικασταί δεν ηδύναντο ευσχήμως να δεχθώσι την μαρτυρίαν των.
Τέλος προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες είπον: «Ούτος έφη, Δ ύ ν α μ α ι κ α τ α λ ύ σ α ι τον Ναόν τούτον — ή, κατ' άλλην έκδοσιν, Κ α τ α λ ύ σ ω τον Ναόν τούτον — και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν». Το αληθές ήτο ότι δεν είχεν ειπεί ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλ' είχεν ειπεί: «Κ α τ α λ ύ σ α τ ε τον Ναόν τούτον»· και η προστακτική είχε μόνον απευθυνθή υποθετικώς προς αυτούς. Αυτοί έμελλον να ήνε οι καταλύται· Εκείνος είχεν υποσχεθή μόνον ότι θ’ ανακτίση. Ήτο μία των ψευδορκιών εκείνων, ήτις ήτο τόσω μάλλον ψεύδορκος, όσω έφερεν απωτέραν τινά ομοιότητα προς την αλήθειαν. Δώσαντες διάφορον απόχρωσιν εις τους αληθείς λόγους Του, είχον, με την αφέλειαν της συκοφαντίας, ανατρέψει το νόημά των, και ήλπιζον να θεμελιώσωσιν επ' αυτών κατηγορίαν επί βλασφημία. Αλλά και αύτη η ψευδορκία ανετράπη άρδην, και ο Ιησούς ήκουεν εν σιωπή ενώ οι διηρημένοι εχθροί Του απελπιστικώς συνέχεον αλλήλων τας μαρτυρίας. Η ενοχή πολλάκις κατέρχεται εις δικαιολογίας όπου η αθωότης μένει άφωνος. Υπέμενεν ώστε οι ψευδείς κατήγοροί Του και οι ψευδείς ακροαταί των να περιπλέκωνται εις τα δίκτυα των ιδίων κακοβούλων ψευδών των, και η σιωπή του αθώου Ιησού εξιλέου τας πάλαι δικαιολογίας του ενόχου Αδάμ.
Αλλ' η μεγαλοπρεπής εκείνη σιωπή τους ετάραττε, τους συνέχεε, τους εμώραινε. Κατεβάρυνεν αυτούς με αφόρητον το άχθος της αυτοκαταδίκης. Ησθάνοντο ενώπιον της σιωπής εκείνης ως εάν αυτοί ήσαν οι ένοχοι και Εκείνος ο δικαστής. Και επειδή παν φαρμακερόν βέλος των έπιπτεν άπρακτον εις τους πόδας, ως να εθραύετο κατά της αδαμαντίνης ασπίδος της αθωότητός Του, ήρχισαν να φοβώνται μήπως, μεθ' όλα ταύτα, η δίψα των διά το αίμα του μείνη άσβεστος, και η σκευωρία των ανατραπή. Ο Προφήτης ούτος ο εκ Ναζαρέτ θα υπερίσχυε κατ' αυτών, απλώς δι' έλειψιν ολίγων ψευδών περιτέχνων; Και ήτο η ζωή Του γοητευμένη δι' επωδών και κατά της συκοφαντίας της δι' όρκων επιβεβαιουμένης; Ήτο αφόρητον!
Τότε ο Καϊάφας εκυριεύθη υπό παροξυσμού φόβου και οργής. Εγερθείς από της έδρας του και σταθείς εις το μέσον, με ποίαν φωνήν, με ποίαν στάσιν, δυνάμεθα να φαντασθώμεν! «Ουδέν αποκρίνη; Εφώνησε· τι ούτοι σου καταμαρτυρούσι;» Αλλ' η φοβερά σιωπή του Ιησού έμεινεν αδιατάρακτος.
Τότε, φθάσας εις απόνοιαν και μανίαν, ο ψευδής ούτος Αρχιερεύς, τηρών εισέτι απειλητικήν στάσιν κατά του Ιησού, ανέκραξεν, «Εξορκίζω Σε κατά του Θεού του ζώντος ένα ημίν είπης» τι; αν είσαι κακοποιός; αν κρυφίως εκίνησας εις στάσιν; αν φανερώς βλασφημίαν εξέφερες; — όχι, αλλά (και η ερώτησις έδειξε την θεοστεγή πονηρίαν, την υπολανθάνουσαν εν όλη τη θανασίμω κατ' Εκείνου συνομωσία των) &«ει Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».&
Παράδοξον ερώτημα προς δέσμιον, ανυπεράσπιστον, κατάδικον· και παράδοξον ερώτημα παρά τοιούτου εξεταστού, αρχιερέως του λαού! Παράδοξον ερώτημα εκ μέρους του δικαστού όστις εζήτει να εύρη ψευδομαρτυρίας κατά του δεσμώτου! Αλλ' όμως ούτω πως ορκιζόμενος, και προς τοιούτον ερώτημα, ο Ιησούς δεν ηδύνατο να σιωπήση· επί τοιούτου κεφαλαίου δεν ηδύνατο ν' αφήση χώρον ανοικτόν προς παρερμήνευσιν. Εις τας ημέρας του κηρύγματός Του, όταν ήσαν έτοιμοι να τον λάβωσι διά της βίας όπως ποιήσωσιν Αυτόν Βασιλέα, εις τας ημέρας καθ' ας το να κηρύξη Εαυτόν Μεσσίαν κατά την έννοιάν των ήτο ως να έβαινε προς συνάντησιν αυτών εις το ήμισυ της οδού, μεθ' όλων των εμπαθών προλήψεών των, εις τας ημέρας εκείνας είχε τηρήσει το αξίωμα του Μεσσίου εν σιωπή· αλλά τώρα, κατά την φοβεράν ταύτην κρίσιμον στιγμήν, ότε ο θάνατος επέκειτο, ότε (ανθρωπίνως και προσκαίρως) ουδέν κέρδος, ζημία δε μάλλον θα προσεγίνετο εκ της ομολογίας, εδόνησε και διεπέρασεν όλας τας γενεάς, διεπέρασε την αιωνιότητα ήτις είνε ο συγχρονισμός όλου του μέλλοντος, και όλου του παρόντος, και όλου του παρελθόντος, η πάνδημος απόκρισις, «&Συ είπας&· κ α ι ό ψ ε σ θ ε τ ο ν τ ο υ Α ν θ ρ ώ π ο υ κ α θ ή μ ε ν ο ν ε κ δ ε ξ ι ώ ν τ η ς δ υ ν ά μ ε ω ς, κ α ι ε ρ χ ό μ ε ν ο ν ε π ί τ ω ν ν ε φ ε λ ώ ν τ ο υ ο υ ρ α ν ο ύ». Εν τη απαντήσει ταύτη η βροντή εβρυχάτο, βροντή μεγαλοφωνοτέρα της εν Σινά, καίτοι τα ώτα των κυνικών και των Σαδδουκαίων δεν την ήκουσαν τότε, ουδέ την ακούουσι τώρα. Δεινοποιών τραγικώς την απαίσιον φρίκην του, ο άνομος δικαστής όστις είχεν αναπληρώσει ούτω τας ελλείψεις των ψευδομαρτύρων τους οποίους μάτην είχε ζητήσει, ο ψευδής Αρχιερεύς διαρρήξας τα ιμάτια του ενώπιόν του Αληθούς, εζήτησε παρά του Συνεδρίου την άμεσον καταδίκην Εκείνου.
«Ε β λ α σ φ ή μ η σ ε! Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Ίδε, νυν ηκούσατε την Βλασφημίαν Αυτού. Τι υμίν δοκεί;» Και με την συγκεχυμένην ταραχώδη κραυγήν «Ις μαβέθ!» Ένοχος θανάτου εστί!» το σκοτεινόν Συνέδριον διελύθη, και το δεύτερον στάδιον της δίκης του Ιησού έληξε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'. Τα μεταξύ της δίκης
Οι εμπαιγμοί κατά του Ιησού. — Η αυλή του Αρχιερέως. — Αι αρνήσεις του Πέτρου. — «Η λαλιά σου δήλον σε ποιεί». — Το βλέμμα του Ιησού. — Η μετάνοια του Πέτρου. — Αι ύβρεις των υπηρετών. — Η τρίτη φάσις της δίκης. — Ο Ιησούς λύει την σιωπήν. — Η καταδίκη.
«Τον νώτον μου έδωκα εις μάστιγας, και τας σιαγόνας εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου ουκ απεστράφη από αισχύνης εμπτυσμάτων». (Ησαΐας.)
Και ιδού πώς υπεδέχθησαν οι Εβραίοι τον επηγγελμένον Μεσσίαν των, τον περιμενόμενον μετά περιπαθούς ελπίδος από δισχιλίων ετών καταδικασθέντες έκτοτε να τήκωνται εν πικρά αγωνία επί άλλα δισχίλια σχεδόν έτη! Από της στιγμής ταύτης εθεωρήθη υφ' όλων των παρόντων εν τη Ιουδαϊκή αυλή ως αιρετικός, υποκείμενος εις τον διά λιθοβολήσεως θάνατον· και ετηρείτο υπό φύλαξιν μόνον μέχρι της ανατολής της ημέρας, επειδή εν ημέρα μόνον, και εν τη λεγομένη Στοά της Κρίσεως, και μόνον εν πλήρει συνελεύσει όλου του Συνεδρίου, ηδύνατο νομικώς να καταδικασθή. Και επειδή τον εθεώρουν ήδη ως πρόσωπον κατάλληλον όπως υβρίζηται ατιμωρητεί, εχαιρετίσθη διά μέσου της αυλής μέχρι της φυλακής διά πληγμάτων και αρών, εις τας οποίας δυνατόν να έλαβον μέρος όχι μόνον οι μίσθαρνοι και οι υπηρέται, αλλά και οι ψυχροί και νυν μανιώδεις Σαδδουκαίοι. Μεσονύκτιον προ πολλού είχε σημάνη, και η εαρινή αύρα της πρωίας ήτο πολύ δριμεία. Εις το κέντρον της αυλής οι υπηρέται των Αρχιερέων εθερμαίνοντο πλησίον της ανθρακιάς. Και καθώς Εκείνος απήγετο εκείθεν της ανθρακιάς ταύτης, ήκουσεν (ό,τι ήτο δι' Αυτόν θανασιμωτέρα πικρία ή πάσα άλλη την οποίαν οι βάρβαροι διώκται Του ηδύναντο να εγχύσωσιν εις το ποτήριον της Αγωνίας Του) ήκουσε τον ευτολμότερον των Αποστόλων Του να Τον αρνήται μεθ' όρκου.
Κατά τας δύο ταύτας θλιβεράς ώρας της αρξαμένης τραγωδίας Του, καθώς ίστατο εις τας αιθούσας του Άννα και του Καϊάφα, άλλη ηθική τραγωδία, την οποίαν είχε προφητεύσει ήδη, είχε διεξαχθή εν τη έξω αυλή.
Καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, το παλάτιον το κατεχόμενον υπό τε του Άννα, του πραγματικού, και του Καϊάφα, του τιτλούχου Αρχιερέως, φαίνεται ότι ήτο ωκοδομημένον περί τετράγωνον αυλήν, και ότι εισήρχετό τις δι' αψιδωτής διόδου ή πυλώνος· και εις το εσώτερον μέρος τούτου, πιθανώς ολίγας βαθμίδας από του εδάφους, ήτο η στοά εν ή οι εκ του Συνεδρίου είχον συνέλθη. Δειλώς και μακρόθεν, δύο μόνον εκ των Αποστόλων είχον αναλάβη μέχρι τούδε εκ του πρώτου πανικού των, ώστε ν' ακολουθήσωσι μακρόθεν την θλιβεράν πομπήν. Ο είς τούτων, ο αγαπημένος μαθητής, γνωστός ίσως εις τον οίκον του Αρχιερέως ως νέος αλιεύς εκ της λίμνης της Γαλιλαίας, είχεν εύρη εύκολον την είσοδον, χωρίς ν' αποπειραθή να κρύψη τας συμπαθείας του ή την ταυτότητά του. Όχι όμως ο έτερος. Άγνωστος, και Γαλιλαίος, ανεχαιτίσθη εις την θύραν υπό της παιδίσκης της θυρωρού. Καλλίτερον, πολύ καλλίτερον, ο αποκλεισμός του να ήτο οριστικός. Διότι ήτο νυξ ταραχής, τρόμου και υποψίας· και ο Πέτρος ήτο ασθενής, και η σφοδρά αγάπη του ήτο μεμιγμένη μετά φόβου, και όμως ερριψοκινδύνευεν εντός αυτής της φωλεάς των ασπόνδων εχθρών. Αλλ' ο Ιωάννης, λυπηθείς διά τον αποκλεισμόν εκείνου, και κρίνων ίσως περί της σταθερότητος του φίλου του εκ της ιδικής του, μετήλθε την επιρροήν του όπως επιτύχη την εισαγωγήν του Πέτρου. Μετ' απερισκέπτου θρασύτητος, και κρύπτων τας καλλιτέρας αφορμάς αίτινες τον είχον φέρει εκείσε, ο Πέτρος αν και είχε νουθετηθή ήδη, αλλά μάτην, προέβη εν τη αυλή προς την ανθρακιάν την καίουσαν εν τω κέντρω, και εκάθισεν εις το μέσον των υπηρετών των Ιερέων, ενώπιόν των οποίων ο Κύριός του την στιγμήν εκείνην δέσμιος είχε προσαχθή υπό κατηγορίαν θανάτου.
Η παιδίσκη η θυρωρός, αφού εισήγαγεν όλους τους ενδιαφερομένους, επλησίασε και αυτή προς την ανθρακιάν, και προσήλωσε το όμμα προς τον αμφίβολον ξένον, καθώς εκείνος εκάθισε «προς το φως», κατά τον Μάρκον, όπερ δεικνύει το θράσος και την απερισκεψίαν του Πέτρου, και τότε, αναγνωρίσασα τούτον ότι τον είχε και άλλοτε ιδεί, ανέκραξε, «Και συ ήσθα μετά του Ιησού του Γαλιλαίου». Ο Πέτρος ήτο αφύλακτος. Κατά την περίοδον ταύτην του βίου, το ευμετάβολον της φύσεώς του υπέκειτο πάντοτε εις διάπλασιν κατά την επίδρασιν της στιγμής, και μετέβαινεν ευκόλως εις τας εμπαθείς ακρότητας. Ο χαρακτήρ του ήτο ομαλώς ανώμαλος, κατά την Αριστοτέλειον φράσιν. Πολύ, πολύ ύστερον, ευρίσκομεν όλως απροσδόκητον επιβεβαίωσιν της πιθανότητος του θλιβερού τούτου επεισοδίου της ζωής Του, εν τη προθυμία μεθ' ης υπεχώρησεν εις τας γνώμας του Αποστόλου των Εθνών, και τη ίση ευκολία μεθ' ης ψευδής αισχύνη, και ο φόβος «των από της περιτομής», τον έκαμαν πάλιν να γνωσιμαχήση προς χάριν των «από Ιακώβου ελθόντων». Και ούτω συνέβη ώστε η απλή εκ περιεργίας ερώτησις μιας πολυπράγμονος παιδίσκης τον επτόησεν εις ταχείαν άρνησιν του Κυρίου του. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον, έκραξεν· ουκ επίσταμαι τι λέγεις». Αναμφιβόλως, την στιγμήν εκείνην, το μέσον τούτο παρουσιάσθη εις αυτόν απλώς ως συνετή υπεκφυγή εξ ανωφελούς κινδύνου. Αλλ' ήλπιζε να σταματήση εκεί; Οίμοι, άπαξ ν' αρνηθή τις είνε πάντοτε ως ν' αρνηθή τρις· και έν ψεύδος είνε ως λίθος κυλισθείς εις την κατωφέρειαν του όρους, όστις γίνεται ανέφικτος και άφθαστος εις τον κυλίσαντα.
Προς στιγμήν ίσως η άρνησίς του έγεινεν αποδεκτή, καθό δημοσία και εμφαντικώς γενομένη. Αλλά τούτο υπέδειξεν αυτώ τον κίνδυνον. Μετ' ενόχου συνειδήσεως παραμερίζει τότε από την λάμπουσαν πυράν υπό τον θολωτόν πυλώνα της αυλής, καθώς το λάλημα του αλέκτορος πλήττει το ους του. Η ανακωχή υπήρξε βραχεία δι' αυτόν. Η θυρωρός, ήτις είχε και καθήκον να εφιστά την προσοχήν επί τους υπόπτους ξένους, είχε φλυαρήσει, ως φαίνεται, περί αυτού προς την θεραπαινίδα ήτις την είχεν αναπληρώσει πλησίον της θύρας. Άλλοι τινές αργοί ίσταντο εκεί πέριξ, και η δευτέρα αύτη παιδίσκη τον υπέδειξεν εις τούτους. «Και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου». Έν ψεύδος εφαίνετο είπερ ποτέ αναγκαιότερον τώρα, και διά να εξασφαλισθή από πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως, επεβεβαίωσε τούτο δι' όρκου. Αλλά τώρα η φυγή εφαίνετο αδύνατος, διότι μόνον θα εκράτυνε τας υποψίας· όθεν μετ' απηλπισμένης, σκοτεινής αποφάσεως και πάλιν επλησίασεν εις τον εχθρικόν και καχύποπτον όμιλον τον πέριξ του πυρός.
Ολόκληρος ώρα παρήλθε· δι' αυτόν πρέπει να υπήρξε φοβερά ώρα και αλησμόνητος. Η ιδιοσυγκρασία του Πέτρου ήτο πολύ νευρική και παράφορος, ώστε να μη δύναταί ποτε να εύρη άνεσιν υπό την νέαν περιπλοκήν της αχαριστίας και του ψεύδους. Εάν μείνη σιωπών μεταξύ των αυλικών τούτων των αρχιερέων, προδίδεται διά της ανησύχου αυτοσυνειδησίας πονηρού μυστικού, μάτην προσπαθών να προσποιηθή αδιαφορίαν· εάν θελήση να ομιλήση αδιαφόρως δήθεν, προδίδεται από την Γαλιλαϊκήν προφοράν του. Είνε πρόδηλον ότι, μεθ' όλην την άρνησιν και τον όρκον του, εκείνοι δυσπιστούσι και τον περιφρονούσι· και τέλος είς των υπηρετών του Αρχιερέως, συγγενής του Μάλχου του τραυματισθέντος, και πάλιν μετά πεποιθήσεως τον κατηγόρησεν ότι ήτο μετά του Ιησού εν τω κήπω, και προς απόδειξιν τούτου επεκαλέσθη την ληρυγγώδη επαρχιακήν διάλεκτον την οποίαν ωμίλει ο Πέτρος. «Και γαρ Γαλιλαίος ει, και η λαλιά σου δήλον σε ποιεί». «Άνθρωπε, είπεν ο Πέτρος, ουκ ειμί εξ αυτών». Οι άλλοι εν χορώ υπεστήριξαν την κατηγορίαν. Ή έπρεπε να επιμείνη, ή έχανε παν ό,τι εφαίνετο να είχε κερδίσει. Ίσως μία ακόμη προσπάθεια θα τον απήλλαττεν από τας οχληράς ταύτας αιτιάσεις, και θα τον καθίστα ικανόν να περιμένη και ίδη το τέλος. «Τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι, ουκ οίδα τον άνθρωπον». Και κατά την ολεθρίαν ταύτην στιγμήν της ενοχής, ήτις θα ηδύνατο ίσως να είνε δι' αυτόν στιγμή αποστασίας τόσον απαισία όσον η του μαθητού του άλλου, κατ' εκείνην την στιγμήν, ενώ αι αναίσχυντοι αύται αραί και οι όρκοι εδόνουν ακόμη τον αέρα, ο αλέκτωρ εφώνησε, και την ιδίαν στιγμήν, ακούσας τους τελευταίους τόνους των ψευδών εκείνων όρκων, ή διά της ανοικτής θύρας της στοάς του δικαστηρίου, ή καθώς απήγετο περαιτέρω της περί την ανθρακιάν ομάδος μέσον της αυλής, με αποτόμους ωθήσεις και με βαναύσους σαρκασμούς, με κτυπήματα και με εμπτύσματα, ο Κύριος, ο Κύριος εν τη αγωνία της ταπεινώσεώς Του, εν τω μεγαλείω της σιωπής Του, ο Κύριος εστράφη και έρριψε βλέμμα επί τον Πέτρον. Μακάριοι εκείνοι εφ' ους, όταν εν λύπη επιβλέπη, ο κύριος επιβλέπει άμα και μετ' αγάπης! Ήρκεσε τούτο ως βέλος εις τα μύχια της ψυχής του έπεσε το άφωνον εύγλωττον βλέμμα της λύπης εκείνης και της μομφής. Τούτο ήρκεσεν. Εάν ο άγγελος της Αθωότητος τον είχε καταλίπει, ο άγγελος της Μεταμελείας τον προσέλαβεν, ύψωσε την άκραν του ιματίου του, έκρυψε το πρόσωπόν του, και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς, έκλαυσε και απέπλυνε το σφάλμα του, έκλαυσε και ανεγεννήθη, έκλαυσε, και ητοιμάσθη ν' ακολουθήση τον δεσπότην Του, αμετακλήτως την φοράν ταύτην, «και εις φυλακήν και εις θάνατον», εις θάνατον σταυρικόν.
Το έγκλημα τούτο, το διαπραχθέν εναντίον Του υπό του ανθρώπου όστις πρώτος Τον είχε κηρύξει ως τον Χριστόν, όστις είχε περιπατήσει πλησίον Του επί της τρικυμιώδους θαλάσσης, όστις είχεν ελκύσει υπέρ Αυτού την μάχαιραν εν Γεθσημανή, όστις είχε βεβαιώσει μετά τόσης σφοδρότητος ότι θ’ απέθνησκε μετ' Αυτού μάλλον ή να Τον αρνηθή — την άρνησιν ταύτην, επικυρουμένην δι' αρών και όρκων, ήκουσεν ο Ιησούς ευθύς μετά την εις θάνατον κατάκρισίν Του, και εν αυτή τη αρχή του πρώτου τρομερού κατ' Αυτού εμπαιγμού. Διότι, εις την φυλακήν όπου είχε σταλή διά να περιμείνη την ανατολήν της ημέρας, όλη η αμαθής κακοβουλία του θρησκευτικού μίσους, όλη η στενοκέφαλος χυδαιότης του κτηνώδους πείσματος, όλη η έμφυτος σκληρότης της χαμερπούς δουλοφροσύνης, εξαπελύθησαν εναντίον Του. Αυτή η πραότης και η σιωπή Του, αυτό το μεγαλείον Του, το άσπιλον της αθωότητός Του, το μέγεθος της φήμης του, πάσα θεία περίστασις και ιδιότης ήτις Τον ανεβίβαζεν εις ύψος τόσον αμετρήτως υπέρτερον υπέρ τους διώκτας Του, όλα ταύτα τον καθίστων προσφυέστερον θύμα διά την χαμερπή και διαβολικήν θηριωδίαν των. Τον ενέπτυον, Τον ερράπιζον, Τον εκολάφιζον εν τη γονιμώτητι της σατανικής φαντασίας των, επενόησαν κατ' Αυτού είδος παιγνιδίου Καλύπτοντες δι' οθύνης την κεφαλήν και τους οφθαλμούς Του, Τον έτυπτον επανειλημμένως, και είτα έλεγον, «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις εστιν ο παίσας Σε». Ούτω διέτριψαν τας σκοτεινάς ψυχράς ώρας μέχρι της πρωίας, εκδικούμενοι κατά της μακροθυμίας Του διά την παρούσαν ευτέλειάν των και διά τον προηγούμενον τρόμον των· κ' εκεί εν τω μέσω του αγρίου εκείνου πανδαιμονίου, ο Υιός του Θεού, δέσμιος και ακίνητος, ίστατο εν τη μακρά σιωπηλή αγωνία Του, ανυπεράσπιστος και μόνος. Ήτο ο πρώτος κατ' Αυτού περίγελως, ο χλευασμός Του ως Χριστού· ήτο ο Κριτής υπό κρίσιν, ο Άγιος ως κακούργος, δεσμώτης ο Ελευθερωτής.
Τέλος αι άθλιαι ώραι παρήλθον, και το λυκαυγές ωχρίασε, και η πρωία ανέτειλε επί της αξιομνημονεύτου εκείνης ημέρας. Και άμα τη αυγή (διότι ούτως εκέλευεν ο Προφορικός Νόμος, και οι καταπατούντες πάσαν δικαιοσύνην και πάντα έλεον, ήσαν λεπτολόγοι ως προς τα μικρά και ελάχιστα) ο Ιησούς προσήχθη εις την στοάν την κατά τα νοτιοαναλικά του Ναού, όπου όλον το Συνέδριον είχε συγκληθή, διά την τρίτην πραγματικήν, αλλά πρώτην επίσημον και νομικήν δίκην Του. Σχεδόν όλοι (επειδή υπήρχον αι εξαιρέσεις του Νικοδήμου και του Ιωσήφ του από Αριμαθείας, ίσως και του Γαμαλιήλ του εγγόνου του Ιλλήλ) ήσαν αδυσώπητοι υπέρ του θανάτου Του. Εκεί ήσαν οι Ιερείς, των οποίων την πλεονεξίαν και ιδιοτέλειαν είχεν αποδοκιμάσει· εκεί οι Πρεσβύτεροι, των οποίων την πλεονεξίαν είχε στιγματίσει· εκεί οι Γραμματείς, των οποίαν την αμάθειαν είχε στηλιτεύσει· και χείριστοι πάντων, οι φιλόκοσμοι, άπιστοι, ψευδοφιλόσοφοι Σαδδουκαίαι, πάντοτε οι σκληρότεροι και κινδυνωδέστεροι των πολεμίων, των οποίων την κενήν σοφίαν τόσον αυστηρώς είχε συγχύσει Εκείνος. Όλοι ούτοι ήσαν σφόδρα υπέρ του θανάτου Του· όλοι έμπλεοι αποστροφής κατά της απείρου εκείνης αγαθότητος· όλοι φλέγοντες εκ μίσους κατά φύσεως αγνοτέρας υπέρ πάσαν την οποίαν θα ηδύναντο ποτε κατά διάνοιαν και φαντασίαν συλλάβωσι. Και όμως το έργον των προσπαθούντων να κατορθώσωσι τον όλεθρόν Του δεν ήτο εύκολον. Οι Ιουδαϊκοί μύθοι περί του θανάτου Του εν τω Ταλμούδ, αναισχύντως ψευδείς απ' αρχής μέχρι τέλους, λέγουσιν ότι επί τεσσαράκοντα ημέρας, καίτοι εγίνετο κλήσις δημοσία διά κήρυκος, ουδέ έν πρόσωπον προσήλθε, κατά το έθος, να υποστηρίξη την αθωότητά Του, και ότι επομένως κατ' αρχάς ελιθοβολήθη ως πλάνος και διαφθορεύς του λαού, και είτα εκρεμάσθη επί του επαράτου δένδρου. Το αληθές είνε ότι το Συνέδριον δεν είχεν εξουσίαν να επιβάλη θάνατον, και αν δε οι Φαρισαίοι ηδύναντο να σφετερισθώσι ταύτην διά ταραχώδους στάσεως, ως ύστερον έπραξαν διά τον Στέφανον, οι ολιγώτερον φανατικοί και πλέον κοσμοπολίται Σαδδουκαίοι ολιγώτερον διέκειντο να πράξωσι τούτο. Προς το παρόν είχον μόνον εναντίον Του κατηγορίαν επί βλασφημία, βασιζομένην επί ομολογίας αποσπασθείσης απ' Αυτού υπό του Αρχιερέως, καθ' ον χρόνον οι ψευδομάρτυρες των απετύγχανον. Υπήρχον πολλαί παλαιαί κατηγορίαι κατ' Αυτού, εφ' ων δεν ηδύναντο να βασισθώσιν. Αι αθετήσεις του Σαββάτου, ως τας απεκάλουν, εσχετίζοντο όλαι με θαύματα, και τους έφερον άρα επί κινδυνώδους εδάφους. Η απόρριψις της στοματικής παραδόσεως εμπεριείχε ζήτημα εφ' ου οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι ήσαν εν θανασίμω έχθρα. Η αξιωματική παρ’ Αυτού αποκάθαρσις του Ναού δυνατόν να εθεωρείτο μετ' ευνοίας υπό τε του λαού και των Ραββίνων. Η κατηγορία περί απορρήτου κακής διδασκαλίας είχεν αναιρεθή διά της δημοσιότητος της ζωής Του. Η επί φανερά αιρέσει μομφή είχε καταπέσει δι' έλλειψιν μαρτυρίας. Το προκείμενον ενώπιόν των πρόβλημα ήτο η μετατροπή της θρησκευτικής επί βλασφημία κατηγορίας εις πολιτικήν κατηγορίαν επί προδοσία· Αλλά πώς ηδύνατο τούτο να κατορθωθή; Ουδέ το ήμισυ των μελών του Συνεδρίου είχε παρευρεθή εις την εσπευσμένην, νυκτερινήν και διά τούτο έκθεσμον συνεδρίαν εν τη οικία του Καϊάφα· αλλ’ όμως εάν έμελλον όλοι να Τον καταδικάσωσιν δι' επισήμου αποφάσεως, έπρεπεν όλοι ν' ακούσωσι τι εφ' ου να βασανίσωσι την ψήφον των. Εις απάντησιν προς τον εξορκισμόν του Καϊάφα, πανδήμως είχεν ομολογήσει ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Η δευτέρα των δηλώσεων τούτων θα ήτο άνευ εννοίας ως κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου των Ρωμαίων· αλλ' εάν επανελάμβανε την πρώτην, θα ηδύναντο να την διαστρέψωσιν εις τι πολιτικώς στασιαστικόν. Αλλά δεν θα την επανελάμβανε, μεθ' όλην την επιμονήν των, διότι εγίνωσκεν ότι ούτοι εκ προθέσεως θα την διέστρεφον, και διότι προφανώς έπραττον εναντίον των κανόνων και των παραδόσεών των, αίτινες απήτουν ίνα πας υπόδικος ως αθώος θεωρείται πριν η ενοχή του αποδειχθή.
Ίσως, καθώς εκάθηντο εκεί, με τον Βασιλέα των δέσμιον και ανυπεράσπιστον εν τω μέσω, είς ή δύο εκ των πρεσβυτέρων τη ηλικία, θα ενθυμήθησαν την παλαιάν πρόρρησιν του Σαμίου, ότι αυτός ο Ηρώδης ενώπιόν του οποίου αυτοί έτρεμον, θα εγίνετο μίαν ημέραν ο υπουργός της θείας δίκης εναντίον αυτών. Οποία αντίθεσις σήμερον! Αυτοί ήσαν θορυβοποιοί, ο Βασιλεύς των εσιώπα· αυτοί ισχυροί ο Βασιλεύς των ανυπεράσπιστος· αυτοί ένοχοι, ο Βασιλεύς των θεσπεσίως αθώος· αυτοί λειτουργοί της επιγείου οργής, ο Βασιλεύς των διαιτητής της θείας δίκης.
Αλλά τέλος, όπως δώση πέρας εις σκηνήν αθλίαν και άχαριν άμα, ο Ιησούς ωμίλησεν. «Εάν είπω υμίν, ου μη πιστεύσητε· και εάν ερωτήσω υμάς, ουκ αποκριθήσεσθέ Μοι». Διά να μη έχωσι δε πρόφασιν ότι δήθεν δεν ενόησαν, με τόνον πανδήμου νουθεσίας προσέθηκε, «Πλην απάρτι ο Υιός του Ανθρώπου καθεσθήσεται εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού». Εκείνοι όλοι ανέκραξαν, «Ει Συ ει ο Υιός του Θεού;» «Υμείς λέγετε», απήντησε διά φράσεως με την οποίαν ήσαν εξωκειωμένοι, και της οποίας πλήρη την σημασίαν αντελαμβάνοντο. Και τότε και αυτοί, ως ο Καϊάφας πρότερον, ανέκραξαν, «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; ημείς αυτοί ηκούσαμεν εκ του στόματος Αυτού». Και ούτω εις την τρίτην ταύτην καταδίκην υπό της Ιουδαϊκής εξουσίας, καταδίκην την οποίαν ενόμιζον ότι ο Καϊάφας απλώς θα επικύρου, και ούτω θα κατεπράυνε το καίον μίσος των απέληξεν το τρίτον στάδιον της δίκης του Κυρίου ημών. Και μετά την απόφασιν ταύτην φαίνεται να επήλθε δεύτερος προπηλακισμός ομοιάζων με τον πρώτον, αλλ' υβριστικώτερος ακόμη, και δυσφορητότερος του πρώτου, όσω μάλλον οι χλευασμοί Ιερέων, Πρεσβυτέρων, και Σαδδουκαίων είνε απεχθέστεροι ή των μισθάρνων και υπηρετών.
Τρομερώς επέσκηψεν η θεία δίκη επί του κυρίως δράστου εις τα χθαμαλώτερα της ανομίας ταύτης στάδια. Αναμφιβόλως καθ' όλας τας ώρας εκείνας ο Ιούδας υπήρξεν ασφαλής θεατής παντός του συμβεβηκότος, και όταν η πρωία ανέτειλε, κ' εκείνος έμαθε την απόφασιν των Ιερέων και του Συνεδρίου, και είδεν ότι ο Ιησούς παρεδίδετο προς σταύρωσιν εις τον Ρωμαίον πραίτωρα, ήρχισε να αναμετρή ό,τι είχε πράξει. Υπάρχει εν μεγάλω εγκλήματι φοβερώς ελλαμπτική δύναμις. Παρά τω Ιούδα, ως παρά πολλοίς άλλοις, η διάνοιξις εκείνη των οφθαλμών ήτις ακολουθεί μετά την διάπραξιν φοβερού αμαρτήματος, εις ό πολλαί άλλαι αμαρτίαι ωδήγησαν, τον έφερεν από της τύψεως του συνειδότος εις την απόγνωσιν, από της απογνώσεως εις την απόνοιαν, από της απονοίας εις την αυτοχειρίαν. Εάν προσήρχετο, και τότε ακόμη, να πέση εις τους πόδας του Κυρίου και Σωτήρος του, και να ζητήση την άφεσιν, καλώς θα είχεν. Αλλά φευ! απήλθε προς τους προστάτας και συνενόχους του εγκλήματός του. Παρ' αυτοίς δεν εύρεν έλεος, ούτε συμβουλήν. Απήντησαν εις την διαμαρτυρίαν του διά ψυχράς αδιαφορίας και περιφρονήσεως. «Ήμαρτον, έκραξεν, παραδούς αίμα αθώον». Επερίμενε παρ' αυτών να παρηγορήσωσι την αγωνίαν του, να συμμερισθώσι την μομφήν της ενοχής του, να δικαιώσωσι την μεταμέλειάν του; «Τι προς ημάς; Συ όψη». Αύτη ήτο η άκαρδος απάντησις την οποίαν κατεδέχθήσαν να ρίψωσι προς τον δυσδαίμονα προδότην, τον οποίον είχον δεξιωθή, είχον εγκαρδιώσει και παρωτρύνει εις την άτιμον πράξιν. Ο Ιούδας ησθάνθη ότι δεν εσήμαινε πλέον τίποτε· ότι εν τη ενοχή δεν υπάρχει το δυνατόν του αμοιβαίου σεβασμού, ουδέ βάσις προς αίσθημά τι ειμή την αμοιβαίαν αποτροπίασιν. Τα ευτελή τριάκοντα αργύριά του ήσαν το μόνον το οποίον θα εκέρδιζε. Δι' αυτά είχε πωλήσει την ψυχήν του· και αυτά δεν ήθελε τα χαρή περισσότερον ή όσον εχάρει ο Αχαάβ τον κήπον τον οποίον είχεν αρπάσει. Ρίψας τα αργύρια εντός του Ναού, όπου εκείνοι οι ανίεροι εκάθηντο, και όπου αυτός ο βέβηλος δεν ηδύνατο να εισέλθη, έτρεξεν εις την άπελπιν μόνωσιν, εξ ης δεν ήτο προωρισμένος να επανέλθη ζων. Εκεί εκρεμάσθη, και η παράδοσις δεικνύει ακόμη εν Ιερουσαλήμ το έρημον, φασματώδες, ανεμόπληκτον δένδρον, το οποίον καλείται το Δένδρον του Ιούδα. Κατά τον θεόπνευστον συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, το σχοινίον φαίνεται ότι εκόπη υπό του βάρους, ο δε Ισκαριώτης έπεσεν, ερράγη μέσος, και εξήμεσε τα ίδια εντόσθια.
Οι αρχισυνωμόται, εν τη ιεροψευδεί λεπτολογία των, δεν ηθέλησαν να ρίψωσι τα τριάκοντα αργύρια εις τον Κορβανάν ή το ιερόν ταμείον, επειδή ήσαν τιμή αίματος. Συμβούλιον δε λαβόντες, ηγόρασαν τον Αγρόν του Κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις. Διό εκλήθη ο Αγρός εκείνος Ακελδαμά, ήτοι αγρός Αίματος, έως της σήμερον· μέρος ρυπαρόν, απαίσιον και φρικώδες.
ΚΕΦΑΛΑ10Ν Ξ'. Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου
«Επί Ποντίου Πιλάτου». — Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου. — Το αόρατον της κατηγορίας. — «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» — «Τι εστιν αλήθεια;» — Πρώτη αθώωσις. — Αγριότης των Ιουδαίων. — Ο Ιησούς ενώπιον του Ηρώδου. — Ιησούν ή τον Βαραββάν; — «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν». — Η μαστίγωσις. — Ο Αγκάθινος Στέφανος. — «Ίδε ο Άνθρωπος». — «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμί Καίσαρα». — Ο φόβος του Πιλάτου. — Απονίπτει τας χείρας. — «Το αίμα Αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών». — Η πλήρωσις της αράς.
«Σταυρωθέντα υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». — Ούτω εν τω Συμβόλω της Χριστιανικής Πίστεως φέρεται απαίσιον το όνομα του Ρωμαίου Πραίτωρος, το παραδεδομένον εις αιωνίαν αράν και μίσος. Και όμως ο σκοπός της εισαγωγής του ονόματος τούτου δεν ήτο να υποδειχθή ηθικόν τι συμπέρασμα, αλλά μόνον να προσδιορισθή εποχή τις· και, πράγματι, εξ όλων των πολιτικών και θρησκευτικών αρχόντων ενώπιον των οποίων ο Ιησούς προσήχθη εις δίκην, ο Πιλάτος ήτο ο ολιγώτερον ένοχος επί πονηρία ή έχθρα, ο προθυμότερος δε, αν όχι να φεισθή της αγωνίας Του, τουλάχιστον να σώση την ζωήν Του.
Ποίος τις άνθρωπος ήτο εκείνος, εις τας χείρας του οποίου ετέθη, ως ήτο δεδομένον άνωθεν, η ζωή του Σωτήρος; Περί της περιελεύσεώς του και περί των προηγουμένων του προς του 26 μ. Χ. έτους, ότε κατέστη ο έκτος πραίτωρ της Ιουδαίας, ολίγα είνε γνωστά. Κατά τον βαθμόν ανήκε εις την ιππικήν τάξιν και ώφειλε τον διορισμόν του εις την επιρροήν του Σεϊανού. Το όνομά του Πόντιος φαίνεται να υποδεικνύη Σαμνιτικήν καταγωγήν· το επώνυμόν του Πιλάτος υπεμφαίνει στρατιωτικήν γενεαλογίαν. Προωνύμιον, εάν είχε, δεν διεσώθη. Εν Ιουδαία είχεν ενεργήσει μεθ' όλης της αλαζονικής σκληρότητος του τυπικού Ρωμαίου διοικητού. Μόλις είχεν εγκαθιδρυθή ως Προκουράτωρ, όταν, επιτρέψας εις τους στρατιώτας του να φέρωσι μεθ' εαυτών διά νυκτός τους αργυρούς αετούς και άλλα σήματα των λεγεωνών από Καισαρείας εις την Αγίαν Πόλιν, προυκάλεσε μανιώδη την έκρηξιν του ιουδαϊκού αισθήματος εναντίον μιας πράξεως την οποίαν εθεώρουν ως ειδολολατρικήν βεβήλωσιν. Επί πέντε ημέρας και νύκτας, πολλαχού κείμενοι πρηνείς επί του εδάφους του γυμνού, περιεκύκλουν και σχεδόν εφώρμων κατά του καταλύματός του εν Καισαρεία, με θορυβώδεις και απειλητικάς διαμαρτυρίας και δεν επείσθησαν ν' απόσχωσι κατά την έκτην, ουδέ προ του κινδύνου αδιακρίτου σφαγής υπό των στρατιωτών τους οποίους είχε στείλη να τους περικυκλώσωσι. Τότε κατηφής υπεχώρησε, και η πρώτη αύτη πείρα της φανατικής διαθέσεως του λαού με τον οποίον είχε να πράξη μεγάλως συνετέλεσε να δηλητηριάση την όλην διοίκησίν του δι' αισθήματος υπερβαλλούσης αηδίας.
Η στάσις των Ιουδαίων κατά τινα δευτέραν ευκαιρίαν ήτο ίσως ολιγώτερον δικαιολογημένη, αλλά θα ηδύνατο ευκόλως ν' αποτραπή, εάν ο Πιλάτος είχεν εκμελετήσει τον χαρακτήρα των ολίγω προσεκτικώτερον, και έτρεφε περισσότερον σέβας εις την δεσπόζουσαν τούτων δεισιδαιμονίαν. Επειδή η Ιερουσαλήμ έπασχε πάντοτε εκ λειψυδρίας, ο Πιλάτος επεχείρησε να κτίση υδραγωγείον, από των Λάκκων του Σολομώντος. Επειδή δε εθεώρει τούτο ως δημοσίας ευεργεσίας υπόθεσιν, μετεχειρίσθη τινά των χρημάτων των από του Κορβανά ή του ιερού θησαυροφυλακείου· πλην ο λαός εξηγέρθη μανιώδης εναντίον του επί τη καταχρήσει ταύτη του ιερού θησαυρού. Ο Πιλάτος τότε μετημφίεσε πληθύν τινα στρατιωτών εν ιουδαϊκώ σχήματι, και έπεμψε τούτους μεταξύ του όχλου, μετά μαχαιρών και ροπάλων κεκρυμμένων υπό τα ενδύματά των, διά να τιμωρήσωσι τους αρχιστασιώτας. Τότε εφόνευσαν ουκ ολίγους εκ των ενόχων και των αθώων, εν δε τη συγχύσει και τη ταραχή πολλοί κατεπατήθησαν και απέθανον υπό τους πόδας του τρομάξαντος όχλου. Ούτω ο Πιλάτος έδωκεν επισήμως εις τους στρατιώτας το παράδειγμα της πολιτικής δολοφονίας. Εκτός των δύο τούτων στάσεων του λαού, και άλλης τρίτης, την οποίαν διηγείται ο Φίλων, ακούομεν εκ των Ευαγγελίων περί τινος στάσεως, καθ' ην ο Πιλάτος ανέμιξε το αίμα των Γαλιλαίων με τας θυσίας των.
Τοιούτος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος, τον οποίον αι πομπαί και οι κίνδυνοι της μεγάλης ενιαυσίου εορτής είχον καλέσει από της συνήθους του έδρας εν Καισαρεία τη Φιλίππου εις την πρωτεύουσαν του έθνους το οποίον απεστρέφετο, και εις το κέντρον του φανατισμού τον οποίον περιεφρόνει. Εν Ιερουσαλήμ κατείχεν έν των δύο παλατίων τα οποία είχον εγερθή αυτόθε υπό της αρχιτεκτονικής ασωτίας του πρώτου Ηρώδου. Έκειτο εν τη Άνω Πόλει, νοτιοδυτικώς του Λόφου του Ναού, και εκαλείτο το Πραιτώριον του Ηρώδου, ήτο δε πολυτελέστατον, και άξιον του εκστατικού θαυμασμού του Ιωσήπου. Αλλ' όμως ούτε ο Πιλάτος ούτε οι προκάτοχοι του το εχαίροντο διά πολύν καιρόν. Ο φανατισμός του λαού καθίστα την εν Ιερουσαλήμ διαμονήν πολύ ανιαράν δι' αυτούς. Μόνον κατά τας μεγάλας Ιουδαϊκάς εορτάς ότε ήτο πιθανόν να διαταραχθή η τάξις, ήσαν ηναγκασμένοι να διατρίβωσιν επ' ολίγας ημέρας εν Ιερουσαλήμ, το δε μεγαλοπρεπές παλάτιον ήτο κτισμένον ως επί σωρευμένης λάβας υφαιστείου.
Εντός του παλατίου τούτου, επί ομοίου του οποίου εις τας ημέρας της ελευθερίας Του δεν είχε πατήσει ο Θεάνθρωπος, ήρχισεν, εις τρεις διακεκριμένας πράξεις, το τέταρτον στάδιον της ταραχώδους εκείνης σκηνής, ήτις προηγήθη της τελευταίας αγωνίας του Χριστού. Ήτο διάφορον παρά την ματαίαν εξέτασιν του Άννα, την προς ομολογίαν εκβίασιν του Καϊάφα, την έκνομον του Συνεδρίου απόφασιν· διότι εδώ ο δικαστής Του ήτο εύνους προς Αυτόν, και με όλην την δύναμιν ασθενούς υπερηφανείας, με όλην την τόλμην ενόχου ανανδρίας, με όλον τον έλεον του οποίου αιμοχαρής φύσις είνε δεκτική, προσεπάθησε να Τον απαλλάξη. Η τελευταία αύτη δίκη είνε πλήρης πάθους και κινήσεως· εμπεριέχει τριπλήν μεταβολήν σκηνής, τριπλήν κατηγορίαν, τριπλήν αθώωσιν υπό των Ρωμαίων, τριττάς διαμαρτυρίας και επιμονήν των Ιουδαίων και νουθεσίαν προς τον Πιλάτον, και τριττάς προσπαθείας εκ μέρους του υπέρ απαλλαγής του θύματος.
Ήτο πιθανώς περί την πρώτην ώραν της ημέρας (7 π. μ), ότε, φρονούντος ότι εκπτοούσι τον Πραίτωρα διά του αριθμού και της αξιοπρεπείας των, η επιβάλλουσα πομπή των Συνέδρων και Ιερέων, ηγουμένου αναμφιβόλως του Καϊάφα αυτού, ωδήγησαν τον Ιησούν, με σχοινίον περί τον λαιμόν (τοιαύτη είνε η αρχαία παράδοσις της Εκκλησίας, και ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει εις τούτο την αρχήν του φαιλονίου διά τους επισκόπους και ιερείς) από της αιθούσης των συνελεύσεών των, διά της μακράς οδού, ενώπιον πάσης της πόλεως, θέαμα αγγέλοις και ανθρώποις.
Ταραχθείς εκ του εωθινού της ώρας, και υποπτεύων ίσως Πασχάλιόν τινα αταξίαν σοβαρωτέραν του συνήθους, ο Πιλάτος εισήλθεν εις το Κριτήριον, όπου ο Ιησούς είχε προσαχθή, εν συντροφία, ως φαίνεται πρόδηλον, τινών εκ των κατηγόρων Του, και των βαθύτερον ενδιαφερομένων εν τη δίκη Του. Επειδή κατά τον βαθμόν ήτο Προκουράτωρ, ο Πιλάτος δεν είχε καίστωρα ή ανακριτήν, και διά τούτο ήτο υποχρεωμένος να κρίνη όλας τας δίκας μόνος του. Εν τη περιστάσει ταύτη ευλόγως ηρνήθη ν' αναλάβη την ευθύνην της θανατώσεως χωρίς να συμμετάσχη της δίκης, ότε μη θέλων να γείνη τυφλόν όργανον της δεισιδαιμονίας της Ιουδαϊκής.
Αλλ' οι μεγάλοι Ιουδαίοι ιεράρχαι, απέχοντες από του λειτουργικού μιάσματος, αλλ' όχι από του αίματος — φοβούμενοι διά την ζύμην, αλλ' όχι το αθώον αίμα — δεν ηθέλησαν να εισέλθωσιν εις την αίθουσαν του Εθνικού, «ίνα μη μιανθώσιν, αλλ' ίνα φάγωσι το Πάσχα». Μετά τινος δυσθυμίας, αλλ' εν συγκαταβάσει προς ό,τι εθεώρει ως ευτελή δεισιδαιμονίαν υποδεεστέρας φυλής, ο Πιλάτος εξέρχεται προς αυτούς υπό τον φλέγοντα πρωινόν ήλιον του έαρος της Παλαιστίνης. Δι' ενός βλέμματος ο Πιλάτος ενόησε τα άγρια πάθη των κατηγόρων, εθαύμασε το πράον άφατον μεγαλείον του θύματος, και η ερώτησίς του είνε αυστηρώς βραχεία: «Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» Η ερώτησις τους εξάφνισε, και έδειξεν αυτοίς ότι οφείλουσι να παρασκευασθώσι προς απροκάλυπτον ανταγωνισμόν. Ο Πιλάτος προφανώς εσκόπει δικαστικήν εξέτασιν· εκείνοι επερίμενον μόνον άδειαν να φονεύσωσι, και να φονεύσωσιν ουχί δι' ιουδαϊκής μεθόδου εκτελέσεως, αλλά δι' άλλης την οποίαν εθεώρουν ως φρικωδεστέραν και μάλλον επάρατον.
Εντεύθεν το μισητόν όνομα «ο Κρεμασμένος», το οποίον προσάπτεται εις τον Χριστόν υπό του βδελυρού και ανοήτου βιβλίου, του Ταλμούδ· και οι Χριστιανοί καλούνται «οι δούλοι του Κρεμασμένου». Οι λόγοι ους είχον όπως επιθυμώσι την σταύρωσίν Του δυνατόν να υπήρξαν πολλαπλοί, εκτός των συμφωνών αφορμών του μίσους και του φθόνου. Πρώτον, η σταύρωσις θα ητίμαζε διά πάντοτε το όνομα και την μνήμην του Ιησού· δεύτερον, θα καθίστα τας Ρωμαϊκάς αρχάς συνενόχους εν τη ευθύνη του φόνου· τρίτον, μεγάλως θα εμείου πάσαν δυνατήν πιθανότητα οχλαγωγίας υπέρ του καταδίκου.
«Ειμή ην ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν Αυτόν». Αύτη υπήρξεν η αόριστος και δολία απάντησίς των. Αλλ' ο Πιλάτος δεν θα κατεδέχετο να γείνη εκτελεστής, χωρίς να γείνη δικαστής πρώτον. «Λάβετε, είπεν, Αυτόν υμείς και κατά τον Νόμον υμών κρίνατε Αυτόν». Αλλά τώρα ούτοι βιάζονται εις την ταπεινωτικήν ομολογίαν, ότι δεν επιτρέπεται εις αυτούς δικαστικώς να θανατώσωσι· διότι ήτο γεγραμμένον εις τας αιωνίους βουλάς ότι ο Χριστός έμελλε ν' αποθάνη, ουχί δι' ιουδαϊκής λιθοβολήσεως ή στραγγαλισμού, αλλά διά της Ρωμαϊκής εκείνης ποινής, ήτις ενεποίει εις τους Ιουδαίους ανέκφραστον φρίκην, ήτοι διά σταυρώσεως· ότι έμελλε να βασιλεύση από του Σταυρού Του· ν' αποθάνη τον φοβερώτατον εκείνον θάνατον, τον δημόσιον, τον βραδύν, τον ευσυνείδητον, τον επάρατον, τον εν αγωνία· τον χείριστον των δυνατών θανάτων, και το χείριστον αποτέλεσμα της αράς εκείνης, ην έμελλε να καταργήση διά πάντοτε. Παραλείποντες άρα προς το παρόν την κατηγορίαν της βλασφημίας, ήτις δεν ήρμοζεν εις τον σκοπόν των, ερράγησαν εις τρικυμίαν προπηλακισμών εναντίον Του, εν ή ευδιάκριτοι είνε αι τριτταί κατηγορίαι ότι διαστρέφει το έθνος, ότι κωλύει την πληρωμήν των φόρων, ότι αποκαλεί Βασιλέα Εαυτόν. Και αι τρεις κατηγορίαι ήσαν καταφώρως ψευδείς, και η τρίτη ήτο τόσω ψευδεστέρα όσω εμπεριέκλειε κόκκον αληθείας. Αλλ' αφού δεν έφερον κατά του Ιησού αποδείξεις ή μαρτυρίας, ο Πιλάτος, εις ου όλην την γλώσσαν και την συμπεριφοράν είνε καταφανής η αηδία, φαρμακευομένη διά του φόβου τον οποίον οι Ιουδαίοι ενέπνεον αυτώ, καταδέχεται να λάβη υπ' όψιν την τρίτην κατηγορίαν μόνον, και θέλει να δοκιμάση αν ο υπόδικος θα ομολογήση τίποτε. Αφήσας το ανυπόμονον Συνέδριον και τον λυσσώντα όχλον επέστρεψεν εις την αίθουσαν του Κριτηρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μόνος μας διετήρησε την συμβάσαν τότε σκηνήν. Εκεί, ο Πιλάτος, αισθανόμενος ήδη παρά τω δεσμώτη ευγένειάν τινα ήτις συνεκίνει την ρωμαϊκήν φύσιν του, ηρώτησεν αυτόν μετ' οικτίρμονος θαυμασμού, «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» Συ, ο ωχρός, ο έρημος, ο άφιλος, ο κεκμηκώς και οδυνώμενος με την πενιχράν περιβολήν, με τας δεμένας χείρας και τα άτιμα ίχνη των ύβρεων των εχθρών Σου επί του προσώπου Σου και επί των ενδυμάτων Σου, &Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;& Υπάρχει μία βασιλεία την οποίαν ο Πιλάτος και οι όμοιοι αυτώ δεν δύνανται να εννοήσωσι, βασιλεία αγιότητος, υπεροχής και αυτοθυσίας. Να είπη όχι θα εσήμαινε να νοθεύση την αλήθειαν· να είπη Ναι θα εσήμαινε ν' αποπλανήση τον ερωτώντα· «Αφ' εαυτού συ λέγεις τούτο, απαντά μετ' ευγενούς αξιοπρεπείας, ή άλλοι σοι είπον περί Εμού;» «Μήτι εγώ Ιουδαίος ειμι; απαντά μετά περιφρονήσεως ο Πιλάτος. Το έθνος το Σον και αρχιερείς παρέδωκάν Σε εμοί. Τι εποίησας;»
Τι εποίησεν; έργα θαύματος, και ελέους, και δυνάμεως, και αθωότητος, και μόνα ταύτα. Αλλ' ο Ιησούς επανέρχεται εις το πρώτον ερώτημα νυν ότε παρεσκεύασε τον Πιλάτον όπως εννοήση την απόκρισιν· Ναι, είνε Βασιλεύς· αλλ' όχι εκ του κόσμου τούτου· όχι εντεύθεν· όχι Βασιλεύς υπέρ ου οι υπηρέται Του θα πολεμήσωσιν. Ουκούν Βασιλεύς ει Συ;» είπεν ο Πιλάτος προς Αυτόν εν απορία· Ναι, αλλ' όχι Βασιλεύς εις την χώραν ταύτην του ψεύδους και της σκιάς, αλλ' Είς όστις εγεννήθη ίνα μαρτυρήση υπέρ της αληθείας, και Είς τον οποίον όλοι οι όντες εκ της αληθείας οφείλουσι ν' ακούσωσι. «Τι εστιν αληθεία;» ηρώτησεν ανυπομόνως ο Πιλάτος. Τι είχε να κάμη αυτός, είς πολυάσχολος πρακτικός ρωμαίος διοικητής, με τοιαύτας αφηρημένας ιδέας; ποίαν ροπήν είχον αύται επί του ζητήματος της ζωής και του θανάτου; τι φρεναπάτη, τι φαντασία ήτον αυτή; Αλλ' όμως, καίτοι υπεροπτικώς έβαλε το ζήτημα κατά μέρος, συνεκινήθη και αυτός. Η πείρα, η γνώσις της ανθρωπίνης φύσεως, ήτις τον έκαμε να εισδύη κάπως εις τους χαρακτήρας των ανθρώπων, έδειξεν αυτώ ότι ο Ιησούς ήτο όχι μόνον αθώος, αλλ' ασυγκρίτως ευγενέστερος και καλλίτερος από τους λυσσώντας κατηγόρους Του. Εθεώρησε τον ενώπιόν του δεσμώτην ως αθώον και υψίφρονα ονειροπόλον, τίποτε περισσότερον, Και αφήσας τον Ιησούν εκεί, εξήλθε πάλιν προς τους Ιουδαίους, και απήγγειλε την πρώτην εμφαντικήν και ανενδοίαστον αθώωσιν: «Εγώ ουδεμίαν ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν».
Αλλ' η δημοσία και αποφασιστική αύτη απόλυσις μόνον ανερρίπισε την μανίαν των εχθρών Εκείνου εις αγριωτέραν ακόμη φλόγα. Έπρεπε το Θύμα τούτο, το οποίον μετά τόσου κόπου έβαλαν εις τους όνυχάς των, να σωθή από της μανίας των Αρχιερέων και αρχόντων, διά της υπερφροσύνης ή του οίκτου ενός ειδωλολάτρου υβριστού; Ήτο αφόρητον. Αι φωναί των υψώθησαν εις διαβολικώτερον ακόμη θόρυβον. Είνε πλάνος! ανεστάτωσε τον λαόν διά της διδασκαλίας Του, κατά μήκος και πλάτος της χώρας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας μέχρις ενταύθα.
Μεταξύ των συγκεχυμένων και εμπαθών τούτων κραυγών, το πρακτικόν ους του Πιλάτου συνέλαβε το όνομα της Γαλιλαίας, και ενόησεν ότι η Γαλιλαία υπήρξεν η πρώτη σκηνή της διδασκαλίας του Ιησού. Ανυπομονών να εύρη ευκαιρίαν όπως διεξαγάγη το ταχύτερον υπόθεσιν εξ ης επεθύμει να είνε ελεύθερος, εσκέφθη, μετά πολιτικής δεξιότητος, ν' απαλλαγή οχληρού και δυσμηχάνου δεσμώτου, να σωθή από δυσχερούς αποφάσεως, και να φανή περιποιητικώς προς τον μη φίλα φρονούντα τετράρχην της Γαλιλαίας, όστις ως συνήθως, είχεν έλθη εις Ιεροσόλυμα· ονόματι μεν διά να τηρήση το Πάσχα, πράγματι δε διά ν' αρέση εις τους υπηκόους του, και να χαρή τας απολαύσεις και τας εορτάς τας προσφερομένας κατά την ώραν ταύτην υπό της κοσμοπλημμυρισμένης πρωτευούσης. Κατ' ακολουθίαν ο Πιλάτος, χαίρων κρυφίως διότι απένιπτε τας χείρας από δυσχερεστάτης ευθύνης, έπεμψε τον Ιησούν προς Ηρώδην τον Αντίπαν, και ούτω, διά των πολυανθρώπων, στενών οδών, εν μέσω της χλεύης και των μυκτηρισμών του πλήθους, ο Πάσχων, ο εν πληγή ων και δυνάμενος φέρειν μώλωπας, εσύρθη και πάλιν.
Είπομεν ήδη περί Ηρώδου του Αντίπα αρκετά, και αγνοώ αν η Ιστορία, εν τη μεγάλη πινακοθήκη των εικόνων της, περιέχει μυσαρωτέραν μορφήν της του φαύλου τούτου και παναθλίου Σαδδουκαίου, του τυραννίσκου του πεπνιγμένου εις την ακολασίαν και το αίμα. Προς αυτόν απηυθύνθη η μόνη καθαρώς ονειδιστική έκφρασις την οποίαν ο Ιησούς μετεχειρίσθη ποτέ («Είπατε τη α λ ώ π ε κ ι ταύτη.»). Δεισιδαιμονία και απιστία συνήθως συμβαδίζουσι· κεκηρυγμένοι άθεοι επίστευον εις τας οιωνοσκοπίας, και οι μη πιστεύοντες εις Θεόν πιστεύουσιν εις φαντάσματα. Ο Αντίπας εχάρη να ίδη τον Ιησούν. Από πολλού επεθύμει να Τον ίδη ένεκα των φημών τας οποίας είχεν ακούσει· και ο φονεύς ούτος των προφητών ήλπιζεν ότι ο Ιησούς, χάριν φιλοφροσύνης προς την Βασιλείαν, θα ετέλει θαύμα τι όπως τέρψη την χάσκουσαν περιέργειάν του. Προσεφώνησε και ηρώτησε τον Ιησούν διά πολλών λόγων, αλλά δεν εκέρδισεν ουδέ συλλαβήν εις απάντησιν. Ο Κύριος ημών αντεμετώπισεν όλας τας μικροπρεπείς ερωτήσεις του διά του μεγαλείου της σιωπής. Προς τοιούτον άνθρωπον, ο λόγος θα ήτο βεβήλωσις. Τότε όλη η αγρία χυδαιότης του ανθρώπου εξήλθεν εις την επιφάνειαν άνω του επιχρίσματος της επιπολαίου μορφώσεως. Κατεγέλασαν τον Ιησούν, αυτός και οι νόθοι οι αυλικοί του, Τον κατεγέλασαν ως Ιερέα και ως Προφήτην. Εμπαίξας την πτωχείαν Του και την αθωότητά Του διά «λαμπράς εσθήτος» (πιθανώς λευκής), ο άνομος ηγεμονίσκος τον έπεμψεν οπίσω προς τον Πιλάτον, προς ον σχεδόν συνδιηλλάγη ήδη κατόπιν μακράς έχθρας. Πλην ηρκέσθη εις τας σκληράς ταύτας ύβρεις. Δεν έδειξεν ότι τον εθεώρει ως πταίστην, αλλ' ως πρόσωπον περιγελασμού άξιον. Απεδύθη δε επισήμως πάσαν ευθύνην ως προς την έκβασιν της δίκης. Καίτοι οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς ίσταντο περί τον θρόνον του ομοθύμως παροτρύνοντες αυτόν εις νέον και στυγερώτερον φόνον διά των κατηγοριών των, εκείνος κατ' ουσίαν έδειξεν ότι ενόμιζε τας κατηγορίας των ασυστάτους, μεταχειρισθείς ταύτας μετ' ευτραπελίας. Αύτη υπήρξεν η πέμπτη δοκιμασία του Ιησού, και η δευτέρα δημοσία αθώωσίς Του.
Και τώρα, καθώς εστάθη πάλιν ενώπιόν του αμηχανούντος και ενδοιάζοντος Πραίτωρος, ήρχισεν η έκτη, η τελευταία, η ταραχωδεστέρα και πλέον εναγώνιος φάσις της τρομεράς ταύτης εξετάξεως. Τώρα ήτο καιρός διά τον Πιλάτον να πράξη εν καθαρά πεποιθήσει, σώζων εαυτόν διά πάντοτε από της αμαρτίας του αθώου αίματος. Εξήλθε πάλιν έξω, και καθίσας επί μεγαλοπρεπούς βήματος, ίσως επί του χρυσού θρόνου του Αρχελάου, όστις ετέθη επί του υψηλού λιθοστρώτου των πολυχρόων μαρμάρων, του Γαββαθά — εκάλεσε τους Ιερείς, τους εκ του Συνεδρίου, και τον λαόν έμπροσθέν του, και σοβαρώς είπεν αυτοίς ότι είχον φέρει τον Ιησούν εις το δικαστηριόν του ως αρχηγόν στάσεως και ταραχής· ότι μετά πλήρη και ακριβή εξέτασιν, αυτός, ο ρωμαίος διοικητής των, είχεν εύρει τον δεσμώτην των απολύτως αθώον των κατηγοριών τούτων· ότι είχε πέμψει Αυτόν προς τον Ηρώδην, τον ομαίμονα βασιλέα των, και ότι κ' εκείνος ωσαύτως είχε φθάσει εις το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν είχε πράξει έγκλημα άξιον θανάτου. Και τώρα ήλθε δι' αυτόν η χρυσή ευκαιρία να διεκδικήση το μέγεθος της δικαιοσύνης της πατρίδος του, και επειδή Τον είχε κηρύξει απολύτως αθώον, να Τον αφήση απολύτως ελεύθερον. Αλλ' ακριβώς εις το σημείον τούτον αμφεταλαντεύθη και εσυνθηκολόγησεν. Ο φόβος νέας επαναστάσεως τον εβάρυνεν ως εφιάλτης. Εφάνη πρόθυμος να υποχωρήση κατά το ήμισυ διά ν' αρέση εις τους επικινδύνους τούτους σκευωρούς. Διά να τους δικαιολογήση, οιονεί, εις την κατηγορίαν των, θα επαίδευε τον Ιησούν — θα Τον εμαστίγωνε δημοσία, ως διά να καταστήση τας αξιώσεις Του γελοίας θα Τον εξηυτέλιζε, και είτα θα Τον απέλυε. Και η ιδέα αύτη του να τον απολύση τον έκαμε να ενθυμηθή έν άλλο μέσον ελικοειδούς πολιτικής. Αυτός τε και ο λαός ανελογίσθησαν ότι το είχον ως πασχάλιον έθιμον ίνα απολύη προς χάριν των ένα κατάδικον κατά την εορτήν. Προσεφέρθη άρα ν' απολύση τον Ιησούν, ως πράξιν όχι δικαιοσύνης, αλλά χάριτος.
Τοιαύτην πρότασιν εισηγούμενος, και παραιτηθείς ούτω άκων την αρίστην των προνομιών του, έπραττεν εναντίον νουθεσίας την οποίαν είχε λάβη. Η νουθεσία αύτη συνίστατο εις την βαθείαν υποψίαν, το ισχυρόν προαίσθημα, το οποίον εδέσποζεν αυτού, καθώς προσέβλεπεν εις τον κύπτοντα και σιωπώντα δεσμώτην. Αλλά τώρα ήλθε και δευτέρα νουθεσία, ήτις εις συνήθη Ρωμαίον, και Ρωμαίον ενθυμούμενον τον φόνον του Καίσαρος και το όνειρον της Καλαυορνίας, θα ηδύνατο να φανή απαισία άμα και θεόπεμπτος. Η σύζυγός του, Κλαυδία Πρόκλα, έπεμψε δημοσία μήνυμα προς αυτόν, εκεί ως εκάθητο εις το πραιτώριον, ότι εις τας πρωινάς ώρας, ότε τα όνειρα είνε αληθή, είδε τρομερόν όνειρον εν σχέσει προς τον Δίκαιον εκείνον. «Μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' Αυτόν».
Προθύμως, λίαν προθύμως, θα ενέδιδεν ο Πιλάτος εις τα ίδια αυτού προαισθήματα, και προθυμότερον ακόμη θα υπήκουεν εις τον μυστηριώδη τούτον οιωνόν. Το ότι πολλοί εκ των φανατικών εκείνων, δι' ους η στάσις ήτο αυτή η πνοή της ζωής των, θα ήσαν ειλικρινώς κατηγορούντες επί στάσει τον Ιησού ήτο, ως εγίνωσκε παράλογον. Η διαφανής υποκρισία των εις το ζήτημα τούτο επηύξανε μόνον την απροκάλυπτον κατάφρόνησίν του. Εάν ετόλμα να δείξη τα αληθή αισθήματά του, θα τους απήλαυνεν εκ του δικαστηρίου μεθ' υψηλόφρονος αδιαφορίας. Αλλ' ο Πιλάτος ήτο ένοχος, και η ενοχή είνε ανανδρία, και η ανανδρία είνε αδυναμία. Αι ίδιαι παλαιαί σκληρότητές του, τον έκαμαν να καταστείλη την ορμήν του οίκτου, και να προσθέση εις τας παλαιάς σκληρότητάς του μίαν ασυγκρίτως στυγερωτέραν. Εγνώριζεν ότι σοβαρά παράπονα υπήρχον εκκρεμή κατ' αυτού. Εκείνοι οι Σαμαρείται, τους οποίους είχεν υβρίσει και πατάξει, εκείνοι οι Ιουδαίοι, τους οποίους είχε μαχαιρώσει εν μέσω του συνωθισμού του όχλου διά των χειρών των μεταμφιεσμένων στρατιωτών του, εκείνοι οι Γαλιλαίοι, των οποίων τα αίματα είχεν αναμίξει με τας θυσίας — όλων αυτών το αίμα δεν εβόα εκδίκησιν; Δεν υπήρχε πρεσβεία παραπόνων κατ' αυτού και τώρα ακόμη;
Το σκολιόν της πολιτικής του έπιπτε κατά της ιδίας κεφαλής του, και καθίστα αδυνάτους τας ιδίας επιθυμίας του. Η νέμεσις των παρελθουσών κακουργιών του ήτο ότι δεν ηδύνατο πλέον αγαθόν να πράξη. Οι Ιερείς και οι εκ του Συνεδρίου «ανέπεισαν» τον όχλον (ή α ν έ π ε ι σ α ν), και ο όχλος παραφόρως απήτει την Πασχάλιον χάριν την οποίαν τους είχεν υπομνήσει· αλλά πράττοντες ούτω έρριψαν αποφασιστικώτερον το προσωπείον της απαισίας φύσεως του μίσους των κατά του Λυτρωτού. Διότι, ενώ φανερά εφρύαττον κατά της αποστασίας δήθεν Ενός όστις ήτο εντελώς υπήκοος και ειρηνικός, εκραύγαζον υπέρ της απελευθερώσεως ανθρώπου του οποίου η εγνωσμένη αποστασία είχε κηλιδωθή προσέτι διά ληστείας και φόνου. Μισήσαντες τον αθώον, ηγάπησαν τον ένοχον, και απήτουν την χάριν του Πραίτωρος ουχί διά τον Ιησούν, αλλά διά τον Βαραββάν, όστις ου μόνον ήτο ό,τι ψευδώς ισχυρίζοντο περί του Ιησού, αρχιστασιώτης, αλλά ληστής και φονεύς! Ήτο αρμόζον ίνα αυτοί, οίτινες είχον προκρίνει ένα ευτελή Σαδδουκαίον του αληθούς Αρχιερέως των, και ένα αιμομίκτην Ιδουμαίον του Κυρίου και Βασιλέως των, εσκεμμένως προκρίνωσι του Μεσσίου των ένα φονέα.
Δυνατόν ο Βαραββάς να προσήχθη και αυτός εκεί, και ούτω ο ανθρωποκτόνος και ο Ζωοδότης ίσταντο ομού εις το δικαστήριον εκείνο. Ο λαός, πεισθείς υπό των ιερέων του, εκραύγαζεν υπέρ της απολύσεως του στασιαστού και του ληστού. Προς τούτον πάσα χειρ ωρέγετο, και υπέρ τούτου πάσα φωνή υψούτο, υπέρ του Αγίου, του Ακάκου, του Αμώμου, υπέρ εκείνου ον μύρια Ωσαννά είχον προσαγορεύσει πέντε ημέρας πρότερον, ουδέ λέξις ελέους ή συνηγορίας εύρεν έκφρασιν. «Το είδος Αυτού άτιμον και εκλείπον προς πάντας τους υιούς ανθρώπων».
Ο Πιλάτος ήκουσε μετά περιφρονητικής αγανακτήσεως την εκλογήν των. «Τι ουν θέλετε ποιήσω (ηρώτησε) τον Βασιλέα των Ιουδαίων;» Τότε πρώτον εξερράγη μανιώδης η κραυγή, Σταύρωσον! σταύρωσον Αυτόν!» Μάτην και πάλιν, κατά τα διαλείμματα του θορύβου, ο Πιλάτος επέμενε, μετ' αυξούσης επί μάλλον και μάλλον αδυναμίας βουλήσεως, «Τι γαρ κακόν εποίησεν; — Ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν. — Παιδεύσας Αυτόν απολύσω». Τοιαύτη ασθενής αντίστασις επρόδιδε μόνον εις τους Ιουδαίους τους ενδομύχους φόβους του Πραίτωρος, και καθίστα αυτούς κατ' ουσίαν κυρίους των πραγμάτων. Εκείνοι εξηκολούθουν μανιωδώς να κραυγάζωσιν; «Αίρε τούτον! Απόλυσον ημίν τον Βαραββάν! Σταύρωσον, σταύρωσον!»
Προς στιγμήν ο Πιλάτος ενέδωκεν εις την καταιγίδα. Απέλυσε τον Βαραββάν· παρέδωκε τον Ιησούν ίνα μαστιγωθή. Η λέξις του Ευαγγελιστού (φραγγελώσας) δεικνύει το όργανον ου εγένετο χρήσις ήτο το «φρικώδες φραγγέλιον», ως ονομάζει τούτο ο Οράτιος, και του οποίου το ρωσικόν κνούτον είνε το μόνον νεώτερον λείψανον. Η φραγγέλωσις αύτη ήτο το σύνηθες προοίμιον της σταυρώσεως και άλλων κεφαλικών ποινών. Ήτο δε τιμωρία τόσον φοβερά αληθώς, ώστε το πνεύμα την αποτροπιάζεται· και προ πολλού κατηργήθη διά της συμπαθείας εκείνης της ανθρωπότητος, ήτις τόσον μεγάλως ανεπτύχθη, και κατά πολύ επλάσθη μάλιστα, διά της βαθμιαίας κατανοήσεως της χριστιανικής αληθείας. Ο κατάδικος, εγυμνούτο, εδεσμεύετο κυπτός προς κίονα, και επί των γυμνών νώτων του κατεφέροντο τα δερμάτινα λωρία της μάστιγος, με προσηρτημένα τεμάχια οστών και μολύβδου (εκαλείτο αύτη μάστιξ αστραγαλωτή), πολλάκις τα λωρία κατεφέροντο κατά του προσώπου και των οφθαλμών. Ήτο τιμωρία τόσον βδελυρά και απαισία, ώστε συνήθως ο δεσμώτης ελιποθύμει, πολλάκις δε και απέθνησκεν υπό του άλγους. Και μετά την φοβεράν ταύτην ωμότητα, επηκολούθησεν αμέσως ο τρίτος και πικρότερος προπηλακισμός, ο εμπαιγμός του Χριστού ως Βασιλέως.
Μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών ό,τι δυνατόν γίνεται προς απαλλαγήν του καταδίκου από πάσης ματαίας κακοπαθείας· αλλά παρά τοις Ρωμαίοις η ύβρις και ο περίγελως ήσαν τα συνήθη προανακρούσματα της εσχάτης αγωνίας. Απλώς το θέαμα της αγωνίας είν' ευάρεστον εις ψυχάς πεπωρωμένας. Οι απάνθρωποι στρατιώται του Πραιτωρίου, όχι Ρωμαίοι μόνον, οίτινες δυνατόν να είχον το αίσθημα της εμφύτου αξιοπρεπείας του εν σιωπή πάσχοντος, αλλά τα μίσθαρνα περιτρίμματα των Ρωμαϊκών Επαρχιών, απήγαγον Εκείνον εις τον στρατώνα των, κ' εκεί ενέπαιξαν, εν τω αγρίω μίσει των, τον Βασιλέα ον είχον βασανίσει. Μεγάλως έχαιρον να έχωσιν εις την εξουσίαν των Ένα όστις ήτο Ιουδαϊκής καταγωγής, είχε δε άσπιλον τον βίον και μεγαλοπρεπές το ήθος. Η ευκαιρία διέκοπτε τόσον ευαρέστως την βάναυσον μονοτονίαν του βίου των, ώστε εκάλεσαν όλους τους συστρατιώτας των, όσοι δεν είχον υπηρεσίαν, να παραστώσιν εις το θέαμα. Προέβησαν δε εις την παρωδίαν όλης της βασιλικής εθιμοταξίας, διά σκωπτικής στέψεως, σκωπτικής περιβολής, σκωπτικού προσκυνήματος. Στέφανον εξ ακανθών περιέβαλον περί την αιμάσσουσαν κεφαλήν Αυτού· εις τας δεσμίας και αιμασσούσας χείρας Του έθεσαν κάλαμον ως σκήπτρον· τους ώμους Του περιέβαλον με παλαιάν τινα και εφθαρμένην κοκκίνην χλαμύδα, ως πορφύραν. Ταύτην ενεπόρπησαν περί τον δεξιόν ωμόν Του μετά προσποιητής σοβαρότητος, και είτα, έκαστος το γόνυ κάμπτων ειρωνικώς, εμπτύων ατίμως, τύπτων διά του καλάμου την κεφαλήν Εκείνου, διήρχοντο έμπροσθεν Αυτού γονυπιτούντες και εμπαικτικώς προσαγορεύοντες, «Χαίρε, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων!»
Και τώρα ακόμη, ο Πιλάτος ήλπιζε και προσεπάθει να Τον σώση. Θα ηδύνατο να παραστήση την φοβεράν εκείνην μαστίγωσιν όχι ως προοίμιον της σταυρώσεως, αλλ' ως εξέτασιν διά βασάνου, ήτις απέτυχε ν' αποσπάση περαιτέρω ομολογίαν. Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς, καθώς εστάθη παρ' αυτόν με τον ακάνθινον στέφανον, με την χλαμύδα και τον κάλαμον, με το αίμα και τους μώλωπας και την θανάσιμον αγωνίαν και την ωχρότητα της όψεως και των αΰπνων οφθαλμών, και τότε ακόμη, κατά την ώραν της εσχάτης ταπεινώσεώς Του, καθώς εστάθη εν τω μεγαλείω της αγίας γαλήνης Του επί του δικαστηρίου εκείνου υπεράνω του ωρυομένου πλήθους, επεφάνη επ' Αυτού τόσον θεοπρεπής υπεροχή, ώστε ο Πιλάτος αφήκε την ακουσίαν εκείνην επιφώνησιν, ήτις εδόνησεν έκτοτε εν βαθεία συγκινήσει τόσας χιλιάδας μυριάδων καρδίων.
&«Ίδε ο άνθρωπος!»&
Αλλ' η έκκλησις αύτη εξήγειρε μόνον αγρίαν έκρηξιν κραυγών, «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν!» Απλή η θέα Εκείνου, και εν τη ανεκλαλήτω αισχύνη και τη λύπη Του, εφαίνετο να προσθέτη νέαν χολήν εις το μίσος των. Μάτην ο εθνικός στρατιώτης επικαλείται φιλανθρωπίαν παρά του Ιουδαίου Ιερέως· ουδέ καρδία εδονήθη ελέους παλμόν· ουδέ φωνή διέκοψε τον μονότονον ωρυγμόν εκείνον, «Αρον! άρον! Σταύρωσον Αυτόν!» Ο Ρωμαίος όστις είχε χύσει το αίμα ως ύδωρ, επί του πεδίου των μαχών, εν φανερά σφαγή, εν κρυφία δολοφονία, ευλόγως θα ηδύνατο να υποτεθή ότι είχε παγωμένην και λιθίνην καρδίαν αλλά παγερωτέρα και λιθοειδεστέρα ήτο η καρδία των λεπτολόγων εκείνων υποκριτών και φιλοκόσμων ιερέων. «Λάβετε Αυτόν υμείς και σταυρώσατε», είπεν ο Πιλάτος εν άκρα αηδεία, «ότι ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν». Οποία αποδοχή εκ μέρους Ρωμαίου δικαστού! «Εφ' όσον δύναμαι να κρίνω, είνε εντελώς αθώος· αλλ’ όμως αν πρέπει να Τον σταυρώσητε, λάβετέ Τον και σταυρώσατε. Δεν δύναμαι να εγκρίνω, αλλά προθύμως θα συνεπινεύσω, εις την παρ' υμών αθέτησιν του νόμου». Αλλά και αυτή η αθλία, ένοχος υπεκφυγή δεν συγχωρείται εις αυτόν. Ο Σατανάς θέλει να έχη από τους υπηρέτας του την πλήρη ολότητα των εγκλημάτων των, και την ιδιόχειρον υπογραφήν της ιδίας συγκαταθέσεώς των μέχρι τέλους. Ό,τι οι Ιουδαίοι επιθυμούσιν, ότι θέλουσι να λάβωσιν, είνε όχι σιωπηλή επίνευσις, αλλ' απόλυτος κύρωσις. Συνοίδασι την ισχύν των. Βλέπουσιν ότι Πραίτωρ ούτος με τας χείρας τας αιμοβαφείς δεν τολμά να μείνη ακλόνητος· γνωρίζουσιν ότι η ρωμαϊκή πολιτική είνε ανεκτική παραχωρήσεων προς τας επιχωρίους δεισιδαιμονίας. Τολμηρώς άρα αποσκορακίζουσι παν ζήτημα περί πολιτικού εγκλήματος, και με όλα τα υποκριτικά προσχήματά των πεπυρακτωμένα εις το καίον πάθος των, κραυγάζουσιν, «Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Εαυτόν Υιόν Θεού εποίησεν».
Υιόν Θεού! Η ιδέα ήτο πολύ ολιγώτερον παράδοξος και απεχθής εις εθνικόν ή εις Ιουδαίον· και η λέξις αύτη, ανήκουστος πριν, εξέπληξε τον Πιλάτον. Και πάλιν, αφήσας το μυκώμενον πλήθος έξω, λαμβάνει τον Ιησούν έσω εις το Κριτήριον, και Τον ερωτά έμφοβος, «Πόθεν ει Συ;» Δι' αυτόν ο Ιησούς είχεν ομιλήσει αρκετά ήδη. Δεν απήντησε. Τότε σχεδόν οργίλως ο Πιλάτος, «Εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί Σε, και εξουσίαν έχω απολύσαι Σε;» εξουσίαν, πώς τούτο; Λοιπόν η δικαιοσύνη δεν είνε τίποτε; η αλήθεια τίποτε; η αθωότης τίποτε; η συνείδησις τίποτε; Εν τη αληθεία των πραγμάτων ο Πιλάτος δεν [είχε] τοιαύτην εξουσίαν· και εν τη αυθαιρέτω εννοία του τυράννου ήτο μάταιος κόμπος, διότι κατ' αυτήν την στιγμήν εκυμαίνετο μεταξύ ατολμίας και αβουλησίας. Και ο Ιησούς ώκτειρε την έξαλλον απόγνωσιν του ανθρώπου, τον οποίον η αμαρτία είχε μετατρέψει από άρχοντος εις δούλον, ελαφρύνων δε μάλλον το αμάρτημά του απήντησε, «Ουκ είχες εξουσίαν κατ’ Εμού ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς Με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει». Ναι μεν, πράττεις μέγα έγκλημα, αλλ' ο Ιούδας, ο Άννας, ο Καϊάφας οι ιερείς ούτοι και οι Ιουδαίοι, είνε πλέον ένοχοι ή συ. Ούτω μετά πραότητος έκρινεν ο Ιησούς τον κριτήν Του. Εις τα βάθη της ψυχής του ο Πιλάτος ησθάνθη την αλήθειαν των λόγων, σιωπηλώς ανεγνώρισε την υπεροχήν του δεσμίου και του μεμωλωπισμένου θύματος. Παν ό,τι ανθρώπων έμενεν εν αυτώ ερρίγησεν ασύνηθες ρίγος προς τας ολίγας ταύτας αταράχους λέξεις του Υιού του Θεού. Η κρίσις ηύξησε μόνον τον φόβον του προς το μυστηριώδες εκείνο Ον, του οποίου η άκρα αδυναμία εφαίνετο μεγαλειοτέρα και φοβερωτέρα ή όσον η υπερτάτη δύναμις. Από της ώρας εκείνης ο Πιλάτος ήτο προθυμότερος, να Τον σώση. Με τεταραγμένην την συνείδησιν διά τρίτην και τελευταίαν φοράν ανέβη εις το δικαστήριόν του και κατέβαλε μίαν έτι απηλπισμένην προσπάθειαν. Ήγαγε τον Ιησούν έξω, και αποβλέψας προς Αυτόν, εστώτα εν σιωπή και αγωνία, αλλ' ατάραχον, επί του λαμπρού εκείνου λιθοστρώτου, του Γαββαθά, υπεράνω των θηριωδών ωρυγμών του πλήθους, είπε προς τους ταραξίας, «Ίδε ο Βασιλεύς υμών». Αλλ' εις τους Ιουδαίους ήτο ως αισχρόν όνειδος το να ονομάζη Βασιλέα των τον μαστιγωμένον εκείνον Δεσμώτην. Μεταξύ των απαισίων κραυγών «Σταυρωθήτω», δυσοίωνοι απειλαί ήρχισαν πρώτην φοράν ν' αναμιγνύωνται. Ήτο ήδη τρίτη ώρα της ημέρας, και επί τρεις ώρας ούτοι εμαίνοντο εκεί και ήφριζον εκ λύσσης. Το όνομα του Καίσαρος ήρχισε ν' ακούηται με οργίλους ψιθυρισμούς. «Τον Βασιλέα υμών σταυρώσω;» είχεν ερωτήσει ο Πιλάτος, εκσπών την οργήν και την λύπην της καρδίας του εις ονειδισμούς κατ' αυτών. «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμή Καίσαρα!» εφώνησαν οι ιερείς και οι Σαδδουκαίοι, ρίπτοντες εις κόρακας πάσαν εθνικήν φιλοδοξίαν και πάσαν περί Μεσσίου ελπίδα. «Εάν τούτον απολύσης, έκραζε πάλιν και κατ' επανάληψιν ο λαός, ουκ ει φίλος του Καίσαρος: Πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι». Και εις το σκοτεινόν και τρομερόν εκείνο όνομα του Καίσαρος ο Πιλάτος έτρεμεν. Ανελογίσθη το τρομερόν εκείνο μορμολύκειον της τυραννίας, το έγκλημα καθοσιώσεως, εις το οποίον όλα τα εγκλήματα συλλήβδην περιλαμβάνονται, κατά τον Τάκιτον, το οποίον είχε κάμη το αίμα να ρεύση ως ύδωρ εις τας οδούς της Ρώμης.
Ανελογίσθη τον Τιβέριον, τον γηραιόν κακούργον αυτοκράτωρα, «τον πλήρη ελκών και πυρετών, και έχοντα εννέα είδη λέπρας». Περί τον χρόνον τούτον είχε καταντήσει είπερ ποτέ μισάνθρωπος και θηριώδης κατόπιν της ανακαλύψεως της προδοσίας του μόνου φίλου του, του Σεϊανού, και εις τον Σεϊανόν ώφειλεν ο Πιλάτος την θέσιν του. Δυνατόν να υπήρχον κρύφιοι καταγγελείς μεταξύ αυτού του μαινομένου πλήθους. Κυριευθείς υπό πανικού ο άδικος δικαστής, υπείκων εις τον ενδόμυχον τρόμον του, εν γνώσει επρόδωκε το αθώον θύμα. Ο τοσάκις εκπορνεύσας την δικαιοσύνην, δεν ίσχυσε νυν να εκτελέση την μόνην δικαίαν πράξιν ην επεθύμει. Ο τοσάκις φονεύσας τον οίκτον, περιήλθε νυν εις απαγόρευσιν να γευθή την γλυκύτητα του οίκτου την οποίαν επόθει. Ο τοσάκις καταχρασθείς την εξουσίαν, ευρέθη νυν εις αδυναμίαν να την εξασκήση εφάπαξ υπέρ του δικαίου. Αληθώς δι' αυτόν, η αμαρτία κατέστη εριννύς, και αι ίδιαι κακίαι του κατέστησαν όργανον της τιμωρίας του. Κατά την περίοδον ταύτην, η κατ' άλλην πρωιμωτέραν, της δίκης, παρέστησε την επίσημον κωμωδίαν του να προσπαθήση ν' αποπλύνη την συνείδησίν του από πάσης ενοχής. «Λαβών ύδωρ, απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου, λέγων Αθώος ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε». Εφρόνει ούτω ότι απέπλυνε την συνείδησίν του; Ηδύνατο να νίψη τας χείρας του· αλλ' ηδύνατε να νίψη την καρδίαν του; Αλλ' η φωνή του επνίγη εντός του μυκηθμού, του φοβερωτέρου, του βδελυρωτέρου, του μάλλον αξιομνημονεύτου ον η ιστορία αναφέρει. «Τ ο α ί μ α Α υ τ ο ύ ε φ' η μ ά ς κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α η μ ώ ν». Τότε ο Πιλάτος οριστικώς ενέδωσε. «&Τότε ουν παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή&».
Και τώρα παρατηρήσατε επί στιγμήν τας εκδικήσεις της ιστορίας. Τ ο α ί μ α Τ ο υ δ ε ν ε ί ν ε ε π' α υ τ ο ύ κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α τ ω ν; Δεν έπεσε προ πάντων επί εκείνους οίτινες έλαβον πρωτεύον μέρος εις την βαθείαν τραγωδίαν; Πριν ή συντελεσθή η φοβερά θυσία, ο Ιούδας απέθανεν εν τη φρίκη στυγεράς αυτοκτονίας. Ο Καϊάφας καθηρέθη το επιόν έτος. Ο Ηρώδης εν ατιμία και υπερορία απέθανεν. Ο Πιλάτος παυθείς από του αξιώματός του, κατέστρεψεν εαυτόν εν αυτοκτονία και εξορία, αφήσας όνομα μισητόν. Η οικία του Άννα κατεστράφη μίαν γενεάν ύστερον υπό όχλου εμμανούς, ο δε υιός του εμαστιγώθη εις τας οδούς και εσφάγη. Τινές των μετασχόντων και παραστάντων εις τας σκηνάς της ημέρας εκείνης, και χιλιάδες εκ των τέκνων των, ομοίως μετέσχον και παρέστησαν εις τας μακράς φρικαλεότητας της πολιορκίας εκείνης της Ιερουσαλήμ, ήτις μένει απαραδειγμάτιστος εν τη ιστορία. Είχον κραυγάσει, «Ουκ έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα!» και δεν έσχον βασιλέα ειμή τον Καίσαρα· και Καίσαρ μετά Καίσαρα ύβρισε και ετυράννησε και διήρπασε και κατεπίεσεν αυτούς, εωσού τέλος ηγέρθησαν εις αγρίαν αποστασίαν κατά του Καίσαρος τον οποίον είχον ζητήσει, και είς Καίσαρ έσβεσεν εις το αίμα των την φλέγουσαν τέφραν του καέντος και βεδηλωθέντος ναού των. Είχον βιάσει τους Ρωμαίους να σταυρώσωσι τον Χριστόν τον Κύριόν των, και, οι αποτροπιαζόμενοι τον σταυρικόν θάνατον, αυτοί και τα τέκνα των εσταυρώθησαν υπό των Ρωμαίων κατά μυριάδας έξω των ιδίων τειχών των, εωσότου επέλιπεν ο χώρος και τα ξύλα εξέλιπον. «Προσήλουν οι στρατιώται (γράφει ο Ιουδαίος Ιώσηπος) άλλον άλλω σχήματι προς χλεύην, και διά το πλήθος χώρας τε ενελείπετο τοις σταυροίς και σταυροί τοις σώμασιν». Όθεν εκείνοι οίτινες μόνον το «Σταυρωθήτω!» είχον εις τα στόματά των, διά του σταυρού αντημείφθησαν εις τα σώματά των. Είχον δώσει τριάκοντα αργύρια διά το αίμα του Σωτήρος των, και αυτοί επωλούντο αντί δηναρίου κατά χιλιάδας. Είχον προκρίνει τον Βαραββάν του Μεσσίου, και Μεσσίαν δεν είδον πλέον ειμή ψευδομεσσίας παραιτίους δεινών συμφορών εις το έθνος των. Απεδέχθησαν την ενοχήν του αίματος, και αι τελευταίαι σελίδες της ιστορίας των συνεκολλήθησαν ομού από τους ποταμούς του αίματός των, και το αίμα τούτο εξηκολούθησε να χύνεται εις αλογίστους σκληρότητας από γενεάς εις γενεάν. Δεν υπάρχει εν τη ιστορία τίποτε άνευ εννοίας εις τον θεωρούντα ταύτην ως την φωνήν του Θεού λαλούσαν διά μέσου του προρισμού των εθνών· και πρέπει να είνε τυφλός τις διά να μη βλέπη ότι, ότε ο φόνος του Χριστού συνετελέσθη, η αξίνη ετέθη παρά την ρίζαν του δένδρου της Ιουδαϊκής φυλής. Από της ημέρας εκείνης η Ιερουσαλήμ και τα πέριξ αυτής, κατέστη μέγα και αχανές νεκροταφείον, Ακελδαμά, αίματος αγρός, αγρός κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις. Καθώς το στίγμα του Κάιν, το οποίον προσεκολλάτο εις τον φονέα, η ενοχή του αίματος εκείνου εφάνη προσκολληθείσα εις αυτούς, ως πάντοτε θα γίνεται, μέχρις ου το Αυτό Αίμα την εξαλείψη. Διότι, κατά θείον έλεος, το αίμα το χυθέν υπ' εκείνων ομοίως εχύθη και δι' εκείνους· η φωνή την οποίαν ηγωνίσθησαν να πνίξωσι διά του θανάτου, υψώθη εν τη τελευταία προσευχή της επικαλουμένη έλεος διά τους φονείς Του. Είθε το αίμα εκείνο να εξαλείψη την ανομίαν των! είθε η προσευχή εκείνη να εισακουσθή!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'. Η Σταύρωσις
Ο Σταυρός. — Οι δύο Κακούργοι. — Εις Γολγοθάν. — Θυγατέρες Ιερουσαλήμ! — «Πάτερ άφες αυτοίς», — Αγωνία της Σταυρώσεως. — Ο Τίτλος επί του Σταυρού. — Η λύσσα των Ιουδαίων. — «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου» — Ο Μετανοών Ληστής. — Αι γυναίκες από της Γαλιλαίας. — «Γύναι, ιδού ο Υιός Σου» — Το μεσημβριανόν σκότος. — «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» — «Διψώ». — Όξος πιείν. — «Εις χείρας Σου». — Τετέλεσται. — Ο Εκατόνταρχος. — Τι κατώρθωσεν ο Σταυρός του Χριστού. — Αίμα και ύδωρ.
«Τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή». Ο χρόνος ο απαιτούμενος προς την αναγκαίαν προπαρασκευήν δεν θα ήτο μακρός, και οι στρατιώται εξέδυσαν τον Ιησούν την χλαμύδα, και ενέδυσαν Αυτόν τα ιμάτια τα ίδια. Όταν ητοιμάσθη ο Σταυρός, έθεσαν τούτον επί των ώμων Του, και Τον απήγαγον εις τον τόπον της τιμωρίας. Το εγγύς της μεγάλης εορτής, αι μυριάδες αίτινες παρευρίσκοντο εν Ιερουσαλήμ, κατέστησεν επιθυμητόν να επιληφθώσι της ευκαιρίας όπως ενσπείρωσι τρόμον εις όλους τους Ιουδαίους κακοποιούς. Δύο λοιπόν εξελέχθησαν προς θανατικήν εκτέλεσιν συγχρόνως με τον Ιησούν, δύο λησταί και στασιασταί εκ των χειρίστων. Οι σταυροί εφορτώθησαν επί των ώμων των, και συνοδευόμενοι υπό πολυαρίθμου κουστωδίας υπό τας διαταγάς του εκατοντάρχου, εν μέσω χιλιάδων θεατών περιέργων ή δυσμενών, η πομπή εξεκίνησεν εις τον δρόμον της.
Ο σταυρός, διά να βαστάση το σώμα ενός ανθρώπου, έπρεπε να έχη μέγεθος και βάρος τι. Η παράδοσις λέγει ότι ο Σταυρός του Κυρίου κατεσκευάσθη εκ τριπλού ξύλου, σύμφωνα με την προφητείαν του Ησαΐου, «Εν τη κυπαρίσσω και τη πεύκη και κέδρω». Αλλ' ο Ιησούς είχε λίαν εξασθενήσει. Τα βήματά Του εκλονούντο και έπιπτε καθ' οδόν, μη δυνάμενος να τον φέρη. Μόλις είχον προχωρήσει μέχρι της πύλης της πόλεως, και συναντώσιν άνθρωπον τινα, Σίμωνα τον Κυρηναίον, ερχόμενον εξ αγρού. Τούτον ηγγάρευσαν, καθώς συνείθιζον πολλάκις οι Ρωμαίοι ν' αγγαρεύωσι τους διαβάτας, ίνα άρη τον Σταυρόν Αυτού.
Εν τη Ευαγγελική ιστορία έν μόνον συμβεβηκώς μνημονεύεται κατά την πορείαν. Ο Λουκάς διηγείται, ότι μεταξύ του απείρου πλήθους του ακολουθούντος τον Ιησούν ήσαν πολλαί γυναίκες. Από τους άνδρας τους εν τω κυμαινομένω εκείνω πλήθει δεν φαίνεται να έλαβεν ένδειξίν τινα συμπαθείας. Δυνατόν βεβαίως να υπήρξάν τινες οίτινες είχον ιδεί τα θαύματά Του, και είχον ακούσει τους λόγους Του· ένιοι εκείνων οίτινες σχεδόν, αν όχι εξ ολοκλήρου, επείσθησαν ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας, καθώς εκρέμαντο από των χειλέων Του ενώ εξέφερε τας μεγάλας διδασκαλίας Του εν τω Ναώ· τινές εκ του απλήστου πλήθους οίτινες Τον είχον συνοδεύσει από της Βηθανίας πέντε ημέρας πρότερον μετά μεγαλοφώνων Ωσαννά και σειομένων βαΐων. Άπιστος δειλία ή βαθεία υποψία, ίσως και απεριόριστος λύπη, κατέστησεν αφώνους όλους τους άνδρας. Αλλ' αι γυναίκες αύται, ταχυτέραι εις τον οίκτον, δυσηνιώτεραι προς τον χαλινόν των πολιτικών επιδράσεων, δεν ηδύναντο και δεν ήθελον να κρύψωσι την λύπην και την κατάπληξιν ης το θέαμα ενέπλησεν αυτάς. Έτυπτον τα στήθη των, και έπληττον τον αέρα με τους θρήνους των, εωσότου ο Ιησούς Αυτός κατεσίγασε τας οξείας κραυγάς των διά λόγων πανδήμου νουθεσίας. Στραφείς προς αυτάς, είπε, «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ' Εμοί, κλαίετε δε μάλλον εφ' εαυταίς και επί τοις τέκνοις υμών. Ότι ιδού, ημέραι έρχονται εν αις ερούσι, Μακάριαι αι στείραι και γαστέρες αι ουκ έτεκον, και μαζοί οι ουκ εθήλασαν. Τότε άρξονται λέγειν τοις όρεσι, Πέσετε εφ' ημάς, και τοις βουνοίς, Καλύψατε ημάς· ότι ει ταύτα ποιούσι τω ξύλω τω χλωρώ, τι ποιήσουσι τω ξηρώ;» Εκείναι δεν ηδυνήθησαν να καταστείλωσι την έκρηξιν της γυναικείας τρυφερότητος, ως είδον τον μέγαν Προφήτην της ανθρωπότητος εν τη ώρα της αισχύνης και της ασθενείας Του, με τον κήρυκα προ Αυτού κηρύττοντα τα εγκλήματα τα οποία προσήπτοντο επ' Αυτόν, και τους Ρωμαίους στρατιώτας φέροντας τον τίτλον της χλεύης, και τον Σίμωνα κύπτοντα υπό το βάρος του Σταυρού εφ' ου ο Σωτήρ έμελλε να προσηλωθή. Αλλ’ Αυτός τας ενουθέτησεν ότι πολύ πικροτέραι αφορμαί λύπης ανέμενον αυτάς, και τα τέκνα των, και την φυλήν των. Πολλαί τούτων, και η πλειονότης των τέκνων των, θα επέζων να ίδωσι τοσούτους ποταμούς αίματος, τοιαύτας επιπλοκάς αγωνίας, οίας ο κόσμος δεν είχε γνωρίσει ποτέ πρότερον. Εάν τοιαύται πράξεις σκότους ήσαν δυναταί τώρα, τι έμελλε να γείνη εις το μέλλον; Εάν εις τας ημέρας της ελπίδος και της ευκοσμίας ηδυνήθησαν να μισήσωσι τον αμώμητον Ελευθερωτήν των, τι θα συνέβαινεν εις τας ημέρας της βλασφημίας και της απονοίας; Εάν, εν τω φωτί της ημέρας, Ιερείς και Γραμματείς ηδύναντο να σταυρώσωσι τον Άκακον, τι έμελλε να συμβή εν τοις μεσονυκτίοις οργίοις της γενεάς της παρούσης και της ερχομένης; Η πάνδημος νουθεσία, η τελευταία διδαχή του Χριστού επί της γης, απηυθύνετο εν πρώτοις προς τους ακούσαντας· αλλ' όπως όλοι οι λόγοι του Χριστού, έχει βαθυτέραν και ευρυτέραν έννοιαν δι' όλην την ανθρωπότητα. Οι λόγοι εκείνοι πληροφορούσι πάντας τους υιούς των ανθρώπων ότι η ημέρα της αμερίμνου ηδονής και της βλασφήμου απιστίας θα έχη παρομαρτυρούσαν την ημέραν της καταδίκης· η μακροθυμία του Θεού υπομένει, η σιωπή Του μένει αδιάρρηκτος, αλλ' ημέραι έρχονται ότε Εκείνος θα λαλήσει διά βροντής, και θα εκκαυθή ως πυρ η οργή Του.
Και ούτω, με μόνον το θλιβερόν τούτο επεισόδιον ήλθεν εις τον Γολγοθάν, τον λεγόμενον Κρανίου τόπον. Εκεί, κατά την παράδοσιν, έκειτο τεθαμμένον το κρανίον του Αδάμ, αι δε σταγόνες αι πεσούσαι από του αίματος του Χριστού, έκαμαν τον Αδάμ ν' αναστή εκ νεκρών. Προς τούτο σχετίζεται το απαντών εν τη προς Εφεσίους του Παύλου, «Έγειραι, ο καθεύδων, και ανάστα από των νεκρών, και επιψαύσει σοι ο Χριστός». Μυριάδες παραδόσεων συνήφθησαν πέριξ της καταπληκτικωτάτης και συγκινητικωτάτης σκηνής εν τη ιστορία του κόσμου. Διότι η βασιλεία του Θεού ήρχετο, και είχεν έλθη.
Όσον φοβερά και αποτρόπαιος και αν ήτο η διά του σταυρού τιμωρία, ήτις κατηργήθη ήδη από 15 αιώνων (υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου) υπήρχεν έθιμόν τι το οποίον μαρτυρεί σκιάν τινα φιλανθρωπίας. Τούτο συννίστατο εις το μεταδιδόναι εις τον κατάδικον, ευθύς προ της εκτελέσεως, δόσιν τινά οίνου μετά ναρκωτικού, οίνον εσμυρνισμένον, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Οι δύο κακούργοι έπιον εξ αυτού πιθανώς, αλλ' όταν προσέφεραν τούτο εις τον Ιησούν, δεν ηθέλησε να πίη. Ήτο δε η αποποίησις πράξις υψίστου ηρωισμού. Οι τρεις σταυροί ετέθησαν επί του εδάφους· ο του Ιησού, όστις ήτο αναμφιβόλως υψηλότερος των άλλων δύο, ετέθη εις το μέσον εν πικρώ σαρκασμώ. Τώρα ο τίλος εκαρφώθη επί της κορυφής του σταυρού. Είτα, απογυμνωθέντα των ενδυμάτων Του («περιζώσαντες Αυτόν λέντιον», κατά το βιβλίον των «Πράξεων Πιλάτου»), έτειναν τους βραχίονας Αυτού επί της οριζοντίου κεραίας του Σταυρού, και διά σφυρίου τύπτοντες προσήλωσαν τας αχράντους παλάμους Του δι' ήλων. Είτα διεπέρασαν τους δύο πόδας Του επί των ταρσών διά τεραστίου ήλου («ξύλον τρίσηλον» ονομάζει τον Σταυρόν ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, και ο μ ο π λ ο κ έ α ς περιγράφει τους πόδας ο Νόννος). Ήτο πιθανώς κατ' αυτήν την στιγμήν της αφάτου αγωνίας ότε η φωνή του Υιού του Ανθρώπου ηκούσθη υψουμένη, όχι εις κραυγήν φυσικής αγωνίας προς την φοβεράν εκείνην βάσανον, αλλ' εις ατάραχον προσευχήν εν θειοτάτη συμπαθεία υπέρ των ακάρδων και ανηλεών φονέων Του, προσέτι δε, και υπέρ πάντων όσοι εν τη αμαρτωλή αμαθεία των εκ νέου Τον σταυρούσι διά πάντοτε, — &«Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».&
Και τότε, το επάρατον δένδρον, με το ζων ανθρώπινον φορτίον του κρεμάμενον επ' αυτού εν ανηκούστω βασάνω, βραδέως ανυψώθη υπό βραχιόνων στιβαρών, και η βάσις τούτου ενεπάγη στερρώς εις οπήν βαθείαν εις το έδαφος εσκαμμένην. Οι πόδες μικρόν μόνον ανείχον από της γης. Θα ηδύνατο να κρέμαται επί ώρας όπως υβρίζηται υπό του αεικίνητου πλήθους, το οποίον, με την φιλοθεαμοσύνην εκείνην του φρικώδους ήτις πάντοτε χαρακτηρίζει τας βαναύσους καρδίας, είχε συρρεύσει διά να ίδη θέαμα, το οποίον έπρεπε μάλλον να τους κάμη να κλαύσωσι δάκρυα αίματος.
Τοιούτος υπήρξεν ο Θάνατος εις ον ο Χριστός κατεδικάσθη. Η Αγία Γραφή δεν διατρίβει επί των φυσικών αλγηδόνων. Ο λόγος τούτου είνε ότι το Άγιον Πνεύμα δεν επιτρέπει να υποθάλπηται παρά τοις Χριστιανοίς η νοσηρά εκείνη θεωρία των σωματικών αλγηδόνων, ήτις εγέννησε και γεννά πολλάς πλάνας, οποία φέρ' ειπείν, παρά Λατίνους, η λατρεία της Αγίας Καρδίας του Ιησού. Η επί του Σταυρού δε αγωνία, κατόπιν της άλλης φοβεράς αγωνίας την οποίαν είχεν υπομείνη, εβραχύνθη και διήρκεσε μόνον τρεις ώρας, πριν ή «παραδώ την ψυχήν Αυτού εις θάνατον».
Όταν ο Σταυρός ωρθώθη και ενεπάγη, οι άρχοντες των Ιουδαίων διά πρώτην φοράν παρετήρησαν την θανάσιμον ύβριν δι' ης ο Πιλάτος εξέσπασε την αγανάκτησίν του. Πρότερον, εν τη τυφλή λύσση των, είχον φαντασθή ότι ο τρόπος της σταυρώσεώς Του ήτο ύβρις σκοπουμένη κατά του Ιησού· αλλά τώρα, ότε τον είδον κρεμάμενον μεταξύ δύο ληστών, επί σταυρού υψηλοτέρου, αιφνιδίως επήλθεν εις αυτούς η ιδέα ότι ήτο δημοσία ύβρις εγκολαπτομένη κατ' αυτών. Διότι επί του λευκού ξυλίνου πίνακος, του ηλειμμένου με γύψον, υπεράνω της κεφαλής του Εσταυρωμένου, εφέρετο διά μελανών γραμμάτων επιγραφή εις τας τρεις πεπολιτισμένας γλώσσας του αρχαίου κόσμου, τας τρεις γλώσσας εκ των οποίων μίαν τουλάχιστον ήτο βέβαιον ότι θα εγνώριζεν πας άνθρωπος εκ του συνηθροισμένου εν τη πόλει πλήθους· εις την επιχώριον Εβραϊκήν ή Αραμαϊκήν, εις την Ελληνικήν την κυκλοφορούσαν και επικρατούσαν, και εις την Λατινικήν, την επίσημον επιγραφή δι' ης επληροφορούντο οι πάντες ότι ο Άνθρωπος ούτος, όστις υφίστατο ούτω επονείδιστον δουλοπρεπή θάνατον, ο Άνθρωπος ούτος ο Εσταυρωμένος μεταξύ δύο ληστών ήτο
&«Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων».&
Δι' Εκείνον τον Σταυρωθέντα η κακεντρέχεια αύτη εφαίνετο μη έχουσα εν εαυτή τίποτε εμπαικτικόν. Και επί του Σταυρού Του εβασίλευε· κ' εκεί ακόμη εφαίνετο θείως εξηρμένος υπεράνω των ιερέων των επενεγκόντων τον θάνατόν Του, και υπεράνω του βαναύσου, του ραθύμου, του χυδαίου πλήθους το οποίον είχε συρρεύσει διά να χορτάση επί των παθημάτων Του άπληστα όμματα. Η κακοβουλία ήτο ανίσχυρος εναντίον Εκείνου, του οποίου η πνευματική και ηθική μεγαλωσύνη ενέσπειρε δέος εις θνήσκοντας κακούργους και απίστους δημίους, και εν τη βαθυτάτη αβύσσω της σωματικής καταπτώσεώς Του. Εν τη εμπαθεί δυσθυμία του Ρωμαίου πραίτωρος ίσως ελάνθανε και νύξις τις σοβαρότητος. Ενώ έχαιρεν εκδικούμενος τους μισητούς υποτελείς του δι' υβριστικής πράξεως, πιθανώς υπενόει ότι ούτος ήτο, κατά τινα έννοιαν, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων — ο μέγιστος, ο ευγενέστατος, ο αληθέστατος της φυλής Του, τον οποίον διά τούτο η φυλή Του εσταύρωσεν. Ο Βασιλεύς δεν ήτο ανάξιος του βασιλείου Του, αλλά το βασίλειον ανάξιον του βασιλέως. Οι Ιουδαίοι ησθάνθησαν την δριμύτητα του σκώμματος το οποίον ενέτριβεν επ' αυτούς ο Πιλάτος. Τόσον δε εντελώς εδηλητηρίαζεν αύτη την ώραν του θριάμβου των, ώστε έπεμψαν τους αρχιερείς των εις πρεσβείαν, παρακαλούντες τον Πραίτωρα ν' αλλοιώση τον υβριστικόν τίτλον. «Μη γράφε ο Βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ' ότι Εκείνος είπε, Βασιλεύς ειμι των Ιουδαίων». Αλλά του Πιλάτου το θάρσος, το οποίον είχεν εκλίπει τόσον ταχέως εις το όνομα του Καίσαρος, ανεζωπυρήθη τώρα. Έχαιρε να ταπεινώση τους ανθρώπους, των οποίων ο στασιαστικός θόρυβος τον εβίασε να πράξη παρά την θέλησί του. Ολίγοι άνθρωποι είχον την δύναμιν να εκφράσωσιν υπεροπτικήν περιφρόνησιν τελεσφορώτερον των Ρωμαίων. Χωρίς να αξιώση να κατέλθη εις δικαιολογίαν δι’ ό,τι είχε πράξει, ο Πιλάτος τελειωτικώς απέπεμψε τους σεμνοπροσώπους αρχιερείς διά της βραχείας απαντήσεως, «Ο γέγραφα, γέγραφα».
Διά να προληφθή το δυνατόν πάσης απελευθερώσεως και κατά την τελευταίαν στιγμήν, επειδή παραδείγματα εγνώσθησαν ανθρώπων αποσπασθέντων απ’ του σταυρού και επανελθόντων εις την ζωήν, απόσπασμα στρατού μετά του εκατοντάρχου είχε μείνη επί τόπου διά να φυλάττη τον σταυρόν.
Τα ενδύματα των καταδίκων πάντοτε έπιπτον ως λεία εις τους δημίους και τους φρουρούντας. Ουδόλως υποπτεύοντες πόσον ακριβώς επλήρωνε τας μυστικάς προρρήσεις της ιουδαϊκής προφητείας, ήρχισαν να μοιράζωνται τα ενδύματα του Ιησού. Το ιμάτιον έκοψαν εις τέσσαρα μέρη, ίσως εξηλώσαντες τας ραφάς. Αλλ' ο χιτών ήτο υφαντός όλος, άρραφος, και σχίζοντες αυτόν θα τον έφθειρον, όθεν ηρκέσθησαν να ρίψωσι κλήρον περί τούτου, εις όντινα ήθελε πέσει. Και καθίσαντες, εφύλλατον εκεί.
Ήτο δε σκηνή θορύβου. Το πολύ του λαού φαίνετο ότι ίστατο σιωπηλώς θεώμενον. Αλλ' ολίγοι τινές εκ του πλήθους, καθώς διήρχοντο παρά τον Σταυρόν — ίσως ένιοι εκ των πολλών ψευδομαρτύρων και των συνωμοτών — ενέπαιζον τον Ιησούν δι' υβριστικών επιφωνημάτων (ουά!) και μανιωδών κραυγών, προκαλούντες Αυτόν να καταβή από του Σταυρού, αφού ηδύνατο να καταλύση τον Ναόν και εις τρεις ημέρας να τον ανοικοδομήση. «Ο καταλύων τον Ναόν, και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον Σεαυτόν· ει Υιός ει του Θεού, κατάβηθι νυν από του Σταυρού». Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι, ολιγώτερον περιδεείς, ολιγώτερον συμπαθείς από το πλήθος, δεν εντρέποντο να καταισχύνωσι την πολιάν αξιοπρέπειάν των προσθέτοντες τα σκώμματά των εις τα των ολίγων εκ του χύδων λαού. Άτεγκτοι, αμάλακτοι, άσπλαγχνοι προς το θέαμα της τοσαύτης αγωνίας και προς την όψιν των οφθαλμών οίτινες ήρχισαν ν' αμαυρώνται εις θάνατον, συνέχαιρον αλλήλους παρ' αυτόν τον Σταυρόν Του, γαυριώντες και υβρίζοντες — «Άλλους έσωσεν, Εαυτόν ου δύναται σώσαι. Ο Χριστός, ο Βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του Σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν Αυτώ». Ουδέν άπορον τότε, αν οι αμαθείς στρατιώται εμιμήθησαν το παράδειγμα των αναιδεστάτων αρχιερέων· ουδέν θαύμα αν κατά το γεύμα των ενέπαιξαν τον θνήσκοντα, τείνοντες, την κύλικα του όξους ή του οξινού οίνου προς τα καίοντα χείλη του Εσταυρωμένου, και απηχούντες τους ιουδαϊκούς χλευσμούς εναντίον της αδυναμίας του Βασιλέως, του θρόνον έχοντος τον Σταυρόν και διάδημα τας ακάνθας. Αλλά και οι κακούργοι οίτινες είχον σταυρωθή μετ' Αυτού, σύντροφοι ίσως του απολυθέντος Βαραββά, ειθισμένοι ν' αναγνωρίζωσιν ως Μεσσίαν τον Μεσσίαν του ξίφους, μετά μομφής τον επροκάλουν, αν αι αξιώσεις Του ήσαν αληθείς, να σώση Εαυτόν και αυτούς. Ούτω όλαι αι φωναί πέριξ του ήχουν εν οργή και βλασφημία, και εν τη μακρά εκείνη βραδεία αγωνία το θνήσκον Ους Του ουδαμόθεν ήκουε φωνήν ευγνωμοσύνης ή ελέους ή αγάπης. Χαμέρπεια, κιβδηλεία, αγριότης, μωρία, τοιαύτα ήταν τα χαρακτηριστικά του κόσμου όστις έλαβε γνώριμον μέρος εις το καταπληκτικόν εκείνο δράμα ενώπιον της τελευταίας αυτοσυνειδησίας του Σωτήρος· τοιούτον το βορβορώδες και πανάθλιον ρεύμα το οποίον έρρευσε πέριξ του Σταυρού ενώπιον των θνησκόντων οφθαλμών Του.
Αλλ' εν μέσω του χορού τούτου της ατιμίας ο Ιησούς δεν ωμίλει. Αι αλγηδόνες της σταυρώσεως δεν συνέχεον την διάνοιαν ουδέ παρέλυον την δύναμιν του ομιλείν. Αναγινώσκομεν εις τους αρχαίους ιστορικούς περί σταυρωθέντων οίτινες επί ώρας ωμίλουν από του Σταυρού, και άλλοι μεν ικέτευον, άλλοι δε ύβριζον και εβλασφήμουν, καί τινες ηγόρευον πολιτικώς από του σταυρού των. Αλλ' ο Ιησούς δεν ωμίλησεν ειμή προς ευλογίαν και εγκαρδίωσιν και προς ελπίδα. Όσον απέβλεπε την μοχθηρίαν των αρχιερέων και πρεσβυτέρων, καί τινων εκ του λαού, και των στρατιωτών, και των ταλαιπώρων εκείνων ληστών των συσταυρωθέντων Αυτώ, όπως εν τη δίκη, ούτω και επί του Σταυρού, ετήρησεν αδιάρρηκτον την βασιλικήν σιωπήν Του.
Αλλ' η σιωπή εκείνη, συνδυαζομένη προς το παθητικόν μεγαλείον Του και προς την θεϊκήν αγιότητα και αθωότητα την ακτινοβολούσαν απ' Αυτού, ως στεφάνου δόξης, ήτο ευγλωττοτέρα παντός λόγου. Πρώτον δε πάντων επέδρασεν επί του ενός των σταυρωθέντων ληστών. Κατ' αρχάς ο «ευγνώμων ληστής» φαίνεται ότι συμμετέσχεν ασθενώς των μέμψεων των εκφερομένων υπό του συντρόφου του. Αλλ' όταν αι μέμψεις εκείναι εδεινώθησαν μέχρι βλασφημίας, τότε αυτός εξέφερε την ενδόμυχον σκέψιν του. Είνε πιθανόν ότι είχε συναντήσει τον Ιησούν πρότερον και είχεν ακούσει Αυτού, και ίσως υπήρξεν εις των χιλιάδων εκείνων οίτινες είχον παραστή εις τα θαύματά Του. Αρχαία παράδοσις αποδίδει εις αυτόν το όνομα Δυσμάς, και λέγει ότι ούτος είχε σώσει την ζωήν της Παρθένου και του Βρέφους Της κατά την εις Αίγυπτον φυγήν. Αλλ' εις τας κοιλάδας της Γεννησαρέτ, ίσως από του άντρου ληστού τινος εις αγρίας φάραγγας της Κοιλάδος των Περιστερών, δυνατόν να είχε πλησιάσει εις την Παρουσίαν του Κυρίου, δυνατόν να υπήρξεν είς εκ των τελωνών εκείνων και αμαρτωλών οίτινες προσήχοντο διά να Τον ακούωσι. Και οι λόγοι του Ιησού είχον εύρη χώρόν τινα εις το αγαθόν έδαφος της καρδίας του· δεν είχον πέσει όλοι επί πετρώδους γης. Και κατά την ώραν ταύτην της αισχύνης και του θανάτου, όταν ελάμβανε τ' αντίποινα των κακών του πράξεων, η πίστις εθριάμβευσε. Υπό τας διαβολικάς κραυγάς, αίτινες είχον εκραγή περί τον Σταυρόν του Ιησού, βαθεία τις υποψία ελάνθανε. Μέγα μέρος τούτων φαίνεται να επήγασεν εξ αμφιβολίας και φόβου. Και εις τας μεγαλαύχους ύβρεις των ιερέων βλέπομεν υπόκωφον τον φόβον. Υποθέσατε ότι και τώρα επιβάλλον τι θαύμα ηδύνατο να συμβή; Υποθέσατε ότι και τώρα η μαρτυρική μορφή ηδύνατο να μεταβληθή διά μιας εις λαμπρότητα Μεσσίου, και ο Βασιλεύς, όστις εφαίνετο να είνε εν πληγή, και εν κακώσει και ταλαιπωρία θανάτου, θα εκάλει αίφνης μεγάλη τη φωνή τας λεγεώνας των αγγέλων Του, και αναπηδών από του Σταυρού Του εις τας συστρεφομένας νεφέλας του ουρανού, θα ήρχετο εν πυρί φλέγοντι να πατάξη τους εχθρούς Του; Και ο αήρ εφαίνετο να είνε πλήρης σημείων. Ζόφος συναγομένου σκότους υπήρχεν εις το στερέωμα, σεισμός και τρόμος εις την έμπεδον χθόνα, επιφοιτώσα παρουσία φοβερών σημείων εμποιούντων ρίγος εις την καρδίαν. Ο θνήσκων ληστής συνείδε παραχρήμα ότι η ήττα εφαίνετο μεγαλειτέρα πάσης νίκης, και η ασθένεια επιβλητικοτέρα πάσης ισχύος. Καθώς προσέβλεπεν, η πίστις εις την καρδίαν του επί μάλλον και μάλλον έλαμπεν εις πλήρη φωτισμόν γνώσεως. Και ήρχισε να επιπλήττη τον βλάσφημον σύντροφόν του. «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; Και ημείς μεν δικαίως, άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». Και στρέψας την κεφαλήν του προς τον Ιησούν, έκραξε, Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου». Τότε Εκείνος όστις, ως αμνός άμωμος, δεν ήνοιγε το στόμα Αυτού προς τας ύβραις και τας λοιδορίας, ωμίλησε πάραυτα, υπερθεματίζων διά της αποκρίσεώς Του την ταπεινήν εκείνην δέησιν &«Αμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω».&
Ο είς των ληστών, λέγει ο ιερός Αυγουστίνος, εβλασφήμει τον Χριστόν! Ο έτερος, εξομολογηθείς τας αμαρτίας του, παρέδωκεν εαυτόν εις το έλεος του Χριστού. Ο Σταυρός του Χριστού δεν ήτο τιμωρία, αλλά θρόνος κρίσεως· από του Σταυρού Του κατεδίκασε τον υβρίζοντα, ηλευθέρωσε τον πιστεύοντα. Φοββού, ο υβρίζων! Χαίρε, ο πιστεύων! Εκείνο όπερ έπραξεν εν τη ταπεινώσει Του, θα πράξη εν τη δόξη Του!
Καίτοι ουδείς ωμίλει ίνα παρηγορήσει τον Ιησούν, καίτοι βαθεία λύπη και τρόμος και κατάπληξις τους ετήρει αφώνους, όμως υπήρχον καρδίαι μεταξύ του πλήθους πάλλουσαι εν συμπαθεία προς τον φοβερόν Πάσχοντα. Μακρόθεν ίσταντο γυναίκές τινες θεωρούσαι, και ίσως εν τη φοβερά ώρα, περιμένουσαι την άμεσον απελευθέρωσίν Του. Πολλαί τούτων ήσαν γυναίκες διακονήσασαι Αυτώ εν τη Γαλιλαία, και ελθούσαι εκείθεν εν τη μεγάλη συνοδία των Γαλιλαίων προσκυνητών. Επιφανέστεραι μεταξύ των καταπλήκτων και πενθουσών τούτων γυναικών ήσαν τέσσαρες· η Παρθένος Μαρία η Μήτηρ Του, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, μήτηρ του Ιακώβου και του Ιωσή, και Σαλώμη, η σύμβιος του Ζεβεδαίου. Τινές τούτων, καθώς αι ώραι προέβαινον, ήρχοντο εγγύτερον προς τον Σταυρόν, και τέλος το θολούμενον όμμα του Σωτήρος έπεσεν επί της ιδίας Μητρός Του, καθώς εκείνη με την ρομφαίαν σπαράσσουσαν την καρδίαν της ίστατο με του Μαθητού ον Εκείνος ηγάπα. Τρυφερώς και θλιβερώς ανελογίσθη το μέλλον το οποίον την περιέμενε κατά την βραχείαν επί της γης ζωήν της, μέλλουσαν να ταραχθή εκ των δοκιμασιών και των διωγμών των κατά της γεννώμενης και στρατευομένης πίστεως. Εκείνος εκ των Αποστόλων ον μάλιστα ηγάπα, ο πλησιέστατος προς Αυτόν τη καρδία και τη ζωή, εφαίνετο ο προσφορώτατος όπως λάβη την φροντίδα εκείνης της Μητρός. Εις τον Ιωάννην άρα ον υπέρ πάντας τους οικείους Του και τους μαθητάς του ηγάπα, εις τον Ιωάννην αφήκεν αυτήν ως κληρονομίαν και παρακαταθήκην ιεράν. «Γ ύ ν α ι, είπε προς αυτήν με ολίγας λέξεις, αλλά λέξεις αποπνεούσας την βαθυτάτην τρυφερότητα, λέξεις προς ας εκατοντάδες μυριάδων καρδιών εις γενεάς και γενεάς γενεών ερρίγησαν και ριγούσιν, εδάκρυσαν και δακρύουσι — «&Γύναι, ιδού ο υιός σου&». Και είτα λέγει προς τον Ιωάννην, «&Ιδού η μήτηρ σου&». Δεν ηδύνατο να κάμη χειρονομίαν με τας διατρήτους και καθηλωμένας χείρας Του, αλλ' ηδύνατο να νεύση διά της δεσποτικής και θείας κεφαλής Του. Εκείνοι ήκουσαν εν αφώνω συγκινήσει, αλλ' απ' εκείνης της ώρας, οδηγήσας αυτήν μακράν θεάματος το οποίον κατεβασάνιζε την ψυχήν της με τρομεράν αγωνίαν, «έλαβεν αυτήν εις τα ίδια», ήτοι την προσέλαβεν εις την ιδίαν οικίαν Του.
Ήτο ήδη μεσημβρία, και σκότος ασύνηθες, σκότος το οποίον μαρτυρούσι και αρχαίοι εθνικοί συγγραφείς, επέπεσεν επί την γην. Τούτο δε ενέπλησε τρόμου τα πνεύματα όλων των ιδόντων. Οι χλευασμοί και οι μυκτηρισμοί των Ιουδαίων ιερέων και των εθνικών στρατιωτών είχον περιορισθή εις το πρώτον μέρος της Σταυρώσεως. Τα τελευταία στάδιά της φαίνονται να επροξένησαν ρίγος τρόμου και φρίκης εις τους ενόχους και τους αθώους. Περί των συμβεβηκότων των τελευταίων εκείνων ωρών ουδέν λέγουσιν ημίν οι Ευαγγελισταί, και η φοβερά εκείνη επισκότισις του μεσημβρινού ηλίου πρέπει να κατετρόμαξε πάσαν καρδίαν ης αδράνειαν, περί ης ουδέν υπήρχε το οποίον ν' αναφέρωσιν. Ό,τι υπέφερε τότε δι' ημάς Εκείνος όστις «ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών, και μεμωλώπισται διά τας ανομίας ημών», ό,τι υπέμεινε δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την σωτηρίαν την ημετέραν, δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν, διότι κατά τας ώρας εκείνας εν σιωπή εκρέματο επί του Σταυρού Του. Αλλά περί το τέλος, όταν η αγωνία Του εκορυφώθη, και, κενωθείς μέχρι των εσχάτων της δόξης εκείνης, την οποίαν είχε προ καταβολής κόσμου, πιών μέχρι βαθυτάτης τρυγός την κύλακα της ταπεινώσεως και της πικρίας, υπομείνας, όχι μόνον δούλου μορφήν ν' αναλάβη, αλλά να υποφέρη την εσχάτην ατιμίαν την οποίαν η έχθρα του όφεως ηδύνατο να επιβάλη εις την εσχάτην αδυναμίαν, εξέφερε την μυστηριώδη εκείνην κραυγήν, ης η πλήρης σημασία ουδέποτε θα κατανοηθή υπ' ανθρώπου.
&«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»& («Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι Με εγκατέλιπες;»)
Εις τας λέξεις ταύτας, αναφέρων εκ του 21ου ψαλμού όστις είνε όλος προφητεία περί του Πάθους Του («Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ινατί εγκατέλιπές με», κτλ.) εδανείσθη εκ της αγωνίας του Δαυίδ, ήτις ήτο όλη εικών και προτύπωσις της μεγάλης Αγωνίας της ιδικής Του. Κατά την ώραν εκείνην ήτο μόνος. Κατεδύετο από βάθους εις βάθος ανεξερευνήτου δεινοπαθείας, μέχρις ου, εις την εγγύς προσπέλασιν του θανάτου όστις επειδή ήτο Θεός, και όμως είχε γείνη άνθρωπος ήτο φοβερώτερος προς Αυτόν! ότι ηδύνατο να είνε εις πάντα υιόν ανθρώπου, εφάνη ως εάν η θεία ανθρωπότης Του δεν θα ηδύνατο πλέον να υποφέρη.
Αναμφιβόλως η φωνή του Πάσχοντος, καίτοι μεγαλοφώνως εξενεχθείσα εν τω παραξυσμώ εκείνω της συγκινήσεως όστις παρ' άλλω θα ήτο απόγνωσις, αβεβαιοτέρα και δυσδιακριτωτέρα καθίστατο εκ της εκλύσεως και αδυναμίας εν ή εκρέματο επί του ξύλου· και ούτω μεταξύ του σκότους και του συγκεχυμένου θορύβου, και των υποκώφων βημάτων του κινουμένου πλήθους, υπήρξάν τινες οίτινες δεν ήκουσαν τι έλεγεν. Αντελήφθησαν μόνον την πρώτην συλλαβήν, και έλεγον προς αλλήλους ότι είχεν επικαλεσθή το όνομα του Ηλία. Η ετοιμότης μεθ' ης προσέλαβον την σφαλεράν ταύτην εντύπωσιν είνε άλλο τεκμήριον της εξάψεως και του τρόμου του ακουσίου φόβου απροόπτου τινός και τρομερού, εις ον είχον μεταπέσει από της προτέρας αγρίας ιταμότητός των. Διότι ο Ηλίας, ο μέγας προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο αχωρίστως αναμεμιγμένος με όλας τας Ιουδαϊκάς προσδοκίας περί Μεσσίου, και αι προσδοκίαι εκείναι ήσαν πλήρεις οργής. Η έλευσις του Ηλία θα ήτο έλευσις ημέρας πυρός, εν ή ο ήλιος θα μετεστρέφετο εις σκότος και η σελήνη εις αίμα, και αι δυνάμεις των ουρανών θα εσείοντο. Ήδη ο ήλιος της μεσημβρίας είχε συσκοτασθή εις ασυνήθη έκλειψιν· δεν ήτο δυνατόν φοβερόν τι σημείον, να σχίση τους ουρανούς και να κατέλθη, να επιψαύση τα όρη και να καπνισθώσι;
Πλην τώρα το τέλος ραγδαίον επέκειτο, και ο Ιησούς, κρεμάμενος επί ώρας επί του Σταυρού, υπέφερε από την βάσανον εκείνην της δίψης, ήτις είνε η δυσανεκτοτάτη πασών διά την ανθρωπίνην φύσιν. Ευτυχώς διά την ανθρωπότητα ο Ιησούς ουδέποτε εκύρωσε την αφύσικον επιτήδευσιν της στωικής απαθείας. Και ούτω εξέφερε την μόνην λέξιν σωματικής κακοπαθείας ήτις απεσπάσθη απ' Αυτού δι' όλων των ωρών καθ’ ας υπέφερε τας ακράτητας του άλγους και των βασάνων. Έκραξε μεγαλοφώνως, &«Διψώ.»& Εκεί πλησίον έκειτο αγγείον πλήρες όξους, ή π ό σ κ α ς (οξινού οίνου) οποίον ήτο το σύνηθες ποτόν των ρωμαίων στρατιωτών. Είς λοιπόν εξ αυτών γεμίσας σπόγγον όξους, και περιθεύς καλάμω, επότιζεν Αυτόν! Και η απλή αύτη πράξις της συμπαθείας, την οποίαν ο Ιησούς δεν απέρριψε, προυκάλεσεν έκφρασιν νευρικής εξάψεως εκ μέρους τινών από του πλήθους. «Άφες ίδωμεν (είπον ούτοι) ει έρχεται Ηλίας σώσων Αυτόν.» Αλλ' ο Ηλίας δεν ήλθεν, ούτε ανθρώπινος παρήγορος, ούτε άγγελος ελευθερωτής. Ήτο το θέλημα του Θεού, ήτο το θέλημα του Υιού του Θεού όπως «τελειωθή διά παθημάτων,» όπως, εις αιώνιον παράδειγμα όλων των τέκνων Του, εφ' όσον θα διαρκέση ο κόσμος, «υπομείνη εις τέλος».
Και τώρα το τέλος είχεν έλθη. Και πάλιν διά των λόγων του ηδυλάλου ψαλμωδού του Ισραήλ αλλά προσθείς τον τίτλον εκείνον της πιστής αγάπης όστις, δι' Αυτού και μόνου, επετράπη εις όλην την ανθρωπότητα, &«Πάτερ,»& είπεν, &«εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμα Μου.»& Είτε, μετά μείζονος αγώνος, εξεφώνησε την μίαν νικητήριον λέξιν, &«Τετέλεσται!»& Και ως είπεν, έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους, και παρέδωκε την ψυχήν Του «λύτρον αντί πολλών», εκούσιον θυσίαν εις τον Ουράνιον Πατέρα Του. Είνε άξιον σημειώσεως ότι πάντες οι Ευαγγελισταί, περιγράφοντες τον θάνατον του Χριστού, δεν μεταχειρίζονται το ρήμα α π έ θ α ν ε ν, αλλ' ο μεν Ματθαίος λέγει, α φ ή κ ε τ ο π ν ε ύ μ α, ο δε Μάρκος και ο Λουκάς, ε ξ έ π ν ε υ σ ε, και ο Ιωάννης π α ρ έ δ ω κ ε τ ο π ν ε ύ μ α· ως θέλοντες να νοήσωσι μετά του Αγίου Αυγουστίνου ότι παρέδωκε την ζωήν Του, επειδή ηθέλησεν, ότε ηθέλησε, και όπως ηθέλησε».
Κατ' εκείνην την στιγμήν, το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω. Σεισμός εκλόνησε την γην και διέρρηξε τους βράχους, και ήνοιξε τα μνημεία των νεκρών. Η κατάβασις δε του Χριστού εις τον Άδην «μετά ψυχής ως Θεού» ήγειρε τους νεκρούς τους απ' αιώνος, και μετά την έγερσιν Αυτού «εισήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς». Εκ των φοβερών τούτων σημείων κατεπλάγη και αυτή η σκληρά αδιαφορία των ρωμαίων στρατιωτών. Ο εκατόνταρχος και οι μετ' αυτού, οι τηρούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες, «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος!» Και οι όχλοι οι παρευριθέντες, επιστρέφοντες εις την πόλιν, έτυπτον αυτών τα στήθη και έκλαιον.
Αληθώς η σκηνή εκείνη ήτο πολύ φοβερωτέρα ή όσον εκείνοι, και ημείς ακόμη, δυνάμεθα να γνωρίσωμεν. Ο θύραθεν ιστορικός, όσον δύσπιστος και αν είνε, δεν δύναται να μη ίδη εν τούτω το κεντρικόν σημείον της ιστορίας του κόσμου. Είτε πιστεύει εις Χριστόν είτε όχι, δεν δύναται ν' αρνηθή ότι η καινή αύτη θρησκεία ηυξήθη από του σμικροτάτου σπέρματος εις μέγα δένδρον, ώστε τα πετεινά του ουρανού να κατασκηνώσιν εν τοις κλάδοις αυτού· ότι ήτο ο λίθος ο άνευ χειρών τμηθείς όστις κατεκερμάτισε το κολοσσιαίον είδωλον της εθνικής δαιμονολατρίας, και εμεγαλύνθη εις τεράστιον όρος και επλήρωσε την γην. Και διά τον άπιστον και διά τον πιστεύοντα, η Σταύρωσις είνε το μεθόριον συμβεβηκός μεταξύ των αρχαίων και των νέων ημερών. Ηθικώς άμα και φυσικώς, όσον και πνευματικώς η πίστις του Χριστού ήτο η Παλλιγγενεσία του κόσμου. Η πάλη υπήρξε μακρά και κοπιώδης, αλλ' από της ώρας καθ' ην ο Χριστός απέθανεν ήρχισεν ο επιθανάτιος κώδων κατά πάσης παθητικής τυραννίας και πάσης ανασχετής βδελυγμίας. Από της ώρας εκείνης η Αγιότης κατέστη το παγκόσμιον ιδεώδες πάντων όσοι ονομάζουσι το όνομα του Χριστού ως Κυρίου των, και η επίτευξις του ιδεώδους εκείνου η κοινή κληρονομιά των ψυχών εν αις παραμένει το Πνεύμα Του.
Τα αποτελέσματα άρα του έργου του Χριστού είνε και διά τον άπιστον ιστορικά και αναμφήριστα. Κατήργησε την ωμότητα, εδάμασε τα πάθη, εστιγμάτισε την αυτοχειρίαν, εκόλασε την παιδοκτονίαν, απήλασε τας επαισχύντους ακαθαρσίας της ειδωλολατρίας εις το εξώτερον σκότος. Δεν υπήρξε τάξις κοινωνική της οποίας τας κακίας να μη διώρθωσεν. Απήλλαξε τον θηριομάχον, ηλευθέρωσε τον δούλον, επροστάτευσε τον αιχμάλωτον, ενοσήλευσε τον ασθενή, εστέγασε το ορφανόν· ανύψωσε την γυναίκα, περιέβαλε με ακτίνας στεφάνου την αθώαν ηλικίαν του παιδίου.
Κατά τον φιλόσοφον Σενέκαν, η ευσπλαγχνία είνε ελάττωμα της ψυχής, και η πτωχεία είνε το μεγαλείτερον όνειδος. Κατά τον Χριστόν, η ελεημοσύνη είνε αρετή, και η πτωχεία είνε μακαριότης. Εξηυγένισε την εργασίαν από χυδαιότητος εις αξιοπρέπειαν και εις καθήκον. Ηγίασε τον νόμον από εμπορίας και από δουλείας εις ευλογημένην ένωσιν. Απεκάλυψε την αγγελικήν καλλονήν της καθαρότητος και της πραότατος. Κατέστησε την αγάπην καθολικήν και υποχρεωτικήν αρετήν. Εξήγνισε την ζωήν και εξήρε την ψυχήν παντός ανθρώπου. Έκτισε καρδίας τόσον καθαράς, και βίους τόσον ειρηνικούς, και εστίας τόσον γλυκείας, ώστε οι άγγελοι οίτινες εκήρυξαν την έλευσιν του Σωτήρος, φαίνεται ότι εψιθύρισαν προς τους υιούς των ανθρώπων: «Έσεσθε ως πτέρυγες της περιστέρας αι περιηργυρωμέναι, και τα μετάφρενα αυτής χρυσαυγίζοντα».
Άλλοι, εάν θέλωσι και δύνανται, ας μη βλέπωσιν εις το τοιούτον έργον την θείαν Πρόνοιαν. Ημείς δεν τους καταδειώκομεν, δεν τους καταγγέλλομεν, δεν τους κρίνομεν· αλλά λέγομεν ότι η μαρτυρία της ιστορίας περί του Χριστού είνε μαρτυρία ήτις εδόθη εν ακαταμαχήτω πειστικότητι και εις ουδένα άλλον εδόθη τοιαύτη ειμή εις Αυτόν.
Εις δε τον πιστεύοντα, η ζωή και ο θάνατος του Ιησού Χριστού είνε τι πολύ βαθύτερον ακόμη· δι' αυτόν είνε ανάστασις εκ νεκρών. Ούτος Βλέπει εν τω Σταυρώ του Χριστού κάτι υπέρτερον της ιστορικής σημασίας. Βλέπει εν Αυτώ το πλήρωμα πάσης προφητείας ως και το κεφάλαιον όλης της ιστορίας· βλέπει την εξήγησιν του μυστηρίου της γεννήσεως και την κατάκτησιν επί του μυστηρίου του τάφου. Εν τη Ζωή εκείνη ευρίσκει τέλειον παράδειγμα· εν τω θανάτω εκείνω, άπειρον λύτρωσιν. Καθώς θεωρεί την Σάρκωσιν και την Σταύρωσιν, δεν αισθάνεται πλέον ότι ο Θεός απέχει μακράν, αλλ' ανακράζει εν πίστει και ελπίδι και αγάπη, «Υμείς ναός εστι του Θεού του Ζώντος· ως είπεν ο Θεός, Κατοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω εν αυτοίς».
Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, καθώς το σκότος ήρχισε να διασκεδάζηται από της συντελεσθείσης θυσίας. Εκείνοι οίτινες δεν ενόμισαν μολυσμόν το ν' αρχίσωσι την εορτήν των διά της σφαγής του Μεσσίου των, μεγάλως ανησύχησαν μήπως η αγιότης της επιούσης, ήτις ήρχιζεν από της δύσεως του ηλίου, εκτεθή εις κίνδυνον διά των σωμάτων κρεμαμένων επί του σταυρού. Παρεκάλεσαν τον Πιλάτον ίνα συντριβώσιν αυτών τα σκέλη, και αρθώσι τα σώματα. Η θραύσις αύτη των μελών συνίστατο εις την τύψιν των σκελών διά βαρείας σφύρας, όπερ μεγάλως επετάχυνε τον θάνατον. Τότε οι στρατιώται κατέαξαν τα σκέλη των δύο κακούργων πρώτον, και είτα, ελθόντες προς τον Ιησούν, εύρον ότι η μεγάλη κραυγή υπήρξεν η τελευταία Του, και ότι είχεν αποθάνη ήδη. «Ου κατέαξαν Αυτού τα σκέλη». Και ούτω επληρώθη η Γραφή, η περί του πασχαλίου εκείνου αμνού, όστις ήτο μόνον τύπος και προεικόνισμα του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, ότι — «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Είνε δε καταπληκτική περίστασις ότι ο αμνός ο πασχάλιος παρά τοις Εβραίοις εσταυρούντο πράγματι επί δύο οβελών, ορθού και εγκαρσίου. Αλλ' είς των στρατιωτών, διά να βεβαιωθή περί του θανάτου, διά της λόγχης εκέντησε την πλευρά του Νεκρού, και «ευθέως,» λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «εξήλθεν αίμα και ύδωρ.» Ο Ηγαπημένος μαθητής προσθέτει, «Και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε, και αληθινή εστιν η μαρτυρία αυτού». Και ως επείσθησαν τότε οι στρατιώται, ούτω πρέπει να πεισθώσι πάντες, ότι, Εκείνος όστις τη τρίτη ημέρα έμελλε ν' αναστή εκ νεκρών, πράγματι εσταυρώθη, απέθανε και ετάφη, και η ψυχή του μετέβη εις τον κόσμον τον αόρατον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'. Η Ανάστασις του Κυρίου
Ιωσήφ ο από Αριμαθείας. — Ο Νικόδημος. — Ο Κήπος και το Μνημείον. — Αι Μυροφόροι γυναίκες. — Η σφράγισις του Τάφου και η Κουστωδία — «Τη Μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέος.» — Αι Μυροφόροι παρά τον Τάφον — Ο Τάφος κενός. — Πέτρος και Ιωάννης. — Πρώτη εμφάνισις εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν. — Εμφάνισις εις τας Γυναίκας. — Ο μύθος των Ιουδαίων. — Εμφάνισις εις τον Πέτρον. — Εις Εμμαούς. — Εις τους Αποστόλους συνηγμένους. — Η ψιλάφησις του Θωμά — Παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας. — «Σίμων Ιωνά, φιλείς με;» — Ποίμαινε τα πρόβατά μου.» — «Ούτος δε τι;» — Η Ανάληψις του Χριστού. — «Εκ δεξιών του Πατρός».
Καθ' ην στιγμήν ο Χριστός απέθνησκε, τίποτε δεν ηδύνατο να φανή ασθενέστερον, οικτρότερον, καταδικασμένον εις όνειδος και απώλειαν ή η Εκκλησία την οποίαν είχεν ιδρύσει. Είχεν αύτη δράκα ασθενών οπαδών, εκ των οποίων ο τολμηρότερος είχεν αρνηθή τον Κύριόν του μετά βλασφημίας, και ο πλέον αφωσιωμένος Τον είχεν εγκαταλίπει και είχε φύγει. Ήσαν πτωχοί, ήσαν αμαθείς, απέλπιδες. Δεν είχον ούτε Συναγωγήν ούτε ρομφαίαν. Εάν ωμίλουν την ιδίαν γλώσσαν των, αύτη τους επρόδιδε διά της ιδιωματικής διαλέκτου· εάν ωμίλουν την διαδεδομένην ελληνικήν, εφαίνετο εις το στόμα των ως χυδαϊκή παρεφθαρμένη. Τόσον ασθενείς ήσαν και άσημοι, ώστε μεγάλη τόλμη θα ήτο να προείπη τις δι' αυτούς το πολύ Γαλιλαϊκήν τινα παρασυναγωγήν. Πως συνέβη ώστε οι αμβλείς ούτοι και αμαθείς άνθρωποι, με τον ξύλινον Σταυρόν των, κατεθριάμβευσαν των θανασίμων γοητειών σαρκικής μυθολογίας, κατέκτησαν Βασιλείς και στρατούς, και υπέταξαν τον κόσμον;
Τι ήτο το ποιήσαν την δύναμιν να εξέλθη τελέα εκ της εξουθενωμένης αδυμίας; Μία υπάρχει και μόνον μία δυνατή απάντησις, η Ανάστασις εκ νεκρών. Όλη αύτη η μεγάλη επανάστασις ωφείλετο εις την δύναμιν της του Χριστού αναστάσεως.
Ο ήλιος κατήρχετο ήδη εις την δύσιν, και η ημέρα του Σαββάτου επέκειτο. «Ην δε μεγάλη η ημέρα εκείνη του Σαββάτου», Σάββατον συνάμα και Πάσχα. Οι Ιουδαίοι είχον λάβη πάσαν προφύλαξιν όπως προλάβωσι την βεβήλωσιν ημέρας τόσον ιεράς, κ' εφρόντισαν ευθύς μετά τον θάνατον περί της αποκαθηλώσεως των θυμάτων. Διά το σώμα του Ιησού είχε παρουσιασθή άνθρωπος όπως λάβη άδειαν παρά του Πιλάτου να το θάψη.
Ούτος ήτο Ιωσήφ ο από Αριμαθείας πλούσιος και αμέμπτου βίου ανήρ και μέλος του Συνεδρίου (ευσχήμων Βουλευτής). Καίτοι εκ δειλίας ή εξ αδυναμίας δεν είχε κηρύξει αναφανδόν μέχρι τούδε την πίστιν εις τον Ιησούν, αλλ' όμως δεν μετέσχε της ψήφου του Συνεδρίου ούτε συνήνεσε εις την πράξιν των. Και η λύπη και η αγανάκτησις ενέπνευσαν αυτώ θάρρος. Αφού ήτο πολύ αργά να εκδηλώση την συμπάθειάν του εις τον Ιησούν ως ζώντα Προφήτην, θα έδιδε τουλάχιστον σημείον της αφοσιώσεώς του προς Αυτόν ως Μάρτυρα και θύμα ανόμου συνωμοσίας. Ούτος προσήλθεν εις τον Πιλάτον κατ' αυτήν την εσπέραν της Παρασκευής, και παρεκάλεσεν ίνα δοθή αυτώ το νεκρόν σώμα. Καίτοι οι Ρωμαίοι άφινον τους εσταυρωμένους δούλους των εις βοράν κοράκων και κυνών, ο Πιλάτος δεν εδυσκολεύθη να κυρώση φιλανθρωπότερον και ευσεβέστερον ιουδαϊκόν έθιμον, το οποίον απήτει αείποτε την ταφήν των νεκρών. Ο δε Πιλάτος ηπόρησεν αν ήδη απέθανε, και έστειλε να ερωτήση τον εκατόνταρχον, πληροφορηθείς δε, διέταξε να δοθή το σώμα. Χωρίς να χάση στιγμήν, επειδή το Σάββατον επέκειτο, ο Ιωσήφ ηγόρασε καθαράν σινδόνα, και αποκαθήλωσε το σώμα από του Σταυρού. Εν τω μεταξύ το παράδειγμά του προσείλκυσε και τον άδολον αλλά δειλόν Νικόδημον, του οποίου η καρδία ενεπλήσθη συμπαθείας και τύψεως, και έτρεξε προς τον Σταυρόν Εκείνου με προσφοράν μεγαλοδωρίας βασιλικής. Χάρις εις την έλλαμψιν ταύτην της λύπης και συμπαθείας εις τας καρδίας των δύο τούτων ευγενών και πλουσίων μαθητών, Εκείνος όστις εθανατώθη ως κακούργος ετάφη ως βασιλεύς. Η καθαρά σινδών, την οποίαν ο Ιωσήφ είχεν αγοράσει, ερραντίσθη πλουσίως διά της εκατονταλίτρου σμύρνης και αλόης, την οποίαν είχε φέρη ο Νικόδημος, και το μεμωλωπισμένον και τετραυματισμένον σώμα, του οποίου το θεϊκώς ανθρώπινον πνεύμα ευρίσκετο νυν εν τη αναπαύσει του Σαββάτου, εν τω Παραδείσω του Θεού, εκομίσθη ούτω εις τον αγαπητόν και ειρηνικόν τάφον Του. «Αναπεσών, κεκοίμηται ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί Αυτόν;»
Παρά τον τάφον της Σταυρώσεως υπήρχε κήπος ανήκων εις τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίον, και εντός του περιβόλου του ούτος είχε κατασκευάσει λαξευτόν τάφον καινόν, διά τον εαυτόν του. Εν τω τάφω ουδείς είχε τεθή ακόμη, ο δε Ιωσήφ, παρά πάσας τας ιουδαϊκάς προλήψεις, δεν εδίστασε να δώση διά το σώμα του Ιησού το δι' εαυτόν προωρισμένον μνημείον, το λελατομημένον εν τη πέτρα. Ώφειλον δε να σπεύσωσι, διότι άμα της δύσει του ηλίου το Σάββατον θα ήρχιζε. Ηρωμάτισαν τον νεκρόν, ετύλιξαν την κεφαλήν με σουδάριον, περιέβαλαν όλον το σώμα με την σινδόνα, και απέθηκαν αυτό εν τω μνημείω τω καινώ, είτα προσεκύλισαν μέγαν λίθον επί της θύρας του μνημείου. Μόλις συνετέλεσαν την ταφήν, ο ήλιος εκρύβη όπισθεν των ορέων της Ιερουσαλήμ, και το νέον Σάββατον επέφωσκε.
Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, είχον καθίσει εν τω κήπω επιτηρούσαι, και άλλαι εκ της Γαλιλαίας γυναίκες είχον σημειώσει το μέρος, και είχον σπεύσει οίκαδε να ετοιμάσωσι νέα αρώματα πριν το Σάββατον αρχίση, όπως δυνηθώσι να τρέξωσιν οπίσω την πρωίαν της Μιας Σαββάτων, και συμπληρώσωσι τον αρωματισμόν του σώματος, τον οποίον ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος εν σπουδή είχον αρχίσει. Διήλθον εν ησυχία το Σάββατον εκείνο, το οποίον, διά τας συντετριμμένας καρδίας όλων όσοι ηγάπων τον Ιησούν, ήτο Σάββατον αγωνίας και θλίψεως.
Αλλ' οι εχθροί του Χριστού δεν έμειναν τόσον αδρανείς. Η φοβερά ανησυχία των ενόχων συνειδήσεων δεν είχε καταπραϋνθή ούτε διά του θανάτου Του επί του Σταυρού. Ανεμνήσθησαν μετά τρόμου τας περιαδομένας προφητείας, περί αναστάσεώς Του, το σημείον Ιωνά του Προφήτου, όπερ Εκείνος έλεγε μόνον θα εδίδετο αυτοίς, την μεγάλην έκφρασιν περί καταλύσεως του Ναού, τον οποίον εις τρεις ημέρας θα ήγειρε. Προσποιούμενοι άρα ότι φοβούνται «μήποτε οι μαθηταί Αυτού ελθόντες διά νυκτός κλέψωσιν Αυτόν, και είπωσι τω λαώ, Ηγέρθη από των νεκρών·» και τότε θα ήτο, κατ' αυτούς, η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης, παρεκάλεσαν τον Πιλάτον, ίνα έως της τρίτης ημέρας, ασφαλισθή ο τάφος. Ο Πιλάτος έδωκεν αυτοίς βραχείαν και αλαζονικήν άδειαν να πράξωσιν ως ήθελον· προφανώς δε την εσπέραν, όταν το Πασχάλιον Σάββατον παρήλθεν, απήλθον μετά των στρατιωτών και εσφράγισαν τον λίθον του μνημείου, και αφήκαν τους στρατιώτας φύλακας εκεί.
Το «έχετε κουστωδίαν» δεν δύναται να ληφθή ως προστακτική, αλλά μάλλον ως οριστική. Υποτίθεται εν γένει ότι η κουστωδία αύτη ήτο απόσπασμα ρωμαίων στρατιωτών παραχωρημένων ήδη εις τους Ιουδαίους αρχιερείς όπως φρουρώσι την τάξιν κατά την εορτήν.
Η νυξ παρήλθε, και πριν το λυκαυγές αρχίση να υποφώσκη εν τη πρώτη εκείνη μεγάλη ημέρα του Χριστιανικού Πάσχα, η περιπαθής αγάπη των γυναικών εκείνων αίτινες προσεκαρτέρησαν τελευταίαι παρά τον Σταυρόν, τας έκαμε και πρωινωτάτας παρά τον τάφον. Φέρουσαι μεθ' εαυτών τα πολύτιμα αρώματά των, αλλ' ουδέν γνωρίζουσαι περί κουστωδίας και σφραγίσεως, εναγωνίως ηρώτων αλλήλας, καθώς έτρεχον με δειλά και θλιβερά βήματα εις το σκότος και εις το ωχρόν φέγγος της σελήνης και του λυκαυγούς, «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου». Αι δύο Μαρίαι έτρεχον πρώται εις την πορείαν ταύτην της αφοσιώσεως, μετ' αυτάς δε ήρχοντο η Σαλώμη και η Ιωάννα. Κατ' άλλους η «Μαρία η Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ» ήτο αυτή η Θεοτόκος Μαρία, λαμβάνουσα τον προσδιορισμόν τούτον ως έχουσα οιονεί προγόνους και τον Ιάκωβον και τον Ιωσήν, αν ούτοι ήσαν υιοί του Ιωσήφ του Μνήστορος. Εύρον δε την δυσχέρειαν λυθείσαν δι' αυτάς. Αγγελική οπτασία με λευκήν και απαστράπτουσαν εσθήτα είχε κατατρομάξει τους φύλακας του τάφου, και είχεν αποκυλίσει τον λίθον από της θύρας του μνήματος εν μέσω των κλονισμών μεγάλου σεισμού. Και καθως εκείναι έφθασαν εις τον τάφον, βλέπουσιν αγγέλους λευχειμονούντας, οίτινες εκέλευσαν αυτάς, να τρέξωσιν οπίσω προς τους μαθητάς και να είπωσιν αυτοίς, και ιδίως τω Πέτρω, ότι ο Χριστός, συμφώνως προς το ίδιον ρήμα Του, ηγέρθη από των νεκρών, και θα προηγηθή αυτών, ως Ποιμήν, εις την αγαπητήν πατρίδα των, την Γαλιλαίαν. «Ιησούν ζητείτε, τον Ναζαρηνόν, τον Εσταυρωμένον; Ηγέρθη· ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν. Αλλ' υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς Αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί Αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν».
Αι γυναίκες έτρεξαν οπίσω εν εκστάσει και εν τρόμω, και εις ουδένα είπον ειμή εις τους μαθητάς· και εις τους μαθητάς εφάνησαν οι λόγοι των «ωσεί λήρος·» και όχι μόνον «ουκ επίστευσαν,» αλλ' «ηπίστησαν». Αλλ' η Μαγδαληνή Μαρία, ήτις είχε λάβη χωριστήν και ιδιαιτέραν πληροφορίαν, έδραμε πάραυτα προς τον Πέτρον και Ιωάννην. Τότε οι δύο μαθηταί έτρεξαν. Ο Ιωάννης προέδραμε ταχύτερον του Πέτρου, και πρώτος φθάσας, έκυψε, και εθεώρησε μετά σιωπηλού θαυμασμού τον ανοικτόν τάφον. Ο τάφος ήτο κενός, και τα οθόνια του Νεκρού έκειντο μόνα, χωριστά η σινδών, και χωριστά το σουδάριον το επί της κεφαλής. Είτα έφθασεν ο Πέτρος, και με την συνήθη ορμητικότητά του, απροσεκτών προς τας περί μολυσμού διατάξεις και προς πάσαν άλλην σκέψιν, ειμή την αγάπην και την έκπληξίν του, εισήλθεν εις τον τάφον. Ο Ιωάννης τον ακολούθησε, και είδε, και επίστευσε· και οι δύο Απόστολοι έφεραν οπίσω την αναμφίβολον βεβαιότητα προς τους θαυμάζοντας αδελφούς των. Με όλον τον φόβον, και την αγωνίαν, και την αμβλύτητα της διανοίας, ήτις, κατά την ιδίαν ομολογίαν των, ήτο τόσον βραδεία εις το συνιέναι, επέλαμψεν επ' αυτούς τότε η τρέμουσα και αμυδρά ελπίς, ήτις έμελλε ταχέως να γείνη ακλόνητος πεποίθησις, ότι ο Ιησούς όντως ηγέρθη εκ νεκρών. Ότι κατά την πρωίαν εκείνην ο τάφος του Χριστού ήτο κενός, ότι το σώμα Του δεν είχεν αποκομισθή υπό των εχθρών Του, ότι η απουσία του επροξένησεν εις τους μαθητάς βαθυτάτην έκπληξιν, ουχί άμικτον παρά τισιν αυτών, με λύπην και ταραχήν, ότι ακολούθως επείσθησαν, διά πολλών τεκμηρίων, ότι όντως είχεν αναστή εκ νεκρών, ότι υπέρ του αληθούς της πίστεως ταύτης ήταν έτοιμοι εν παντί καιρώ ν' αποθάνωσιν, ότι η πίστις αύτη επήνεγκε βαθείαν και ολοσχερή μεταβολήν εις τον χαρακτήρα των, πονήσασα αυτούς εκ δειλών θαρραλέους και εξ ασθενών ακαταμαχήτους, ότι ήσαν ανίκανοι προς ψεύδος εκούσιον, και, αν ούτω δεν είχε, το ψεύδος το εκούσιον ουδέποτε θα είχε δύναμιν να πείση την απιστίαν και ν' αναγεννήσει την ηθικότητα του κόσμου, ότι επί της πίστεως ταύτης της Αναστάσεως ωκοδομήθη η παγκόσμιος εισέτι τήρησις της πρώτης ημέρας της εβδομάδος και όλον το θεμέλιον της χριστιανικής εκκλησίας, ταύτα τουλάχιστον είνε γεγονότα τα οποία και η απιστία αυτή, εάν θέλη να είνε ειλικρινής, δεν δύναται να μη αναγνωρίση.
Την φαινομένην δήθεν ασυμφωνίαν μεταξύ των Ευαγγελιστών, ως προς τα γεγονότα της Μιας των Σαββάτων, νεώτερος ερμηνευτής (ο Άγγλος επίσκοπος Ουέσκοτ) επιχειρεί ως εξής να συμβιβάση. Ώρα 11 της νυκτός (5 π. μ.). Μαρία η Μαγδαληνή μετ' άλλων γυναικών έρχεται εις τον τάφον. Επιστρέφει να εύρη τον Πέτρον και Ιωάννην. Ώρα 11 και ημισεία. Αι άλλαι γυναίκες βλέπουσιν Άγγελον και επιστρέφουσιν εις την πόλιν. Ώρα 12. Η Ιωάννα και άλλαι επισκέπτονται τον τάφον, και βλέπουσι δύο Αγγέλους, οίτινες πληροφορούσιν αυτάς. Ώρα ημισεία της ημέρας (6 και ημισία). Ο Πέτρος και Ιωάννης έρχονται εις τον τάφον. Ολίγω ύστερον ο Ιησούς εμφανίζεται εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, και ύστερον εις τας άλλας γυναίκας, καθώς επιστρέφουσιν εις τον τάφον.
Εις την Μαγδαληνήν Μαρίαν, εις εκείνην ήτις πολύ ηγάπησε διότι πολύ εσυγχωρήθη, και εκ της ψυχής της οποίας, της διαπύρου νυν ως η φλοξ και διαυγούς ως κρύσταλλος, είχεν εκβάλη επτά δαιμόνια, απέκειτο η ένδοξος τιμή να ίδη πρώτη τον αναστάντα Σωτήρα. (Κατ' άλλους ερμηνευτάς, ο Κύριος αναστάς ώφθη πρώτον εις την πάναγνον Αυτού Μητέρα, καίτοι τούτο απεσιωπήθη υπό των Ευαγγελιστών). Και η οπτασία των Αγγέλων, δεν είχε καταπραΰνει την έξαψιν και την ταραχήν εν τη καρδία της Μαγδαληνής, όταν, επιστρέψασα και πάλιν εις το μνημείον, εύρεν ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να προσφέρη τον τελευταίον φόρον της αφοσιώσεως και της στοργής εις το κατατραυματισμένον σώμα του Κυρίου της. Από της περιπαθούς ψυχής της, ουδέν αι λευκαί οπτασίαι και αι αγγελικαί φωναί ηδυνήθησαν να εξώσωσι την αγωνίαν την οποίαν ησθάνετο εις την επίμονον σκέψιν, «Ήραν τον Κύριόν μου εκ του μνημείου, και ουκ οίδα πού έθηκαν Αυτόν». Μεθ' όλης της ψυχής της απερροφημένης εις την σκέψιν ταύτην, εστράφη, και ιδού, ο Ιησούς Αυτός ίστατο παρ' αυτήν. Ήτο ο Ιησούς, αλλ' όχι όπως τον είχε γνωρίσει. Υπήρχε τι το πνευματικόν, το υπερκόσμιον, εις το εγηγερμένον εκείνο και δεδοξασμένον σώμα. Εκείνη εφαντάσθη ότι ήτο ο κηπουρός, και εν τη απλήστω ελπίδι ότι ούτος δύναται να εξηγήση προς αυτήν το μυστήριον του κενωθέντος εκείνου και αγγελοφοντήτου τάφου, ανακράζει προς Αυτόν εν αγωνιώδη εκπλήσει, αποστρέφουσα την κεφαλήν, ίσως διά να κρύψη τα ρέοντα δάκρυά της — «Κύριε, ει συ εβάστασας Αυτόν, είπε μοι πού έθηκας Αυτόν, καγώ Αυτόν αρώ».
Τότε ο Ιησούς λέγει προς αυτήν, «Μαρία!»
Η λέξις εκείνη, με τον καταπληκτικόν εκείνον αλλά και τρυφερόν τόνον της θείας φωνής, εισέδυ εις την καρδίαν της. Στραφείσα προς Αυτόν, αποπειραθείσα, ως φαίνεται, να θίξη τους πόδας Του ή το κράσπεδον του ιματίου Του, έκραξε προς αυτόν εν τη μητρική γλώσση της, «Ραββουνί!» (όπερ ήτο πολύ εμφαντικώτερον και τιμητικώτερον του Ρ α β β ί), και είτα έμεινεν άφωνος εν τη παραφορά της. Ο Ιησούς Αυτός μετά πραότητος περιέστειλε το πάθος του ενθουσιασμού της. «Μη μου άπτου, είπεν, ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα Μου». Πιθανόν τούτο να σημαίνη, «επειδή τούτο είνε μόνον βραχύ διάλειμμα μεταξύ της προτέρας ανθρωπίνης αναστροφής Μου προς υμάς και της μελλούσης πνευματικής ενώσεως». Είτα προσέθηκε, «Πορεύου δε προς τους αδελφούς Μου και ειπέ αυτοίς, Αναβαίνω προς τον Πατέρα Μου και πατέρα υμών, και Θεόν Μου και Θεόν υμών». Οι αρχαίοι Έλληνες Πατέρες εσχολίασαν το αξιοσημείωτον της εκφράσεως ταύτης. «Πατέρα κατά φύσιν την θεϊκήν, ως δε φύσει γενόμενος άνθρωπος, έφης Θεόν, Ύψιστε, τοις δούλοις συγκατιών, εξαναστάς του μνήματος, χάριτι Πατέρα των γηγενών τιθείς τον κατά φύσει Θεόν τε και Δεσπότην». Κατάπληκτος και περιδεής εκείνη έσπευσε να υπακούση. Επανέλαβε προς αυτούς το θειότατον τούτο παράγγελμα, και από γενεάς εις γενεάν αντηχεί δονούσα τας καρδίας η πρώτη εκείνη έκφρασις, η ανεξάλειπτον εμποιήσασα εντύπωσιν εις τα πνεύματα των ακουσάντων — &«Εώρακα τον Κύριον!»&
Ουδ’ έμεινεν ανυποστήρικτος η μαρτυρία της. Ο Ιησούς συνήντησε τας άλλας γυναίκας, και είπεν αυταίς, «Χαίρετε!» Ο τρόμος ανεμιγνύετο με το θάμβος και την συγκίνησίν των καθώς έπεσαν εις τους πόδας Του. «Μη φοβείσθε, είπε προς αυτάς· πορευθείσαι είπατε τοις αδελφοίς Μου ίνα απέλθωσιν εις Γαλιλαίαν, κακεί Με όψονται».
Ανωφελές ήτο διά τους στρατιώτας τους φύλακας να μείνωσι πλησίον κενού τάφου. Εν φόβω διά τα επακόλουθα, και εν τρόμω εις όσα είχον ίδη, έφυγον προς τους άρχοντας των Ιουδαίων, οίτινες είχον δώσει αυτοίς το κρύφιον υπούργημα. Διά τας πεπωρωμένας εκείνας καρδίας πίστις δεν υπήρχεν, ουδέν καν έρευνα. Το μόνον καταφύγιόν των ήτο το ψεύδος. Επροσπάθησαν να συγκαλύψωσιν όλην την υπόθεσιν. Υπέβαλον εις τους στρατιώτας την ιδέαν ότι πρέπει να είχον αποκοιμηθή, και εν τω μεταξύ οι μαθηταί είχον κλέψει το σώμα του Ιησού. Αλλά τοιούτος μύθος ήτο παραπολύ άτιμος προς πειθώ, και παραπολύ γελοίος προς δημοσιότητα. Εάν καθίστατο γνωστόν, ουδέν θα έσωζε τους στρατιώτας εκ του ονείδους και της τιμωρίας. Οι Σαδδουκαίοι άρα έδωκαν αργύρια εις τους στρατιώτας, όπως σκεφθώσι το ίδιον συμφέρον των, και το κοινόν συμφέρον των με τους Ιουδαίους, θάπτοντες την όλην υπόθεσιν εν μυστικότητι και σιωπή. Μόνον βαθμηδόν και βραδύτερον, και προς τους μεμυημένους, η χαμερπής συκοφαντία μετεδόθη. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει ότι, όταν έγραφε το καθ' εαυτόν Ευαγγέλιον, διεφημίζετο ακόμη ο μύθος μεταξύ των Ιουδαίων.
Η τρίτη εμφάνισις του Χριστού ήτο προς τον Πέτρον. Τα καθ' έκαστα ταύτης είνε άγνωστα εις ημάς. Το γεγονός ερείδεται επί της ρητής μαρτυρίας του ιερού Λουκά και του θεογόρου Παύλου.
Την αυτήν ημέραν, η τετάρτη εμφάνισις του Κυρίου συνωδεύθη από περιστάσεις βαθυτάτου ενδιαφέροντος. Δύο των μαθητών ωδοιπόρουν εις έν χωρίον Εμμαούς, ως οκτώ μίλια από της Ιερουσαλήμ, και συνεζήτουν προς αλλήλους με τεθλιμμένας και εμφόβους καρδίας περί των φοβερών συμβεβηκότων των δύο τελευταίων ημερών. Τότε Ξένος τις επλησίασεν αυτούς και τους ηρώτησε το αίτιον του κατηφούς των προσώπου και του τεταραγμένου των λόγων των. Εκείνοι εστάθησαν κ' εθεώρησαν δυσπίστως τον άγνωστον οδοιπόρον. Και όταν ο είς των δύο, ω όνομα Κλεόπας ωμίλησεν εις απάντησιν, υπάρχει έκπληξίς τις και υποψία εις την απόκρισίν του. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ, και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;» Εκείνος ηρώτησε, «Ποία;» και ούτοι είπον, «Τα περί Ιησού του Ναζωραίου, ος εγένετο Προφήτης μέγας» εν τω Ισραήλ και όμως όλαι αι χαρμόσυνοι ελπίδες ότι έμελλε να λυτρώση τον λαόν Αυτού κατέπεσον εις κόνιν, και όλαι αι κριταί πράξεις Του ενώπιόν του Θεού και του λαού ετελείωσαν προ δύο ημερών εις επονείδιστον
[λείπουν οι σελίδες 407 - 410. Το πιο κάτω κείμενο (μεταξύ των αγκυλών) είναι μεταφρασμένο στην δημοτική από το αγγλικό πρωτότυπο]
...........................
...στον σταυρό. Περιέγραψαν το αίσθημα φοβερής έκπληξης με το οποίο, εκείνη την ίδια μέρα – την Τρίτη μέρα, άκουσαν τις διαδόσεις των γυναικών για οράματα αγγέλων, και την βέβαιη μαρτυρία μερικών Αδελφών τους ότι ο τάφος ήταν άδειος τώρα. «Αλλά», πρόσθεσε ο ομιλητής με αναστεναγμό δυσπιστίας και λύπης – «αλλά Αυτόν δεν τον είδαν».
Τότε, επιπλήττοντάς τους για την έλλειψη νοημοσύνης τους και συναισθημάτων, o ξένος τους έδειξε πως σε όλη την Παλαιά Διαθήκη από τον Μωυσή και μετά υπήρχαν προφητείες όχι μόνο για την δόξα του Χριστού αλλά και για τα βάσανά του. Με τέτοια υψηλή συζήτηση έφθασαν κοντά στου Εμμαούς και ο ξένος φαινόταν ότι θα συνέχιζε τον δρόμο του, αλλά αυτοί τον πίεσαν να μείνει, και καθώς κάθισαν για να φαν το απλό φαΐ τους και Αυτός ευλόγησε και έκοψε το ψωμί, τα μάτια τους άνοιξαν και παρά την αλλαγμένη μορφή, ανεγνώρισαν ότι αυτός που ήταν μαζί τους ήταν ο Κύριος. Αλλά μόλις τον ανεγνώρισαν, Αυτός δεν ήταν πια μαζί τους. «Πώς η καρδιά μας δεν έκαιγε μέσα μας» αναφώνησαν ο ένας στον άλλον, «ενώ μας μιλούσε έτσι, καθώς μας εξηγούσε τις Γραφές;» Αμέσως σηκώθηκαν και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με τα παράξενα και χαρούμενα νέα. Και τους υποδέχθηκαν με την εκστατική διαβεβαίωση « Ο Κύριος αναστήθηκε πράγματι και εμφανίστηκε στον Σίμωνα!»
5. Μια φορά ακόμα, για Πέμπτη φορά αυτήν την Πασχαλινή μέρα που της αξίζει να την θυμόμαστε αιώνια, εμφανίστηκε ο Ιησούς στους Μαθητές του. Δέκα από αυτούς καθόντουσαν μαζί, με κλειστές τις πόρτες λόγω του φόβου των Ιουδαίων. Καθώς συνομιλούσαν μεταξύ τους και αντάλλασσαν τα ευτυχή νέα, ο Ιησούς εμφανίστηκε ανάμεσά τους με τα λόγια «Ειρήνη υμίν». Η ασυνήθιστη όψη του λαμπρού σώματος – η φοβερή σημασία ότι αυτός είχε αναστηθεί από τους νεκρούς— τους φόβισε. Η παρουσία του Κυρίου τους ήταν πράγματι σωματική, αλλά ήταν αλλαγμένη. Σκεφτόντουσαν ότι ήταν ένα πνεύμα που στεκόταν εμπρός τους. «Γιατί φοβάστε;» τους ρώτησε «και γιατί η καρδιά σας γεμίζει με ανήσυχες αμφιβολίες; Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να διαπιστώσετε ότι είμαι εγώ· πιάστε με και δείτε· γιατί ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως βλέπετε ότι έχω εγώ.» Όπως τους μιλούσε τους έδειξε τα χέρια Του και το πλευρό Του. Και τότε, ενώ η χαρά, ο θαυμασμός και η δυσπιστία πάλευαν στην καρδιά τους, τους ρώτησε αν είχαν τίποτα να φάει, και για να τους καθησυχάσει, έφαγε ένα κομμάτι ψητό ψάρι εμπρός τους. Και μετά, ακόμα μια φορά τους είπε «Ειρήνη υμίν. Όπως ο Πατέρας μου με έστειλε, έτσι και εγώ σας στέλνω.» Και εκπνέοντας επάνω τους, είπε. «Παραλάβετε το Άγιο Πνεύμα. Σ’ όποιους συγχωρέσετε τις αμαρτίες, οι αμαρτίες τους θα συγχωρούνται· σε όποιους δεν τις συγχωρείτε, δεν θα συγχωρούνται.
Μόνο ένας από τους Απόστολους ήταν απών – Ο Θωμάς ο Δίδυμος. Ο χαρακτήρας του, όπως ήδη είδαμε, ήταν τρυφερός αλλά και μελαγχολικός. Σ’ αυτόν τα νέα φαινόντουσαν πολύ καλά για να είναι αληθινά. Μάταια οι άλλοι Μαθητές τον διαβεβαίωναν «Είδαμε τον Κύριο». Ευτυχώς για μας, αν και λιγότερο ευτυχώς για κείνον, διακήρυξε με έμφαση, ότι τίποτα δεν θα τον έπειθε, παρά μόνο αν έβαζε το δάκτυλό του στα σημάδια των καρφιών και τα χέρια του στο πλευρό Του. Μια βδομάδα πέρασε και οι πιστά καταγεγραμμένες αμφιβολίες του ανήσυχου Αποστόλου έμειναν ανικανοποίητες. Την όγδοη – ή θα πρέπει να πούμε την έβδομη κατοπινή μέρα — γιατί ήδη η ανάσταση είχε καταστήσει την πρώτη μέρα της βδομάδας ιερή στις καρδιές των Αποστόλων — οι έντεκα ήταν ξανά μαζεμένοι με κλειστές τις πόρτες. Ακόμα μια φορά φανερώθηκε ο Ιησούς σε αυτούς, και μετά την συνηθισμένη ευγενική και επίσημη ευλογία Του, κάλεσε τον Θωμά, και του ζήτησε να απλώσει το δάκτυλο του και να το βάλει στα χνάρια των καρφιών και να θέσει το χέρι του στην πληγή του δόρατος στο πλευρό Του, και να είναι «όχι άπιστος, αλλά πιστός». «Κύριέ μου και Θεέ μου!» αναφώνησε ο δύσπιστος Απόστολος, με μια έκρηξη απολύτου βεβαιότητας, «Επειδή Με είδες», είπε ο Ιησούς, «επίστεψες· ευλογημένοι είναι αυτοί που δεν είδαν και όμως πίστεψαν.»
Η επόμενη εμφάνιση του αναστημένου Σωτήρα ήταν προς επτά από τους Απόστολους στην Θάλασσα της Γαλιλαίας – Σίμωνα, Θωμά, Ναθαναήλ, τους γιούς του Ζεβεδαίου και δύο ακόμη – ίσως τον Φίλιππο και τον Ανδρέα – οι οποίοι δεν ονοματίζονται (κατ’ Ιωάννη xxi. 1-24). Οι επισκέψεις του Ιησού είχαν σταματήσει, και πριν να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ για την Πεντηκοστή ώστε να δεχτούν την υποσχεθείσα εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ο Σίμωνας είπε ότι θα έπρεπε να ξαναρχίσει προσωρινά το παλιό επάγγελμά του, του ψαρά. Δεν υπήρχε πια κοινό πορτοφόλι, και μια που δεν είχαν μέσα επιβίωσης, αυτό φαινόταν ο λογικός τρόπος επίτευξης ενός ευπρεπούς τρόπου ζωής. Οι άλλοι πρότειναν να παν μαζί του, και βγήκαν στην θάλασσα το απόγευμα, μια και η νύχτα είναι η καλλίτερη ώρα για ψάρεμα. Όλη την νύχτα πάσχιζαν μάταια. Νωρίς την αυγή, στο ομιχλώδες λυκόφως, στην ακτή, είδαν την φιγούρα κάποιου που δεν αναγνώρισαν. Μια φωνή τους ρώτησε αν είχαν πιάσει τίποτα. «Όχι» ήταν η αποθαρρημένη απάντηση. «Ρίξτε τα δίχτυα σας στην δεξιά μεριά του σκάφους και θα βρείτε». Έριξαν το δίχτυ και αμέσως γέμισε τόσο με πληθώρα ψαριών, ώστε με δυσκολία το τράβηξαν. Το επεισόδιο ξύπνησε μέσα τους με τρομακτική δύναμη, την ανάμνηση προηγούμενων ημερών. «Είναι ο Κύριος», ψιθύρισε ο Ιωάννης στον Πέτρο· και αμέσως, ο ενθουσιώδης τύπος με την ζεστή καρδιά, δένοντας τον χιτώνα του ψαρά γύρω από τα λαγόνιά του, πήδηξε στην θάλασσα, να κολυμπήσει τις 100 γιάρδες που τον χώριζαν από τον Ιησού, και ρίχτηκε, βρεμένος από τα κύματα, στα πόδια Του. Πιο σιγά ακολούθησαν οι άλλοι, σέρνοντας το τεντωμένο αλλά ακέραιο δίκτυ με τα 153 ψάρια. Μια φωτιά έκαιε στην παραλία, λίγο ψωμί υπήρχε κοντά της και μερικά ψάρια ψηνόντουσαν στα πυρωμένα κάρβουνα. Ήταν μια σκηνή που ακόμα μπορεί να δει κανείς στις ακρογιαλιές της Γαλιλαίας. Και Αυτός που στεκόταν δίπλα της τους διέταξε να φέρουν και άλλα ψάρια από αυτά που είχαν πιάσει. Αμέσως ο Σίμων πετάχτηκε και βοήθησε με τα δυνατά του χέρια να σύρουν το δίχτυ στην στεριά. Και Αυτός που όλοι γνώριζαν ότι ήτο ο Κύριος, αλλά του οποίου η φωνή και η όψη έκαναν τις καρδιές τους να σταθούν με σεβασμό γεμάτο δέος, έτσι ώστε να μην τολμούν να τον ρωτήσουν, τους είπε, «Ελάτε και φάτε» και τους μοίρασε το ψωμί και τα ψάρια.
Το ευτυχισμένο γεύμα τέλειωσε σιωπηλά, και τότε ο Ιησούς είπε στον αδύναμο αλλά αγαπημένο του Απόστολο «Σίμωνα» (δεν ήταν ακόμα η ώρα να του ξαναδώσει το όνομα Πέτρος) «Σίμωνα, υιέ του Ιωνά, με τιμάς πιο πολύ από αυτούς ;»
«Ναι, Κύριε μου, το ξέρεις ότι Σε αγαπώ».
«Βόσκε τα αρνάκια μου».
Ο Σίμωνας είχε νιώσει στα φυλλοκάρδια του τι σήμαινε η ευγενική νουθεσία «πιο πολύ από αυτούς». Αναβίωνε στην μεταμελημένη ψυχή του τις καυχησιές που είχε εκφέρει με τόση σιγουριά ανάμεσα στους αδελφούς του «Αν και όλοι σκανδαλισθούν, εγώ δεν θα σκανδαλισθώ». Η αποτυχία τον είχε διδάξει ταπεινοφροσύνη, και έτσι δεν θα ζητούσε την πρωτοκαθεδρία στα αισθήματά του, ούτε θα υιοθετούσε την λέξη της ερώτησης του Σωτήρα, η οποία εμπεριείχε βαθιά τιμή και αφοσίωση και σεβασμό· αλλά θα χρησιμοποιούσε αντ’ αυτής την πιο αδύνατη λέξη, που όμως καλλίτερα έδειχνε τα ζεστά ανθρώπινα αισθήματα της καρδιάς του. Και την επόμενη φορά η ερώτηση του θύμισε με λιγότερο πόνο την παλιά του αυτοπεποίθηση, γιατί ο Ιησούς του είπε μόνο
— «Σίμωνα, γιέ του Ιωνά, Με τιμάς;»
Ξανά ο Απόστολος ταπεινά του απάντησε με τις ίδιες λέξεις όπως πριν – «Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σε αγαπώ.»
«Φύλαξε τα πρόβατά μου».
Αλλά ο Σίμωνας Τον είχε τρις απαρνηθεί και έτσι ήταν αρμόζον ότι τρις έπρεπε να διακηρύξει την πίστη του. Ξανά, μετά από σύντομη παύση, ήρθε η ερώτηση – και αυτήν την φορά με την πιο αδύνατη αλλά και πιο ζεστή λέξη που ο ίδιος ο Απόστολος είχε διαλέξει—
««Σίμων, γιέ του Ιωνά, Με αγαπάς;»
Και ο Σίμωνας, βαθιά ταπεινωμένος και δυστυχισμένος αναφώνησε, «Κύριε, ξέρεις τα πάντα· Βλέπεις ότι σε αγαπώ».
«Τάισε τα αγαπημένα αρνιά μου.» Μετά, με επισημότητα, πρόσθεσε «Πραγματικά όταν ήσουν πιο νέος ζωννόσουν ο ίδιος και περπάταες όπου ήθελες· μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου δε θέλεις».
Ο Απόστολος τον κατάλαβε· ήξερε ότι αυτό υπονοούσε τα χρόνια της μελλοντικής του υπηρεσίας, τις αγωνίες του μελλοντικού του μαρτυρίου· αλλά τώρα δεν ήταν πια ο «Σίμων» αλλά ο «Πέτρος» — η καρδιά της πέτρας ήταν μέσα του· ήταν έτοιμος να ακολουθήσει την φωνή που του έλεγε «Ακολούθα με» μέχρι θανάτου. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας περπατούσε δίπλα στον Ιησού, λίγα βήματα μπροστά από τους συντρόφους του. Κοιτώντας πίσω είδε τον Ιωάννη, τον σύντροφο που συμπαθούσε και τον Απόστολο που ο Ιησούς αγαπούσε να τους ακολουθεί αργά. Δείχνοντας τον, ρώτησε, «Κύριε, αυτός τι θα κάνει;» Η απάντηση ανέκοψε την επιπόλαιη περιέργειά του. «Εάν θελήσω να χρονοτριβήσει μέχρι να έρθω, τι σε αφορά εσένα αυτό; Εσύ να Με ακολουθήσεις.» Ο Πέτρος δεν τόλμησε να τον ρωτήσει περισσότερα και η απάντηση – που ήταν επίτηδες ασαφής – οδήγησε σε μεγάλη παρεξήγηση διαδεδομένη στην αρχική εκκλησία, ότι ο Ιωάννης δεν επέπρωτο να πεθάνει μέχρι να έλθει ο Χριστός. Ο απόστολος ήρεμα διορθώνει το λάθος αναφέροντας τους ακριβείς λόγους του αναστημένου Χριστού. Τον τρόπο του θανάτου του δεν γνωρίζουμε, αλλά γνωρίζουμε ότι έζησε περισσότερο από όλους τους αδελφούς του Μαθητές και ότι επέζησε την τρομερή συντριβή του έθνους του η οποία, μια και έκανε αδύνατη την αυστηρή υπακοή στις συνθήκες της Παλιάς Διαθήκης, άνοιξε σε όλο τον κόσμο ένα απρόσκοπτο μονοπάτι για την ίδρυση της Νέας Διαθήκης και για το Βασίλειο του Ουρανού, — ήταν κατά μια έννοια πιο αληθινή από κάθε γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία — ένας δεύτερος ερχομός του Κυρίου.
8. Ίσως ήταν σε αυτήν την περίσταση που ο Ιησούς είπε στους μαθητές του για το όρος της Γαλιλαίας όπου θα συναντούσε όλους που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν για τελευταία φορά. Εάν ήταν το Ταβόρ ή το όρος των Μακαρίων δεν γνωρίζουμε, αλλά περισσότεροι από πεντακόσιοι μαθητές του μαζεύτηκαν εκείνη την φορά με τους ένδεκα, και έλαβαν τις τελευταίες εντολές του Ιησού, να διδάξουν και βαφτίσουν σε όλα τα Έθνη· και την τελευταία υπόσχεση ότι θα ήταν μαζί τους πάντα, μέχρι το τέλος του κόσμου. Γράφοντας μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια από εκείνη την στιγμή, ο Άγιος Παύλος μας δίνει την αξιοσημείωτη μαρτυρία ότι η πλειονότητα των μαρτύρων της ανάστασης ζούσαν ακόμη, και ότι μόνο μερικοί «εκοιμήθησαν».
9. Μία ένατη παρουσίαση του Ιησού δεν έχει γραφεί στα Ευαγγέλια και την γνωρίζουμε από μια μόνο αναφορά από τον Άγιο Παύλο. «Σας ανέφερα» γράφει στην επιστολή του προς τους Κορινθίους (1 Κορ. Xv 3-8), «αυτό το οποίο παρέλαβα, πως ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, σύμφωνα με τις Γραφές· και ότι θάφτηκε και ]
...........................
πάλιν τη τρίτη ημέρα ηγέρθη, κατά τας Γραφάς, και ώφθη Κηφά, είτα τοις Δώδεκα· μετά τούτο, ώφθη πλείοσιν ή πεντακοσίοις αδελφοίς επί το αυτό... μ ε τ ά τ ο ύ τ ο, ώ φ θ η Ι α κ ώ β ω, είτα πάσι τοις Αποστόλοις. Τελευταίον δε πάντων, ωσπερεί τω εκτρώματι, ώφθη καμοί». Όσον αφορά την εις τον Ιάκωβον εμφάνισιν, ουδέν περιπλέον γνωρίζομεν, ειμή εκ παραδόσεως ουχί αυθεντικής.
Τεσσαράκοντα ημέραι παρήλθον ήδη από της Σταυρώσεως. Κατά τας 40 ταύτας ημέρας δεκάκις ή ενδεκάκις ώφθη εις ανθρωπίνους οφθαλμούς και εψηλαφήθη υπό χειρών ανθρωπίνων. Αλλά το σώμα δεν ήτο πλέον φθαρτόν, είχεν αφθαρτισθή, και μετέσχε της θεότητος, διά του τρόπου της «αντιδόσεως». Ο Καιρός είχεν έλθη ήδη ότε η επίγειος παρουσία Του έπρεπε ν' αναληφθή εξ ανθρώπων, και μέχρις ου επανέλθη εν δόξη ίνα κρίνη τον κόσμον. Συνήντησεν αυτούς εν Ιερουσαλήμ, και οδηγήσας αυτούς έως Βηθανία, προσέταξεν αυτούς να μένωσιν εν τη Αγία Πόλει εωσότου λάβωσι την επαγγελίαν του Πνεύματος. Περιέστειλε τας ανησύχους ερωτήσεις των περί χρόνων και καιρών, και εκέλευσεν αυτούς να είνε μάρτυρές Του εις όλον τον κόσμον. Οι τελευταίοι ούτοι αποχαιρετισμοί εγένοντο επί του Όρους των Ελαιών· και είτα υψώσας τας χείρας Του ευλόγησεν αυτούς, και, ενώ τους ευλόγει, διέστη απ' αυτών, και ανεφέρετο εις τον ουρανόν και νεφέλη ανέλαβεν Αυτόν, και έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών των.
Μεταξύ ημών και της ορατής παρουσίας Του, μεταξύ ημών και του δεδοξασμένου Λυτρωτού του καθημένου νυν εκ δεξιών του Πατρός, το νέφος εκείνο ακόμη επιπροσθεί. Αλλά το όμμα της Πίστεως δύναται να το διαπεράση· το θυμίαμα της αληθούς προσευχής δύναται να υψωθή άνευ αυτού· δι' αυτού η δρόσος της ευλογίας δύναται να κατέλθη. Και αν Εκείνος απήλθεν, αλλ' έδωκεν εις ημάς, εν τω Αγίω Αυτού Πνεύματι, πλησιέστερον το αίσθημα της παρουσίας Του, στενοτέραν την περίπτυξιν εν ταις αγκάλαις της στοργής Του, ή όπως θα απηλαύομεν και αν συνεζώμεν το πάλαι Αυτώ εν τη πολίχνη της Ναζαρέτ, ή συνεπλέομεν μετ' Αυτού επί των υδάτων της Τιβεριάδος. Δυνάμεθα να είμεθα εγγύς προς Αυτόν εν παντί καιρώ, και προ πάντων όταν εις προσευχήν το γόνυ κλίνωμεν, όσον ο Ηγαπημένος μαθητής ήτο όταν έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους Εκείνου. Ο λόγος του Θεού είνε εγγύτατα εις ημάς, και εις τα στόματα και εις τας καρδίας μας. Εις ώτα κλειστά η φωνή Του δυνατόν να φαίνεται ότι δεν ηχεί πλέον. Οι σφοδροί θόρυβοι του πολέμου δυνατόν να διασείωσι τον κόσμον· αι άπληστοι κλήσεις της φιλαργυρίας και της ηδονής δυνατόν να πνίγωσι την ευγενή έκφρασιν ήτις κελεύει ημάς «Ακολουθείτε Μοι»· μετά δισχίλια έτη Χριστιανοσύνης, οι άπιστοι ψιθυρισμοί της ανυπομόνου δυσπιστίας δυνατόν να καθιστώσι δύσκολον διά την Πίστιν να επαναλαμβάνη, άνευ υβρισμού, το σύμβολον όπερ υπήρξεν η αναγέννησις του κόσμου. Έτι μάλλον, και θλιβερότερον ακόμη, δυνατόν από καιρού εις καιρόν ν' ακούηται, εν τη Χριστιανική Ευρώπη, η ύβρις βλασφήμου τινός γλώσσης, επακολουθούσης να εμπαίζη τον Υιόν του Θεού, καθώς κείται εν τη αγωνία του κήπου, ή αφίνει την υστάτην πνοήν Του επί του δένδρου του πικρού. Αλλά το μυστήριον του Κυρίου είνε μετ' εκείνων οίτινες φοβούνται Αυτόν, και Αυτός θα δείξη αυτοίς την διαθήκην Του. Εις τους θέλοντας ν' ακούσωσιν εισέτι ομιλεί. Επηγγείλατο ότι θα είνε μεθ' ημών πάντοτε, έως της συντελείας του αιώνος, και δεν εύρομεν την επαγγελίαν Του διαλείπουσαν. Τριάκοντα τριών μόνον ετών βραχύν βίον έζησεν επί της γης· επί τρία μόνον διακεκομμένα και τεταραγμένα έτη εκήρυξε το Ευαγγέλιον της Βασιλείας· αλλά διά πάντοτε, μέχρις ου όλοι οι αιώνες συντελεσθώσι, και η γη αυτή και οι ουρανοί παρέλθωσι, θα ευρίσκη έκαστον εκ των πιστών και γνησίων τέκνων Του ειρήνην και ελπίδα και συγγνώμην εν τω ονόματι Αυτού, και το όνομα τούτο θα καλήται Εμμανουήλ ο εστι μεθερμηνευόμενον
&«Μεθ' ημών ο Θεός». &
ΤΕΛΟΣ
Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΥΠΟ ΦΡ. ΦΑΡΡΑΡ
ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Η Γέννησις. ............................... Σελ. 3 ΚΕΦΑΛ. Β'. Η εισαγωγή εις το Ιερόν........................» 10 ΚΕΦΑΛ. Γ'. Η επίσκεψις των Μάγων..........................» 14 ΚΕΦΑΛ. Δ'. Η φυγή εις Αίγυπτον και η σφαγή των νηπίων.....» 20 ΚΕΦΑΛ. Ε'. Η παιδική ηλικία του Ιησού.....................» 28 ΚΕΦΑΛ. ΣΤ'. Ο Ιησούς εν τω Ιερώ............................» 37 ΚΕΦΑΛ. Ζ' Η οικογενειακή Ζωή εν Ναζαρέτ..................» 44 ΚΕΦΑΛ. Η'. Το Βάπτισμα του Ιωάννου... ....................» 55 ΚΕΦΑΛ. Θ’. Ο Πειρασμός....................................» 63 ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Σκηνογραφία της Γαλιλαίας......................» 87 ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'. Ο Ιησούς το Πάσχα..............................» 90 ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'. Ο Νικόδημος.......... .........................» 95 ΚΕΦΑΛ. ΙΕ'. Η Σαμαρείτις...................................» 95 ΚΕΦΑΛ. ΙΣΤ'. Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι..........» 102 ΚΕΦΑΛ. ΙΗ'. Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία......» 114 ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'. Άλλα θαύματα..................................» 123 ΚΕΦΑΛ. Κ’. Ο Ιησούς του Ναυίν............................» 127 ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Η Αμαρτωλός και ο Φαρισαίος...................» 133 ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'. Πώς έζη εν Γαλιλαία...........................» 138 ΚΕΦΑΛ. ΚΓ'. Μεγάλα θαύματα του Ιησού......................» 144 ΚΕΦΑΛ. ΚΔ'. Εις την οικίαν του Ματθαίου...................» 152 ΚΕΦΑΛ. ΚΕ'. Συνέχεια του προηγουμένου.....................» 155 ΚΕΦΑΛ. ΚΣΤ'. Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα.......................» 158 ΚΕΦΑΛ. ΚΖ'. Το θαύμα της Βηθεσδά..........................» 161 ΚΕΦΑΛ. ΚΗ'. Η αποτομή του Βαπτιστού.......................» 168 ΚΕΦΑΛ. ΚΘ'. Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί της θαλάσσης...................................»174 ΚΕΦΑΛ. Λ'. Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ.....................» 180 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'. Η λύσσα των εχθρών του Χριστού................» 185 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. Η λύσσα των εχθρών Του........................» 197 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. «Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού» .................» 204 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. Μεταξύ των εθνικών............................» 207 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'. Η Μεταμόρφωσις ...............................» 222 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'. Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος ...................» 226 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ ..............» 230 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'. Η εορτή της Σκηνοπηγίας.......................» 232 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'. Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς ......................» 239 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. Ο εκ γενετής τυφλός ..........................» 248 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. Χαίρειν τη Γαλιλαία...........................» 253 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. Τα καθ' οδόν .................................» 259 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. Διδασκαλίαι καθ' οδόν.........................» 262 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. Η εορτή των Εγκαινίων ........................» 272 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'. Πέραν του Ιορδάνου ...........................» 278 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. Η Έγερσις του Λαζάρου.........................» 286 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. Ιεριχώ και Βηβανία............................» 294 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. Η Βαϊοφόρος ..................................» 303 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'. Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα Παραβολών ....................................» 311 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'. Η ημέρα των πειρασμών ........................» 318 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'. Η Μεγάλη αρά .................................» 324 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. Χαίρειν εις τον Ναόν .........................» 329 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'. Η αρχή του τέλους ............................» 334 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. Ο Μυστικός Δείπνος............................» 337 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ’. Η Τελευταία Ομιλία............................» 343 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'. Γεθσημανή. — Η Αγωνία και η Σύλληψις .........» 350 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου » 359 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'. Η Σταύρωσις ..................................» 388 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'. Η Ανάστασις του Κυρίου........................» 400
1) Οι αστρολόγοι διαιρούν τον ζωδιακόν κύκλον εις τέσσαρα τρίγωνα, το του πυρός, το της γης, του αέρος και του ύδατος.
2) Ο πιθανός αριθμός των Νηπίων εμεγαλοποιήθη υπερβαλλόντως. Μία αιθιοπική παράδοσις, την οποίαν προθύμως παραδέχεται και ο Βολταίρος τους αναβιβάζει εις 14,000! Αν λάβωμεν υπ' όψει ότι η Βηθλεέμ ήτο έν απλούν χωρίον κατοικούμενον από 2,000 ψυχάς, θα παραδεχθώμεν κατ' ανάγκην ότι καθ' όλην αυτής την περιοχήν δεν εσφάγησαν άνω των είκοσι και ίσως ούτε και τόσα. Προ πάντων αφού ήσαν «από διετούς και κατωτέρω».
3) Σημ. του Εκδότου. — Τας ιδέας ταύτας, καθώς και άλλας, του διαμαρτυρομένου συγγραφέως, πρέπει να τας βάλη υπό κάθαρσιν ο αναγνώστης ο ορθόδοξος.
4) Όστις αγνοεί το ύφος των Αγίων Γραφών, εκείνος μόνον δύναται να ευρίσκη αφορμήν συζητήσεως από τοιαύτας εκφράσεις, αι οποίαι, άλλως δεν λαμβάνονται κατά γράμμα. Ευθύς εν αρχή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ο Ιησούς Χριστός καλείται, «υιός Δαυίδ, υιός Αβραάμ». Θα ειπή ότι ήτον, κατά γράμμα, υιός και του Δαυίδ και του Αβραάμ; Πασιφανέστατα, η λέξις υιός σημαίνει απόγονος· Αλλά και «η αδελφή της μητρός Αυτού Μαρία η του Κλωπά», πώς ηδύνατο να είνε αδελφή της Παρθένου, αφού είχε το ίδιον μετ' αυτής όνομα; Ποία δε η χρησιμότης του ονόματος, αν αντί διακρίσεως, σύγχυσιν μάλλον επιφέρει; Πού ηκούσθη δύο αδελφαί ζώσαι να ονομάζωνται Μαρία 1η, Μαρία 2α; Τότε έπρεπε να καταργηθή το όνομα, και οι άνθρωποι να ονομάζωνται με αριθμούς. Όθεν η Μαρία η του Κλωπά είνε παραδεδεγμένον ότι ήτο εξαδέλφη της Παρθένου, και οι αδελφοί του Κυρίου ήσαν συγγενείς Αυτού. Διότι εκ της Παρθένου δεν ηδύνατο να γεννηθή άλλος Χριστός, καθώς δεν ηδύνατο να υπάρξη και άλλη Μήτηρ του Θεού, αειπάρθενος, πανάμωμος, και υπερτέρα πάντων των κτισμάτων. Σ. Μ.
5) Ου προ πολλού χρόνου ο διάσημος Άγγλος καθηγητής Ούξλεϋ και ο μέγας Γλάδστων συνεζήτησαν εν τω τύπω επί της ουσίας του θαύματος τούτου. Ο Γλάδστων υπερεμάχησεν υπέρ της ορθοδόξου γνώμης, και επολέμησε πάσαν «ορθολογιστικήν» παρερμηνείαν ή διαστροφήν του θαύματος.
6) Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης, όταν τύχουν εις ταξείδιον, πίνουσι καφέν, αν τις καφεπώλης παραθέση εις αυτούς, χωρίς να παραγγείλουσιν, αλλά δεν τον πληρώνουν, εν ημέρα Σαββάτου. Τον πληρώνουν όμως την επαύριον.
7) Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα. Η Φουλβία επανειλημμένως ετρύπησε με χρυσήν βελόνην την γλώσσαν της αποτμηθείσης κεφαλής του Κικέρωνος, και η Αγριππίνα ύβρισε την κεφαλήν της αντιζήλου της Λολλίας.
8) Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα. Η Φουλβία επανειλημμένως ετρύπησε με χρυσήν βελόνην την γλώσσαν της αποτμηθείσης κεφαλής του Κικέρωνος, και η Αγριππίνα ύβρισε την κεφαλήν της αντιζήλου της Λολλίας.
9) Η Τουρκική Κυβέρνησις, μετά μεγάλης πονηρίας, έταξε την ενιαυσίαν προσκύνησιν των Μωαμεθανών εις τον τάφον του Προφήτου Μωυσέως (!!), κατά τον αυτόν χρόνον ότε η έλευσις των εορτών του Πάσχα κατακλύζει την Ιερουσαλήμ από χριστιανούς προσκυνητάς. Συνήντησα εκατοντάδας των Μωαμεθανών τούτων εις τα πέριξ της Αγίας Πόλεως κατά το Πάσχα του 1870, και ούτοι θα ήσαν ισχυρά συνδρομή εις τους Τούρκους, εν περιπτώσει ταραχής τινος μεταξύ Χριστιανών εν τη εκκλησία του Παναγίου Τάφου.
10) Είνε πρόσθετος απόδειξις της αξιοπιστίας της διηγήσεως, τόσω πολυτιμοτέρα όσω όλως ασχεδίαστος, ότι οι χαρακτήρες της Μάρθας και της Μαρίας, ως περιγράφονται συντόμως υπό του Ευαγγελιστού Ιωάννου, εντελεστάτα αντιστιχούσι και αρμόζονται προς τους χαρακτήρας των οποίοι φαίνονται εν τω ανεκδότω το οποίον διηγείται, ως είδομεν ανωτέρω, ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Όσοι απορρίπτουσι την γνησιότητα του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ας εξηγήσωσι τουλάχιστον, ως λέγει ο Μάυερ, το «φιλολογικόν θαύμα».
11) Πειθόμενος εις τους ιδίους λόγους του, οφείλει να ομολογήση ενταύθα ο εμβριθής και βαθύφρων συγγραφεύς, ότι εις την ιδίαν ανάγκην, την οποίαν ησθάνθη η Μαρία, υπείχουσι και οι Χριστιανοί, οι μη Διαμαρτυρόμενοι, όσοι το εσωτερικόν αίσθημα της ευσεβούς στοργής των συνειθίζουν να εκδηλώσι δι' εξωτερικών σημείων, οίον προσκυνήσεων και ασπασμών των εικόνων και λειψάνων και άλλων θρησκευτικών ενθυμίων.